e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2021

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΣΕΙΣΜΟΠΥΡΚΑΓΙΑΣ ΤΟΥ 1953 ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ (Μέρος Β΄). Οι παλιοί διηγήθηκαν και οι νεότεροι θυμήθηκαν

Έρευνα: ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ 

Εφέτος συμπληρώνονται 68 χρόνια από τους φονικούς σεισμούς που κατέστρεψαν τρία από τα Επτάνησα, Κεφαλονιά, Ιθάκη και την Ζάκυνθο. Ένα, από τα ωραιότερα Νησιά της Ελλάδας. Η πυρκαγιά που ακολούθησε στη χώρα Ζακύνθου, αποτελείωσε ό,τι λίγο απόμεινε από τους σεισμούς, καταδικάζοντας σε φριχτό θάνατο όλους αυτούς που εγκλωβισμένοι μέσα στα ερείπια, δεν κατέστη δυνατή η διάσωση τους! Ουδείς μπορεί να πει με ακρίβεια πόσοι και ποιοι ήταν, δυστυχώς. Πολλοί, πήγαν με τα μπάζα που μάζεψαν οι μπουλντόζες πολύ αργότερα. Δεν μας επιτρέπεται, λοιπόν, να παραβλέψουμε τη μαύρη Επέτειο, ανεξάρτητα πόσα χρόνια πέρασαν από τότε, ιδιαίτερα, εμείς όσοι μείναμε, που βιώσαμε από πρώτο χέρι την καταστροφή!

Δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεχάσουμε! Δυστυχώς, οι αυτόπτες μάρτυρες εκείνων των Ημερών που τις «έτρεμε ο λογισμός», όλο και λιγοστεύουμε. Αν εμείς, δεν καταγράψουμε όσα περισσότερα βιώσαμε και ασφαλώς θυμόμαστε, οι νεότεροι και οι μεταγενέστεροι δε θα μπορέσουν να μπουν «στο πετσί» εκείνων των ημερών από αυθεντικές μαρτυρίες απλών ανθρώπων!

Θα μείνει μόνο η όποια επίσημη βιβλιογραφία, τουτέστιν, δυο αράδες και αν, στα Σχολικά βιβλία και όσα έγραψαν άξιοι ζακυνθινοί λογοτέχνες που κι εκείνοι μετρημένοι. Αυτά προσπαθώ να περισώσω και να σας παραδώσω για δεύτερη φορά, στην 68η Επέτειο από την αποφράδα εκείνη μέρα!

Αναγνωρίζω, πως άλλα πιο σοβαρά προβλήματα μάς ταλανίζουν αυτή τη στιγμή. Διανύουμε έναν Αύγουστο που για δεύτερη φορά, βρίσκει τον Πλανήτη, αιχμάλωτο του φοβερού ΚΟΒΙΝΤ-19, και των μεταλλαγών του, που είναι πολύ πιο ευμετάδοτες και επικίνδυνες από τον αυθεντικό.

Ο άνθρωπος, όμως, έχει ανεξάντλητες δυνάμεις και αντέχει. Θα αντέξουμε και σε αυτό!

Δεν θα αναφερθώ σήμερα (ίσως σε άλλο κείμενο) στον Εμφύλιο πόλεμο που εγκυμονείται μεταξύ εμβολιασμένων κι ανεμβολίαστων, στα περισσότερα μέρη του Κόσμου. Μολονότι πολύ σοβαρό και επίκαιρο, επειδή ολόκληρος, σχεδόν, ο Πλανήτης ασχολείται με αυτό το θέμα, επέλεξα να ασχοληθώ με τη «δική μας» θλιβερή Επέτειο και να μοιραστώ μαζί σας, όχι μόνο προσωπικές εμπειρίες από αυτόπτες μάρτυρες, αλλά και εμπειρίες νεότερων, όπου μιλούν για ό,τι συγκράτησαν από συζητήσεις και αφηγήσεις Γονιών/Παππούδων και άλλων ηλικιωμένων που δεν βρίσκονται πια στη ζωή, για το ιστορικό εκείνων των ημερών! Μίλησα προσωπικά με όλους, καταγράφοντας όλα όσα άκουσα. Οι περισσότεροι, θέλησαν να μιλήσουν επώνυμα, μερικοί, όχι. Σεβαστή η γνώμη και των μεν και των δε!

Σεβόμενη τον κόπο όλων, προσπάθησα να συμπεριλάβω, ολόκληρα τα κείμενα, παρέλειψα μόνο, για ευνόητους λόγους, αυτά που ήταν τελείως άσχετα με το θέμα. Διόρθωσα, επίσης, κάποια ορθογραφικά λάθη, αλλά όχι τυχόν ιστορικές ανακρίβειες.

Αυτά που γράφτηκαν στο ζακυνθινό ιδίωμα, δεν τα άγγιξα!

Όλα τα κείμενα, μπήκαν με τη σειρά που γράφτηκαν, προηγούνται οι αυτόπτες μάρτυρες, νεότερη, η Ρέα Τζαχρήστου, 2 ετών και γηραιότερος, ο Χρήστος Καποδίστριας 91 ετών! Ακολούθησαν, οι νεότεροι με θύμησες από διηγήσεις/αφηγήσεις!

Ένα πολύ μεγάλο Ευχαριστώ σε όλους εσάς που σκαλίσατε οδυνηρές μνήμες και θύμησες ανταποκρινόμενοι με προθυμία στο κάλεσμά μου, ώστε να μείνουν εσαεί τυπωμένες εδώ!

Πολλοί από εσάς, στις συζητήσεις μας, αναφερθήκατε σε μένα και αν θα συμπεριλάβω τις δικές μου εμπειρίες. Οι δικές μου εμπειρίες έχουν καταγραφεί ήδη, πριν από πολλά χρόνια! Για όλους εσάς τους καλούς φίλους, που δεν είχατε την ευκαιρία να τις διαβάσετε, πιθανόν να βρω κάποιο τρόπο να τις διαβάσετε. Σήμερα, ακούμε τις δικές σας εμπειρίες!

Ρούλα Παυλοπούλου, Χώρα

87 ετών

-Μέναμε στη χώρα στο κέντρο. Με το σεισμό των 11.00 της Τετάρτης το πρωί, περπατούσαμε με άλλες κοπέλες στην πλατεία! Αλαλιασμένες αρχίσαμε να τρέχουμε χωρίς να ξέρουμε πού πάμε. Το σπίτι μας, φαινόταν αλλιώτικο, είχαν πέσει τοίχοι γύρω και δυσκολευόμαστε να περπατήσουμε. Μα με την κοσμοχαλασιά που έγινε στις 2.20 περίπου, δεν έμεινε τίποτα όρθιο! Κατέρρευσε το σπίτι μας κι εμείς άλαλες τρέχαμε εδώ κι εκεί σε μια προσπάθεια να σωθούμε. Θυμάμαι, τραβήξαμε κατά το ψήλωμα όλες, αλλά κάποια στιγμή σκορπίσαμε και χαθήκαμε! Τρέμαμε πως θα βουλιάξει το νησί και κοιτάγαμε να φύγουμε στα ψηλά. Όταν μετά από ώρες κόπασε το κακό, κατεβαίνοντας κάτω είδα το σπίτι μας να καίγεται!

Μπήκαμε όλοι σ΄ ένα καράβι και πήγαμε στην Πάτρα. Μας έβαλαν σε ένα Σχολείο όλους, θυμάμαι να τρέμω συνέχεια από φόβο και να είμαι κουκουλωμένη με μία κουβέρτα. Στο συσσίτιο, ντρεπόμουν να πηγαίνω και πήγαινε η αδελφή μου. Από εκεί φύγαμε και πήγαμε στην Αθήνα στον αδελφό μου. Με τρόμο θυμάμαι φεύγοντας από το νησί για την Πάτρα, τις φλόγες από την πυρκαγιά να φτάνουν μέχρι τον ουρανό! Το μόνο που σώθηκε ήταν κάτι βελούδινες κουρτίνες από το Αυγουστινέικο, το σπίτι της αδελφής μου όπου μετέπειτα τις φτιάξαμε ταπετσαρία για τις καρέκλες της καλής τραπεζαρίας. Έμεινα στην Αθήνα και δεν θα γύριζα πίσω, αλλά…ας όψεται ο έρωτας! Ο καλός μου, απαίτησε να γυρίσω στο Νησί για να παντρευτούμε, δεν δεχόταν να φύγει από εκεί. Ζήσαμε ευτυχισμένοι για πάνω από 60 χρόνια, αλλά τον έχασα…

Νύσος Θεοδωρίτσης, Γαϊτάνι

88 ετών

-Νεοσύλλεκτο στον Άραξο με βρήκε ο σεισμός κι όταν έφτασαν εκεί τα μαντάτα, βλέποντας σε περιπολία τη λάμψη της φωτιάς, αρχικά νόμισα ότι ήταν δοκιμαστικοί φωτισμοί για το πανηγύρι του Αγίου και πήγα περιχαρής και το είπα στον Αξιωματικό Περιπόλου που μου είπε «πού νάξερες κακομοίρη μου». Όταν έμαθα, προσπάθησα μετά από 4 μέρες να λιποτακτήσω να πάω να δω τι απόγιναν οι δικοί μου! Ευτυχώς και με συνέλαβαν καθ΄ οδόν, γιατί όπως δεν είχα βγει έξω από το Στρατόπεδο ακόμα, θα πνιγόμουν στα έλη της περιοχής. Λίγες μέρες μετά, με άδεια κανονική κατάφερα να φτάσω στη Ζάκυνθο. Απογοήτευση φριχτή… κόλαση του Δάνδη, έχασα τον προσανατολισμό μου, μπάζα παντού…

Τασία Μαρκουτσά, Παντοκράτορας

84 ετών

Ήμουν μικρή κοπέλα κι εκείνη την ημέρα ήμουν στον Παντοκράτορα που είχαμε ένα εξοχικό. Ο φόβος και ο τρόμος που με έπιασε δε λέγεται, τρέχαμε φωνάζοντας και παρακαλώντας την Παναγία και τον Άγιο να μας γλιτώσει από το κακό. Η Μάνα μου καβάλησε το άλογο από το Μουζάκι που μέναμε και πήρε τους δρόμους με αγωνία να έρθει να δει αν ζούμε. Θυμάμαι μια γυναίκα γειτόνισσα που ήταν έγκυος, η Μ. Π. και ξεκίνησε να πάει στη χώρα να δει τι απόγινε ο άνδρας της. Φτάνοντας σχεδόν, γίνεται ο φοβερός σεισμός στις 2 και κάτι, την πλάκωσαν τα ερείπια σε ένα στενό έχασε το παιδί κι αυτή στο νοσοκομείο για ένα χρόνο! Έμεινε κουτσή σε όλη της τη ζωή!

Συφορέλια μας, τι επάθαμε… έτσι φωνάζαμε όλοι!

Χρήστος Καποδίστριας, Μπανάτο

91 ετών

Είχα τελειώσει το Στρατιωτικό και γυρίζοντας στη Ζάκυνθο, άνοιξα ένα μικρό Μπακάλικο στον Αυριακό, δεν ήταν δικό μου το σπίτι, το νοίκιαζα! Με την καταστροφή δεν έμεινε τίποτα στα ράφια, έβλεπα το βιός και τους κόπους μου να πετιούνται εδώ κι εκεί μαζί με τα ντουβάρια που γκρεμιζόταν. Ο φόβος και το σκόρσο που επήρα κι εγώ και όλοι γύρω πολύ μεγάλα. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο κι ούτε γλίτωσα τίποτα από το μαγαζί. Άργησα να συνέλθω, μα όταν πήρα λίγο τα πάνω μου, κατάφερα και πήγα στην Πάτρα όπου αγόρασα πρόκες και σανίδες να φτιάξω μια πρόχειρη μπαράκα να στεγαστούμε γιατί ερχόταν Χειμώνας. Κακό, μεγάλο κακό, δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι!

Μαύρα Παπαγιώργη, Ακρωτήρι

81 ετών

Με πολλή πικρία θα περιγράψω τις στιγμές που περάσαμε όλοι οι Ζακυνθινοί. Καθόμαστε στην κουζίνα η Νόνα μου η Μαριέττα, η θεία μου η Τέτα η Μάνα μου η Ρωξάνη η μικρότερη αδελφή μου η Μαριέττα κι εγώ! Η Νόνα μαγείρευε και ταυτόχρονα μιλούσε με τη Μάνα μου, τι δουλειές θα κάνανε την άλλη μέρα που θα πήγαιναν στον Κάμπο για τις προετοιμασίες του τρύγου. Δεν τέλειωσαν θυμάμαι την κουβέντα τους και ακούσαμε ξαφνικά ένα δυνατό βουητό που το ακολούθησε ένας μεγάλος σεισμός. Βγήκαμε τρομαγμένες τρέχοντας στην αυλή. Δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε για να απομακρυνθούμε από το σπίτι διότι έπεσε ο τοίχος της Κουζίνας που καθόμασταν! Τελικά με πολύ κόπο φτάσαμε κάπου 20 μέτρα θα έλεγα από το άλλο σπίτι που βάζαμε το σανό. Οι πέτρες από τον όχθο κατρακυλούσαν μπροστά μας, το σκυλί να γαβγίζει σαν να έκλαιγε και πήγαινε προς το σπίτι που γκρεμιζόταν. Η Μάνα μου να φωνάζει «Ω, ο Σπύρος μου, (ο αδελφός μου), Ω, ο Νιόνιος μου, (ο πατέρας μου)! Ο Σπύρος ήταν στη Χώρα για φροντιστήριο 10-11π.μ. κι ο πατέρας μου στη Χώρα κι αυτός. Είχε πάει με το γάιδαρο να ψωνίσει τρόφιμα για το σπίτι και να αγοράσει και τσιγάρα για το Περίπτερο. (Ο Πατερούλης μου, είχε γυρίσει από τον πόλεμο της Αλβανίας χωρίς πόδια κι ο γαϊδαράκος του ήταν κάτι σαν προέκταση του σώματός του). Στη μεριά της χώρας είχε σηκωθεί ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης. Δε μπορώ να περιγράψω το χρώμα του, αλλόκοτο πολύ. Όταν κάποια στιγμή σταμάτησε το κούνημα, στιγμή που μας φάνηκε… αιώνας, ξεκίνησε η Μάνα μου, για να πάει στο Περίπτερο να δει για τον Πατέρα μου και το Σπύρο μας. Είχαν επιστρέψει από τη χώρα και ευτυχώς είχαν γλιτώσει τον κίνδυνο.

Τον Πατέρα μου, που ο σεισμός τον βρήκε νομίζω, κοντά στη βρύση του Α. Σπυρίδωνα, τον πέταξε το γαϊδούρι κάτω γιατί έχασε την ισορροπία του με το σεισμό. Τελικά κάποιος περαστικός, νομίζω, τον σήκωσε και τον κάθισε στο γαϊδούρι. Ούτε που θυμάμαι πώς κατάφερε να φτάσει στο Περίπτερο. Μετά από κάμποσες ώρες μέσα στο αλλόκοτο σύννεφο της σκόνης που προανάφερα, προστέθηκε και ο καπνός από τις φωτιές…Η χώρα, είχε ήδη αρχίσει να καίγεται…

Σούλα Καποδίστρια, Γαϊτάνι

86 ετών

-Είχα βάλει τη σκάφη κάτου από την περγουλιά κι έπλενα. Πάρα πέρα στο μαγερείο η Μάνα μου έκαιγε το φούρνο, γιατί είχε ζυμώσει ψωμί. Με το μεγάλο κακό μ΄ έπιασε τόσος τρόμος όχι απλά φόβος, όπου δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου και θυμάμαι να φωνάζω «Μάναααααα, Μάνααααααα» με μεγάλη λαχτάρα! Ο ένας μου αδελφός Γυρολόγος ούτε ξέραμε που τον βρήκε η συφορά, ο άλλος έσκαβε στα Χωράφια κι ο μικρός ήταν στη χώρα γιατί εμάθαινε κουρέας. Τρέχει για τη Χώρα ο μεγάλος μου αδελφός προσπαθώντας μέσα από τα χαλάσματα να εντοπίσει πού ήταν το Κουρείο για να βρει τον αδελφό μας. Η Μάνα κι εγώ κλαίγαμε συνέχεια και παρακαλούσαμε να βρει το παιδί ζωντανό! Από τις πολλές προσπάθειες και ώρες βρήκε κάποια στιγμή τον αδελφό μου μισοπλακωμένο αλλά δεν είχε χτυπήσει πολύ. Τον τραβάει έξω ο μικρός ήταν πολύ τρομαγμένος και έτρεμε από φόβο. Καταφέρνει να τον βάλει επάνω στο ποδήλατο για να γυρίσουν στο χωριό. Κρατήθηκε μέχρι που φτάσανε στα Γιουλέικα, εκεί λιποθύμησε και τρόμαξε να τον συνεφέρει ο αδελφός μας, αφού ζήτησε βοήθεια από κάποιους εκεί κοντά και νερό για να πιεί λίγο το παιδί και να συνέλθει κάπως!

Δημητρία Αβούρη, Μπανάτο

81 ετών

Ο σεισμός μάς βρήκε εμένα κι άλλα 11 παιδιά στο σπίτι της δασκάλας της Μαρίας Κοντονή, Κολόμπου όπως τη λέγανε. Μας έκανε φροντιστήριο για να δώσουμε εξετάσεις να μπούμε στο Γυμνάσιο. Γκρεμίστηκε το σπίτι από το κακό, η σκεπή έπεσε επάνω στα κρεβάτια, ευτυχώς και δε σκότωσε ανθρώπους που ήταν εκεί. Εμείς αποκλειστήκαμε γιατί από τα μπάζα που πέσανε δεν μπορούσαμε να ανοίξουμε την πόρτα να βγούμε έξω να σωθούμε! Φωνάζαμε και κλαίγαμε, ευτυχώς μας άκουσε από έξω το Τάσης ο Βλαχιώτης που βρέθηκε εκεί κι άρχισε να κλωτσάει απέξω την πόρτα να ανοίξει κάπως. Τα κατάφερε, άνοιξε μία τρύπα και βγαίναμε ένα- ένα παιδί κλαίγοντας και φωνάζοντας. Έναν άλλον τον πλάκωσε το σπίτι αλλά ευτυχώς δεν τον σκότωσε. Θυμάμαι τον ξάδελφό μου, το Στέλιο τον Καρκάνια, από πιο πέρα ήρθε και με πήρε από το χέρι και κλαίγοντας πήγαμε σπίτι μου, στον Πλάτανο, κάμποσο δρόμο. Φτάνοντας εκεί, το σπίτι μας είχε γκρεμιστεί και τρέχαμε μήπως και καταφέρουμε κι αρπάξουμε ένα ποτήρι, ένα πιάτο, μια κατσαρόλα, ό,τι μπορούσαμε! Θυμάμαι, έμπαινα, άρπαζα κάτι να λακίσω γρήγορα μην κάμει σεισμό και με πλακώσει ό,τι απόμεινε από το σπίτι…

Μαντίνα Κοσσόρου-Κοντονή, Αθήνα

82 ετών

Οι γονείς μου είχαν μαγαζί στη χώρα, Τσαγκαράδικο και διάφορα είδη νεοτερισμών. Φύγαμε τρέχοντας όλοι προς την Πλατεία Σολωμού που είχε φέρει Σκηνές ο Ερυθρός Σταυρός και δηλώνανε πόσα άτομα κάθε οικογένεια. Θυμάμαι να τρέχουμε όλοι οι γονείς μου τ΄ αδέλφια μου κι εγώ προσπαθώντας να βγούμε έξω από τη χώρα. Τρέχαμε προς τον Άγιο χωρίς να ξέρουμε πού πηγαίνουμε, είχαμε γκανιάσει από τη δίψα και ζητούσαμε νερό. Θυμάμαι περάσαμε το ποτάμι του Α. Χαραλάμπου και βρεθήκαμε κάπου κατά τους Κήπους. Κάποιος μα έδωσε νερό από το πηγάδι μέσα σε ένα κονσερβοκούτι, πού να βρεθεί ποτήρι. Περπατούσαμε για πολλές ώρες. Ανησυχούσαμε πολύ γιατί φεύγοντας χάσαμε τα ίχνη του Νόνου και της Νόνας μου. Ρωτώντας συνέχεια δεξιά και αριστερά, καταφέραμε να μάθουμε ότι βρεθήκανε στο Γαϊτάνι!

Κάποιοι μας είπαν πως πάρα πέρα βρισκόταν η φαμελιά του Λιβέρη Κατσάνια που είμαστε γνωστοί. Καταφέραμε να φτάσουμε και μείναμε εκεί κάμποσες μέρες, δεν θυμάμαι αν μείναμε εκεί και για του Αγίου, αλλά θυμάμαι πως βοηθούσαμε στον Τρύγο γιατί είχαν αμπέλια.

Είμαστε κάπου 20 - 30 άτομα εκεί κι όσα κοτόπουλα είχαν τα έσφαξαν για να τρώμε όλοι.

Γιάννης Λογοθέτης, Αθήνα

83 ετών

Το μεσημέρι του μεγάλου σεισμού βρήκε την οικογένεια μου γονείς και πέντε παιδιά, κάτω από μια μεγάλη πρόχειρη τέντα που όλοι οι γείτονες είχαν στήσει προληπτικά σε ένα οικόπεδο που ήταν απέναντι από το σπίτι μου. Οι στιγμές του μεγάλου σεισμού δεν μπορούν να διατυπωθούν με λόγια. Θυμάμαι με δέος εκείνο το υπόκωφο βουητό και τη δόνηση που ακολούθησε, μια δόνηση με κίνηση προς όλες τις κατευθύνσεις, έτσι που ήταν αδύνατο να σταθεί άνθρωπος όρθιος. Πέσαμε όλοι κάτω και μας σκέπασε η Τέντα, από την εκτόξευση υλικών των τοίχων των γύρω σπιτιών. Η Τέντα αυτή ήταν η σωτηρία μας γιατί διαφορετικά όλα αυτά τα μπάζα θα έπεφταν στα κεφάλια μας. Μόλις τελείωσε το κακό από ένστικτο κινηθήκαμε προς την παραλία. Εκεί βλέποντας τη στάθμη της θάλασσας να έχει ανεβεί αρκετά, μας έπιασε πανικός πιστεύοντας πως το νησί άρχισε να βυθίζεται. Η δύναμη της αυτοσυντήρησης μας έκανε να ζητάμε τρόπους να εγκαταλείψουμε το λιμάνι και να προχωρήσουμε σε ψηλότερα μέρη, πράγμα αδύνατο και λόγω των συνεχών μετασεισμών αλλά και των ερειπίων που είχαν κλείσει όλους τους δρόμους.

Έτσι, αποφασίσαμε να μπούμε μαζί με άλλους σε μια φορτηγίδα, (Μαούνα), που υπήρχε εκεί και απομακρυνθήκαμε στη μέση του Λιμανιού. Από τη θέση αυτή γίναμε θεατές της πιο δυσάρεστης τραγωδίας του καταστροφικού σεισμού, τη φωτιά που ακολούθησε και έκαψε την πόλη μας από τη μία άκρη στην άλλη. Οι φλόγες ξεκίνησαν από τη μεριά των Αγίων Πάντων και προχωρούσαν λόγω του βόρειου ανέμου που φυσούσε προς την περιοχή του Άμμου. Με μεγάλη συγκίνηση είδαμε να καίγεται το σπίτι μας. Το πρωί μας βρήκε όλους με τα μάτια μας ανοιχτά να έχουν καταγράψει τις πιο οδυνηρές εικόνες της ζωής μας.

Στη Μαούνα μείναμε μέχρι την επόμενη που ήρθε το πλοίο της γραμμής και πανικόβλητοι μαζί με πολλούς άλλους που είχαν κατέβει στο Λιμάνι, μπήκαμε, (ουσιαστικά, καταλάβαμε) το καράβι και μας μετέφερε στην Πάτρα μια και απαγορευόταν να πάμε στην Αθήνα. Στην Πάτρα μείναμε έγκλειστοι πρόσφυγες στα Σχολεία της περιοχής Ψιλά Αλώνια, διατρεφόμενοι με συσσίτια και κοιμώμενοι στα θρανία και στα δάπεδα των αιθουσών. Στα συσσίτια βοηθούσαμε και οι Πρόσκοποι που βρεθήκαμε εκεί. Μετά ένα Μήνα και προκειμένου να ελευθερώσουμε τα Σχολεία για τη Σχολική περίοδο, μας μετέφεραν αναγκαστικά με αποβατικά σκάφη του Πολεμικού Ναυτικού πίσω στη Ζάκυνθο όπου ο Στρατός είχε στήσει σκηνές σε χωράφια στο Ακρωτήρι και μας μετέφεραν εκεί.

Εκεί μείναμε σε άθλιες συνθήκες Στρατοπέδου μέσα στις λάσπες και το κρύο όλο το Χειμώνα. Από τα μέσα του 1954 άρχισαν οι βελτιώσεις των συνθηκών διαβίωσης. Η οικογένεια μου μεταφέρθηκε σε πρόχειρο ξύλινο συγκρότημα κατοικιών στην περιοχή των δέντρων του Άμμου.

Τη χρονιά αυτή, άρχισε και η μεταφορά των ερειπίων σε διάφορα σημεία του Νησιού και στη θάλασσα και στη συνέχεια άρχισε η ανοικοδόμηση της πόλης πάνω στα παλιά πρότυπα που κράτησε πάνω από πέντε χρόνια.

Νίκος Κουρούμαλος, Μαχαιράδο

88 ετών

Όπου υπήρχε σπίτι, έβλεπες ένα σύννεφο σκόνης.

Με ένα ποδήλατο πήγα προς την πόλη και φτάνοντας στη Λούμπα στον Άγιο Λάζαρο, οι δρόμοι ήταν απροσπέλαστοι από τα χαλάσματα. Έφυγα και πήγα στην άλλη είσοδο της πόλης από το Κυδώνι στην Μπόχαλη και έφτασα μέχρι το ξενοδοχείο Πτι Παλαί. Δεν μπορούσα να προχωρήσω άλλο. Είδα ανθρώπους σε άθλια κατάσταση να φωνάζουν, να κλαίνε, δεν είδα νεκρούς. Γυρίζοντας στο σπίτι μου, 6 χιλιόμετρα από την πόλη, στις 14.30 έγινε ο δεύτερος μεγάλος σεισμός που έχασα την ισορροπία μου και σταμάτησα για να μην πέσω.

Αργότερα μάθαμε ότι υπήρχαν αρκετοί νεκροί, τραυματίες και μερικοί κάηκαν ζωντανοί μέσα στα χαλάσματα. Θυμάμαι, ένα Αγγλικό πλοίο πλεύρισε στο Λιμάνι και με αντλίες προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά που ήταν ανεξέλεγκτη.

Στην αρχή έστειλαν σκηνές και αργότερα έφτιαξαν παραπήγματα στον Ξιφίτα, στην Παναγούλα και στο Ψήλωμα. Οι ιθύνοντες της εποχής προσπαθούσαν να οικοδομήσουν την πόλη της Ζακύνθου στα χνάρια της παλιάς και ήταν λάθος.

Μοναδική ευκαιρία που έγινε χωράφι, να σχεδιαστεί μία σύγχρονη πόλη, να επεκταθεί προς τα έξω , με ομοιόμορφα σπίτια, με τον κήπο του το κάθε σπίτι.

Δυστυχώς ούτε με την παλιά πόλη μοιάζει ούτε με σύγχρονη.

Ντάνα Ντόζη, Χώρα

80 ετών

Θυμάμαι, ότι στις 9 Αυγούστου, Κυριακή και γύρω στις 8 το πρωί, έγινε ένας μεγαλούτσικος σεισμός. Έπεσε μόνο το ταβάνι στις σκάλες και έκλεισε από μπάζα η πόρτα της εισόδου. Οι γονείς μας κι εμείς τα τέσσερα παιδιά, κατεβήκαμε με τον ποπό, δύο σκάλες, κάναμε μια τρύπα στην έξοδο, βγήκαμε με δυσκολία και τραβήξαμε για την Μπόχαλη στο θείο τον Άγγελο και τη θεία τη Μαύρα, όπου είχαν και αυτοί έξη παιδιά, απέναντι από την Κάναλη που έτρεχε λάσπη αντί για νερό από τις κατολισθήσεις!

Αυτό που ήταν συνταρακτικό για μένα ήταν που περνάγανε τα αεροπλάνα και κάνανε σινιάλο με τον καθρέφτη οι μεγάλοι για να μας πετάνε τρόφιμα, κουτιά με γαλέτες και κονσέρβες με κρέας σαν κιμά, τυριά βούτυρα και άλλα!

Είχαμε μαζευτεί σε σκηνές εκεί κάπου 20 άτομα!

Μετά άρχισαν τα συσσίτια και σιγά-σιγά ορθοποδήσαμε. Εμείς τα παιδιά, το διασκεδάζαμε που κοιμόμαστε στρωματσάδα κάτω από τα αστέρια και τρώγαμε άγουρα αχλάδια που μας φαίνονταν λουκούμια!!!

Ιάσων Μελισσηνός, Αθήνα

73 ετών

Γεννήθηκα το 1948 στο Αρχοντικό της οικογένειας Μελισσηνού, κτισμένο τον 16ο αιώνα. Βρισκόταν στο Ψήλωμα, λίγο πιο πάνω από την Α. Τριάδα, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Κόλλα. Ήταν ένα τεράστιο σπίτι με 48 δωμάτια, αίθουσα χορού και μπαλκόνι για την ορχήστρα!

Από τα 5 μου χρόνια, κατάλαβα πόσο εφήμερα είναι όλα στη ζωή! Έφτασαν λίγες στιγμές μόνο για τον εγκέλαδο στα φόρτε του, για να έρθουν τα πάνω κάτω, να καταρρεύσει ή να κριθεί ακατοίκητο το Αρχοντικό κι εμείς από τα σαλόνια να βρεθούμε στα αλώνια! Συνταρακτικές οι αναμνήσεις από αυτά που ζήσαμε σε τόσο μικρή ηλικία.

Μέναμε στην πόλη στο αρχοντικό κι ο θείος που έμενε στα χτήματα λίγο πιο έξω από το Γαϊτάνι, ήρθε με την άμαξα να μας πάρει για τα χτήματα. Ανεβήκαμε και πήγαμε σαν σε περίπατο βόλτα στην εξοχή! Ήταν μια βόλτα χωρίς επιστροφή, γιατί το Αρχοντικό δεν το επισκεφτήκαμε ποτέ πια! Διανυκτερεύαμε στα αλώνια, μαζί με άλλους. Εκεί άρχισαν και τα προβλήματα αυτής της παράξενης συγκατοίκησης. Ξαφνικά, όλα έγιναν θέμα επιβίωσης και τίποτα πάρα πάνω!

Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!

Είναι απίθανο πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος σε ώρα ανάγκης και η πείνα, πολύ κακός Σύμβουλος! Δεν είχαμε τι να φάμε, ούτε να μαγειρέψουμε, ούτε καν κατσαρολικά δεν είχαμε. Καταστράφηκαν όλα με το σεισμό! Περνούσαν αεροπλάνα και πετούσαν ψωμί πρόχειρα ζυμωμένα καρβέλια σε τσουβάλια, αλλά για μας ήταν το Μάννα εξ ουρανού! Τρέχανε όλοι να βρούνε το τσουβάλι με το πολύτιμο περιεχόμενο μέσα στα χωράφια και στις καλαμιές. Οι βιαιοπραγίες συνεχείς γιατί ένα τσουβάλι ψωμί το διεκδικούσαν πολλοί κι έφταναν στα άκρα, ποιος θα το αρπάξει! Θηρίο ανήμερο γίνεται ο άνθρωπος όταν πεινάει. Ο θείος μου φώναζε, «αυτό το ψωμί είναι για τα παιδιά, κανείς δε θα το πειράξει». Ποιος να το ακούσει! Μέχρι πιστολιά έπεσε και την άλλη μέρα κατέφθασε η Χωροφυλακή για ανακρίσεις. Το ψωμί, το Μάννα εξ Ουρανού, για το οποίο κόντεψε να γίνει φόνος, δε μπόρεσε κανείς να το φάει…γιατί είχε μουχλιάσει.

Αναστασία Σπαθή, Καναδάς

80 ετών

Ήμουν μικρό κορίτσι. Τρομακτικές στιγμές αυτές του σεισμού! Τρέχαμε σαν άλαλοι όλοι χωρίς να πηγαίνουμε πουθενά.

Όλη η γειτονιά, κι είμαστε πολλοί, μαζεύτηκαν, στα περιβόλια μας από Λεμονιές και Πορτοκαλιές, (στα Πηγαδάκια μέναμε) για να προφυλαχτούν από τα γκρεμισμένα. Έστηναν σκηνές με πανιά.

Ο μεγάλος φόβος και τρόμος ήταν τις βραδινές ώρες και τις νύχτες, ήταν η βουή και οι σεισμοί που συνέχιζαν. Ήταν τα λεμόνια που έπεφταν επάνω μας. Και τα αστέρια που κατρακυλούσαν. Ήταν τρομερό για μένα αυτό, με φόβιζε πολύ και την τρίτη μέρα με ένα φορτηγό καράβι που κουβαλούσε τρόφιμα, τη Γιαγιά μου κι εμένα μας μπαρκάρισαν για την Πάτρα, όπου ζούσε ο θείος μου κι ο αδελφός μου.

Ο πατέρας μου είχε λεωφορείο μαζί με το συνέταιρό του. Ο σεισμός, τους βρήκε στην Ανάληψη, στο Πρακτορείο του ΚΤΕΛ. Εγκλωβίστηκαν στο λεωφορείο και άργησαν πολύ να τους βγάλουν από μέσα. Αυτό που αντίκρυσαν βγαίνοντας, οι καταστροφές και τα συντρίμμια, ήταν συγκλονιστικό! Σε ένα από τα λεωφορεία είχε παγιδευτεί ολόκληρη οικογένεια, γονείς και τα τρία τους παιδιά, είχε πέσει ολόκληρη σκεπή σπιτιού πάνω στο λεωφορείο. Έμειναν εγκλωβισμένοι για πολύ, μέχρι να καταφέρουν να τους απεγκλωβίσουν, τρομαγμένους όλους ιδιαίτερα τα παιδιά γιατί οι σεισμοί απανωτοί και φοβήθηκαν ότι εκεί θα πεθάνουν!

Με αγωνία βοηθούσαν όλοι, πρώτος ο πατέρας μου, να τους βγάλουν από κει μέσα και μετά από ώρες, τα κατάφεραν! Μέχρι που πέθανε ο Πατερούλης μου, αυτή η οικογένεια κάθε Χριστούγεννα δε σταμάτησαν να στέλνουν τα δώρα τους και να τον ευχαριστούν που τους έσωσε τη ζωή!

Η αγωνία όλων μας στην οικογένεια πολύ μεγάλη γιατί οι ώρες περνούσαν και δεν γνωρίζαμε πού και πώς βρίσκεται ο πατέρας! Τελικά, έφυγε ο αδελφός μου με τα πόδια από τα Πηγαδάκια να πάει στη χώρα να ψάξει για το πατέρα μας και το συνεταίρο του.

Πέρασαν πολλές ώρες ψάχνοντας μες στα συντρίμμια να εντοπίσουν πού ήταν το ΚΤΕΛ! Κάποια στιγμή τους βρήκε κι όλοι μαζί πήραν το δρόμο για το χωριό! Έφτασαν γεμάτοι χώματα, μουτζούρες και γρατζουνιές! Ευτυχώς όχι σοβαρά τραύματα.

Εκείνο πάλι που δεν θα ξεχάσω, είναι ότι φεύγοντας για την Πάτρα τρεις μέρες αργότερα, η γη κάτω στην παραλία είχε ανοίξει σε πολλές μεριές κι έβλεπες το νερό κι έπρεπε να πηδάμε τα χαντάκια που δημιουργήθηκαν. Ακόμα, βλέπαμε τις φλόγες και τους καπνούς από τη χώρα που καιγόταν.

Γιάννης Κούτσης, Σίδνεϊ

76 ετών

[Σημείωση Διονυσίας Μούσουρα: Έτσι, όπως τα ανέσυρε από τη μνήμη, 8χρονο παιδί!]

Ιστορία 1: Κωνσταντίνου Στέλιου Κούτση (Πατήρ Ιωάννη Κούτση)

Αρκετές σεισμικές δονήσεις έγιναν πριν την μεγάλη σεισμική δόνηση την Τετάρτη 12 Αυγούστου 1953. Ειδικότερα την Κυριακή 9 Αυγούστου 1953 και περίπου 7:00 πμ, έγινε σεισμική δόνηση γύρω 5 Ρίχτερ σκάλα.

Ο Κώστας Στέλιου Κούτση και η σύζυγος του Διονυσία , και τα πέντε παιδιά τους έμεναν στο σπίτι τους, στο χωριό Μουζάκι θέση Βαρκο.

Ο σεισμός τις Κυριακής τρόμαξε όλη την οικογένεια Κούτση. Ξεπετάχτηκαν από τα κρεβάτια τους και έτρεξαν δια την σκάλα να κατέβουν στο ισόγειο και να βγουν στην αυλή όσο το πιο πολύ συντομότερο.

Ο ίδιος σεισμός της Κυριακής έκανε ζημιές και σε πολλά κτίρια στην πόλη της Ζακύνθου.

Ο Κώστας ο Κούτσης ήταν ιδιοκτήτης σπιτιού κοντά στην πλατεία του Αγίου Παύλου, επάνω στο κεντρικό δρόμο προς τον Άγιο Λάζαρο.

Ο Κώστας έλαβε μήνυμα ότι σοφάδες από το σπίτι του είχαν πέσει στο πεζοδρόμιο και ότι θα έπρεπε να πάει στην πόλη να καθαρίσει το πεζοδρόμιο.

Την Τετάρτη το πρωί πήρε το πρώτο λεωφορείο, γύρω στις 7:00 π.μ., και πήγε στην πόλη τις Ζακύνθου όπου και καθάρισε το πεζοδρόμιο. Μετά την εργασία αυτή ξεκίνησε το ταξίδι επιστροφής και βάδισε στην πλατεία Αγίου Λουκά να πάρει το λεωφορείο.

Ενώ ήταν στην πλατεία η μεγάλη σεισμική δόνηση έλαβε μέρος, ήταν περίπου 11:00 το πρωί.

Τα περισσότερα σπίτια στη πόλη κατεδαφίστηκαν. Πολλούς ανθρώπους πλάκωσαν τα συντρίμμια και πέθαναν η τραυματίστηκαν. Πάνω από 400 άτομα πέθαναν και πολλοί τραυματίστηκαν.

Τελικά η καταστροφή ήταν ακόμα πιο μεγάλη όταν φωτιές άρχισαν να ανάβουν και να μεταδίδονται γρήγορα λόγω των ισχυρών ανέμων.

Ο Κώστας στάθηκε τυχερός. Στην πλατεία υπήρχε χώρος να αποφύγεις τα συντρίμμια και να τρέξεις στην παραλία.

Θυμάμαι που με την μητέρα μου ανεβήκαμε την ράχη του Ντρανα από όπου είδαμε το καπνό να τυλίγει την πόλη τις Ζακύνθου.

Η μητέρα μου είχε τρομάξει και ανησυχούσε σοβαρά δια την υγεία του πατέρα μου. Η ανησυχία αυτή πέρασε όταν ο πατέρας μου παρουσιάστηκε στην Μπαράκα μας μετά το μεσημέρι αφού είχε περπατήσει όλο τον δρόμο από την χώρα.

Ιστορία 2: Ιωάννη Κωνσταντίνου Κούτση, 76 ετών

(Ημερομηνία Γεννήσεως: 20/01/1945)

Οι σεισμικές δονήσεις άρχισαν πολλές μέρες πριν τις 12 Αυγούστου 1953. Την ημέρα αυτή, Τετάρτη και γύρω στις 10 το πρωί σεισμική δόνηση 7.2 Ρίχτερ σκάλα, έλαβε μέρος. Η δόνηση αυτή άρχισε την καταστροφή τις πόλεως και του νησιού.

Πριν την μεγάλη δόνηση τις Τετάρτης, άλλη ισχυρή δόνηση έλαβε μέρος την Κυριακή 9 Αυγούστου 1953. Την ημέρα αυτή και περίπου 7:00 π.μ., έγινε σεισμική δόνηση γύρω στο 5 Ρίχτερ σκάλα.

Η οικογένεια του Κωνσταντίνου Κούτση, οι γονείς και τα πέντε παιδιά, κοιμόντουσαν στον πρώτο όροφο του σπιτιού τους, στο Μουζάκι στη θέση Βαρκο.

Θυμάμαι ότι οι καμπάνες τις εκκλησίας του χωριού, Άγιος Νικόλαος, χτυπούσαν χαρμόσυνα καλώντας τους χωριανούς να ετοιμαστούν δια την εκκλησία.

Ξαφνικά ένας μεγάλος θόρυβος άρχισε με τα παράθυρα να τρέμουν και το πάτωμα να κινητέ δεξιά και αριστερά και πάνω κάτω.

Με το αδελφό μου το Νικόλα, που είμαστε στο ίδιο δωμάτιο, πεταχτήκαμε από τα κρεβάτια μας και τρέξαμε δια την σκάλα. Εκεί βρήκανε το άλλο αδελφό μας Διονύση, τις αδελφές μας και τους γονείς μας και όλοι μαζί κατεβήκαμε την σκάλα στο ισόγειο και από εκεί στην εξώπορτα του σπιτιού στην μπροστινή αυλή.

Το σπίτι δεν είχε πάθει ζημιά από την δόνηση αυτή. Όλοι στην οικογένεια ήταν φοβισμένοι και επιστροφή στο σπίτι δια ύπνο το βράδυ της Κυριακής δεν ήταν δυνατό, μια λύση με διαμονή στην ύπαιθρο έπρεπε να βρεθεί.

Την εποχή που έγινε ο σεισμός, τελευταίο μήνα του καλοκαιριού , το θέρισμα και αλώνισμα το σιταριού είχε τελειώσει. Το αλώνισμα του σιταριού έγινε το με μηχανικούς τρόπους. Ότι απέμενε μετά την εξαγωγή του σιταριού, μηχανικά έγινε δέμα (μπάλα) το άχερο. Η μπάλα είχε το σχήμα ορθογώνιο πρίσμα με διαστάσεις 50 χ 50 χ 100 εκατοστά, περίπου.

Θυμάμαι που πήγα με τον πατέρα μου χρησιμοποιώντας το καρό μας και το Μουλάρι μας να φέρομαι αρκετές μπάλες από την θέση Παλιά χώρα όπου ήταν το κτήμα που σπέρνανε στάρι.

Με τις μπάλες στην εξωτερική αυλή του σπιτιού κατασκευάσαμε ένα ορθογώνιο πρίσμα, με είσοδο να μπεις μέσα και αρκετά μεγάλο δια τα στρώματα των κρεβατιών μας.

Δια σκεπή στο πρίσμα αυτό χρησιμοποιήσαμε το πανί που είχαμε δια να σκεπάζουμε την σταφίδα στο αλώνι σε περίπτωση βροχής. Μέσα σε αυτή την κατασκευή κοιμηθήκαμε μερικά βράδια.

Ο σεισμός της Τετάρτης έκανε σοβαρή ζημιά στο σπίτι, το οποίο κατεδαφίσαμε. Τα υλικά από την κατεδάφιση του σπιτιού χρησιμοποιήθηκαν να κατασκευάσουμε αντισεισμική παράγκα, την οποία χρησιμοποιήσαμε δια αρκετά χρόνια, μέχρι που φτιάξαμε το σπίτι όπως ετέθη από το κράτος.

Δημήτρης Δρογγίτης, Μόναχο Γερμανίας

72 ετών

Το πηγάδι μας έσωσε...

Εκείνο το πρωινό της 12ης Αυγούστου του 53 η μητέρα μας η κυρά-Σοφία μας είχε στείλει, εμέ και την αμέσως μεγαλύτερη αδελφή μου Λίνα, στη γειτόνισσά μας την κ. Χρυσάνθη. Η καλή γειτόνισσα μας καλοδεχόταν (δεν είχε η ίδια παιδιά) και η μητέρα μας είχε μία έγνοια λιγότερη, ιδιαίτερα μετά τους δύο μεγάλους σεισμούς που είχαν προηγηθεί.. Για μας βέβαια τα μικρά τότε ήταν σαν ταξίδι διακοπών, κάτι σαν ημερήσια εκδρομή σε μία απόσταση 100 μέτρων. Περπατήσαμε λοιπόν μέσα από το 'ειδικό στρατόνι γειτονικής επαφής και επικοινωνίας' (!), κατεβήκαμε με προσοχή τον όχτο και βρεθήκαμε μέσα στο Τσουκαλαίικο, όπου μας περίμενε η κ. Χρυσάνθη για να μας οδηγήσει αμέσως στην πίσω βεράντα στο μοδιστράδικό της. Το καλοκαίρι αυτό δούλευε υπαίθρια, το πρωί στην δυτική και το απόγευμα στην ανατολική βεράντα.. Το πρωϊνό κυλούσε ευχάριστα κι εμείς παίζαμε κάπου σε μία γωνία της βεράντας τα παιχνίδια της παιδικής μας φαντασίας ή παρακολουθούσαμε μ' ενδιαφέρον τις εργασίες του μοδιστράδικου.. Κάποια στιγμή η κ. Χρυσάνθη σηκώνεται, παρατάει τη δουλειά και μας λέει "τι λέτε, καιρός να δροσιστούμε λιγάκι και να κόψουμε και κάνα σταφύλι.., πριν πιάσει η μεγάλη κάψα.. πάρτε εσείς το μαλαθούνι κι εγώ το σύγλο και πάμε"! Πήραμε τη μαΐστρα περνώντας μέσα από τ' αλώνια, γεμίσαμε το μαλαθούνι με πρώιμα φαουλάρικα σταφύλια (Τσαούση) στ' αμπέλια που ακολουθούσαν και φτάσαμε στο πηγάδι κάπου στη μέση του κτήματος.. Εκεί, αφού μας προειδοποίησε αυστηρά να μην πάμε πολύ κοντά και να μη σκύβουμε μέσα, δίνει ένα σάλτο κι ανεβαίνει στο φιλιατρό, βουτάει τον σύγλο με το σχοινί στο πηγάδι και γεμίζει το σύγλο που είχε μαζί της.. Κατεβαίνει, κλείνει το πηγάδι και κάθεται λίγο στο φιλιατρό να ξαποστάσει, αφού πριν έπλυνε και κάνα δύο σταφύλια για να τα φάμε εκεί επί τόπου.. Στο σημείο εκείνο και εντελώς απροειδοποίητα ακούγεται ξαφνικά εκείνη η περίφημη βουή που κάθε Ζακυνθινός έχει στο DNA του και γνωρίζει πολύ καλά τι μπορεί να ακολουθήσει.. ΣΕΙΣΜΌΟΟΣ φωνάζει με όλη της δύναμη η κ. Χρυσάνθη και μας αρπάζει και τους δύο στα χέρια της και μας απομακρύνει απ' το πηγάδι.. Άθελά μας και οι τρείς στρέφουμε το βλέμμα μας στο σπίτι και το θέαμα που αντικρίζουμε είναι συνταρακτικό: ένα ολόκληρο σπίτι να χορεύει.., μία δεξιά, μία αριστερά, μία μπρος, μία πίσω και αυτό για ατέλειωτη ώρα.., ώσπου η σκεπή δεν άντεξε πιά και πέφτει και καταπλακώνει όλο το εσωτερικό του σπιτιού.. Ένα σύννεφο σκόνης απλώθηκε παντού και χρειάστηκε ώρα να καθαρίσει το τοπίο.. Το σπίτι είχε εξαφανιστεί και μόνο ένας τοίχος είχε απομείνει, ο τοίχος της βεράντας.. Ευτυχώς γρήγορα διαπιστώσαμε ότι τα πεθερικά της κ. Χρυσάνθης είχαν προλάβει κι είχαν βγει έξω στ' αλώνια και έτσι δεν υπήρχαν θύματα. Οι απελπισμένες φωνές της μητέρας μου, που είχε ήδη καταφτάσει και μας έψαχνε στα ερείπια, ακουγόταν μέχρι κάτω στα κτήματα... Απερίγραπτη η χαρά της και το κλάμα αλλά και οι ευχαριστίες της στον Άγιο μας και στα Θεία, όταν μας είδε να ερχόμαστε από τη μαίστρα..κι εμείς φυσικά τρέξαμε με όση μας δύναμη μας είχε απομείνει και χωθήκαμε στην αγκαλιά της, το πιο σίγουρο και ασφαλές μέρος για μας!!!

Ρέα Τζαχρήστου, Αθήνα

70 ετών

Ο σεισμός και τα νήπια

Για τα παιδιά που ζήσαμε και επιζήσαμε από τον σεισμό του 53 η εμπειρία και η ανάμνηση ήταν κάτι το συνταρακτικό και που μας έμεινε αλησμόνητο τόσα χρόνια. Εγώ, μόλις δύο ετών είδα το σπίτι μας να πέφτει και έτρεχα νομίζοντας ότι είναι κάποιο παιχνίδι. Από το σεισμό και τον τρόμο έλεγα και ξαναέλεγα συνεχώς Μος Τι Επετε Δηλαδή, Σεισμός Σπίτι Έπεσε Το έλεγα και το ξαναέλεγα συνεχώς σαν να είχε κολλήσει ο χρόνος και η εικόνα σε αυτόν τον ήχο σαν κρώξιμο πουλιού για δύο σχεδόν χρόνια σε σημείο που οι γονείς μου νόμιζαν ότι δεν θα ξαναμιλούσα.


Γιάγκος Βουτσινάς, Αθήνα

76 ετών

Το 1953 ήμουν με τον πατέρα μου στην Νεάπολη της Ιταλίας. (ήταν αεροπόρος ο πατέρας μου και υπηρετούσε στο ΝΑΤΟ). Όταν έμαθε για το σεισμό πήρε την Ελληνική Ντακότα που ήταν στην Νεάπολη, με εμένα και πετάξαμε πάνω από το νησί και τη χώρα όπου βλέπαμε καπνούς από τη φωτιά, έβγαλε και μερικές φωτογραφίες. Για τον μπάρμπα μου τον Αντωνάκη και τη θεία Διονυσία, μάθαμε ότι ήταν ζωντανοί μετά από τηλεγράφημα που έστειλε στο στρατό που είχε έρθει στο νησί να βοηθήσει. Η θεία Διονυσία μου έλεγε ότι εκείνη την ημέρα πήγαιναν στο Γερακαρίο για να στιμάρουν τις ελιές και βλέποντας σύννεφο τη σκόνη που είχε σηκωθεί πίσω από το Λόφο της Πόχαλης, γύρισαν πίσω για να βρουν το σπίτι γκρεμισμένο, το πάνω πάτωμα είχε πέσει τελείως και μόνο μια γωνία με το γραφείο του παππού του Γιάγκου είχαν μείνει όρθια. Το ίδιο είχε γίνει και με το εκκλησάκι του Α. Σπυρίδωνα το οποίο είχε ισοπεδωθεί. Εγώ τότε, ήμουν 8 χρονών!

Dana Semitecolo, Βαρρές

45 ετών

Κάτου από την Περγουλιά

Ο πατέρας μου όταν εγίνηκε το μεγάλο κακό ήτουνα τριώ’ χρονώνε. Πριν κάνα χρόνο, η φαμίλια του, είχε κατέβει από του Κοιλιωμένου τσι Βαρρές. Έζηανε σε ένα μικρό, πέτρινο σπίτι στα Καλοφωνέικα, φαμόζα φαμίλια, είχε δώκει τσι γονέους δουλειά.

Την ώρα ευτούνη, εκαθόντανε κάτου από μια λεμονιά κι έπαιζε με τα χώματα. Παραδίπλα ήτουνα η νόννα του, που την είχανε φέρει κι έζηε μαζί τσους.

Με την μεγάλη αντάρα, η μάνα του αρχίνησε να φωνάζει και να ψάχνει το μοναχοπαίδι τσης. Δεν ενόγαε πως εκειό ήτουνα όξω. Μπαινόβγαινε μες στο σπίτι -μήτε μουρλή- που είχε αρχίσει να καταρρέει και φώναζε απερπισμένη που δεν το ‘βρισκε. Τελευταία εκοίταξε κάτου από το κρεβάτι, φοβούμενη πως εκειό εσκιάχτηκε και τρούπωσε. Τσίποτις.

Βγαίνοντας όξω στην αυλή, αντίκρυσε το παιδί μες στην αυλή. Το σπιτάκι οπίσω τσης, εγίνηκε ένας σωρός πέτρες και μπουχός. Λίγες πέτρες εκυλήσανε μέχρι τα ποδαράκια του παιδιού, κάτου από τη λεμονιά.

Ανώνυμη, Ζάκυνθος

58 ετών

Η Μητέρα μου ήταν από την Άνω Βολίμα αλλά εκείνες τις μέρες έμεναν στο Κορίθι με τους γονείς της όπου είχαν σπίτι. Η μητέρα μου ήταν στον επάνω όροφο κι εκείνη τη στιγμή κατεβαίνοντας τη σκάλα είδε ένα κύμα στον αέρα που ερχόταν τρέμοντας. Όταν σε κλάσματα δευτερολέπτων έφτασε εκεί, τη βρήκε στη σκάλα όπου την έριξε μαζί με τον τοίχο του σπιτιού που έπεσε επάνω της και την πλάκωσε!

Τη θυμάμαι να μου λέει ότι ήρθαν καράβια από το Ισραήλ, πήραν με φορεία τους τραυματίες και τους μετέφεραν στην Αθήνα σε Νοσοκομεία για νοσηλεία. Έμεινε εκεί μέσα για έξη μήνες γιατί είχε σπάσει τη σπονδυλική της στήλη! Αυτό το περιστατικό σημάδεψε τη ζωή της. Μια ζωή πολύ δύσκολη γιατί το τραύμα την ενοχλούσε πάντα!

Λουίζ Μόρφη, Ρόιδο

56 ετών

Δεν ήμουν τότε στη Ζάκυνθο.

Όμως, από διηγήσεις, των πεθερικών μου, θυμάμαι πως το πατρικό σπίτι του άνδρα μου δεν γκρεμίστηκε εξ ολοκλήρου, αλλά λόγω σοβαρών ζημιών, κατέστη ακατοίκητο! Έβλεπαν όλοι τρομοκρατημένοι τον καπνό από τη μεγάλη φωτιά στη χώρα που προχωρούσε ακάθεκτη κι έτρεμαν από το φόβο τους πως θα φτάσει μέχρι το Ρόιδο! Βοηθούσε ο ένας τον άλλον να βγάλουν και να προσπαθούν να περισώσουν ό,τι μπορούσαν από τα γκρεμισμένα σπίτια τους πριν φτάσει εκεί η φωτιά!

Από το φόβο τους έτρεχαν αλαλιασμένοι χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν!

Επίσης, θυμάμαι να λένε, πως το Γεφυράκι του Ξιφίτα γκρεμίστηκε κι αποκόπηκε η περιοχή από την χώρα!

Μαρία Μούσουρα, Μπανάτο

60 ετών

Δεν είχα γεννηθεί τότε, αλλά θυμάμαι τη Μανούλα μου και άλλους να μιλάνε για τους σεισμούς!

Με το μεγάλο φοβερό σεισμό γύρω στις 2.20 μ.μ. τα ζώα δεν μπορούσαν να σταθούν όρθια κι έπεφταν κατάχαμα…καθώς και οι άνθρωποι. Μεγάλος μπουχός -σύννεφο έπνιξε την ατμόσφαιρα! Τα σπίτια που δεν σωριάστηκαν, ήταν ακατάλληλα κι ο κόσμος κοιμόταν στην ύπαιθρο. Οι κάτοικοι της πόλης βγήκαν προς τα έξω στα χωριά. Αργότερα πολλοί εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Λούμπας κατά μήκος του δρόμου, σε πρόχειρα παραπήγματα , κάνοντας και μικροπωλήσεις σε αγαθά και είδη που εμπορεύονταν προ του σεισμού στην πόλη, ανταλλάσσοντάς τα με αγροτικά προϊόντα, αυγά, σταφύλια, λάδι, φάβα, κουκιά, αγκινάρες και άλλα είδη παραγωγής τους που τους περίσσευαν, που τα έμπαζαν οι κάτοικοι του χωριού ερχόμενοι από την πόλη.

Υπήρχε οργασμός για να φτιάξουν απ΄ αρχής τα σπιτάκια τους και να ανοικοδομηθεί ξανά η πόλη. Δόθηκαν αρωγές-δάνεια και οι σχετικές άδειες, που ισχύουν ως τώρα για τα υπάρχοντα μέχρι σήμερα σπίτια. ( διότι ακολούθησαν κι άλλοι σεισμοί όπου πολλά σπίτια από αυτά επλήγησαν και κατεδαφίστηκαν). Δεν υπέστησαν καμία ζημιά τα ξυλότυπα ή λυόμενα σπίτια του Καλλιπάδου-Χουρχουλιδιού και τα οποία υπάρχουν ακόμα. Αυτά δωρίστηκαν από την Αγγλία στους μόνιμους κατοίκους της περιοχής που ήταν άστεγοι!

Γιούλια Τζαντζαμινάκη, Χώρα

57 ετών

Ο Νόνος μου, είχε ένα Γαλακτοπωλείο στην ονομαζόμενη σήμερα 21 Μαΐου, περίπου στα μισά από πλατεία μέχρι σημερινής Νομαρχίας. Το κτίριο το είχε αγοράσει πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Νόνα έμενε στο χωριό με τα ανύπαντρα παιδιά. Ο Νόνος στον πίσω δρόμο στη χώρα, είχε ένα μικρό μπακάλικο. Το κτίριο πίσω είχε αυλή και πηγάδι και είχε κότες εκεί. Με το σεισμό παγιδεύτηκε από τα χαλάσματα κοντά στην αυλή και κατάφερε να συρθεί πάνω στις κουτσουλιές και να βγει σώος! Την ώρα του σεισμού, ο πατέρας μου ερχόταν με το κάρο στη χώρα, γιατί ανησυχούσε η Νόνα μου πώς είναι ο Νόνος μου μετά από τους πρώτους, πρωινούς σεισμούς.

Έτσι ο μεγάλος καταστροφικός σεισμός τον βρήκε στο δρόμο, όπου έπεσε το άλογο και τουμπάρισε το κάρο.

Ευτυχώς τόσο ο Νόνος μου στη χώρα όσο και η Νόνα στο χωριό, αλλά και ο πατέρας μου που αναποδογυρίστηκε το κάρο, δεν έπαθαν απολύτως τίποτα! Επί πλέον, το σπίτι στο χωριό, έπαθε μόνο μικροζημιές ενώ άλλα σπίτια γύρω γκρεμίστηκαν!

Γωγώ Μαρίνου, Χώρα

60 ετών

Από θύμησες των γονιών μου, αυτά που ξέρω είναι τα γνωστά.

Από την πεθερά μου, Ευμορφία Βισβάρδη, από το Μουζάκι, όμως, έχω ακούσει τα ακόλουθα. Έμεναν νιόπαντροι με τον πεθερό μου, Διονύσιο Κεφαλληνό, που δούλευε Ταμίας στην Ιονική Τράπεζα από το 1938, στη χώρα και ενοικίαζαν τον πρώτο όροφο στο κτίριο που ήταν το Εργατικό Κέντρο, το οποίο βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την εκκλησία των Αγίων Πάντων. Ήταν ένα πολυτελέστατο κτίριο με διαμερίσματα το οποίο διέθετε δύο σκάλες, μία για τους επίσημους επισκέπτες και μία για το υπηρετικό προσωπικό. Ήταν γεμάτο πολυελαίους και χαλιά από την Περσία, τα οποία τα είχε ντύσει με αυτά ο ιδιοκτήτης που ήταν Αρχιτέκτονας. Ε, λοιπόν, το πρώτο σπίτι που έπεσε με το σεισμό, ήταν αυτό, γιατί τα θεμέλια του ήταν στον αέρα. Το παράδοξο είναι, ότι εκείνες τις ημέρες, ο πεθερός μου παζάρευε να αγοράσει τον πρώτο όροφο, αλλά τους πρόλαβε ο σεισμός.

Την πεθερά μου, την έβγαλε το Συνεργείο από τα ερείπια την επόμενη μέρα, αφού είχε γλιτώσει κάτω από τη σκάλα με ελαφρά κατάγματα και κάποια φορέματα της, τα μάζευαν από τα ερείπια και τα σήκωναν με ένα καλάμι .

Στο ισόγειο του κτιρίου, ήταν το Καφενείο Tourist, αν δεν κάνω λάθος, το είχε ο Θεόδωρος Καρυδάκης και η πιάτσα ταξί.

Παναγιώτης Κοντοσταυλάκης, Κερί

59 ετών

Γεννήθηκα πολύ αργότερα.

Έχω ακούσει που έλεγαν ότι στο Κερί η μόνη ζημιά που έγινε, ήταν ένα βροντάλε που έπεσε και οι βράχοι που ξεκόλλησαν στον Πηδηκιά. Ο φόβος και ο τρόμος, όμως, πολύ μεγάλος, δεν έμπαιναν στα σπίτια τους, ήταν έξω στα χωράφια. Όταν, όμως, έκανε σεισμό έτρεχαν αλλόφρονες μέσα στα χωράφια…έτσι χωρίς κατεύθυνση. Αυτό που θυμάμαι να λένε για τον παππού μου τον Κωνσταντίνο είναι ότι όταν πήγαινε να κοιτάξει τα βρόχια και κούναγε, βλαστήμαγε και έλεγε « θα σταματήσεις το κούνημα ωρέ να σώσω τα τρυγόνια»; Μιλάμε για βρόχια σε πεύκα 15 μέτρα ψηλά! Στο σπίτι τους στην Ανάληψη επίσης, τότε μαγείρευαν σε πήλινες παδέλες τις οποίες στήριζαν πάνω σε πέτρες και από κάτω έβαζαν φωτιά με ξύλα. Όταν λοιπόν κούναγε, η γιαγιά μου η Γιούλια έτρεχε μέσα στα χωράφια και φώναζε: «Αν μου κουπώσεις την παδέλα, εχάθηκα…σταμάτα βλοημένε».

Το άλλο που θυμάμαι να λένε, είναι πως με την πυρκαγιά στη χώρα, τα αποκαΐδια και σελίδες μισοκαμένες, έφταναν στο Κερί!

Παναγιώτης Κλαυδιανός , Φιολήτι

57 ετών

Γεννήθηκα πολύ αργότερα, από αφηγήσεις των γονιών μου, όμως, παραθέτω τα εξής:

Ο Νιόνιος ο Βλαχιώτης από το Φιολήτι, γείτονας, ψάλτης και κανταδόρος, βρέθηκε στη χώρα με το μεγάλο σεισμό και καταπλακώθηκε από ντουβάρια. Φαινόταν μόνο τα χέρια του. Άκουσε τις φωνές του ένας διερχόμενος Δρακιώτης ο Βρετός; Χιώνης; Στεργιώτης; Δεν είμαι σίγουρος, ο οποίος με τη βοήθεια ενός φαντάρου τον έβγαλαν ημιλυπόθυμο, τα κατάφερε τελικά χάρη στην έγκαιρη επέμβαση και επέζησε!

Μία άλλη μαρτυρία από το Νιόνιο Μυλωνά Βιβλιοπώλη. Η Μάνα ή Νόνα του, (δεν είμαι σίγουρος), ονόματι Στέλλα, κάηκε ζωντανή στο σπίτι τους στη χώρα στην Ανάληψη. Μολονότι κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες να την απεγκλωβίσουν, στάθηκε αδύνατο…άκουγαν μόνο τις κραυγές της για βοήθεια…

Ήταν και μια πολύ φτωχιά κοπέλα από το Φιολήτι, ας την πούμε Κατίνα, που τραυματίστηκε βαριά, την μετέφεραν στην Πάτρα σε Νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν βγήκε, πήγε παραδουλεύτρα στην Αθήνα, γιατί στο χωριό και να γυρνούσε, δεν είχαν τίποτα. Στάθηκε τυχερή, παντρεύτηκε έναν πολύ γνωστό, τότε, γιατρό των Αθηνών και άλλαξε ριζικά η ζωή της! Σήμερα, είναι 85 χρονών!

Οι σεισμοί κι ο τραυματισμός της, έγιναν αφορμή να αλλάξει η ζωή της προς το καλύτερο!

Το άλλο που θέλω να θίξω εδώ, είναι ότι οι σεισμοί ήταν το έναυσμα, ας πούμε, για Μετανάστευση πολλών Ζακυνθινών προς Αυστραλία, Αμερική, Καναδά και αλλού!

Αθηνά Λυκούρεση, Λιθακιά

65 ετών

Δεν είχα γεννηθεί τότε. Μεγαλώνοντας θυμάμαι το Μπαμπά μου να διηγείται πολλές φορές πώς γλίτωσε τότε.

Το πρωί της Τετάρτης, όπου είχαν ήδη προηγηθεί σεισμοί από την Κυριακή καθώς και αυτός γύρω στις 11.00-11.30, ο Μπαμπάς με ένα φίλο του είχαν κινήσει για τη χώρα, δεν θυμάμαι αν πήγαιναν με τα πόδια ή αν είχαν ποδήλατο, όπου είχαν γνωστούς και φίλους για να δουν τι γίνονται. Φτάνοντας κοντά στον Άγιο Χαράλαμπο ο φίλος του επέμενε να προχωρήσουν για μέσα προς τον Άγιο. Ο Μπαμπάς λες από ένστικτο, του λέει, όχι, ας περιμένουμε εδώ, πάμε προς τα δεξιά εκεί που σήμερα είναι η Σταφιδαποθήκη. Εκεί τους βρήκε ο φοβερός σεισμός των 2.20 περίπου όπου γκρεμίστηκαν όλα γύρω και δεν έμεινε λίθος επί λίθου. φόβος, τρόμος και φωνές απελπισίας από παντού.

Δυο φίλοι Λιθακιώτες που είχαν προχωρήσει για τη χώρα, σκοτώθηκαν. Αν είχαν προχωρήσει ο Μπαμπάς κι ο φίλος τους, θα είχαν σκοτωθεί και αυτοί Σκοτώθηκαν κάμποσοι Λιθακιώτες. Τους μετέφεραν πάνω σε σκάλες, πού να βρεθούν φορεία. Ανάμεσα στους νεκρούς και τραυματίες, πολλά δευτεροξάδελφα, χωριανοί και φίλοι.

Έτσι γλίτωσε ο Μπαμπάς μου!

Νικολέτα Λυκούρεση, Ρόιδο

64 ετών

Αυτά που έχω ακούσει, από τον άνδρα μου τον παπά Σκοπιώτη και τον πεθερό μου, επίσης παπά, είναι τα εξής.

Την ημέρα που έγινε ο σεισμός ο πεθερός μου ήταν στη χώρα κοντά στην Ανάληψη και τον πλάκωσαν τα χαλάσματα, κατάφερε και βγήκε με το ράσο χίλια κομμάτια και γεμάτος σκόνες. Η πεθερά μου η παπαδιά, να τρέχει σαν τρελή με το παιδί στην αγκαλιά της και να φωνάζει μέχρι να τον βρει.

Ταυτόχρονα έπιασε και η φωτιά, γιατί ήταν ώρα που μαγείρευαν οι γυναίκες, αλλά και από τους φούρνους που έψηναν ψωμιά.

Το θλιβερό είναι, ότι μερικοί βρήκαν ευκαιρία και λεηλάτησαν σπίτια και κοσμηματοπωλεία παίρνοντας ό,τι ακριβό εύρισκαν μέχρι και εικόνες!

Στέλιος Μποζίκης, Μπανάτο

60 ετών

Η Μάνα μου ήταν από τη Νάξο κι ο Πατέρας μου από τις Μαριές.

Στα βουνά, δεν έγινε ο χαλασμός που έγινε στη χώρα και στα άλλα χωριά.

Έπεσαν μόνο λίγα παλιόσπιτα. Απλά θυμούνται, έναν έντονο σεισμό που τους έκανε να βγουν από τα σπίτια κάπως τρομαγμένοι. Όμως, ούτε καταστροφές έγιναν ούτε νεκροί υπήρξαν!

Μαρία Κάπαρη, Αθήνα

50 ετών

Από διηγήσεις του Μπαμπά μου, κι από το βιβλίο του, «Μια βραδιά στη Λιθακιά» και ιστορίες που μας έλεγε, οι μνήμες πολύ ζωντανές! Θυμάμαι έντονα τις λέξεις, αγωνία, πόνος, απόγνωση. Η θεία μου η Μαρία, αδελφή του Μπαμπά μου, θεωρεί ότι στιγματίστηκε για πάντα, γιατί της δημιουργήθηκαν σοβαρά θέματα υγείας από το σοκ που υπέστη, καθώς ήταν μικρούλα περίπου 10 χρονών. Φυσικά ο Μπαμπάς μου, προκειμένου να μη μας φοβίζει περιέγραφε πιο ελαφριά τα πράγματα, βεβαιώνοντας μας, ότι τα σπίτια μας τώρα είναι γερά και να μη φοβόμαστε τίποτα! Ο γλυκός μου, κατάφερε να μην πανικοβαλλόμεθα με τους σεισμούς γιατί πάντα θεωρούσα ασφαλή όποια σπίτια ζούσα, κάτι που μόνο ουτοπικό είναι. Στην ουσία, ασφαλής ήμουν μόνο στα σπίτια που εκείνος είχε χτίσει για να ζούμε εμείς!

Σπύρος Αγγελόπουλος, Αθήνα

79 ετών

Από το νησί, είχαμε φύγει από το 1945 για Πάτρα, ήταν ο Πατέρας μου από εκεί.

Τότε ήμουν 11 χρονών, φεύγοντας, προσπάθησα να ξεχάσω, στο σπίτι μας δεν μιλούσαν για το σεισμό, τουλάχιστον μπροστά μου, αν και είχαμε συχνές επισκέψεις από συμπολίτες! Εκείνη την εποχή, είχαμε πάει Ζάκυνθο για διακοπές στον Άγιο Κήρυκα σε κτήμα θείου μου. Αν και φυσικά νιώσαμε τους σεισμούς, αργήσαμε να καταλάβουμε τι ακριβώς είχε γίνει. Πανικός δεν υπήρξε, μια- δυο μέρες μετά φύγαμε με καΐκι για Κατάκολο. Έκανα χρόνια να ξαναπάω στο νησί. Στο σπίτι του θείου, υπάρχει ακόμα το Λυόμενο, το σπίτι έπαθε ζημιές, αλλά άντεξε!

Φεύγοντας, είδα στο Λιμάνι, ένα ή δύο πλοία με μια παράξενη σημαία, ρώτησα τη Μητέρα μου, μου είπε, είναι από το Ισραήλ! Πέρασαν χρόνια για να καταλάβω πως μια Χώρα, 5 ετών τότε, ήταν από τις πρώτες που ήλθαν για βοήθεια!

Ελένη Ξενόφου, Παντοκράτορας

69 ετών

Το πατρικό σπίτι του συζύγου μου βρίσκεται επί του εθνικού δρόμου Ζακύνθου-Κεριού, στον Παντοκράτορα, στο όριο με τη Λιθακιά. Όταν έγινε ο καταστροφικός σεισμός του 1953 ζούσαν σε άλλο παλιό σπίτι δύο οικογένειες μαζί, του πεθερού μου και του αδελφού του. Την ημέρα εκείνη εσείστηκε όλη η γη, όπως το περιέγραψαν τότε. Αυτό το σπίτι, δεν γκρεμίστηκε αλλά υπέστη πολλές φθορές. Κοιτάζοντας προς τη μεριά της χώρας, έβλεπαν πολλή σκόνη και αργότερα καπνούς λόγω της μεγάλης φωτιάς από την οποία επήλθε και η ολική καταστροφή. Στα 100 περίπου μέτρα, από αυτό το παλιό σπίτι, (δεν υπάρχει τώρα), έχουμε οικογενειακό Εκκλησάκι, αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο, που το είχε κτίσει περί το 1890 ο προπάππος του συζύγου μου που ήταν ιερέας. Το Εκκλησάκι, δεν γκρεμίστηκε ιερουργούσαν και συνεχίζει να ιερουργείται από εμάς σήμερα. Αργότερα τους έδωσαν ένα Λυόμενο σπίτι και υλικά και έφτιαξαν μία παράγκα διότι ήταν δύο οικογένειες.

Είχαν ήδη φτιάξει πριν το σεισμό και ένα δεύτερο σπίτι καινούριο που δεν γκρεμίστηκε αλλά υπέστη κάποιες φθορές, τις οποίες αποκατέστησαν και κατοικήθηκε από τους γονείς του συζύγου μου.

Αυτές είναι οι μνήμες των ανθρώπων της οικογένειας Ξενόφου, από τον καταστροφικό και φονικό σεισμό της αποφράδας ημέρας του Αυγούστου του 1953.

π. Νικόδημος Κεφαλληνός, Βαρρές Ζακύνθου

48 ετών

Για τους σεισμούς έχω ακούσματα από παππούδες. Η Μητέρα μου ήταν μόλις 2 ετών και δεν θυμάται κάτι, ενώ ο μακαρίτης ο Πατέρας μου γεννήθηκε στην Αθήνα.

Το πατρογονικό σπίτι έπαθε αρκετές ζημιές ήδη από τους πρώτους σεισμούς, με αποτέλεσμα όλοι να μετακομίσουν σε διώροφη Καλύβα κάτι που συνηθιζόταν τα Καλοκαίρια εξ αιτίας της ζέστης. Αυτό ήταν σωτήριο για τον αδελφό της Μητέρας μου, γιατί ήταν βρέφος και με το μεγάλο σεισμό ολόκληρος ο τοίχος, έπεσε στην κούνια του! Ευτυχώς, βρισκόταν στην Καλύβα και η γιαγιά μου, μας διηγείτο ότι μόλις τον είχε θηλάσει κι εκείνη τη στιγμή κατέβαινε από τη σκάλα.

Αυτό που μας έλεγε χαρακτηριστικά ήταν ότι είχε την αίσθηση ότι οι κορυφές των δέντρων ακουμπούσαν στο έδαφος!

Απίστευτη η βουή και πολλή σκόνη, κατά το ζακυνθινό, μπουχός.

Μαργαρίτα Νικολοπούλου, Αθήνα

54 ετών

«Εσείς, πού ήσασταν το '53»;

Θυμάμαι να ρωτώ συχνά μεγάλους ανθρώπους ντόπιους κάθε φορά που βρισκόμουν για διακοπές στη Ζάκυνθο ή στην Κεφαλονιά, εισπράττοντας περίεργα βλέμματα από την παρέα μου που συνήθως αγνοούσε εντελώς τι έγινε « το '53». Έχοντας περάσει όλα τα καλοκαίρια μου στον κάμπο της Ηλείας, τότε που ακόμα υπήρχαν αμπέλια και αλώνια με σταφίδες, και με καταγωγή γιαγιάς από το Μπανάτο της Ζακύνθου άκουγα συχνά τους μεγάλους - συνήθως βράδυ, κάτω απ’ την περγουλιά με τη γκαζόλαμπα – να μιλάνε για το '53.

1953. Μια χρονολογία - ρωγμή στο χρόνο για τους παρεπιδημούντες τις νότιες ακτές του Ιονίου. Στο χάσμα «που άνοιξε ο σεισμός» εξαφανίστηκε ένας πολιτισμός αιώνων, εκείνη η αβρή, χαριτωμένη νότα δηλωτική των Επτανήσων. Σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα οι ζωές κι από τη μια κι από την άλλη πλευρά του Ιονίου – πώς να ξεχάσεις; Εκείνη την αποφράδα μέρα, η οικογένεια του πατέρα μου ξεκαλοκαίριαζε στο «μετόχι» της κοντά στη Γαστούνη – είχαν βλέπεις δίπλα τους το κτήμα με τη σταφίδα. Ένα «σπιτόπουλο» δύο δωματίων όλο κι όλο, φτιαγμένο από πλίθα (φύλαξέ με από νερό να σε φυλάξω από σεισμό). Μπροστά του ένας θεόρατος πλάτανος, φυτεμένος από τον προπάππου μου μ’ ένα πηγάδι. Και μέσα στην κάψα του καλοκαιριού η γη άρχισε να σείεται και να τρέμει με φοβερό βουητό. Τα κλαδιά του πλάτανου γείρανε κι ακούμπησαν τη γή ενώ το νερό από το πηγάδι ξεχείλισε μέχρι το φιλιατρό. Μεγάλοι άνθρωποι και δεν μπορούσαν να σταθούν ορθοί από την σφοδρότητα του σεισμού. Εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο πέρα, στην Β. Εύβοια, η οικογένεια της μητέρας μου έχτιζαν ξανά το σπίτι τους που είχε καεί στη διάρκεια του εμφυλίου. Όλο το νοικοκυριό, κουζίνα, λάτρα, πλύσιμο είχε μεταφερθεί έξω στην αυλή. Πολλά τα παιδιά, όσα δεν έλειπαν στα χωράφια ή στο εργοστάσιο χαρτιού, ξαπόσταιναν ξαπλωμένοι σε «κουρέλες» κάτω από τη σκιά της βερικοκιάς. Η δόνηση ήταν τόσο δυνατή που τους έκανε να πεταχτούν έντρομοι μια και ένας σεισμός δεν ήταν και τόσο σύνηθες φαινόμενο σε εκείνα τα μέρη. Ώρες αργότερα, βλέπεις τότε δεν ταξίδευαν τα νέα τόσο γρήγορα, θα μάθαιναν από το μοναδικό ραδιόφωνο που υπήρχε στο χωριό για τη συμφορά που χτύπησε τα Ιόνια. Κι αν πέρασαν τόσα χρόνια από τότε, δεν πρέπει και δεν γίνεται να ξεχάσουμε. Ο σεισμός – ακραίο φυσικό φαινόμενο- μας δίδαξε πολλά με τρόπο σκληρό κι απόλυτο. Τα μαθήματα εκείνα δεν πρέπει να τα ξεχάσουμε. «Εσείς, πού ήσασταν το ’53»;

Διονυσία Μούσουρα, Μελβούρνη

81 ετών

Ας μου επιτρέψετε σαν επίλογο σε αυτή τη Μελέτη-Έρευνα, να τελειώσω με λίγες λέξεις που συνοψίζουν όλη την καταστροφή και που αναφώνησε ένας απλός Μποχαλιώτης, όταν από τα μουράγια της Χρυσοπηγής, αντίκρυσε δακρυσμένος τη χώρα παραδομένη στις φλόγες:

Μπουχούρα, Καπνούρα κι ο κόσμος ανάποδα!

Σας Ευχαριστώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: