Η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος παρέστη και απηύθυνε χαιρετισμό στην εκδήλωση του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας, το απόγευμα της Δευτέρας, 9 Φεβρουαρίου 2026, στο Πολιτιστικό Κέντρο της Ομογενείας στο ιστορικό κτήριο της Αστικής Σχολής Γαλατά, κατά την οποία την κεντρική ομιλία έκανε, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, η Ελλογιμ. κ. Μαρία Ευθυμίου, ιστορικός και ομότιμη καθηγήτρια πανεπιστημίου.
Στην ομιλία του, ο Παναγιώτατος επεσήμανε ότι κατά την ημέρα αυτή αποτίουμε φόρο τιμής στην ελληνική γλώσσα, “την «μητρική γλώσσα του πνεύματος», η οποία προσέφερε πάμπολλα και ανεκτίμητα στον παγκόσμιο πνευματικό πολιτισμό, στα γράμματα και τις επιστήμες”. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην σχέση της ελληνικής γλώσσας με την χριστιανική θεολογία.
“Ουδόλως είναι τυχαίον ότι η Ελληνική κατέστη η αξονική γλώσσα της χριστιανικής θεολογίας. Διά μέσου αυτής η Εκκλησία διετύπωσε την πίστη της και απευθύνθηκε προς ευρύτερους κύκλους. Προφανώς, η σύζευξη φιλοσοφικής γλώσσας και θεολογίας δεν ήταν ακίνδυνη, αφού, όπως έχει λεχθή, «μέσα από τη γλώσσα διοχετεύεται ολόκληρος πολιτισμός». Με δεδομένη τη δύναμη αυτή της γλώσσας, ήταν πολύ δύσκολο η επίδραση του ελληνικού πνεύματος να παραμείνη μόνον στη γλωσσική επένδυση. Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας επέτυχαν όμως αυτόν τον άθλο, να αποφύγουν δηλαδή τον λεγόμενο «εξελληνισμό του Χριστιανισμού» και όχι μόνον να εκφράσουν με αξιοθαύμαστο τρόπο «μία εξ ολοκλήρου καινούργια εμπειρία» με τη χρήση φιλοσοφικής ορολογίας, αλλά και να ανοίξουν νέους δρόμους και μια νέα οικουμενικότητα για τη φιλοσοφία, και να δείξουν τη δύναμη του ελληνικού πνεύματος και της ελληνικής γλώσσας. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι, στην Πατερική σύνθεση, φιλοσοφική γλωσσική επένδυση και θεολογικό περιεχόμενο αποτελούν ένα οργανικό σύνολο. Η θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας συνέβαλε καθοριστικώς στη διατήρηση και διάχυση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος σε ολόκληρη την οικουμένη.”
Στη συνέχεια, ο Παναγιώτατος επεσήμανε ότι ελληνική γλώσσα και Ορθόδοξη πίστη ανήκουν στον πυρήνα της πνευματικής και πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας του Γένους μας.
“Δεν παύουμε να τονίζουμε τη συμβολή της Εκκλησίας, από την πρωτοχριστιανική περίοδο, τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια, μέχρι και σήμερα, στη διαμόρφωση, στη διάσωση, τον εμπλουτισμό και τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Ίδρυσε σχολεία και Ακαδημίες, δίδασκε τη γλώσσα μας με τη λατρευτική της ζωή, την υμνολογία και τη θεολογία της. Αυτή η γλώσσα ακούγεται και σήμερα στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, μας συνδέει με το παρελθόν και μαρτυρεί τη συνοχή, τη συνέχεια και την ενότητά της. Υπενθυμίζουμε τα λόγια του Ζήσιμου Λορεντζάτου: «Μονάχα μέσα από την πίστη και τη γλώσσα μας σωθήκαμε ως σήμερα, και μονάχα μέσα από αυτά τα δύο θα σωθούμε αύριο».
Ποτέ στην ιστορία του Γένους μας δεν έσβησε ο λύχνος του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Αποτελεί πραγματικό θαύμα το γεγονός ότι τον λύχνο αυτό τοποθετούσαν επί την λυχνίαν Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Ο λαός μας ζούσε την ελληνικότητά του μαζί με τη βίωση της Ορθοδοξίας. Και σήμερα, όπως γράφει ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης, «όσο πιο πολύ αντλούμε από τον εαυτό μας και την ελληνικότητά μας, τόσο πιο πολύ πίνουμε το νερό της Ορθοδοξίας»”.
Σε άλλο σημείο του χαιρετισμού του, ο Παναγιώτατος είπε:
“Είμαστε βέβαιοι, ότι και εσείς, όλοι και όλες αισθάνεσθε υπερήφανοι για τη γλώσσα μας , τη γλώσσα των προγόνων μας και τη δική μας, τη γλώσσα των γηγενών κατοίκων της Πόλης του Κωνσταντίνου, τή γλώσσα της Ομογενείας, που είναι φορέας και εκφραστής του ήθους και του πολιτισμού του προσώπου, της ελευθερίας ως πίστης και αγάπης στην αδιάσπαστη ενότητά τους.
Καυχόμαστε για την υπέροχη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν έργα ασύγκριτα και ανεπανάληπτα. Αυτή τη γλώσσα που, και στην εποχή μας, αποτελεί πηγή έμπνευσης και πυξίδα πνευματικού προσανατολισμού για αμέτρητους συνανθρώπους μας σε ολόκληρη την οικουμένη. Χαιρόμαστε για το ότι τα έργα των Αρχαίων φιλοσόφων και ποιητών κοσμούν τις βιβλιοθήκες της οικουμένης, μελετώνται και συζητούνται, για το γεγονός ότι χιλιάδες ελληνικών και ελληνογενών λέξεων και όρων συναντιώνται στην ορολογία των επιστημών και στις γλώσσες του κόσμου.”
Ο Πατριάρχης συνεχάρη τον Εξοχ. Πρέσβυ κ. Κωνσταντίνο Κούτρα, Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος, για την πρωτοβουλία της εκδηλώσεως, καθώς και την Ευγεν. κ. Μαίρη Κομοροσάνο, Πρόεδρο του Ιδρύματος Αστικής Σχολής Γαλατά, και καλωσόρισε με εγκαρδιότητα την Ελλογιμ. Πανεπιστημιακό κ. Μαρία Ευθυμίου. Με αφορμή το εφετινό θέμα της ομιλίας της κ. Ευθυμίου, «Ρωμαίος – Ρωμιός: ιστορικές συντεταγμένες ενός προσδιορισμού», την οποία πραγματοποίησε αμέσως μετά, ο Παναγιώτατος σημείωσε: “Για εμάς προσωπικώς, οι έννοιες Ρωμιός και Ρωμιοσύνη εκφράζουν την παγκοσμιότητα του ελληνικού πνεύματος στη σύζευξή του με την Ορθόδοξη χριστιανική οικουμενικότητα, όπως αυτές βιώνονται στην καθ’ ημάς Ανατολή”.
Τον Οικουμενικό Πατριάρχη και το πολυπληθές ακροατήριο καλωσόρισε ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στην Πόλη, ο οποίος, μεταξύ άλλων, υπογράμμισε την παγκόσμια αναγνώριση της συμβολής της ελληνικής γλώσσας, ενώ ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο έργο των Ομογενειακών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της Πόλεως και της Ίμβρου, καθώς και στην ουσιαστική προσφορά των εκπαιδευτικών που εργάζονται σε αυτά. Ευχήθηκε δε την επαναλειτουργία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Παρέστησαν Αρχιερείς του Θρόνου, Άρχοντες Οφφικιάλιοι της Μ.τ.Χ.Ε., Εκπαιδευτικοί των ομογενειακών σχολείων, και μεγάλο ακροατήριο.
______
Φωτό: Νίκος Παπαχρήστου
* * *
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι,
Ἐξοχώτατε κύριε Πρέσβυ, Γενικέ Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος εἰς τήν Πόλιν,
Ἐλλογιμωτάτη κυρία Εὐθυμίου,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι,
Εὐγενεστάτη κυρία Μαίρη Κομοροσάνο,
Ἐκλεκτοί παρόντες,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,
Ἀποτίουμε σήμερα φόρον τιμῆς στήν ἑλληνική γλῶσσα, τή γλῶσσα τοῦ Ὁμήρου καί τῆς Σαπφοῦς, τῶν Φιλοσόφων καί τῶν Τραγικῶν, τοῦ Ἀριστοφάνους καί τοῦ Θουκυδίδου, τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Θείας Λειτουργίας καί τῆς ὑμνολογίας. Τιμοῦμε τήν «μητρική γλῶσσα τοῦ πνεύματος», ἡ ὁποία προσέφερε πάμπολλα καί ἀνεκτίμητα στόν παγκόσμιο πνευματικό πολιτισμό, στά γράμματα καί τίς ἐπιστῆμες.
Ἡ ἑλληνική γλῶσσα, οὐσιαστικῶς φιλοσοφική καί στοχαστική, κατευθύνει τόν νοῦ καί τή σκέψη πάντοτε πρός τό βάθος τῶν πραγμάτων, πρός τό οὐσιῶδες, πρός τήν ἀλήθεια, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγε ὁ Δημόκριτος, εὑρίσκεται «ἐν βυθῷ», δέν ἀνήκει μόνον στόν λαό πού τή δημιούργησε, τήν καλλιέργησε καί τήν ἀνέδειξε. Εἶναι κλασσικό, οἰκουμενικό ἀγαθό, «κτῆμα ἐς ἀεί» τῆς ἀνθρωπότητος. Μᾶλλον δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἄνθρωπος στή γῆ τῶν ὀκτώ δισεκατομμυρίων κατοίκων, ὁ ὁποῖος νά μή ξεστόμισε μία ἑλληνική λέξη.
Μέσα στόν σύγχρονο κόσμο τοῦ τεχνοπωλίου, τοῦ οἰκονομισμοῦ, τῶν ποσοτικῶν κριτηρίων καί τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης, ἡ ἑλληνική γλῶσσα συνεχίζει νά ἐκπροσωπεῖ καί νά ἐκφράζει τό «θαυμάζειν» τοῦ φιλοσόφου, τό «θάμβος» ἐνώπιον τῆς θείας μεγαλωσύνης, τήν ὑπέρβαση τοῦ ἐγκλωβισμοῦ στήν ἄτεγκτη λογική τῶν ἀκόρεστων ἀναγκῶν. Ἀποκαλύπτει τήν πνευματική διάσταση, μᾶς ἐμπλουτίζει ὑπαρξιακά, λειτουργεῖ ὡς ὄχημα ἐξανθρωπισμοῦ καί κοινωνίας τῆς ζωῆς.
Οὐδόλως εἶναι τυχαῖον ὅτι ἡ Ἑλληνική κατέστη ἡ ἀξονική γλῶσσα τῆς χριστιανικῆς θεολογίας. Διά μέσου αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία διετύπωσε τήν πίστη της καί ἀπευθύνθηκε πρός εὐρύτερους κύκλους. Προφανῶς, ἡ σύζευξη φιλοσοφικῆς γλώσσας καί θεολογίας δέν ἦταν ἀκίνδυνη, ἀφοῦ, ὅπως ἔχει λεχθῆ, «μέσα ἀπό τή γλῶσσα διοχετεύεται ὁλόκληρος πολιτισμός». Μέ δεδομένη τή δύναμη αὐτή τῆς γλώσσας, ἦταν πολύ δύσκολο ἡ ἐπίδραση τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος νά παραμείνῃ μόνον στή γλωσσική ἐπένδυση. Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπέτυχαν ὅμως αὐτόν τόν ἄθλο, νά ἀποφύγουν δηλαδή τόν λεγόμενο «ἐξελληνισμό τοῦ Χριστιανισμοῦ» καί ὄχι μόνον νά ἐκφράσουν μέ ἀξιοθαύμαστο τρόπο «μία ἐξ ὁλοκλήρου καινούργια ἐμπειρία» μέ τή χρήση φιλοσοφικῆς ὁρολογίας, ἀλλά καί νά ἀνοίξουν νέους δρόμους καί μιά νέα οἰκουμενικότητα γιά τή φιλοσοφία, καί νά δείξουν τή δύναμη τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος καί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Εἶναι ἐντυπωσιακό τό γεγονός ὅτι, στήν Πατερική σύνθεση, φιλοσοφική γλωσσική ἐπένδυση καί θεολογικό περιεχόμενο ἀποτελοῦν ἕνα ὀργανικό σύνολο. Ἡ θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας συνέβαλε καθοριστικῶς στή διατήρηση καί διάχυση τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος σέ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη.
Ὁ πρύτανις τῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων τοῦ 20οῦ αἰῶνος μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ἀναγνωρίζει τήν ἐκλογή τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας γιά τή διατύπωση τοῦ χριστιανικοῦ δόγματος «τίς ἀπόκρυφες ἀποφάσεις τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ». Ὅπως γράφει, αὐτή ἡ γλῶσσα φαίνεται ὅτι «κατεῖχε ὁρισμένες δυνάμεις καί ὁρισμένα μέσα πού βοήθησαν στή διερεύνηση καί ἔκφραση τῆς ἀληθείας τῆς ἀποκαλύψεως». Ὁ π. Φλωρόφσκυ διευκρινίζει: «Παραμένει τό γεγονός ὅτι τό Εὐαγγέλιο δίνεται σέ ὅλους μας καί γιά ὅλες τίς ἐποχές στήν ἑλληνική γλῶσσα. Σ᾿ αὐτή τή γλῶσσα ἀκοῦμε τό Εὐαγγέλιο στήν ὁλότητα καί πληρότητά του. Αὐτό, φυσικά, δέν σημαίνει καί δέν μπορεῖ νά σημαίνει ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά μεταφραστεῖ, ἀλλά πάντοτε τό μεταφράζουμε ἀπό τά Ἑλληνικά. Καί ὑπάρχει ἀκριβῶς τόσο λίγη ῾τύχη᾽ ἤ ῾συμπτωματικότητα᾽ σ᾿ αὐτή τήν ῾ἐκλογή᾽ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὡς τῆς ἀμετάβλητης πρώτης γλώσσας τοῦ Χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου, ὅση ὑπῆρχε στό γεγονός ὅτι ῾ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν᾽ (Ἰωάν. δ’, 22)».
Ἑλληνική γλῶσσα καί Ὀρθόδοξη πίστη ἀνήκουν στόν πυρῆνα τῆς πνευματικῆς καί πολιτισμικῆς ἰδιοπροσωπίας τοῦ Γένους μας. Δέν παύουμε νά τονίζουμε τή συμβολή τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν πρωτοχριστιανική περίοδο, τά βυζαντινά καί μεταβυζαντινά χρόνια, μέχρι καί σήμερα, στή διαμόρφωση, στή διάσωση, τόν ἐμπλουτισμό καί τή διάδοση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Ἵδρυσε σχολεῖα καί Ἀκαδημίες, δίδασκε τή γλῶσσα μας μέ τή λατρευτική της ζωή, τήν ὑμνολογία καί τή θεολογία της. Αὐτή ἡ γλῶσσα ἀκούγεται καί σήμερα στίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες, μᾶς συνδέει μέ τό παρελθόν καί μαρτυρεῖ τή συνοχή, τή συνέχεια καί τήν ἑνότητά της. Ὑπενθυμίζουμε τά λόγια τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου: «Μονάχα μέσα ἀπό τήν πίστη καί τή γλῶσσα μας σωθήκαμε ὡς σήμερα, καί μονάχα μέσα ἀπό αὐτά τά δύο θά σωθοῦμε αὔριο».
Ποτέ στήν ἱστορία τοῦ Γένους μας δέν ἔσβησε ὁ λύχνος τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος. Αποτελεῖ πραγματικό θαῦμα τό γεγονός ὅτι τόν λύχνο αὐτό τοποθετοῦσαν ἐπί τήν λυχνίαν Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ λαός μας ζοῦσε τήν ἑλληνικότητά του μαζί μέ τή βίωση τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί σήμερα, ὅπως γράφει ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης, «ὅσο πιό πολύ ἀντλοῦμε ἀπό τόν ἑαυτό μας καί τήν ἑλληνικότητά μας, τόσο πιό πολύ πίνουμε τό νερό τῆς Ὀρθοδοξίας».
Ἐκλεκτοί παρόντες,
Εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι καί ἐσεῖς, ὅλοι καί ὅλες αἰσθάνεσθε ὑπερήφανοι γιά τή γλῶσσα μας , τή γλῶσσα τῶν προγόνων μας καί τή δική μας, τή γλῶσσα τῶν γηγενῶν κατοίκων τῆς Πόλης τοῦ Κωνσταντίνου, τἡ γλῶσσα τῆς Ὁμογενείας, πού εἶναι φορέας καί ἐκφραστής τοῦ ἤθους καί τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ προσώπου, τῆς ἐλευθερίας ὡς πίστης καί ἀγάπης στήν ἀδιάσπαστη ἑνότητά τους.
Καυχόμαστε γιά τήν ὑπέροχη γλῶσσα στήν ὁποία γράφτηκαν ἔργα ἀσύγκριτα καί ἀνεπανάληπτα. Αὐτή τή γλῶσσα πού, καί στήν ἐποχή μας, ἀποτελεῖ πηγή ἔμπνευσης καί πυξίδα πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ γιά ἀμέτρητους συνανθρώπους μας σέ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Χαιρόμαστε γιά τό ὅτι τά ἔργα τῶν Ἀρχαίων φιλοσόφων καί ποιητῶν κοσμοῦν τίς βιβλιοθῆκες τῆς οἰκουμένης, μελετῶνται καί συζητοῦνται, γιά τό γεγονός ὅτι χιλιάδες ἑλληνικῶν καί ἑλληνογενῶν λέξεων καί ὅρων συναντιῶνται στήν ὁρολογία τῶν ἐπιστημῶν καί στίς γλῶσσες τοῦ κόσμου.
Μέ αὐτές τίς σκέψεις, χαιερτίζουμε τήν παρουσία τῆς Ἐλλογιμωτάτης καθηγητρίας κυρίας Μαρίας Εὐθυμίου ἀνάμεσά μας, τήν ὁμιλία τῆς ὁποίας μέ θέμα «Ρωμαῖος – Ρωμιός: ἱστορικές συντεταγμένες ἑνός προσδιορισμοῦ» ἀναμένουμε μέ πολύ ἐνδιαφέρον. Γιά ἐμᾶς προσωπικῶς, οἱ ἔννοιες Ρωμιός καί Ρωμιοσύνη ἐκφράζουν τήν παγκοσμιότητα τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος στή σύζευξή του μέ τήν Ὀρθόδοξη χριστιανική οἰκουμενικότητα, ὅπως αὐτές βιώνονται στήν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή.
Στό πνεῦμα αὐτό, ἐπαινοῦμε, στό πρόσωπο τοῦ Ἐξοχωτάτου Πρέσβεως κυρίου Κωνσταντίνου Κούτρα, τό Γενικό Προξενεῖο τῆς Ἑλλάδος ἐνταῦθα γιά τήν ὡραία πρωτοβουλία τῆς ὀργάνωσης τῆς σημερινῆς σύναξης, καθώς καί τήν ἀγαπητή κυρία Μαίρη Κομοροσάνο γιά τή συμβολή της, καί εὐχόμαστε σέ ὅλους ἐσᾶς τούς συμπνευματιζομένους ὅλα τά καλά τοῦ Θεοῦ.
Εὐχαριστοῦμε γιά τήν προσοχή σας.












Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου