Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, κατόπιν συνεννοήσεως και πάντως με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Περασμένα, μα όχι ξεχασμένα

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά

Τα σημερινά, είναι αληθινά περιστατικά με ήρωες παλιούς Μπανατιώτες, έτσι όπως μου τα διηγήθηκε συγγενικό μου άτομο που πλησιάζει τα 90.
Θυμάμαι, όταν ήμουν παιδί ακόμα και πήγαινα στο χωριό, μου άρεσε πάντα να συζητάω με όλους τους μπαρμπάδες και θειάδες μου, συνήθως, για τα παλιά.
Ήταν καθημερινά κατορθώματα και καμώματα αλλά και παθήματα των απλών εκείνων ανθρώπων, τότε που ο κόσμος τους όλος ήταν το χωριό τους, το πολύ και τα γύρω κοντινά χωριά, ήταν μεγάλος, πολύ μεγάλος ο κόσμος τότε.
Δεν μπορώ να ξεχάσω, πως νιόπαντρη, στον Καλλιπάδο πήγαμε με την αείμνηστη την πεθερά μου να συχαριάσουμε μια γειτόνισσα που πάντρευε την κόρη της σε λίγες ημέρες. Τη βρήκαμε να κλαίει απαρηγόρητα γιατί ο γαμπρός ήταν μεν καλό παιδί κι από καλή οικογένεια, με τα έχια του, αλλά, ξενοχωρίτης...και θα έπαιρνε το παιδί της πολύ μακριά, ήταν από τα ριζοχώρια... κοντά στο Μουζάκι... και πώς και πότε θα μπορούσε εκείνη από τον Καλλιπάδο να πηγαίνει τόοοοσο μακριά στο Μουζάκι να βλέπει το παιδί της... Για εσάς που, ίσως, δεν γνωρίζετε πρόκειται για χωριό στη Ζάκυνθο, δεδομένου του μεγέθους ολόκληρου του μικρού νησιού μας, καταλαβαίνετε για τι απόσταση μιλάμε...
Λίγα χρόνια μετά, όταν εμείς ετοιμαζόμαστε για το πολύ μεγάλο ταξίδι, συναντήθηκε ο αείμνηστος παπάκης μου με την κυρά Τασία, (έτσι έλεγαν την πάρα πάνω γειτόνισσα), και της είπε, εσύ θρηνούσες που το παιδί σου πήγαινε στο πάρα πέρα χωριό... εγώ τι να λέω που το δικό μου φεύγει για την άκρη του κόσμου...
Τώρα πια ο κόσμος ολόκληρος έγινε ένα μεγάλο χωριό, τώρα πια δεν υπάρχει... άκρη του κόσμου... Εκείνος όμως έφυγε πριν το ζήσει αυτό.

Πίσω λοιπόν σ' αυτά που λέγαμε.

Ο Νικολής ο Ψιτίρις, (παρατσούκλι βέβαια το Ψιτίρις), ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος. Πήγαινε στο «μαγαζί» κάθε βράδυ. Το «μαγαζί» εκείνα τα χρόνια ήταν κάτι σαν το σημερινό καφενείο, τόπος συνάντησης για τους άνδρες που μετά τον κάματο της ημέρας, σμίγανε, πίνανε κάνα καρτούτσο κρασί, λέγανε τα δικά τους, λύνανε τα προβλήματα του κόσμου, κυρίως τα πολιτικά και οικονομικά της χώρας, έπαιζαν και κάνα χαρτάκι, έτσι για να περνάει η ώρα και κάποια στιγμή έπαιρναν το δρόμο για το σπιτικό τους. Η Ψιτίραινα, αφού άδικα περίμενε το Νικολή να έλθει για να φάνε μαζί το πενιχρό τους βραδινό, τελικά κουραζόταν να περιμένει, έτρωγε μόνη της κι έπεφτε για ύπνο. Όταν πήγαινε σπίτι ο Νικολής, παρεξηγιόταν που ενώ εκείνος δεν είχε φάει ακόμα η κυρά του όχι μόνο είχε φάει αλλά ροχάλιζε κιόλας... Την ξυπνούσε, καμιά φορά με φωνές, «γιατί κοιμάσαι αφού εγώ δεν κοιμάμαι κι ούτε που έφαγα ακόμα» και την ανάγκαζε να σηκωθεί να του κάνει παρέα να φάει...
Κάποιο καλοκαιρινό βράδυ, δόθηκε η... ευκαιρία στην Ψιτίραινα, να βγάλει το άχτι της για τα υποχρεωτικά ξενύχτια. Αφού καλόφαγε ο Νικολής, πήρε τη βίκα από την αυλή να πιει δροσερό νερό, όμως, το πρόχειρο βούλωμα της βίκας προφανώς είχε βγει κι όταν την έγειρε στο στόμα του ο Νικολής να πιει, χώθηκε στο λαιμό του ένα φίδι που είχε τρυπώσει μέσα, άρχισε να πηδάει επί τόπου και να βγάζει άναρθρες κραυγές προσπαθώντας να κάνει τη γυναίκα του να καταλάβει και να τραβήξει τη βίκα με το φίδι γιατί το φίδι είχε σφηνώσει μεταξύ λάρυγγα του Νικολή και βίκας, πονηρή η Ψιτίραινα που πήρε χαμπάρι τι συμβαίνει, για να τον... τιμωρήσει, προσποιόταν για λίγο πως δεν καταλαβαίνει... μέχρι που τον λυπήθηκε κι έσπασε τη βίκα μ' ένα τούβλο, οπότε ο Νικολής μπόρεσε να τραβήξει και να βγάλει το φίδι που κόντεψε να τον πνίξει...

Η όμορφη Ελένη ήταν τρελά ερωτευμένη με τον Ανδρέα (όχι τα πραγματικά τους ονόματα). Δύσκολα χρόνια εκείνα για ερωτευμένους, πολύ μικρός ο τόπος, πού και πώς να κρυφτείς και πώς να συναντήσεις την αγαπημένη, που καιροφυλακτούσαν εκτός της οικογένειας κι όλοι οι χωριανοί, μάτια κι αυτιά περίεργα παντού; Έρως, όμως, τέχνας κατεργάζεται, έτσι τα δύο νέα παιδιά, κατόρθωναν μερικές βραδιές του καλοκαιριού όταν έπεφταν για ύπνο οι μεγάλοι, να συναντώνται στην Τρόμπα του Μπανάτου, εκεί που αντλούσε νερό όλο το χωριό σχεδόν. Όλα πήγαιναν καλά, έλα όμως που στην Ελένη είχε κάνει δώρο ο πατέρας της ένα μικρό, γλυκούτσικο γουρουνάκι που το περιποιόταν, έπαιζε μαζί του και την ακολουθούσε παντού; Ένα βράδυ καθώς έβγαινε στα κλεφτά, την πήρε χαμπάρι το γουρουνάκι και γρυλίζοντας τρυφερά, την πήρε από πίσω, γλυκοκουβέντιαζαν κι αντάλλασσαν κάνα φιλί και χάδι οι ερωτευμένοι, μες στην καλή χαρά του το γουρουνάκι τριβόταν στα πόδια τους. Αυτό έγινε κάμποσα βράδια, το ζευγαράκι όλο και ξεθάρρευε άλλο τόσο και το γουρουνάκι που είχε μάθει πια την ώρα κι αν καμιά φορά αργούσε η Ελένη να βγει, εκείνο άρχιζε να γρατζουνάει την πόρτα και να γρυλίζει ανυπόμονα, κάποιο βράδυ, πονηρεύτηκε ο πατέρας της, παρακολούθησε, πήρε από πίσω στα κρυφά το γουρουνάκι κι αυτό τον οδήγησε στον τόπο του...εγκλήματος...
Ευτυχώς, μετά τις πρώτες φωνές και απειλές, όλα τέλειωσαν καλά και στο γάμο των παιδιών, κόντεψε να ντυθεί παράνυφη το... γουρουνάκι...
Βέβαια, ακυρώθηκαν τα σχέδια του πατέρα της νύφης να θυσιάσει το γουρουνάκι στο... βωμό του γαμήλιου τραπεζιού, αφού η Ελένη κι ο Ανδρέας ούτε ν' ακούσουν κάτι τέτοιο, απεναντίας το πήραν στο καινούριο τους σπιτικό κι έζησε πολύ προνομιούχα ζωή μέχρι τα βαθιά του γηρατειά...

Αυτά για σήμερα, περασμένα ναι, ξεχασμένα; Όχι βέβαια.

Με την αγάπη μου σε όλους πάντα,
δ.μ.τ.