Άρθρο γνώμης του π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου
Η αντιπαράθεση μεταξύ της Ρωσίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν είναι ένα πρόσκαιρο φαινόμενο, ούτε μπορεί να εξηγηθεί έτσι απλά μέσα από θεολογικές διαφορές. Στην καρδιά της βρίσκεται μια βαθιά ιδεολογική και γεωπολιτική σύγκρουση που διαμορφώνεται μέσα στους αιώνες και κορυφώθηκε τα τελευταία χρόνια. Η ρωσική θεώρηση περί «Τρίτης Ρώμης» αποτελεί τον θεμέλιο λίθο αυτής της έντασης. Η Ρωσική Εκκλησία, και κατ’ επέκταση το ρωσικό κράτος, θεωρεί τη Μόσχα ως τον φυσικό διάδοχο της Κωνσταντινούπολης και τον πνευματικό καθοδηγητή του ορθόδοξου κόσμου. Αυτή η αντιστόρητη και έωλη θεώρηση δεν αφήνει περιθώριο αναγνώρισης της Κωνσταντινούπολης ως κανονικού και πνευματικού κέντρου της Ορθοδοξίας.
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Πατριάρχης Κύριλλος ενισχύουν αυτή τη νοοτροπία, με τρόπο που ξεπερνά τα όρια της θρησκευτικότητας και εισέρχεται πλήρως στη σφαίρα της κρατικής ιδεολογίας. Η Ρωσική Εκκλησία λειτουργεί ως ιδεολογικός βραχίονας του κράτους, προσφέροντας μεταφυσική νομιμοποίηση σε πολιτικές και στρατιωτικές πράξεις. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, με τον λόγο και τη στάση του, έρχεται σε αντίθεση με αυτή την προσέγγιση. Υποστηρίζει την πνευματική ανεξαρτησία της Εκκλησίας, απορρίπτει την κρατική εργαλειοποίησή της και υπερασπίζεται τη συνοδικότητα και την κανονική τάξη.
Η χορήγηση της αυτοκεφαλίας στην Ουκρανική Εκκλησία το 2018 αποτέλεσε τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η πράξη αυτή αφενός μεν αποκατέστησε το δικαίωμα ενός λαού να έχει την εκκλησιαστική του αυτονομία, αφετέρου δε, έθιξε άμεσα τα συμφέροντα της Μόσχας, που μέχρι τότε θεωρούσε την Ουκρανία «εκκλησιαστικό έδαφός της». Η Ρωσία θεώρησε αυτή την ενέργεια ως απειλή, όχι μόνο πνευματική αλλά και γεωπολιτική. Η ένταση κλιμακώθηκε με την διακοπή κοινωνίας από τη Ρωσική Εκκλησία προς το Φανάρι και με σφοδρή προπαγανδιστική επίθεση που επιχείρησε να απονομιμοποιήσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, με την καθαρή στάση του απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία, την υπεράσπιση της ειρήνης και τη συνεπή θέση του υπέρ της ενότητος της Ορθοδοξίας, αναδεικνύεται σε ενοχλητικό παράγοντα για το ρωσικό αφήγημα. Η διεθνής του αναγνώριση, οι σχέσεις του με άλλα δόγματα και η προσήλωσή του στην κανονική τάξη ενισχύουν τη θέση του σε παγκόσμιο επίπεδο και αυτό προκαλεί αντίδραση. Η Ρωσία επιχειρεί συστηματικά να τον παρουσιάσει ως «όργανο της Δύσης», με στόχο να αποδυναμώσει την επιρροή του στο εσωτερικό του ορθόδοξου κόσμου.
Το μένος προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο ουδόλως είναι αποτέλεσμα προσωπικών διαφορών, αλλά συνειδητή στρατηγική αποδόμησης. Μες από αυτήν, η πολυμήχανη Ρωσία προσπαθεί να προωθήσει τη δική της ηγεμονία στην Ορθοδοξία, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο – θεολογικό, προπαγανδιστικό, γεωπολιτικό. Το Φανάρι, με την ιστορική και διαιώνια πορεία του, την αδιάπτωτη πνευματική προσφορά και την ανεξαρτησία του, αποτελεί εμπόδιο σε αυτή την επιδίωξη.
Η αντιπαλότητα επιβιώνει με όρους άνισους. Από τη μία υπάρχει η εξουσία και η δύναμη, από την άλλη η πνευματική αυθεντία. Αυτό που προκαλεί το ρωσικό μένος είναι η αντοχή και η επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ακόμη και χωρίς κρατικό μηχανισμό. Και όσο αυτή η επιρροή παραμένει, το Φανάρι θα συνεχίσει να ενοχλεί όσους βλέπουν την Εκκλησία ως εργαλείο πολιτικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου