Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ
-Μα αφού σου ορκίστηκα Φραντζικούλα μου,
δε με πιστεύεις;
-Τι να πιστέψω από σένανε μωρέ αχαΐρευτε,
εσύ δεν έχεις ούτε ιερό ούτε όσιο.
- Μα δε σου ορκίστηκα σε όσιους, κυρά μου.
Έκαμα όρκο, που αν τον πατήσω θα πέσει φωτιά να με κάψει!
-Ουστ από δω κοπρόσκυλο, κακό χρόνο να ’χεις
όπου τόλμησες να πιάσεις στο βρομόστομά σου το όνομα της μανούλας μου!
-Μα εγώ για καλό το έκαμα, επειδή ξέρω
πόσο πολύ την αγαπάς σου ορκίστηκα στη
ζωή της, για να την τιμήσω!
-Μενεγή, το καλό που σου θέλω, άσε τις κοροϊδίες γιατί μα τον Άγιο δεν το ΄χω για τίποτα να σου φέρω το κλαρώνι [:τσόκαρο] στο καύκαλό μπας και κουνηθεί το μυαλό σου και πάει στη θέση του. Άκου εκεί ορκίστηκε στη ζωή της μανούλας μου.
Σε αυτό το σημείο, μαζευόταν πάντα ο Μενεγής,
γιατί ήξερε με τι είχε να κάνει.
Καλή-χρυσή η Φραντζικούλα αλλά το χέρι
της κομματάκι βαρύ.
Η Φραντζικούλα και ο Μενεγής, ήταν δυο
απλοϊκοί άνθρωποι σαν πολλούς της εποχής
και ζούσαν σε ένα ορεινό χωριό.
Ούτε πλούσιοι, ούτε φτωχοί, ούτε όμορφοι
ούτε άσχημοι, ούτε καλοί ούτε κακοί!
Ανήκαν στα συνηθισμένα ζευγάρια της
μακρινής εκείνης εποχής, της δεκαετίας του '30.
Ούτε ευτυχισμένοι ούτε και δυστυχισμένοι, αλλά και να ήταν δυστυχισμένοι,
δεν το ήξεραν. Σε τέτοιες περιπτώσεις λέγανε: η τάδε ή ο τάδε δεν περνάει καλά,
όχι δεν είναι ευτυχισμένος/η. Απλά τους
πάντρεψαν με προξενιό οι γονείς τους κι αυτό ήταν. Ούτε τους ρώτησαν αν θέλει ο
ένας τον άλλον ούτε αν είναι ευτυχισμένοι.
Έκαμαν τέσσερα παιδιά, ένα «του Θεού», όπως
αναφέρονταν στα αρσενικά και «τρία με το συμπάθιο», όπως έλεγαν τότε όταν αναφέρονταν
στα θηλυκά.
Έμοιαζαν σε πολλά το ζευγάρι, διέφεραν
μόνο στο μπόι. Μέτριος ο Μενεγής, πρώτο μπόι η Φραντζικούλα. Καλός και ήσυχος ο
Μενεγής, αλλά είχε ένα άσχημο χούι. Ήταν τζογαδόρος. Βέβαια χρήματα δεν υπήρχαν. Αλλά όταν ξέμενε και χρεωνόταν, ο
Μενεγής έβαζε χέρι στα χωράφια και λιοστάσια που πήρε προίκα από τη Φρανζικούλα
και ήταν στο όνομά του. Γιατί το χρέος από τζόγο ήταν χρέος τιμής τότε, έπρεπε
να πληρωθεί πάση θυσία! Φυσικά, αυτά τα αγνοούσε η Φραντζικούλα γιατί τα
σκέπαζε η λεγόμενη, «συμφωνία κυριών», μεταξύ
πωλητή και αγοραστή όπου αμφότεροι τηρούσαν απόλυτη σιγή. Αυτό γινόταν αν όχι σε όλους τους γάμους,
σε πολλούς. Την Παρασκευή που πήγαινε ο γαμπρός με το συμπεθεριό να πάρουν τα προικιά, κατ' απαίτηση του πεθερού
ή του ίδιου του γαμπρού, παρευρισκόταν και Συμβολαιογράφος, ώστε να γίνει
μεταβίβαση στο όνομα του γαμπρού ότι ρευστό χρήμα ή ακίνητη περιουσία, σπίτι ή κτήματα, έπαιρνε προίκα η νύφη. «Γιατί η
γυναίκα δεν είναι σε θέση να κουμαντάρει περιουσία, χρειάζεται άνδρας για αυτή
τη δουλειά».
Πολλά προξενιά ναυάγησαν τότε, γιατί ο πατέρας ή τ΄ αδέλφια αν υπήρχαν ή η ίδια η νύφη πολλές φορές, δε δεχόταν τέτοια συμφωνία, όπου η γυναίκα δεν είχε καμία οικονομική ασφάλεια ή ανεξαρτησία, αφού η προίκα της πήγαινε στο όνομα του άνδρα.
Ο πατέρας της Φραντζικούλας παρασύρθηκε από τα μεγάλα λόγια του γαμπρού και του έγραψε ότι είχε και δεν είχε η Φραντζικούλα. Eκείνη πάλι, ούτε που σκέφτηκε να διαμαρτυρηθεί.
Μεγάλωσαν τα παιδιά τους, καθένα βρήκε το δρόμο του, παντρεύτηκαν
σε νεαρή ηλικία τα κορίτσια και έφυγαν από το πατρικό. Μέχρι τότε ο
Μενεγής, δεν τολμούσε να βάλει χέρι στην περιουσία, άσε που χρειάστηκε να προικιστούν
οι κόρες κι έφυγαν κάμποσα χωράφια.
Ο γιος πήρε καλή προίκα και
τακτοποιήθηκε. Ήταν από τα Καμποχώρια η νύφη μοναχοκόρη και πολύφερνη. Τους έχτισε ωραίο σπίτι ο πατέρας
της, γιατί δεν ήθελε να πάει να μείνει στα βουνά η κόρη του και τους κράτησε εκεί
κοντά του.
Έτσι η Φραντζικούλα με το Μενεγή έμειναν
μόνοι και κουτσοπερνούσαν.
Τώρα που δεν είχε υποχρεώσεις ο Μενεγής,
αλλά ούτε και πολλές ασχολίες, άρχισε να περνάει τις περισσότερες ώρες του στο
μαγαζί- καφενείο σπαταλώντας τα λίγα λεφτά, που παίρνανε πουλώντας το λάδι και ότι έβγαζαν τα χωράφια όπου με αυτά έπρεπε να περάσουν όλο το χρόνο. Κάπου εκεί άρχισε να πουλάει,
κρυφά, περιουσία. Όμως, όσα περισσότερα λεφτά είχε στη τσέπη τόσο περισσότερο
έπαιζε και ως γίνεται συνήθως, έχανε.
Και ο χορός των πωλήσεων, καλά κρατούσε.
Έλα, όμως, που μικρός ο τόπος και τίποτα
δεν μένει κρυφό για πολύ. Δεν άργησε η Φραντζικούλα να μάθει τα κατορθώματα του
άνδρα της. Πήγε να τρελαθεί η γυναίκα.
Μα, αντί να τρελαθεί, πλάκωσε στο ξύλο
τον «τριπίθαμο», όπως τον έλεγε και χρειάστηκε να φωνάξουν οι χωριανοί το χωροφύλακα για να τον γλιτώσει από τα
χέρια της.
Το όργανο της Τάξης, αντί να τον
γλιτώσει μόλις άκουσε τι έγινε:
-Ρίχτου καμπόσες ακόμα κυρά μου να αγιάσουν τα χέρια σου και μη στενοχωριέσαι. Ας πάρει τα μούτρα του να κάνει μήνυση, όπως απειλεί, κι εγώ εδώ είμαι.
Χάμου ο Μενεγής, πού σε πονάει και πού
σε σφάζει, να παρακαλεί τη Φραντζικούλα του και να της ορκίζεται πως:
-Σταμάτα, δεν αντέχω άλλο ο καψερός και σου ορκίζομαι να μην ξαναπιάσω τράπουλα.
Το θέμα, όμως τώρα, πήρε διαστάσεις γιατί το έμαθαν οι γονείς της Φραντζικούλας.
Αγριεύει ο πατέρας της, βουτάει την
καραμπίνα λίγο πολύ είχαν όλοι ντουφέκι τότε, αρχίζει τις φωνές η μάνα της:
-Τι πας να κάμεις Γιώργη μου, να μας
κλείσεις το σπίτι για ένα θρασίμι;
-Άστο το παλιοτόμαρο, τον συγύρισε η θεγατέρα
μας και άγια έκαμε. Έπειτα δεν έμειναν και πολλά πια. Τώρα ξέρουμε. Καλά έκαμες
και πήγες και φοβέρισες τον παλιάνθρωπο τον αγοραστή που τα ΄παιρνε για ένα
κομμάτι ψωμί. Από δω και πέρα θα τον έχουμε από κοντά, ας τον φωτίσει η μοίρα
του να κοτίσει [:τολμήσει], πάλι κάτι
τέτοιο κι έγνοια σου, δε χρειάζεται όπλο. Εγώ η ίδια θα του βγάλω τα μάτια να
μείνει γκαβός, το παλιοθρασίμι.
Μετά από όλα αυτά τα ωραία που ο Μενεγής
έγινε ρεζίλι του σκυλιώνε, στ΄ αλήθεια σταμάτησε να παίζει, γιατί δεν είχε και
μούτρα να πάει στο μαγαζί, του είχαν γυρίσει την πλάτη όλοι στο χωριό.
Είχαν περάσει κάμποσα χρόνια από τον
ξυλοδαρμό του Μενεγή από τα «χεράκια» της γυναίκας του. Άσε όπου και τα
πεθερικά του κάθε τρεις και λίγο δήλωναν παρουσία στο σπίτι τους, «στενός
κορσές» είχαν γίνει για το Μενεγή, δεν εύρισκε ησυχία πουθενά.
Περνούσαν τα χρόνια, γερνούσε ο Μενεγής, μες
στην κατήφεια και τη στενοχώρια, αλλά τράπουλα δεν ξανάπιασε.
Εκείνη τη χρονιά, όμως, πολλά χρόνια
μετά που είχαν ξεχαστεί τα ρεζιλίκια, το αποφάσισε ο γέρο Μενεγής.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς και παίρνει φόρα
και με τσαμπουκά που δε σήκωνε κουβέντα ή αντίρρηση:
-Φραντζικούλα, θα πεταχτώ μέχρι το μαγαζί, να πω τα Χρόνια Πολλά στους χωριανούς.
Θα παίξουμε και ένα «Μουτζούρη», έτσι για το καλό του χρόνου.
Φτιάξε κι εσύ τηγανίτες
για το καλό και μέχρι να γίνουν θα είμαι πίσω.
Υποχώρησε η Φραντζικούλα και του λέει: ένα
μοναχά, το άκουσες, τονίζοντας το άκουσες.
-Είπαμε, ένα, απαντάει εκείνος και
φεύγει.
Ήσυχη η Φραντζικούλα, έφτιαξε το χυλό
για τις τηγανίτες και περίμενε να φουσκώσει, γιατί είπε, μέρα που είναι να τις
φτιάξει της προκοπής, έτσι ανάπλασε προζύμι και έβαλε και σταφίδες μέσα. Ανάβει
και συνδαυλίζει τη φωτιά, φουσκώνει και ο χυλός και αρχίζει να τηγανίζει και
ήταν κάμποσες. Τους έριξε και μπόλικο πετιμέζι από πάνω να γλυκάνουν, πού να
βρεθεί ζάχαρη τότε, μα ο Μενεγής πουθενά. Η νύχτα προχωρεί, για να ξενυστάξει τρώει μια
τηγανίτα, μμμ γλύκισμα, ωραίο πράμα, τρώει και δεύτερη και τρίτη η ώρα περνάει,
πουθενά ο Μενεγής, παίρνει την ντερίνα [:λεκάνη] στην ποδιά της και λίγο-λίγο δεν
έμεινε καμία.
Είχε αγριέψει με το Μενεγή και απειλούσε
θεούς και δαίμονες. Αδειάζει το λάδι από το τηγάνι σε μια μπότσα [:μπουκάλα], για
την επόμενη φορά, αφήνει άπλυτο το τηγάνι, ανοίγει την πόρτα, Άδης πυκνός έξω, κατασκότεινα,
την κλείνει και κάθεται κάτω. Κόντευε να
ξημερώσει, έχει σβήσει προ πολλού η φωτιά, τουρτουρίζει η Φρανζτικούλα από το
κρύο γιατί έριχνε χιονόνερο και κάποια στιγμή, ανοίγει η πόρτα και τρυπώνει
μέσα ο Μενεγής. Τρέμει από το κρύο με το
πουκάμισο μοναχά, είχε ντυθεί με τα γιορτινά του, χρονιάρα μέρα ακόμα και το
σακάκι το καλό το γαμπριάτικο φόρεσε, μα γύρισε χωρίς αυτό και τη μάλλινη
μπλούζα.
Σηκώνεται φουριόζα η Φραντζικούλα και ο
Μενεγής που τα χρειάστηκε:
-Φραντζικούλα μου, έτσι για το καλό του
χρόνου για το αντέτι [:έθιμο], είπα να παίξω ένα μουτζ...
Δεν προλαβαίνει να πει τη λέξη ολόκληρη,
αρπάζει η Φρατζικούλα το τηγάνι όπως ήταν μες στις γάνες, και τις μουτζούρες...
-Τι είπες μωρέ ακάθαρμα; Από ένα Μουτζούρη
που είπες πως θα παίξεις εσύ έπαιζες όλη
νύχτα μέχρι που σου πήραν και το σώβρακο; Και δώστου να τον μουτζουρώνει με το τηγάνι
στο κεφάλι, στο πρόσωπο και όπου εύρισκε.
-Όχι, όχι Φραντζικούλα μου το σώβρακο
γλίτωσε. Βλέπεις, το αντέτι κυρά μου.
-Ποιο αντέτι μωρέ καραγκιόζη; Ποιο
αντέτι μωρέ, πανάθεμα την ώρα που βρέθηκες στο δρόμο μου;
Και δώστου να τον γανώνει παντού,
τρέχανε και τα λάδια που είχαν απομείνει στο τηγάνι και δύσκολο να πεις αν ήταν
για γέλια ή για κλάματα ο γέρο Μενεγής.
-Ώστε δε σου πήρανε το σώβρακο ε;
Ετότενες θα σου το πάρω εγώ για να βάλεις μυαλό. Αντιστέκεται ο δόλιος όσο
μπορεί, αλλά κάτι που η Φρααντζικούλα γεροδεμένη και πολύ ψηλότερή του κάτι που
από τις μουτζούρες δεν έβλεπε καλά, κατάφερε η γρία να τον ξεβρακώσει. Πάει να
βάλει τις φωνές ο γέρος που τουρτούριζε κιόλας από το κρύο.
-Αν σου βαστάει μωρέ φώναξε, να μαζευτεί
η γειτονιά και να σε καμαρώσει.
Τσιμουδιά ο γέρος. Κουλουριάζεται σε μία
άκρη και καταριέται τη μοίρα του για την κατάντια του.
Μετά από λίγο, βλέποντάς τον σε τέτοια
περίσταση η γρία, κάπου μαλάκωσε και τον λυπήθηκε χρονιάρα μέρα. Ανάβει τη
φωτιά γιατί είχε παγώσει κι εκείνη, ζεσταίνονται λίγο και ο Μενεγής συνεχίζει να μιξοκλαίει.
Μα σαν την είδε να βάζει την παδέλα στη
φωτιά να βράσει τη κότα για αυγολέμονο,
όπως έλεγαν χθες, αναθαρρεύει, σηκώνεται σιγά και:
-Δώσε μου το βρακί και το σώβρακο μου να
πάω να φέρω λίγα ξύλα μωρή Φραντζικούλα, θέλει πολύ βράσιμο η κότα, γέρικη σαν
κι εμάς.
Φτιάχνει ένα αυγολέμονο η Φραντζικούλα να
«κολλάει μουλάρι», έφαγαν, ήπιαν κι ένα
δυο ποτηράκια, στανιάρανε για καλά ο Μενεγής ορκίστηκε στο «Άγιο κορμάκι του Αγίου
Διονυσίου» πως ουδέποτε θα πιάσει τράπουλα στα χέρια, η γριά του απαντάει:
- Αν τηρήσεις τον όρκο σου, ωρέ Μενεγή, να
μου κοπούν τα χέρια αν σε χτυπήσω άλλη φορά.
Έτσι... μέλι-γάλα έζησαν τα γεροντάκια
μέχρι που έφυγαν από τη ζωή.
Πρώτα η Φραντζικούλα και μετά ο Μενεγής.
δ.μ.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου