e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2021

Βαρύνουσας σημασίας η πρόσκληση του Ουκρανού Προέδρου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη να επισκεφθεί το Κίεβο

Πηγή: Αγγελιαφόρος

Αποκλειστική συνέντευξη του Αναστάσιου Βαβούσκου, νομικού και δρος του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος βρίσκεται από χθες το βράδυ στο Κίεβο, πρωτεύουσα της Ουκρανίας, προσκεκλημένος του προέδρου της χώρας,Volodymyr Zelenskyy, και του Προκαθημένου της Ορθοδόξου Εκκλησίας  Ουκρανίας, Επιφανίου. Αύριο ο κ. Βαρθολομαίος θα συλλειτουργήσει με τον κ. Επιφάνιο στον ιστορικό ναό της Αγίας Σοφίας Κιέβου και στις 24 Αυγούστου θα παραστεί στις εκδηλώσεις, που οργανώνει το κράτος για την 30ή επέτειο της Ανεξαρτησίας της Ουκρανίας. 

Ο δρ. Εκκλησιαστικού Δικαίου, νομικός, Αναστάσιος Αναστάσιος  Βαβούσκος, εκτιμά ότι ”η  σημασία της συγκεκριμένης προσκλήσεως του Προέδρου της Ουκρανίας προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη έχει βαρύνουσα σημασία, που οριοθετείται από τα δεδομένα της υπερχιλιετούς σχέσεως Κωνσταντινουπόλεως και Κιέβου”.

Εν ολίγοις, τονίζει, “η πρόσκληση αυτή καταγράφει την αειθαλή σύζευξη του Ουκρανικού λαού, είτε ως πληρώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας είτε ως πολιτών του Ουκρανικού κράτους, με την Μητέρα Εκκλησία”.


Σε αποκλειστική συνέντευξή του, στην ιστοσελίδα μας ageliaforos.com (το πλήρες κείμενο στο τέλος) ο δρ. Βαβούσκος, ο οποίος πέρσι συνέγραψε την μελέτη Το ουκρανικό ζήτημα”  , επισημαίνει, απαντώντας σε ερωτήσεις μας , μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

*Το «πρόβλημα»   της  αναγνώριση ή όχι της νεοσύστατης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας από τις λοιπές Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες  είναι τεχνητό – και για τον λόγο αυτό και ανύπαρκτο – διότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα αναγνωρίσεως. Σε περίπτωση, που ήθελε γίνει δεκτό, ότι τίθεται τέτοιο ζήτημα, αυτό θα σήμαινε αυτομάτως, ότι η εκάστοτε Πράξη της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με την οποία παραχωρείται αυτοκέφαλο καθεστώς σε μία τοπική Εκκλησία, τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εγκρίσεως της από τις λοιπές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

* Στην περίπτωση της κηρύξεως του αυτοκεφάλου καθεστώτος της Εκκλησίας της Ουκρανίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο ακολούθησε την διαδικασία, που είναι πλήρως κατοχυρωμένη στο Κανονικό Δίκαιο, τόσο ως προς τις προϋποθέσεις όσο και ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Και ας μην ξεχνούμε, ότι ουδεμία επίσημη και έγγραφη ένσταση υποβλήθηκε, από οποιαδήποτε Αυτοκέφαλη Εκκλησία, σε κανένα στάδιο της ακολουθηθείσης διαδικασίας, αν και όλες θα είχαν έννομο συμφέρον για τέτοια ενέργεια, πολλώ δε μάλλον η Εκκλησία της Ρωσίας. 


*Το συλλείτουργο του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου με τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας Ουκρανίας , Επιφάνιο,  υποδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς στις λοιπές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δύο πράγματα. Πρώτον, ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, δηλαδή η κανονικότητα, όπως αυτή εφαρμόσθηκε με την παραχώρηση του αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Ουκρανική Εκκλησία δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγματεύσεως ή συζητήσεως περί πιθανόν ανατροπής του εκδοθέντος Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου. Δεύτερον, ότι ήρτηται ακόμη η υποχρέωση των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, που παρέλειψαν να προβούν στην εθιμοτυπική πράξη αναγνωρίσεως, να προβούν στην σχετική ενέργεια. Πάντως, η αποχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την μη ενεργοποίηση της διαδικασίας για το κανονικό παράπτωμα της ανυπακοής σε συνοδική απόφαση, δεν σημαίνει, ότι παραγνωρίζεται το δεδομένο της τελέσεως του κανονικού αυτού παραπτώματος. Απλώς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δίδει κατά κάποιον τρόπο μια περίοδο χάριτος αορίστου χρόνου, μέχρις ότου καταστεί σαφές το αδιέξοδο της στάσεως των Εκκλησιών αυτών. 

*Έχω, λοιπόν, την αίσθηση, ότι η παραχώρηση του αυτοκεφάλου καθεστώτος δεν προκάλεσε τον διχασμό των Ορθοδόξων Χριστιανών στην Ουκρανία. Αντιθέτως, η εσφαλμένη κανονικώς αντιμετώπιση του θέματος από την Ρωσική Εκκλησία επέτεινε και συνεχίζει δυστυχώς να επιτείνει το προϋφιστάμενο της ανακηρύξεως του αυτοκεφάλου πρόβλημα, μεταφέροντας την παθογένεια του παρελθόντος στο μέλλον της Εκκλησίας αυτής.

*Η συμπεριφορά του Πατριαρχείου Μόσχας δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί. Και τούτο, διότι η αμφισβήτηση της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου να παραχωρεί αυτοκέφαλο καθεστώς είναι πρωτοφανής και πρωτόγνωρη. Ιδίως, αν λάβουμε υπόψιν, όπως προανέφερα, ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην περίπτωση της Ουκρανικής Εκκλησίας για την παραχώρηση σ’ αυτήν αυτοκεφάλου καθεστώτος είναι ίδια και πανομοιότυπη με την διαδικασία που ακολουθήθηκε για την παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος σε όλες τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες από τον 19ο αιώνα και εφεξής. 

*Παρ’ όλα αυτά,  θεωρώ ότι το πρόβλημα δεν είναι άλυτο. Και δεν είναι άλυτο, διότι καταρχήν δεν θα έπρεπε να υφίσταται. Έχω εδραία την πεποίθηση, ότι πρόκειται περί μίας μεγάλης «κανονικής παρεξηγήσεως», η οποία δύναται να αρθεί, εάν οι κακώς διαφωνούσες Ορθόδοξες Εκκλησίες – και ιδίως το Πατριαρχείο Μόσχας – αποφασίσουν να θέσουν επισήμως τις ενστάσεις τους, ώστε να πάρουν τις δέουσες και σύμφωνες με το Κανονικό Δίκαιο απαντήσεις από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και από κει και πέρα, το μόνο που θα απομένει, θα είναι η τυπική και άμεση αναγνώριση του νέου Προκαθημένου, η οποία θα επιφέρει και την άρση της ανύπαρκτης κατ’ ουσίαν διχογνωμίας.

Ο δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος*

Διαβάστε ακολούθως το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του δρος Αναστάσιου Βαβούσκου:

* Ο Αναστάσιος Βαβούσκος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1967 και είναι Δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, από το 1992.
Μετά τη ολοκλήρωση των εγκυκλίων σπουδών του εισήχθη το 1986 στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και αποφοίτησε το 1990 με βαθμό πτυχίου Άριστα, έχοντας λάβει υποτροφία κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο έτος των σπουδών του.
Μετά το πέρας των σπουδών του το 1990 εισήχθη κατόπιν εξετάσεων στο μεταπτυχιακό τμήμα του Τομέα Αστικού, Αστικού Δικονομικού και Εργατικού Δικαίου της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών Θεσσαλονίκης, από όπου έλαβε τον αντίστοιχο μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών επιπέδου Master, με βαθμό πτυχίου Άριστα.
Κατά την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής του το έτος 1998 μετέβη στη Γενεύη Ελβετίας όπου ενεγράφη στο Ινστιτούτο Μεταπτυχιακών Σπουδών Ορθοδόξου Θεολογίας παρά τω Ορθοδόξω Κέντρω του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ Γενεύης, από το οποίο έλαβε τον αντίστοιχο μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών Ορθοδόξου Θεολογίας επιπέδου Master, με βαθμό πτυχίου Άριστα (summa cum laude).
Το 2001 αναγορεύτηκε διδάκτορας του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με τίτλο διδακτορικής διατριβής “Θεμελιώδεις Αρχές Εκκλησιαστικής Δικονομίας – Η αρχή της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των οργάνων απονομής της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης” και βαθμό Άριστα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: