Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Νυχθημερόν παρόντες στο "Νυχθημερόν"!

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Ο Γέρος και η καρέκλα

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ-ΤΣΟΥΚΑΛΑ

Αφορμή για το σημερινό κείμενο αποτέλεσε η ωραία ανακοίνωση της αγαπητής φίλης ΜαρίαςΣιδηροκαστρίτη-Κοντονή, για πηγάδια και πηγάδες στη Ζάκυνθο, στο ηλεκτρονικό περιοδικό μας Στον ίσκιο του Ήσκιου. Πρέπει να έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια από τότε που συνέβη αυτό το γεγονός. Άκουγα τη μακαρίτισσα τη Νόνα μου να το κουβεντιάζει με μια γειτόνισσα σαν «παλιό συμβάν», όμως δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη,  ίσως και να μην το ξέθαβα, αν δεν έβλεπα τις πηγάδες και τα πηγάδια της Μαρίας.
Δεν είχε πολλές καρέκλες στο σπιτικό του ο γέρο-Κέκος, τέσσερις-πέντε το πολύ, μα εκείνα τα χρόνια τόσες περίπου είχε το κάθε σπίτι, αλλά είχε και πάγκους ξύλινους, που με μια ανδραμίδα ή κουρελού επάνω (υφαντά μακρόστενα από «κουρέλια» δηλαδή, απομεινάρια από χιλιομπαλωμένα ρούχα, εξ ού και το όνομα, κουρελούδες), γίνονταν εμφανίσιμα και περιποιημένα, πολύχρωμα καθίσματα, ώστε να έχουν πού να καθίσουν οι πολυμελείς -ως συνήθως- τότε φαμελιές.
Πάλεψε πολύ στη ζωή του ν’ αναστήσει επτά παιδιά με φτώχεια και ανέχεια. Δεν είχε δική του μεγάλη περιουσία, σέμπρος ήταν στο αρχοντικό του χωριού. Δούλευε ολοχρονίς εκεί, στις ελιές, στον τρύγο, στα περιβόλια και η Αρχόντισσα, πονετικιά και καλοσυνάτη, γνοιαζόταν πάντα εκείνον και τη φαμελιά του.
Ήταν σε χωριό, όχι μακριά από το Μπανάτο. Σύγγνωμος πάντα με την κυρά του, με σειρά και οικονομία, αλλά και αγάπη, μεγάλωσαν τα παιδιά, παντρέψανε τα τέσσερα κορίτσια τους με φτωχονοικοκύρηδες από τα γύρω χωριά, παντρεύτηκαν και τ’ αγόρια, απόκτησαν και μπόλικα εγγονάκια, βγήκε και το όνομα του Κέκου καθώς και της γυναίκας του της Γιουστίνας και η ζωή τραβούσε μπροστά, όπως πάντα τραβάει καταπώς εκείνη θέλει, χωρίς να σε ρωτάει.
Πολλά μεσολάβησαν όμως μέχρι ν’ αποκατασταθούν τόσα παιδιά και μάλιστα τέσσερα θηλυκά, όπου τόσο ο Κέκος όσο και η Γιουστίνα, όχι μόνο στερήθηκαν και το ψωμί πολλές φορές, αλλά αναγκάσθηκαν να βγουν και στο μεροκάματο για να τα βγάλουν πέρα και να τους εξασφαλίσουν τ’ αναγκαία προικιά και άλλα απαραίτητα. Όχι μόνο αυτό, αλλά, επειδή εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολο να παντρέψεις θηλυκό παιδί χωρίς καθόλου προίκα, πούλησε για τις δυο πρώτες κάτι λίγες ρίζες ελιές που είχε και τους μοίρασε τα λεφτά. Μέχρι να γίνουν της παντρειάς οι δυο μικρές, παντρεύτηκαν τ’ αγόρια και τα λεφτά -γιατί λεφτά ζήτησαν- που πήραν εκείνα προίκα, τα διέθεσαν για να προικίσουν τις δυο μικρότερες αδελφές, ώστε να μείνει δικό τους  ένα αμπέλι που είχε ο Κέκος στον Κάμπο. Δεν ξέρω τι γινόταν σε άλλα μέρη της Ελλάδας εκείνα τα χρόνια, αλλά στη Ζάκυνθο ήταν συνηθισμένο φαινόμενο αυτό, δηλαδή ο αδελφός να προικίζει την αδελφή με την προίκα, σε ρευστό που πήρε εκείνος, ώστε να μείνει στην οικογένεια ό,τι μικρή ή μεγάλη ακίνητη περιουσία υπήρχε.
Οι δύο νεότεροι αδελφοί και μετά το γάμο τους μείνανε στο πατρικό μαζί με το γέρο-Κέκο και τη Γιουστίνα, γριά κι ανήμπορη κι εκείνη. Όμως ο γέρος δε χωράει πουθενά... Βάρος κι ενόχληση τις περισσότερες φορές... Φυσικά βγήκαν από την κάμαρά τους, όπου κοιμόνταν από την ημέρα που παντρεύτηκαν, για να την παραχωρήσουν στον ένα γιο και πήγαν στη μικρή δίπλα. Όταν παντρεύτηκε κι ο άλλος γιος και κατέλαβε και τη μικρή κάμαρα, στο μαγειρείο (έτσι έλεγαν την κουζίνα τότε) έβαλαν δύο στρίποδα με σανίδες επάνω κι ένα αχυρένιο στρώμα και μετακόμισαν εκεί οι γέροι. Φιλάσθενη κι ανήμπορη η Γιουστίνα, δεν άντεξε πολύ. Πήρε των ομματιών της κι έφυγε για εκεί που δε θα ’χε λύπες, πίκρες και στεναγμούς. Μαράζωνε ο γέρο-Κέκος μέρα με την ημέρα… Όσο είχε την κυρά του, μοιράζονταν το λίγο ψωμί, μοιράζονταν και τον πόνο.
Η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ, όταν έπεσε κι έσπασε τον γοφό του. Έμεινε κατάκοιτος για πολύ καιρό. Ποιος να τον γνοιαστεί και ποιος να τον φροντίσει; Οι νυφάδες από τη μια είχαν τα παιδιά τους να φροντίσουν, από την άλλη έπεσε ξεσυνέριση «όχι, σειρά σου να του πλύνεις τα ρούχα», «όχι δική σου»... και πάει λέοντας...
Δεν πέρασε πολύς καιρός και με τη δικαιολογία πως το κρεβάτι πιάνει πολύ χώρο στο μαγειρείο, αυγάτεψε η φαμελιά τώρα και δεν είναι πού να καθίσουν, άσε που, επειδή πονούσε πολύ και σερνόταν, δεν προλάβαινε όλες τις φορές να πάει στο υποτυπώδες, εξωτερικό μέρος, κατουριόταν και μύριζε, άρχισε άλλη φαγωμάρα απ’ όλους πως δεν τον αντέχουν άλλο γιατί βρομάει και του βάλαν τα στρίποδα δίπλα στο στάβλο με τ’ άλογα... Σερνόταν ο έρημος ο γέρος, για να βγαίνει λίγο έξω από το στάβλο, να παίρνει αέρα και να βλέπει τον ήλιο, όπως έλεγε... Πότε-πότε περνούσε και του έκανε λίγη παρέα ένας χωριανός, που ήταν φίλοι από παιδιά, αλλά εκείνος κούτσα-κούτσα με την μαγκούρα κινιόταν ακόμα. Έλεγαν κι οι δυο τον καημό και τον πόνο τους, το γέρο Κέκο τον έπιανε παράπονο μεγάλο.
- Α, ρε, έλεγε, ένας πατέρας και δέκα  παιδιά να έχει και μ΄ όση φτώχεια, θα τάχει όλα χορτάτα και ποδεμένα [εννοούσε: δε θα γυρνούν ξυπόλυτα, είδος πολυτελείας τα παπούτσια τότε], δέκα παιδιά έναν πατέρα δεν μπορούν να τον θρέψουν...
Τα έλεγε κι έκλαιγε. Προσπαθούσαν με τον Τάση, το φίλο του, να σκεφτούν τι θα μπορούσε να κάνει, για να μην μείνει κατάκοιτος όσο ζήσει, να μπορεί να κινείται, να κάνει κάτι, να βοηθάει από ό,τι  μπορεί στο σπίτι, έστω ξύλα να μαζεύει για το μαγέρεμα, να μη μουρμουρίζουν συνέχεια οι νυφάδες.
Και ώ, του θαύματος, ο γέρο-Κέκος το σκέφτηκε μια από τις τόσες άγρυπνες νύχτες που περνούσε στον στάβλο, συντροφιά με τα ζωντανά.  Ήταν όλο χαρά, αλλά και αγωνία αν θα τα κατάφερνε!... Και τα κατάφερε μια χαρά, τόσο, που γύριζε όλο το χωριό και πήγαινε και πέρα στο χτήμα που είχαν κότες και κουνέλια. Πήρε μια καρέκλα και, στηριζόμενος σ΄ αυτήν, άρχισε δειλά-δειλά και με αβάσταχτους πόνους στην αρχή, όλο και με περισσότερο θάρρος και πόνους που προσπαθούσε να μην τους σκέφτεται όσο περνούσε ο καιρός και περπατούσε μια χαρά! Ούτε φυσιοθεραπείες, μήτε Πι, δίχως τερτίπια και πολυτέλειες! Τη… φυσιοθεραπεία την έκανε μόνος του -«ανάγκα και θεοί πείθονται- κι όσο για το Πι, η καρέκλα του τέλεια! Μπροστά η καρέκλα, πίσω ο γέρο-Κέκος, μια χαρά πήγαινε!
Αργότερα, μετά το τραγικό γεγονός, πολλοί και πάνω απ’ όλους ο φίλος του ο Τάσης, υποψιάστηκαν πως σκόπιμα εξασκήθηκε να περπατάει με την καρέκλα, για να μπορεί να φτάσει στο πηγάδι που ήταν λίγο μακριά κι απόμερα... Καλοκαιράκι μεσημέρι, όπου όλοι αποκαμωμένοι από τη δουλειά και τη ζέστη κοιμόνταν, πήρε την καρέκλα του ο γέρο-Κέκος και τράβηξε επάνω για το πηγάδι... Είπαν μετά πως πρέπει να προσευχήθηκε πρώτα. Βρήκαν το καπέλο του δίπλα στο φιλιατρό του πηγαδιού και στο χέρι του σφιγμένο ένα σταυρουδάκι, ίσως από κάποιο βαφτίσι των εγγονιών του... Έβγαλε τον καδινάτσο [σύρτη] από το φιλιατρό, το σήκωσε κι έφυγε να πάει να βρει την κυρά-Γιουστίνα... Εκεί δίπλα έμεινε η καρέκλα και το καπέλο του... Έπρεπε να συναντήσει τον Κύριό του και να σταθεί με σέβας μπροστά του, ξεσκούφωτος, να ζητήσει ταπεινά συγνώμη για την πράξη του...
Πέρασαν μέρες για να τον βρουν... Έξω από το Κοιμητήριο τον έθαψαν - τότε η Εκκλησία δεν συγχωρούσε τους αυτόχειρες… Ευτυχώς και πρόσφατα άλλαξε αυτό...
Με την αγάπη μου σε όλους πάντα,
δ.μ.τ.