Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Νυχθημερόν παρόντες στο "Νυχθημερόν"!

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Το περί των Τριών Ιεραρχών "Αληθώς" στο dogma.gr


Το Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων  ΔΟΓΜΑ  έκανε αναφορά στην περί των Τριών Ιεραρχών εκδήλωση του Κέντρου Λόγου ΑΛΗΘΩΣ τής 30ής Ιανουαρίου 2015. Ευχαριστούμε τον υπεύθυνο ύλης για την καλοσύνη! Εσείς μπορείτε να δείτε το δημοσίευμα ΕΔΩ!

Το περί των Τριών Ιεραρχών "Αληθώς" στο poimin.gr


Ο ιστότοπος εκκλησιαστικών ειδήσεων ΠΟΙΜΗΝ έκανε αναφορά στην περί των Τριών Ιεραρχών εκδήλωση του Κέντρου Λόγου ΑΛΗΘΩΣ τής 30ής Ιανουαρίου 2015. Ευχαριστούμε τον υπεύθυνο ύλης για την καλοσύνη! Εσείς μπορείτε να δείτε το δημοσίευμα ΕΔΩ! 

Αλλεπάλληλες οι παραβιάσεις και οι κλοπές σε Ναούς της Ζακύνθου
















Τον τελευταίο καιρό αλλεπάλληλες είναι οι κλοπές σε εκκλησίες του νησιού μας. Προ καιρού οι Ταξιάρχες των Ορθονιών, χθες η Αγία Παρασκευή Μέσω Βολιμών, σήμερα η Σγουροπουλιά του Καλαμακίου, απ' όπου και οι ανωτέρω φωτογραφίες... 

Βέβαια, στον καιρό της οικονομικής κρίσης που ζούμε, χρήματα πλέον δεν υπάρχουν ή δεν φυλάσσονται στους ναούς μας, όπως -εξάλλου- και τα τάματα, τα οποία πλέον έχουν ασφαλισθεί σε τραπεζικές θυρίδες. Όμως τίθεται εντέλει θέμα ψυχικής ανασφάλειας, όταν βλέπει κανείς τα ιερά και τιμαλφή της πίστης μας βάναυσα παραβιασμένα, αναστατωμένα και μάλιστα με ζημιές, που δεν είναι πάντα εύκολο να αποκατασταθούν. 

Ελπίζουμε, το Τμήμα Ασφαλείας της Αστυνομικής Διεύθυνσης να βρει την άκρη του νήματος και να συλληφθούν οι ιερόσυλοι.

Η ταπείνωση του Τελώνη, μάθημα και παράδειγμα ζωής

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
της Κυριακής  1ης Φεβρουαρίου 2015
(ΤΕΛΩΝΟΥ και ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ)
(Λουκ. η' 10-14)
           
Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Αναστάσιος Στεργιώτης

Πολλές φορές οι άνθρωποι -και κυρίως εμείς όλοι που θεωρούμε τους εαυτούς μας πιστούς Xριστιανούς- κρίνουμε από τα φαινόμενα και το εξωτερικό των ανθρώπων και των πραγμάτων. Μη εμβαθύνοντας στις καταστάσεις, διατυπώνουμε κρίσεις επιπόλαιες και επιδερμικές. Το ίδιο και οι τότε βλέποντες τους δύο ανθρώπους της παραβολής του Κυρίου.
            Σίγουρα θα ένιωσαν θαυμασμό, βλέποντας τον φαινομενικά ευσεβή και μεγαλοπρεπή Φαρισαίο, που πήγε με επίδειξη να προσευχηθεί στον Ναό. Αντίθετα, θα ένιωσαν αποτροπιασμό και απέχθεια για τον αμαρτωλό και ασήμαντο Tελώνη, ο οποίος στάθηκε σε μια απόμερη γωνιά του Ναού, μη τολμώντας να πλησιάσει το θυσιαστήριο.
            Μια βαθύτερη όμως και σωστότερη εξέταση θα έπειθε το πλήθος που τους παρακολουθούσε ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως φαίνονταν. Ο Φαρισαίος, ο οποίος ανέβηκε να προσευχηθεί κουβαλώντας όλη την ψευτιά, την υποκρισία και την αλαζονεία του, απορρίφθηκε από τον Θεό. Και αυτό συνέβη, διότι δεν είχε συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, αλλά θεώρησε ότι είναι ανώτερος και ευσεβέστερος από τους άλλους ανθρώπους.
            Η αλαζονική ψυχή του είχε ανάγκη από την επίδειξη, το αυτολιβάνισμα. Εγκωμιάζοντας τα καλά του, κατηγορούσε τον Tελώνη και τους άλλους ανθρώπους ως ασεβείς, φαύλους, άρπαγες και διεφθαρμένους. Και δεν αναρωτήθηκε ούτε στιγμή, αν ήταν άξιος να πράξει κάτι τέτοιο. Κρίση για τον κάθε άνθρωπο έχει δικαίωμα να εκφέρει μόνον ο Παντοδύναμος Θεός και ουδείς άλλος!
            Αντίθετα, ο ταπεινός Tελώνης, έχοντας συναίσθηση της μικρότητας και της αμαρτωλότητάς του, χτυπούσε τα στήθη του με συντριβή. Αναλογιζόταν τις αδικίες που διέπραξε και το παράνομο κέρδος που εισέπραξε εις βάρος των φτωχών συνανθρώπων του. Δεν τον ενδιέφερε για τους γυμνούς και πεινασμένους. Είχε αποξενωθεί η καρδιά του από κάθε φιλανθρωπία και καλοσύνη! Τώρα όμως, σκεπτόμενος αυτά, η μετάνοια για την αθλιότητά του και η οδύνη πλημμύριζαν την καρδιά του. Ένιωθε μεγάλη συντριβή για τις αμαρτίες του και βυθιζόταν σε βαθιά ταπείνωση, παρακαλώντας τον Θεό να τον ελεήσει.
            Ο Κύριος των Δυνάμεων, λοιπόν, προτίμησε και δέχτηκε τις ταπεινές ικεσίες του αμαρτωλού Τελώνη, ενώ απέρριψε τον αλαζόνα Φαρισαίο. Αυτό ας έχουμε όλοι ως μάθημα και παντοτινό παράδειγμα ζωής! Στις δύσκολες στιγμές των δοκιμασιών και του πόνου, χρειάζεται να απευθύνουμε βαθιά και ταπεινή προσευχή στον Θεό, έχοντας συναίσθηση της μικρότητας και της παραβατικότητάς μας. Τότε μόνον η προσευχή μας θα γίνει δεκτή από τον Θεό και θα κερδίσουμε την θέωση. Γένοιτο!

Περί του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου συνοπτικά

Ομιλία του ΘΕΟΧΑΡΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, Θεολόγου – Εκπαιδευτικού,
στην 6η σύναξη του δ΄ κύκλου δράσεων του Κέντρου Λόγου «Αληθώς»
(Μπανάτο Ζακύνθου, 30 Ιανουαρίου 2015)



Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γνωστός και ως Ιωάννης της Αντιόχειας, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κορυφαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, εξαιτίας  της ευσέβειας, της φιλανθρωπίας, της αγωνιστικότητας του, αλλά περισσότερο για την εξαιρετική ευγλωττία του, που γινόταν ακόμη πιο αξιοθαύμαστη αφού τη σφράγιζε και της έδινε πνοή ο Λόγος του Θεού, που τόσο πιστά υπηρετούσε. Οι λόγοι του προκαλούσαν ρίγη ενθουσιασμού. Από το στόμα του έρρεαν ποταμοί μέλιτος. Θεωρείται ο μεγαλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της ορθοδοξίας, γι' αυτό ακριβώς και ονομάστηκε Χρυσόστομος.
Διετέλεσε επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, όπου διακρίθηκε για το σπουδαίο ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο που διενήργησε. Τελικά αναδείχτηκε ως ένας από τους πλέον λαοφιλείς ιεράρχες, γι’ αυτό και σήμερα κατατάσσεται ανάμεσα στους μεγάλους πατέρες της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας, αφήνοντας πίσω σπουδαίο, ανεκτίμητο και διαχρονικό συγγραφικό έργο, που αγκαλιάζει όλο το φάσμα των ποιμαντικών και θεολογικών ζητημάτων της εκκλησίας.
Στους πιο μεγάλους παιδαγωγούς όλων των αιώνων ανήκει επίσης ο ιερός Χρυσόστομος. Το πιστοποιεί αυτό όχι μόνον η αναγνώρισή του ως παιδαγωγού από τους ειδικούς μελετητές της ζωής και του έργου του, αλλά και η σύνδεσή του με την παιδεία, στο χώρο της Ορθοδοξίας. Είναι ένας από τους τρεις ιεράρχες, τους οποίους σήμερα 30 Ιανουαρίου γιορτάζουμε στα σχολεία μας, ως προστάτες των γραμμάτων, ως πρότυπα παιδαγωγών και διδασκάλων, ως φορείς και προβολείς του ονομασθέντος ελληνοχριστιανικού μορφωτικού ιδεώδους.
Ας δούμε τώρα πιο συγκεκριμένα ορισμένες διαχρονικές παιδαγωγικές αρχές του Ιωάννη, ξεκινώντας από εκείνες που αφορούν τα προσόντα, τα γνωρίσματα και την προσωπικότητα του δασκάλου. Η τελευταία δε, κατά τον Χρυσόστομο, διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία.  
Βασική παιδαγωγική αρχή οφείλει να είναι η ανιδιοτελής αγάπη του δασκάλου προς τους μαθητές του. Ο γνήσιος παιδαγωγός πρέπει να αγαπά τον παιδαγωγούμενο, χωρίς όμως να στοχεύει να κερδίσει οπωσδήποτε ως αντάλλαγμα την αγάπη του.
Πάνω στο ζήτημα αυτό της αγάπης μεταξύ δασκάλου και μαθητή, ο Χρυσόστομος τονίζει με έμφαση: ουδέν γαρ ούτω προς διδασκαλίαν επαγωγόν, ως το φιλείν και φιλείσθαι. Το να αγαπάει δηλαδή ο δάσκαλος το μαθητή και να αγαπιέται απ’ αυτόν ανιδιοτελώς, είναι το ουσιαστικό εκείνο στοιχείο που βοηθά να γίνει αποδοτική η διδασκαλία.
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του αληθινού δασκάλου είναι το να δείχνει στους μαθητές του πατρική αγάπη και στοργή που να ξεπερνά πολλές φορές κι αυτή των φυσικών του γονιών. Ενθουσιάζεται ο μαθητής, υποστηρίζει ο Χρυσόστομος, όταν βλέπει ότι τον πλησιάζει με αγάπη ο δάσκαλός του και δεν τον παραγκωνίζει.  
Ο ιερός Χρυσόστομος παραπονιόταν για την τότε ελληνική παιδεία, όπως δικαιολογημένα θα παραπονιόταν και σήμερα για μερικούς γονείς, λέγοντας: Φροντίζετε να μάθουν τα παιδιά σας μόνο τέχνες και λογοτεχνία, ενώ για την άσκηση της ψυχής, κανένας λόγος δε γίνεται.
Εστιάζει την ευθύνη για τη διάπλαση της προσωπικότητας των παιδιών στους γονείς, οι οποίοι πρέπει να παιδεύουν την ψυχή των παιδιών τους στο αγαθό. Η αρετή κατακτάται μέσω του εθισμού στο αγαθό, εφόσον στην ψυχή του ανθρώπου κατοικοεδρεύουν δύο αντιπαλλόμενες ροπές το καλό και το κακό, το έλλογο και το άλογο.
Ο Χρυσόστομος, καθώς και οι άγιοι πατέρες Βασίλειος κ Γρηγόριος, έκαμαν την παιδεία ζήτημα ζωής και αυτό ακριβώς μας πρόσφεραν: μια παιδεία που σέβεται τον άνθρωπο, μια παιδεία για τον άνθρωπο, μια παιδεία που υπηρετεί τον άνθρωπο και δεν τον σκλαβώνει. Μια παιδεία που μεταμορφώνει και δεν παραμορφώνει τον άνθρωπο. Μια παιδεία όπου κυριαρχεί το χάρισμα, η αγάπη, η ανεκτικότητα, η ανακάλυψη της αληθινής κλίσης κάθε μαθητή, και ας τολμήσουμε να το ονειρευτούμε: μια παιδεία που προκαλεί χαρά και ικανοποίηση, μια παιδεία που υπηρετείται από τον ιερό πόθο του δάσκαλου και τον συγκλονισμό του μαθητή.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, άνθρωπος με τεράστιες ικανότητες, που ο λαός τον λάτρεψε, άφησε  μια λαμπρή καριέρα συνηγόρου και έπειτα από χρόνια αγώνα κι αγωνίας χειροτονείται διάκονος, ακολούθως δε, μετά από πενταετία, πρεσβύτερος. Είχε έντεκα χρόνια δράσης στην Αντιόχεια ως πρεσβύτερος και, μετά από πιέσεις και παρά τη θέλησή του, ανυψώνεται στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κων/πόλεως. Δεν αντιλαμβάνεται όμως τα αξιώματα ως βήμα αυτοπροβολής ή έστω ως δικαίωση μακροχρόνιων αγώνων, αλλά μόνο ως καιρό διακονίας και θυσίας. Έτσι, υπηρετώντας αυθεντικά το λαό του Θεού, έρχεται αντιμέτωπος με μια συμμαχία υψηλών εξουσιών και συμφερόντων και εξοντώνεται τελικά κάτω από αφόρητες συνθήκες διαβίωσης στην εξορία.
Ο ιερός Πατέρας γνωρίζοντας ότι, «ο Θεός είναι αγάπη» (1 Ιωάν. 4:8), και ότι αυτή είναι το ασφαλέστερο μέσο για να μιμηθεί κάποιος τον Θεό, λέγει: «Η αγάπη ρίζα και πηγή και μητέρα είναι όλων των αγαθών» ή «το θεμέλιο της κοινωνικής ζωής και η ρίζα όλων των αγαθών είναι η αγάπη προς τους ανθρώπους, απεναντίας η ρίζα όλων των κακών και η απουσία της ευλάβειας, είναι η απανθρωπιά».
Και συνεχίζει : «Ένα μόνο πράξε,... των άλλων τα πράγματα να μην επιθυμείς, της χήρας και του ορφανού να μην αρπάζεις το σπίτι... Να μην αρπάζεις τη γη, αλλά τον ουρανό», διότι, προσθέτει  στη συνέχεια: «Η απανθρωπιά ή το λιγότερο η αδιαφορία για τον πλησίον μας, γέννησε στον άνθρωπο την επιθυμία της αυξήσεως του πλούτου του και έφερε τον πόλεμο, τη μάχη μεταξύ των ανθρώπων, διότι εκεί πού υπάρχει το «δικό μου» και «το δι­κό σου», αυτά τα ψυχρά λόγια, εκεί υπάρχει και λόγος για διαίρεση και πόλεμος».
         Η ελεημοσύνη, «η βασίλισσα των αρετών», κηρύσσεται από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο με τόση επιμονή, ώστε ονομάστηκε από τους μεταγενεστέρους «ο ελεήμων». Η ελεημοσύνη φέρνει τη συγχώρεση των αμαρτιών και οδηγεί στη Βασι­λεία των ουρανών: «Και αν έχεις πολλές αμαρτίες, μη φοβάσαι όταν έχεις συνήγορο την ελεημοσύνη», γιατί «είναι ικανή και άλλες αμαρτίες να εξαλείψει και την κρίση να απομακρύνει», γι’ αυτό λοιπόν οδηγεί «στις αψίδες των ουρανών τους ανθρώπους».
Επεδίωξε δε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του να εξαλείψει την κοινωνική ανισότητα, ώστε να μην υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, «δούλοι, ουδέ ελεύθεροι».
Η πνευματική ζωή και η κοινωνική δραστηριότητα του Ιωάννη, ο οποίος πιστά υπηρέτησε τον Θεό και τον άνθρωπο, και πρόσφερε λύσεις στα προβλήματα του κόσμου, τον καταξίωσαν στην συνείδηση του πιστού λαού, ως αιώ­νιο πρότυπο αγάπης και κοινωνικής προσφοράς.
Γι’ αυτό θα πρέπει να εμπνέει την σκέψη, την ζωή και την δράση μας μέσα στο κοινωνικό σύνολο, αλλά  και τη σημερινή μας Εκκλησία, η οποία δεν έπαψε να αγαπά και να εργάζεται με τα διάφορα φιλανθρωπικά της ιδρύματα για τον πονεμένο συνάνθρωπό μας, καταθέτοντας τη μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο, προς δόξα Κυρίου και ωφέλεια των πιστών. 

Περί του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου συνοπτικά

Ομιλία του ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ ΣΠ. ΖΟΥΛΑ, Δ.Μ.Σ. Θεολογίας – Εκπαιδευτικού,
στην 6η σύναξη του δ΄ κύκλου δράσεων του Κέντρου Λόγου «Αληθώς»
(Μπανάτο Ζακύνθου, 30 Ιανουαρίου 2015)



Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα πολλοί είναι οι νικηφόροι στρατοί όλων των λαών της γης. Ανάμεσα σε αυτούς ξεχωρίζουν οι ένδοξοι στρατοί του Μ. Αλεξάνδρου, του Αννίβα, του Καίσαρα και του Μ. Ναπολέοντα. Πέρα όμως από όλους αυτούς τους στρατούς που είχαν ακμή και παρακμή, δόξες και τιμές, ήττες και καταστροφές υπάρχει ένας ανίκητος στρατός εδώ και 2000 χρόνια που προκαλεί τον παγκόσμιο θαυμασμό. Είναι το διηνεκές θαύμα, όπως το είπε και ο Ρουσσώ, είναι η Χριστιανική Εκκλησία και δη η Ορθοδοξία. Αυτή η Εκκλησία έχει ένδοξο παρελθόν, νικηφόρο παρόν και θριαμβευτικό μέλλον παρά τα πολλά εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια που καθημερινά αντιμετωπίζει σε όλο τον κόσμο και την οργανωμένη πολεμική που ασκείται εναντίον της. Τα λόγια του ιδρυτή και αρχηγού της Εκκλησίας Θεανθρώπου Ιησού Χριστού «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. 16, 18), δηλαδή δεν θα νικήσουν την Εκκλησία οι σκοτεινές δυνάμεις, είναι πολύ παρήγορα και αισιόδοξα.
       Στην αμέτρητη πνευματική στρατιά της Εκκλησίας οι μεγάλοι πατέρες αποτελούν ηρωική εμπροσθοφυλακή. Σημαιοφόροι και προπομποί είναι οι Τρείς Ιεράρχες. Ένας από τους τρείς, που είναι και ο δεύτερος θεολόγος της Εκκλησίας (μετά τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και Ευαγγελιστή), είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Πολλοί όμως είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι είναι ο μεγαλύτερος Θεολόγος της Εκκλησίας. Ό, τι άλλο όμως και αν πούμε για το θέμα αυτό, δεν θα μπορέσουμε να προσθέσουμε κάτι, αλλά μάλλον θα κινδυνεύσουμε να συγκαλύψουμε το μεγαλείο του χαρακτηρισμού του ως Θεολόγου.
       Έζησε σε εποχή κρισιμότατη για την Εκκλησία, η οποία αγωνιζόταν να συνειδητοποιήσει την πίστη της Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας (Α΄, 325 μ.Χ.), και προσπαθούσε να ετοιμάσει την πίστη της Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (Β΄, 381 μ.Χ). Ο άγιος Γρηγόριος εργάστηκε για την αποδοχή και επιβολή της αλήθειας ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, διευκρίνισε οριστικά την σχέση ουσίας και υπόστασης στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας και θεολόγησε πρωτότυπα προς κατανόηση και έκφραση της αλήθειας ότι το άγιο Πνεύμα είναι Θεός, ομοούσιος με τον Πατέρα. Πάλεψε με το σκοτάδι της αρειανικής αίρεσης και ανέστησε, στην κυριολεξία την Ορθοδοξία στην περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως. Στα ποιητικά του έπη αποτύπωσε την απέραντη πικρία, που τον πότισαν οι άνθρωποι της εποχής του και μάλιστα οι ανήκοντες στην Εκκλησία. Σε έκταση τα έργα του υστερούν από τα ανάλογα έργα των μεγάλων Πατέρων του Δ΄ και Ε΄ αιώνος. Εν τούτοις η Εκκλησία αυτόν ονόμασε κατ’ εξοχήν θεολόγο. Και ορθώς, διότι εκτός των άλλων μόνος αυτός είχε την ιερή τόλμη να δηλώσει ότι όσα είπε περί του αγίου Πνεύματος, έλαβε δια φωτισμού, από το ίδιο το άγιο Πνεύμα (βλ. Στυλιανού Παπαδόπουλου, Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, εκδ. «Παρουσία», Αθήνα χ.χ., σελ. 179 κ.ε.).
       Ο άγιος Γρηγόριος είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους πνευματικούς ωκεανούς της Εκκλησίας με βάθος και έκταση θείων νοημάτων απέραντο. Ο ιερός Αυγουστίνος τον ονόμασε «μεγαλώνυμο και επιφανή επίσκοπο ενδοξοτάτης φήμης». Η Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος τον ονόμασε «μεγαλώνυμο και επιφανή επίσκοπο ενδοξοτάτης φήμης». Η Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος τον χαρακτήρισε μέγα. Η υμνογραφία της εορτής του τον ονομάζει «κλέος ορθοδοξίας» και «μύστη της Τρισυποστάτου Μοναρχίας» καθώς και «ουρανόβροντα χείλη». Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος χαρακτήρισε τον Άγιο, ποιητή και λογοτέχνη του χριστιανισμού, επειδή δημιούργησε 408 ποιήματα 18000 περίπου στίχων. Γράφει και τα ακόλουθα ο Παπαρρηγόπουλος: «Ολίγοι αναμφιβόλως λαμβάνουσι την υπομονή να διεξέλθωσιν ολόκληρον των επών τούτων την σειράν… Αλλ’ εάν εγίνετο επιτηδεία εκλογή των επών τούτων, οπόσαι νέαι και ποικίλαι δεν ήθελον προκύψει εις μέσον καλλοναί!» (Σπ. Μπιλάλη, Εκκλησία και κοινωνία, Αθήναι 1959, σελ. 226). Αυτό τον γίγαντα του πνεύματος ας τον δούμε με κάθε δυνατή συντομία. Ο συγκινητικός βίος του και τα υπέροχα συγγράμματά του κρύβουν όλη την ορθόδοξη θεολογία.
       Ο άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στην Αριανζό της Ναζιανζού της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας το 329 μ.Χ. Ο πατέρας του λεγόταν κι εκείνος Γρηγόριος και ήταν επίσκοπος και η μητέρα του λεγόταν Νόννα και ήταν βράχος πίστεως και αρετής. Ο Άγιος χρωστά το μεγαλείο του κυρίως στις άγρυπνες φροντίδες της αγίας μητέρας του. Σπούδασε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα.
       Στην Αθήνα, που και τότε ακόμα, λεγόταν ένδοξη πόλη! «κλεινόν άστυ» και θαύμα της Ελλάδος και οφθαλμός της οικουμένης, γνωρίστηκε και συνδέθηκε δια φιλίας με τον Μέγα Βασίλειο. Ήταν πράγματι μια ψυχή σε δυο σώματα. Η φιλία τους έμεινε ιστορική και έγινε παροιμιώδης. Οι δύο αυτοί σεμνοί νέοι ήξεραν μόνο δύο δρόμους. Τον δρόμο για τον ναό και τον δρόμο για το πανεπιστήμιο. Δεν παρασύρθηκαν από τις προκλήσεις της ζωής γι’ αυτό διακρίθηκαν στο χαρακτήρα και στα γράμματα. Ο μακαριστός μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης σημειώνει για τους δυο έξοχους φοιτητές της Αθήνας τα εξής: Στα δύσκολα εκείνα χρόνια της ειδωλολατρίας οι δύο αυτοί νέοι έμειναν πιστοί και ηθικοί και κανένα ρεύμα της εποχής δεν μπόρεσε να τους παρασύρει στη διαφθορά. Ήταν δυνατοί χαρακτήρες και ζωντανοί άνθρωποι. Κι όπως τα ορμητικά νερά του Αλιάκμονα παρασύρουν ξύλα, χώματα και ψόφια ψάρια και ποτέ ζωντανά, γιατί τα ζωντανά μπορούν και πάνε κόντρα στο ρέμα, έτσι έγινε και με τα έμψυχα αυτά ψάρια του Θεού όταν βρέθηκαν στη διεφθαρμένη, από θρησκευτικής και ηθικής τότε άποψης, Αθήνα.  Μάθημα για τους νέους και όλους μας ότι μπορούμε να κρατηθούμε μακριά από κάθε πειρασμό, αν θέλουμε. Ο χριστιανός έχει τεράστιες δυνάμεις μέσα του και όταν κοντά του είναι ο Παντοδύναμος. Έτσι η πλάνη της ειδωλολατρίας και οι Σειρήνες της «ελεύθερης» ζωής τον κυκλώνουν τον Γρηγόριο στο άνθος της νιότης του (Ιω. Αλεξίου, Αστέρες Πολύφωτοι, Αθήναι 1985, σελ. 118). Και ενώ δεν παρασύρθηκε με τον φίλο του Βασίλειο από τις φθοροποιές παρέες, εν τούτοις κατόρθωσε να δημιουργήσει τους πρώτους στην ιστορία της Εκκλησίας λεγόμενους χριστιανικούς κύκλους μελέτης Αγίας Γραφής για φοιτητές. Οι σπουδές του Γρηγορίου διήρκεσαν 13 ολόκληρα χρόνια (από 17-30 ετών). Μετά τις σπουδές της Αθήνας γύρισε ο Γρηγόριος στην πατρίδα του μολονότι του προσέφεραν έδρα καθηγητή, θα την λέγαμε σήμερα, στο Πανεπιστήμιο – στην περίφημη φιλοσοφική σχολή των Αθηνών. Στην πατρίδα του δέχτηκε το άγιο βάπτισμα και μπήκε στα «ανάκτορα» της Εκκλησίας και έγινε πρίγκιπας της βασιλείας των ουρανών.
       Στην ηλικία των 36 ετών χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν πρεσβύτερος από τον πατέρα του. Όταν ο Άγιος Βασίλειος αναδείχτηκε επίσκοπος Καισαρείας ο Γρηγόριος απομακρύνθηκε για να μην θεωρηθεί ότι επεδίωκε να ανέβει στα ύψιστα αξιώματα. Όμως στα 43 του χρόνια ο Χριστός τον ανύψωσε στο επισκοπικό αξίωμα δια των τιμημένων χειρών του Μεγάλου Βασιλείου. Έδρα του ορίστηκε η περιοχή των Σασίμων. Την οποία όμως δεν ποίμανε λόγω των αρειανών-αιρετικών κατοίκων τους.
       Πριν ασχοληθεί με οποιοδήποτε εκκλησιαστικό έργο ασκήθηκε καλά στην έρημο του Πόντου κοντά στον Ίρη ποταμό. Έχοντας συντροφιά το Μ. Βασίλειο που κι εκείνος ασκήτευε, μελέτησε τέσσερα «βιβλία»: την Αγία Γραφή, τα συγγράμματα του σοφού εκκλησιαστικού συγγραφέα Ωριγένη, την ίδια την Φύση αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό! Την ατομική του δηλαδή ζωή, ενδοσκοπώντας βαθιά στην συνείδηση και στο «Εγώ» του. Έτσι πάνοπλος κατέβηκε στην πόλη για να διεξαγάγει τους πολλούς και ασταμάτητους αγώνες του για την ορθόδοξη πίστη και ηθική. Μιμήθηκε τον αρχηγό των μαρτύρων Κύριο ημών Ιησού Χριστό που έμεινε 40 ημέρες στην έρημο πριν αρχίσει το κοσμοσωτήριο έργο Του.
       Από όλη την πολυκύμαντη ζωή του θα αναφέρουμε ένα μόνο περιστατικό που συνέβη στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 381 μ.Χ. λίγο πριν από την σύγκλιση της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Όλοι οι ναοί της Βασιλεύουσας ήταν στα χέρια των αιρετικών. Ο ήλιος της ορθοδοξίας είχε πάθει ολική έκλειψη. Σε αυτή την κατάσταση βρήκε την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας ο Άγιος. Δεν απελπίστηκε όμως. Αγωνίστηκε σκληρά. Και πέτυχε τον σκοπό του. Μετέτρεψε ένα δωμάτιο στο σπίτι που τον φιλοξενούσαν σε ναό και του έδωσε συμβολικό όνομα. Ονόμασε το Ναό Αγία Αναστασία δείγμα ότι πίστευε στην ανάσταση της ορθόδοξης πίστης. Οι αγώνες τότε ήταν επικίνδυνοι. Οι αιρετικοί ανεβασμένοι πάνω σε στέγες σπιτιών πετούσαν πέτρες στον άγιο όπου περνούσε, κι έτσι δοκιμάστηκε πολύ. Στο ναό αυτό εκφώνησε τους περίφημους 5 θεολογικούς λόγους που του έδωσαν και δίκαια τον τίτλο του Θεολόγου. Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος τον αναγνώρισε πρόεδρό της. Όμως επειδή λίγοι, ευτυχώς, επίσκοποι εφθόνησαν τη δόξα του, ο Γρηγόριος παραιτήθηκε από αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Ένα τμήμα από τη μεγαλειώδη αυτή παραίτηση (λόγος συντακτήριος λέγεται) είναι το εξής σε μετάφραση:
       «Χαίρε Αναστασία μου, ιστορική Εκκλησία μου, ξακουστή για την ευσέβειά σου, γιατί Συ ανέστησες τον λόγο μας. Χαίρετε αρχιερέων συνέδριο και λοιποί κληρικοί κυκλούντες την Αγία Τράπεζα του Θεού. Χαίρετε μοναχών χοροστασίες και ιερές ολονυκτίες και αγνές άγαμες, έγγαμες και χήρες γυναίκες. Χαίρετε φιλόξενα σπίτια και φιλόχριστοι πιστοί και των κηρυγμάτων μου θερμοί ακροατές. Ζητωκραυγάστε τον ρήτορα σας. Τώρα σιγά η γλώσσα μου, αλλά όχι για πάντα, γιατί θα πολεμά στο εξής με χαρτί και μελάνι. Χαίρε τέλος Ανατολή και Δύση για τις οποίες και από τις οποίες πολεμιόμαστε. Ω Αγία Τριάδα μου, η ζωή μου και το στολίδι μου, σώζε το λαό μου. Παιδιά μου να φυλάξετε την παρακαταθήκη μου και να θυμάστε τα πετροβολήματα που δέχτηκα από τα παιδιά των αιρετικών. Η χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είναι με όλους σας. Αμήν!»
       Εκείνο όμως που θα ήθελα να μας μείνει απόψε, σε ό, τι αφορά στο έργο του, είναι εκείνο που θίξαμε στην αρχή και που το υποστηρίζει στον πέμπτο Θεολογικό του Λόγο, με τίτλο «Περί του Αγίου Πνεύματος», στην 31η παράγραφο: «Οδηγώ τω Πνεύματι χρώμενον, ην εντεύθεν έλλαμψιν εδεξάμην, ταύτην εις το τέλος διαφυλάσσοντα ως γνησίαν κοινωνόν και συνόμιλον». Ο λόγος αυτός ακούστηκε στην Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να διαφωτίσει τους εναπομείναντες ολίγους ορθοδόξους περί της θεότητας και του έργου του αγίου Πνεύματος και να απαλλάξει τους Πνευματομάχους από την κακοδοξία τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεολογούντες και διατυπούντες την  διδασκαλία τους, πολλές φορές φωτίζονταν από το Άγιο Πνεύμα. Μόνον όμως ο Θεολόγος Γρηγόριος, από όσο γνωρίζουμε κι εμείς και οι άλλοι συνάδελφοι ερευνητές, αλλά και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, δήλωσαν απερίφραστα και με απόλυτη σαφήνεια ότι δέχτηκαν επί ενός θέματος έλλαμψη του Αγίου Πνεύματος και ότι αυτό που διδάσκουν είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένου φωτισμού, γι’ αυτό και επιμένουν σε αυτό και δεν αφίστανται αυτού. Η έλλαμψη μάλιστα του Γρηγορίου επί του προκειμένου θέματος γινόταν κτήμα και πίστη ολοκλήρου του πληρώματος της Εκκλησίας, διότι ο Γρηγόριος δέχτηκε αυτήν για χάρη όλων των πιστών κι όχι μόνον για τον εαυτό του. Εφαρμόστηκε και εδώ, όπως και πάντοτε, η αρχή του σκεύους εκλογής. Ο Θεός δηλαδή εκλέγει κάθε φορά ένα πρόσωπο, στο οποίο υπάρχει – παρέχει αυξημένη – σε σχέση με το παρελθόν – εμπειρία των θείων πραγμάτων. Το πρόσωπο τούτο γίνεται φορέας και διανομέας της αυξημένης εμπειρίας ή αληθείας και σιγά-σιγά με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος οικειοποιούνται την εμπειρία αυτή στην Εκκλησία και οι υπόλοιποι πιστοί (βλ. Στυλιανού Παπαδόπουλου, Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, εκδ. «Παρουσία», Αθήνα χ.χ., σελ. 187).
       Αντί επιλόγου, θα κλείσουμε, με σοφές ρήσεις του ιερού πατρός, που αφορούν στην παιδεία και στην εκπαίδευση, με αφορμή βέβαια την σημερινή εορτή:
       «Για μένα δεν είναι σοφός εκείνος που έχει σοφία λόγου, ούτε εκείνος που παρουσιάζει μεν ευφράδεια αλλά έχει άστατη και αδιαμόρφωτη ψυχή, σαν τους τάφους οι οποίοι εξωτερικά μεν είναι εμφανίσιμοι και ωραίοι ενώ εσωτερικά κρύβουν πτώματα και δυσωδία. Σοφό θεωρώ εκείνον που λέει μεν λίγα περί αρετής, αλλά παρουσιάζει πολλά με τη ζωή του και επιβεβαιώνει με την πράξη την αξιοπιστία του λόγου του. Σοφία είναι το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του και να μην υπερηφανεύεται». (Λόγος λβ΄, 21, ΕΠΕ 2,67). «Νομίζω ότι όλοι οι φρόνιμοι άνθρωποι ομολογούν πως η παιδεία είναι το πρώτο αγαθό που διαθέτουμε. Όχι μόνο η χριστιανική, που είναι και η ευγενέστερη και που περιφρονεί κάθε κομψότητα και κάθε φιλοδοξία των λόγων για να κρατήσει μόνο τη σωτηρία και το κάλλος των νοητών πραγμάτων, αλλά και εξωτερική μόρφωση την οποία κάποιοι χριστιανοί από κακή εκτίμηση απορρίπτουν διότι τάχα είναι ύπουλη και απατηλή και απομακρύνει από τον Θεό. Αυτοί που κατηγορούν τη μόρφωση το κάνουν γιατί κρύβεται μέσα στη γενική απαιδευσιά η δική τους κι έτσι να μην ελέγχονται». (Επιτάφιος εις Μ. Βασίλειον, 11, ΕΠΕ 6, 145). «Την κοσμική γνώση πρέπει να την υποτάξουμε στην θεϊκή, διότι αυτή κατάγεται από τον ουρανό. Η γήινη παιδεία πρέπει να την υπηρετεί κόσμια». (Έπη προς Ετέρους, Ποίημα η΄ προς Σέλευκον, ΕΠΕ 11, 151). «Διότι η λογική μας είναι κατώτερη των θείων πραγματικοτήτων και … η πίστη είναι η πλήρωση του λογικού μας». (Λόγος κθ΄- θεολογικός γ΄- 21, ΕΠΕ 4, 149).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
 1. Αλεξίου Ιωάννου, Αστέρες πολύφωτοι, Αθήνα 1985. 
2.  Θερμού Βασιλείου (πρωτοπρεσβυτέρου), Εκκλησία και νέοι χωρίς αερόσακο, εκδ. Μαΐστρος. 
3. Νευράκη Νικολάου, Οι Τρεις Ιεράρχες, Αθήνα 2004.
 4. Παπαδόπουλου Στυλιανού, Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, εκδ. Παρουσία. 
5. Του ιδίου, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Αθήναι 1980. 
 6. Του ιδίου, Μιλάει ο Γρηγόριος, Αθήνα 1991.


Περί του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου συνοπτικά

 Ομιλία του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΟΜΟΝΗ, πτυχιούχου της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Βελλάς Ιωαννίνων και φοιτητού του Τμήματος Ελληνικού Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου,
στην 6η σύναξη του δ΄ κύκλου δράσεων του Κέντρου Λόγου «Αληθώς»
(Μπανάτο Ζακύνθου, 30 Ιανουαρίου 2015)



1.       Βίος

Ο Μεγάλος  Βασίλειος, επίσκοπος Καισάρειας της Καππαδοκίας, ένας εκ των τριών Ιεραρχών και Οικουμενικών Διδασκάλων της Εκκλησίας μας γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας (την αρχαία Μάζακα) μεταξύ του 329 και 331 μ.Χ. Η βιογραφία του μας είναι γνωστή κυρίως από τα έργα του, ιδιαίτερα από την αλληλογραφία του, και από τους επικήδειους λόγους του φίλου και συμφοιτητή του Γρηγορίου του Νανζιανζηνού και του αδερφού του Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης.[1] Όπως ανωτέρω μνημόνευσα, ο Άγιος Βασίλειος γεννήθηκε στην Καισάρεια και ήταν το δεύτερο παιδί της εννεαμελούς οικογένειας  του καθηγητού της ρητορικής Βασιλείου και της Εμμελείας, μιας οικογένειας που χάρισε στην Εκκλησία μας Αγίους, όπως ο Πέτρος Σεβαστείας, ο Ναυκράτιος, ο Γρηγόριος Νύσσης και η αγία Μακρίνα, οι οποίοι ήταν όλοι αδέρφια του Μεγάλου Βασιλείου[2].
            Αφού ολοκλήρωσε την βασική εκπαίδευση στην Καππαδοκία, η επιθυμία του να ακούσει διαπρεπέστερους διδασκάλους οδήγησε τα βήματά του κατ' αρχάς στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στον Λιβάνιο, και κατόπιν στην Αθήνα. Στην Αθήνα, ο Βασίλειος πρέπει να έφθασε περί το 352, όπου και τον υποδέχθηκε ο Καππαδόκης γνώριμός του Γρηγόριος  με τον οποίο επρόκειτο έκτοτε να συνδεθεί στενά. Εν συνεχεία,  γράφτηκε στη σχολή του διαπρεπούς χριστιανού καθηγητού Προαιρεσίου, όπου παρακολούθησε μαθήματα του ιδίου, όπως και του καθηγητού Ιμερίου. Παρακολούθησε ένα ευρύ πρόγραμμα μαθημάτων, όπως ρητορική, φιλολογία, ιστορία, φιλοσοφία, μαθηματικά και ιατρική.[3]
            Κατά το έτος 356 επέστρεψε στην πατρίδα του την Καισάρεια, όπου δεν λησμόνησε την παιδεία, την οποία επί τόσα χρόνια καλλιέργησε και απέκτησε. Έτσι, επιδόθηκε στην διδασκαλία της ρητορικής επί σχεδόν μια δεκαετία, αλλά, τέλος, αποφάσισε να επιδοθεί με ιδιαίτερο ζήλο στην μελέτη των χριστιανικών γραμμάτων στα οποία ανακάλυψε μια διαφορετική λάμψη από εκείνη των ελληνικών κλασικών γραμμάτων. Κατόπιν, μελέτησε τους χριστιανικούς θεσμούς μέσω των επισκέψεών του  σε μεγάλα χριστιανικά κέντρα, όπως η Συρία, η Παλαιστίνη και η Αίγυπτος.[4]
            Μετά την επάνοδό του στην Καισάρεια χειροτονήθηκε διάκονος προφανώς από τον επίσκοπο της περιοχής Διάνο. Μαρτυρείται, επίσης, ότι συμμετείχε το 360 στη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως ως παρατηρητής και εκπρόσωπος του οικείου επισκόπου. Άμα το πέρας της συνόδου και αφού ο Διάνος υπέγραψε το αιρετικό ομοιουσιανό σύμβολο, απογοητευμένος ο Βασίλειος αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια, δεν άργησε, όμως, να επιστρέψει στην Καισάρεια, όπου και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον διάδοχο του επισκόπου Καισαρείας Διάνου, επίσκοπο Ευσέβιο κατά το έτος 364[5].
Μετά τον θάνατο του Ευσεβίου τα βλέμματα των συνετών χριστιανών εστράφησαν προς τον Βασίλειο για την διαδοχή του επισκοπικού θρόνου. Η εκλογή του δεν έγινε χωρίς εμπόδια, είχε, όμως, την στήριξη δυο ισχυρών προσωπικοτήτων της εποχής, του Ευσεβίου Σαμοσατών και του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, οι οποίοι εξασφάλισαν την ομαλότητα κατά την εκλογική διαδικασία. Ο Βασίλειος εξελέγη επίσκοπος Καισάρειας της Καππαδοκίας την 14η Ιουνίου του 370.[6]
            Στον εκκλησιαστικό τομέα ο Βασίλειος καταπολέμησε με επιτυχία τις προσπάθειες του αιρετικού αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Αρειανισμό.[7]
            Ο αυτοκράτορας Ουάλης είχε λάβει μέτρα εναντίον των επισκόπων και γι' αυτό  είχε στείλει στις επαρχίες της Ασίας τον ύπαρχο των πραιτοριανών Μοδέστο για να τους εξαναγκάσει να προσαρμοσθούν στην νέα αιρετική εκκλησιαστική πολιτική του αυτοκράτορα . Αυτός έφθασε στην Καισάρεια τον χειμώνα του 371 όπου συνάντησε τον Βασίλειο, ο οποίος δεν ήταν εύκολο να καμφθεί. Αφού του μίλησε ο Ιεράρχης σε μια πρωτόγνωρη γλώσσα,  κατάφερε να τον εντυπωσιάσει, όπως και τον αυτοκράτορα Ουάλη, στον οποίο ο Μοδέστος μετέφερε τους λόγους του Ιεράρχου. Έτσι, ο Βασίλειος κατάφερε να παραμείνει στη επισκοπική του έδρα. Θέλοντας, όμως, ο Ουάλης να περιορίσει την επιρροή του επισκόπου διαίρεσε την Καππαδοκία σε δυο επαρχίες και κατ’ ακολουθίαν σε δυο Μητροπόλεις, την Καισάρεια με επίσκοπο τον Βασίλειο και την Τυάνων με επίσκοπο τον Άνθιμο.
            Η επισκοπική σταδιοδρομία του Βασιλείου υπήρξε σύντομη, αλλά το έργο του  στους τομείς της διδαχής, της οργάνωσης μοναχικών κοινοτήτων και της κοινωνικής πρόνοιας μεγάλο. Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με τον ασθενικό οργανισμό του έκαναν σύντομο τον επίγειο βίο του. Έτσι, παρέδωσε την Αγία του ψυχή στον δημιουργό Θεό κατά τα τέλη Δεκεμβρίου του 378.[8]

2.     Το κοινωνικό έργο του

Ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε ο άνθρωπος των μεγάλων προσπαθειών. Έργο ζωής και σημαντικό σταθμό στην πορεία του, αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία του κοινωνικού - φιλανθρωπικού συστήματος της Βασιλειάδας. Εκεί διοχέτευε όλη την ποιμαντική του ευαισθησία, καθιστώντας την έτσι πρότυπο κέντρο περίθαλψης και φροντίδας των ασθενέστερων κοινωνικά ατόμων. Ουσιαστικά η Βασιλειάδα υπήρξε ένας πρότυπος οίκος για την φροντίδα των ξένων και την ιατρική περίθαλψη  των φτωχών αρρώστων.
            Κατέστη, έτσι, η μήτρα ομοειδών οργανισμών που δημιουργήθηκαν σε άλλες επισκοπές και στάθηκε η σταθερή υπενθύμιση στους πλούσιους του προνομίου τους να διαθέτουν τον πλούτο τους με έναν αληθινά χριστιανικό τρόπο.[9]     

3.     Το συγγραφικό έργο του

Τα έργα του Μεγάλου Βασιλείου κατατάσσονται σε  4 κατηγορίες.

Α. Δογματικά
α. Ανατρεπτικός του απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου. Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται κατά του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου. Τονίζεται η αγεννησία του Πατρός και το ομοούσιον των προσώπων της Αγίας Τριάδος.
β. Πρός Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος. Πραγματεία για το Άγιο Πνεύμα  που απευθύνεται στον Αμφιλόχιο Ικονίου.

Β. Ασκητικά
α. Τα Ηθικά. Συλλογή από 80 κανόνες ηθικής που στηρίζονται σε χωρία της Βίβλου.
β. Όροι κατά πλάτος. Αποτελούνται από 55 κεφάλαια και έχουν ως θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.
γ. Όροι κατ' επιτομήν. Αποτελούνται από 313 κεφάλαιακαι ασχολούνται με την καθημερινή ζωή των μοναχών.

Γ. Ομιλίες
α. Εις την Εξαήμερον. Συλλογή από 9 ομιλίες που έχουν ως θέμα τους την δημιουργία του κόσμου.
β. Εις τους Ψαλμούς. Αποτελείται από 18 ομιλίες με εποικοδομητικό περιεχόμενο.
γ. Προς τους Νέους, όπως άν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων.

Δ. Επιστολές
            Σώζονται 365 Επιστολές με το όνομα του Βασιλείου. Μερικές εκ των οποίων δεν είναι γνήσιες.[10]
            Θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ δι’ ολίγου στο πλέον παιδαγωγικό έργο αυτού του μεγάλου Ιεράρχη. Ο λόγος για το έργο Προς τους Νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων.
            Πρόκειται για έναν λόγο που αρχικά  απευθύνονταν σε νέους συγγενείς του Βασιλείου με θέμα τη χρησιμότητα της λεγόμενης θύραθεν ή έξωθεν παιδείας για τα παιδιά των χριστιανών. Ο Βασίλειος με αυτό του το έργο προτρέπει τους νέους να αντλούν από την κλασική γραμματεία τα καλύτερα στοιχεία και χρησιμοποιεί το παράδειγμα της μέλισσας, η οποία διαλέγει από κάθε άνθος τους καλύτερους χυμούς. Το κείμενο αυτό, πάντως, που έχουμε στα χέρια μας πρέπει να υπέστη κάποιες ελαφρές τροποποιήσεις, ώστε να διαβάζεται από όλους τους Χριστιανούς νέους και συνιστά έτσι ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της στάσης του Χριστιανισμού απέναντι στα κλασσικά αρχαιοελληνικά Γράμμα




[1] βλ. Ραϊου Δημητρίου, Ελληνική Γραμματεία των Αυτοκρατορικών Χρόνων, Ιωάννινα 2007,σ. 297.
[2] βλ. Τσάμη Γ. Δημητρίου, Εκκλησιαστική Γραμματολογία και Κείμενα Πατερικής Γραμματείας, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2008, σ.133.
[3] βλ. Χρήστου Κ. Παναγιώτου, Ελληνική Πατρολογία, τ. Δ', εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 22.
[4] βλ. ό.π. σ. 23, επίσης πρβλ. Χρήστου Κ. Παναγιώτου,  Εκκλησιαστική Γραμματολογία,τ. Α', σ. 180
[5] βλ. ό.π. σ. 24, επίσης πρβλ. Τσάμη Γ. Δημητρίου, Εκκλησιαστική Γραμματολογία και Κείμενα Πατερικής Γραμματείας, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2008, σ.134.
[6] βλ. ό.π. σ. 27.
[7] βλ. Τσάμη Γ. Δημητρίου, Εκκλησιαστική Γραμματολογία και Κείμενα Πατερικής Γραμματείας, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 134.
[8]βλ. Χρήστου Κ. Παναγιώτη, Εκκλησιαστική Γραμματολογία, τ. Ά, σ.181
[9] βλ.http://el.wikipedia.org/wiki/ Βασίλειος Καισαρείας, [τελευταία πρόσβαση 29-01-2015].
[10]βλ. Τσάμη Γ. Δημητρίου, Εκκλησιαστική Γραμματολογία και Κείμενα Πατερικής Γραμματείας, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 134-135.