e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

Το παπουτσάκι τσης

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ 


«Αυτή την αβρή νότα, τη Ζάκυνθο, βρήκες να κάψεις Παντοδύναμε;
Αν έπρεπε έτσι κι αλλιώς κάτι να καεί, είχαμε πράμα για κάψιμο. 
Μια Ζάκυνθος ήταν το λούσο μας, ο Ευρωπαϊσμός μας, η ταντέλλα πάνω στο σαμαροσκούτι μας, το αβρό λουλούδι του τραχύτατου βράχου μας. 
Αυτό πήγες και μας μάρανες, Κύριε…
Ανεξερεύνητες οι βουλές σου».
Π. Παλαιολόγος, (εφημ. Το Βήμα Αθηνών)

Ήταν οι πρώτες μέρες μετά την αποφράδα εκείνη μέρα της 13ης Αυγούστου του 1953. Αναστατωμένοι όλοι οι κάτοικοι του νησιού από το δυνατό σεισμό της προηγούμενης, που έριξε σπίτια και δημιούργησε μεγάλες ζημιές, προσπαθούσαν να συνέλθουν και να δουν τι θα κάνουν. Μετακινούσαν έπιπλα στις αυλές, έβγαζαν και τα κρεβάτια διατεθειμένοι να περάσουν τη νύχτα στην ύπαιθρο από φόβο πως μπορεί τη νύχτα να κάνει μεγάλο σεισμό και να γκρεμιστεί το σπίτι. Απομάκρυναν τα λίγα πολύτιμα, είτε σε κοσμήματα, ρουχισμό, βιβλία κ.ά. που διέθετε κάθε φαμελιά προληπτικά και γενικά επικρατούσε μια έκδηλη ανησυχία κι αβεβαιότητα για το αύριο στους μεγάλους που υποσυνείδητα, την περνούσαν και σ' εμάς τα παιδιά.

Οι περισσότεροι φοβόνταν να μπουν μέσα. Ο κρατικός μηχανισμός δούλεψε γρήγορα και τουλάχιστον στη χώρα και στην Μπόχαλη που έμενα, περνούσε Επιτροπή που κατέγραφε τις ζημιές και τις επιδιορθώσεις που θα ακολουθούσαν. Μερικά σπίτια τα σφράγιζαν ως επικίνδυνα απαγορεύοντας να μπει μέσα κανένας. Πόσο ανώφελα θα αποδεικνύονταν όλα αυτά λίγες μόνο ώρες αργότερα.

Ούτε 24ωρο δεν είχε περάσει όπου μοίρα κακιά, ζήλεψε το όμορφο Φιόρο του Λεβάντε κι αποφάσισε να το καταστρέψει ολοσχερώς. Φόβος, τρόμος, πανικός παντού, ιδιαίτερα στην πόλη, την αποκαλούμενη από τους Ζακυνθινούς, χώρα. Χτισμένη στα βάθη του χρόνου, χωρίς σωστή πολεοδομία και ρυμοτομία από την αρχή. Ή μάλλον κατάλληλα για τότε που η χώρα  ήταν μικρή ακόμη. Με το πέρασμα των καιρών, πολύστεψαν τα σπίτια και τα σπιτάκια και καθώς δεν είχαν χτιστεί τα περισσότερα με τις σωστές προδιαγραφές και τα κατάλληλα υλικά, δέχτηκαν όλη την οργή του Εγκέλαδου και πλήρωσαν ακριβό τίμημα, σωριαζόμενα σε ερείπια. Η φονική πυρκαγιά που ακολούθησε στη χώρα, όπου αστραπιαία εξαπλώθηκε από άκρη σ' άκρη αποτεφρώνοντας όχι μόνο ό,τι απόμεινε από τα γκρεμισμένα σπίτια, όχι μόνο μετατρέποντας σε στάχτες αμύθητους υλικούς και πνευματικούς θησαυρούς που διέθετε το νησί, αλλά δυστυχώς, αποτεφρώνοντας και άτομα εν ζωή ακόμη, που χτυπημένα και παγιδευμένα στα χαλάσματα ανήμπορα να κινηθούν, έβλεπαν με απερίγραπτο τρόμο και απόγνωση όλο και να ζυγώνουν οι τεράστιες φλόγες. Επί 40 ολόκληρα μερόνυχτα καιγόταν η όμορφη χώρα.

Ποιος να τολμήσει και να ήθελε να ανταποκριθεί στις κραυγές για βοήθεια των εγκλωβισμένων; Όχι μόνο γιατί ήταν επικίνδυνο να φτάσουν μέχρι εκεί, γιατί τα μπάζα βουνό ολόκληρο παντού, όχι μόνο γιατί η γη κουνιόταν κι έτρεμε συνεχώς από τους απανωτούς μικρούς ή μεγάλους μετασεισμούς, αλλά επί πλέον γιατί κρέμονταν ετοιμόρροποι τοίχοι, διαζώματα, μπαλκόνια μαδέρια μισοκαμένα ή στις φλόγες, καθιστώντας αδύνατη κάθε προσπάθεια διάσωσης όσο κι αν έτρεμαν οι δικοί τους κι άλλοι που βρίσκονταν εκεί κοντά για τον μαρτυρικό θάνατο που περίμενε τον εγκλωβισμένο.

Μολονότι το έχω γράψει και αλλού, θα το επαναλάβω πολύ συνοπτικά εδώ. Ο καταστρεπτικός σεισμός βρήκε την αδελφή μου κι εμένα στο μετόχι του Νόννου μου στην Γαργατσούρα του Μπανάτου. Ήρθε η Νόννα μου η Ανδριάνα αποβραδίς και μας πήρε ώστε να ελευθερώσει τα χέρια της Μαμάς μου, γιατί ήταν μικρός και πολύ… ζωηρός ο αδελφούλης τότε. Δεν θα αναφερθώ στον τρόμο μας, θα αναφέρω μόνο πως την επόμενη το πρωί, κρυφά να μην μας πάρουν χαμπάρι, η κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη αδελφή μου κι εγώ, πιασμένες από το χέρι, καταφέραμε να το σκάσουμε και να τραβήξουμε για την Μπόχαλη να πάμε στους γονείς μας! Μετά από πολλές ώρες, μέσα σε χαλάσματα, χάνοντας το δρόμο άπειρες φορές και κλαίγοντας από φόβο κι απελπισία καταφέραμε να φτάσουμε στην Μπόχαλη! Ρίγη συγκίνησης ακόμη και τώρα όταν θυμάμαι  πως στο ξάγναντο, λίγο πιο κάτω από τον Αρίγγο,  είδαμε με μεγάλη ανακούφιση τον παπάκη μας που βραδυοξημερωνόταν εκεί με μεγάλη αγωνία να μας περιμένει, προσευχόμενος να μας ξαναβρεί ζωντανές… Άνοιξε την αγκαλιά του, μας έκλεισε μέσα και τις δυο και για πολλή ώρα κλαίγαμε κι οι τρεις χωρίς να μπορούμε ν' αρθρώσουμε λέξη. Κάποια στιγμή κρατώντας μας σφικτά από το χέρι, φτάσαμε εκεί που κάποτε στεκόταν το σπίτι μας, σωριασμένο σε ερείπια…

Πάγωσα ολόκληρη βλέποντας γύρω μου Μπόχαλη και χώρα να μην έχει μείνει όρθιο τίποτα. Ζύγωσα με τρεμάμενα πόδια στο μουράγιο. Εκείνη τη στιγμή, φλόγες τεράστιες παντού, μα σαν είδα την Αγία Τράπεζα στο Ιερό της Μητρόπολης παραδομένη στις φλόγες, η παιδική ψυχή μου δεν άντεξε και λιποθύμησα… 

Μέρες και νύχτες λογισμού και τρόμου. Που έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Όλοι προσπαθούσαν να επιβιώσουν όπως μπορούσαν. Οι περισσότεροι από εμάς, με τα ρούχα που φορούσαμε, όχι μόνο γιατί στην πλειοψηφία τους τα σπίτια είχαν καταρρεύσει αλλά και τα λίγα που στέκονταν πολύ επικίνδυνο να πλησιάσεις ή να μπεις μέσα. Η χώρα άδειαζε κι ο καθένας πήγαινε όπου μπορούσε σε γύρω περιοχές από τη χώρα αλλά και στα χωριά που όλο και κάποιος συγγενής υπήρχε. Εκεί και το σπίτι να είχε γκρεμιστεί υπήρχε άπλετος χώρος στις μεγάλες αυλές και κήπους που διέθεταν αλλά και στα χωράφια και τα κτήματα. Γεγονός πως την πρώτη μέρα επιβιώσαμε όλοι με ένα κομμάτι ψωμί κι αν βρέθηκε κι εκείνο. Μετά, άρχισαν να πετούν πολύ χαμηλά αεροπλάνα και να μας πετάνε γαλέτες, κονσέρβες κ.λπ.

Πολύ γρήγορα οργανώθηκαν κοινοτικά συσσίτια, όπου όλοι στην ουρά με κατσαρολάκι, κανάτι μεγάλο ή ό,τι άλλο βρισκόταν, περιμέναμε τη σειρά μας να πάρουμε την μερίδα μας. Εμείς, Μπόχαλη, περίχωρα και πολλοί από τη χώρα που βρίσκονταν κοντά, πηγαίναμε στη θέση Σταυρός εκεί που διασταυρώνεται ο δρόμος που έρχεται από τη χώρα και συνεχίζει για Γαϊτάνι, Μπανάτο κ.λπ με αυτόν που οδηγεί στο Ακρωτήρι από τη μια μεριά και στην Μπόχαλη από την άλλη.

Θα πρέπει να ήταν το πρώτο Σαββατοκύριακο μετά την καταστροφή, νωρίς το απόγευμα. Ο Ντίνος μαζί μ΄ ένα φίλο του κατέβηκαν στη χώρα από το χωριό. Πιτσιρικάδες κι οι δυο, ήθελαν να δουν τις φωτιές. Φυσικά δεν μπορούσαν να πλησιάσουν κοντά, απαγορευόταν, έτσι σκαρφάλωσαν σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα από τα Εγγλέζικα μνήματα, σχεδόν απέναντι από κει που υπήρχε η βίλα Κολαΐτη με το πασίγνωστο ΑΛΛΑ, και με δέος έβλεπαν τις φλόγες να έχουν ζώσει τη χώρα από άκρη σ' άκρη. 

Κοιτάζοντας κάτω στην πλατεία Σολωμού, έβλεπαν τις πρόχειρες σκηνές που είχαν στηθεί όπου παρέχονταν πρώτες βοήθειες, βρισκόταν η Αστυνομία και «οι αρχές» του τόπου κι όπου μετέφεραν νεκρούς για ταυτοποίηση και τραυματίες για περίθαλψη. Τα πιτσιρίκια κοίταζαν με δέος! Ποτέ δεν είχαν δει τόσα χαλάσματα, τόσες φωτιές, μα ούτε κι είχαν νιώσει τόσο φόβο! Πού και πού περνούσε κάνας διαβάτης, με το κεφάλι σκυφτό, θλίψη κι αγωνία στο πρόσωπο. Σταματούσε και αντάλλασσαν λίγα λόγια με άλλους περαστικούς. Λόγια που φανέρωναν την μεγάλη τους θλίψη και την αβεβαιότητα για το αύριο και προχωρούσαν κατηφείς και σκεφτικοί.

Ο Ντίνος κι ο Γιάννης ο φίλος του, παρακολουθούσαν από ψηλά. Πέρασε κάμποση ώρα, πιάστηκαν τα παιδιά κι εκεί που ετοιμάζονταν να κατέβουν, άκουσαν  από μακριά, μέσα από τα χαλάσματα λυγμούς και λόγια ακατάληπτα λόγω απόστασης. Φοβήθηκαν για μια στιγμή, στάθηκαν λίγο διστακτικά, οι λυγμοί ακούγονταν πιο καθαρά όχι, όμως, αυτά που έλεγε ο άνδρας, γιατί για άνδρα επρόκειτο. Αναθάρρησαν κάπως κατέβηκαν λίγο πιο κάτω στον όχτο μέχρι που έβλεπαν και άκουγαν καθαρά. Ρώτησαν τι έπαθε, τι συμβαίνει, σηκώνοντας το κεφάλι, είδαν πως ήταν ένας γέρος άνθρωπος που κρατούσε κάτι στο χέρι κι έκλαιγε απαρηγόρητα. Σίμωσαν πιο κοντά και ρώτησαν τον γεράκο γιατί κλαίει, τι έπαθε, σκοτώθηκε δικός του;

Δεν τον κρατούσαν τα πόδια, κάθισε χάμω στο σκαλί σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, άπλωσε το χέρι και χωρίς να σταματήσει να κλαίει τους έδειξε ένα γυναικείο παπούτσι που κρατούσε.

-Το παπουτσάκι τσης…λέει, αυτό και μόνο αυτό έμεινε. Έψαξα γύρω έψαξα παντού, εκεί που στεκόταν το σπίτι μας, μπας και την δω, μπας κι ακούσω βογκητό, κάτι να παρηγορηθώ πως είναι ζωντανή, δεν ήταν πουθενά…Θα καταπλακώθηκε από τις εκατοντάδες τόνους ερείπια που θα πέσανε πάνω της…Πώς να αντέξει μια σταλιά άνθρωπος ήταν…αχαμνή με τι δύναμη να τα βάλει με κοτζάμου τοίχους και μαδέρια και κεραμίδια που την πλάκωσαν… Μακάρι να χτυπήθηκε και να σκοτώθηκε από τα γκρεμισμένα και να μην κάηκε ζωντανή…
- Ποια ήταν, μπάρμπα; ρώτησαν τα παιδιά απορημένα.
- Η αδελφή μου ήταν η μόνη που ζούσε… η Ασπασία. Πέντε αδέλφια είμαστε και δύο είχαμε μείνει. Τα άλλα τρία πέθαναν με την Κατοχή από την πείνα, ήταν μικρότερα και δεν άντεξαν. Μείναμε η Ασπασία κι εγώ να κλαίμε τον Πατέρα, τη Μάνα και τα μικρά... Τώρα έχασα κι εκείνην… Το παπουτσάκι τσης έμεινε, το παπουτσάκι τσης μοναχά… 

Το έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του και κλαίγοντας σηκώθηκε και τράβηξε πέρα…

Τα πιτσιρίκια έμειναν άφωνα και αμίλητα πήραν το δρόμο του γυρισμού, να πάνε στη Μάνα που θα ανησυχούσε, από το πρωί λείπουν και ποιος ξέρει πόση ώρα θα τους πάρει μέχρι να φτάσουν στο χωριό…

δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: