Ἀνταποκρινόμενος εἰς πρόφρονα πρόσκλησιν τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρεταννίας κ. Νικήτα, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Σμύρνης κ. Βαρθολομαῖος μετέβη εἰς Λονδῖνον, διὰ νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς ταύτης Ἀρχιεπισκοπῆς τοῦ Θρόνου διοργανουμένην ἐκδήλωσιν ἀφιερουμένην εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Παιδείαν καὶ τὰ Χριστιανικὰ Γράμματα, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς Ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὡς κεντρικὸς ὁμιλητὴς αὐτῆς.
Ἡ ἐκδήλωσις ἐπραγματοποιήθη τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 1ης
Φεβρουαρίου ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ Ἁγ. Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ
Golders Green Λονδίνου, μετὰ τὸ πέρας τοῦ
Μεγάλου Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐχοροστάτησεν
ὁ Σεβ. κ. Βαρθολομαῖος, εὐλογήσας κατ’ αὐτὸν Ἀρτοκλασίαν ὑπὲρ ὑγιείας καὶ
προόδου τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ τῆς ὁμογενειακῆς μαθητιώσης νεολαίας. Τὸ θέμα τῆς
ὁμιλίας αὐτοῦ ἦτο «Ποῖον ἄνθρωπον
γεννᾷ ἡ σύγχρονος Εὐρώπη; Παιδεία,
πρόσωπον καὶ ἡ λήθη τῆς σοφίας. “Where
is the wisdom we have lost in knowledge?” — T. S. Eliot».
Εἰς τὴν ἐκδήλωσιν παρέστη ὁ
Ποιμενάρχης Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπος κ. Νικήτας, ὁ ὁποῖος καλῶς ὥρισε τὸν Σεβ. κ.
Βαρθολομαῖον διὰ λόγων εἰλικρινοῦς ἐν Χῷ ἀγάπης καὶ προσηνείας. Ὡσαύτως,
παρέστησαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κολωνείας κ. Ἀθανάσιος, ὁ Θεοφιλ. Ἐπίσκοπος
Κλαυδιουπόλεως κ. Ἰάκωβος, κληρικοὶ τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι
τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, ἐκπρόσωποι τῶν ἐν Λονδίνῳ Διπλωματικῶν Ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος
καὶ τῆς Κύπρου, ἐκπαιδευτικοὶ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰ ἐν Ἡνωμένῳ Βασιλείῳ Ὁμογενειακὰ
Σχολεῖα καὶ ἱκανὸς ἀριθμὸς πιστῶν.
Κατὰ τὴν ἐν Λονδίνῳ διαμονήν του, ὁ Σεβ. κ. Βαρθολομαῖος ἱερούργησε, τὴν μὲν Κυριακὴν τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, 1ην Φεβρουαρίου ἐ.ἔ., εἰς τὸν Ἱ. Ναὸν Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ Ἁγ. Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ Golders Green Λονδίνου, τὴν δὲ ἑπομένην, Δευτέραν, 2αν ἰδίου, ἑορτὴν τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, εἰς τὸν Ἱ. Καθεδρικὸν Ναὸν Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Woodgreen Βορείου Λονδίνου, κηρύξας καταλλήλως τὸν Θεῖον Λόγον, συμπροσευχομένου τοῦ Ποιμενάρχου Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου κ. Νικήτα κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ἡμέρας.
Ὁμιλία Σεβ. Μητροπολίτου Σμύρνης κ. Βαρθολομαίου εἰς τὴν ἑορτὴν τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας καὶ τῶν Χριστιανικῶν Γραμμάτων τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρεταννίας
(Κυριακὴ 1 Φεβρουαρίου 2026, Ἱ. Ναὸς Ὑψώσεως Τιμίου Σταυροῦ καὶ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ Golders Green Λονδίνου)
Ποῖον ἄνθρωπον γεννᾷ ἡ σύγχρονος Εὐρώπη;
Παιδεία, πρόσωπον καὶ ἡ λήθη τῆς σοφίας
“Where is the wisdom we have lost in knowledge?” — T. S. Eliot
Σεβασμιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρεταννίας κ. Νικήτα, Ποιμενάρχα τῆς θεοσώστου ταύτης Ἐπαρχίας,
Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, Τίμιον Πρεσβυτέριον, Χριστοῦ Διακονία,
Ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφαὶ ἐν Χριστῷ,
Πρὶν προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος τῆς σημερινῆς ὁμιλητικῆς μας καταθέσεως εἰς τὸν πανηγυρισμὸν τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν εἰς τὴν ἐν Γηραιᾷ Ἀλβιόνι παροικοῦσαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, στρεφόμεθα πρὸς τὸ πρόσωπόν σας, Σεβασμιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρεταννίας κύριε Νικήτα, καὶ σᾶς εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν τιμητικὴν πρόσκλησιν νὰ συνεορτάσωμεν, μαζί μὲ ἐσᾶς καὶ μὲ τὸ ποίμνιόν σας, τὴν ἑορτὴν ταύτην. Πρόσκλησιν ἡ ὁποία ἀντανακλᾷ ὄχι μόνον τὴν ἐν γένει ἐκκλησιαστικήν σας μέριμναν διὰ τὸ ποίμνιόν σας ἀλλὰ καὶ τὸν χαρακτῆρα σας, χαρακτῆρα ἀγάπης καὶ προσηνείας, μὲ τὰς ὁποίας προσεγγίζετε κάθε ἄνθρωπον, ὡς συγκεκριμένον πρόσωπον, ὅπως θὰ ἔλεγεν ὁ ἀμερικανὸς ποιητὴς Wendell Berry, «ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ποτέ ἀφῃρημένη· εἶναι πάντοτε συγκεκριμένη, πάντοτε γιὰ κάποιον» — “Love is never abstract. It is always specific, always for someone.”
Ἡ πρωτοβουλία σας, μάλιστα, νὰ προσκαλέσητε Ἱεράρχην ἐκ τοῦ σεπτοῦ Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐκ τῆς Βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως, εὐαίσθητη καὶ ἐκκλησιολογικῶς βαθεῖα, προσδίδει εἰς τὴν σημερινὴν σύναξιν ἕνα βάθος ὄχι μόνον ἱεροκανονικὸν – πανηγυρικὸν ἀλλὰ καὶ πνευματικὸν καὶ πολιτισμικόν. Διότι ἡ Κωνσταντινούπολις δὲν εἶναι μόνον ἡ καθέδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἀλλὰ καὶ πόλις τῶν γραμμάτων, ὅπου ἐπὶ αἰῶνας ἡ Ἑλληνικὴ Παιδεία καὶ ἡ Χριστιανικὴ Σοφία συνευρέθησαν καὶ ἐγέννησαν πολιτισμόν.
Ἐρχόμενοι ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Κέντρου μεταφέρομεν εἰς τὴν ἱερὰν ταύτην σύναξιν τὰς πατριαρχικὰς εὐχὰς καὶ εὐλογίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου πρὸς τὸ πρόσωπόν σας, πρὸς τοὺς ἁγίους Ἀρχιερεῖς καὶ πρὸς ὅλον τὸ πιστὸν ποίμνιον τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ταύτης. Ὁ Πατριαρχικὸς Θρόνος συνοδεύει πάντοτε τὴν Διασπορὰν ὡς μητρικὸν βλέμμα καὶ ὡς φάρος πίστεως καὶ πολιτισμοῦ. Καὶ ἡ παρουσία Ἱεράρχου ἐκ τοῦ σεπτοῦ Κέντρου εἰς τὴν σημερινὴν ἑορτὴν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἀποστέλλει ἕνα σαφὲς καὶ διακριτὸν μήνυμα: ὅτι ἡ Διασπορὰ δὲν εἶναι ἀποκεκομμένη ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ζεῖ ἐντός μιᾶς ἀδιασπάστου πνευματικῆς κοινωνίας πρὸς τὸ σεπτὸν Κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ παρόντος Ἱεράρχου, ἡ Κωνσταντινούπολις δὲν ἀποστέλλει ἁπλῶς ἕνα Ἱεράρχην ἐκ τῆς παρ’ αὐτῇ Ἱεραρχίας, ἀλλὰ ἐκφράζει τὴν ζῶσαν μητρικὴν μέριμνάν της πρὸς τὰ τέκνα της, ὑπενθυμίζουσα ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία, ὅπου γῆς, παραμένει ἓν Σῶμα καὶ μία καρδία.
Ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἀφιερωμένη εἰς τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας, εἶναι ἡμέρα φωτός. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ποιητὴς τῆς θεολογίας, γράφει: «φῶς εἶδον, καὶ φῶς ἔγνωκα, καὶ φῶς ἐλάτρευσα· καὶ τὸ φῶς τοῦτο ἐγένετό μοι ζωή» (Carmina, PG 37). Καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, ἀκόμη καὶ ὅταν ὁμιλῇ μὲ ἄλλην φωνὴν εἰς ἄλλην ἐποχήν, δὲν παύει νὰ ἀναζητῇ τὸ φῶς. Ὁ Ἀνδρέας Κάλβος, ὁ ποιητὴς τοῦ νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔζησε καὶ ἐδίδαξε ἐνταῦθα εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐκφράζει τὴν ἴδιαν ἐσωτερικὴν δίψαν διὰ φῶς ὅταν γράφῃ: «ἡ ψυχὴ μου χαίρει ἐπὶ τῷ φωτί· καὶ ἐν αὐτῷ βλέπει τὸν δρόμον της» (Ὠδαί, «Εἰς Σάμον»). Δύο φωνές, δύο ἐποχές, ἕνα ἀνθρώπινον αἴτημα: νὰ μὴ βαδίζῃ ὁ ἄνθρωπος ὑπὸ τὸ σκότος ἀλλὰ πρὸς τὸ φῶς.
Κατακλείοντες τὸ προοίμιον τοῦ λόγου τούτου, ἂς προσθέσωμεν καὶ μίαν προσωπικὴν ἀλλὰ οὐσιαστικὴν ἐκκλησιαστικὴν ἀναφοράν. Ἐρχόμενοι ἐκ τῆς Σμύρνης, πόλεως ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ἱστορικῶς «φάρος τῆς Ἀνατολῆς», φέρομεν τὴν μνήμην μιᾶς πόλεως ὅπου τὸ φῶς τῶν γραμμάτων, τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἔλαμψεν ἐπὶ αἰῶνας. Καὶ ὅπως ἡ Σμύρνη ὑπῆρξε φάρος τῆς Ἀνατολῆς, ἔτσι καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις ὑπῆρξε καὶ παραμένει φάρος τῆς Οἰκουμένης. Δύο πόλεις φωτός, ἡνωμένες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν τῇ παραδόσει τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Καὶ ἐν τῷ φωτὶ τούτῳ τῶν δύο φάρων — τῆς Σμύρνης καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως — ἐρχόμεθα σήμερον εἰς τὸ Λονδῖνον, διὰ νὰ τιμήσωμεν τοὺς Τρεῖς μεγάλους Φωστῆρας τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας, καὶ νὰ μαρτυρήσωμεν ὅτι τὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς Παιδείας δὲν γνωρίζει σύνορα ἀλλὰ ἑνώνει Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν ἐν μιᾷ ἀληθείᾳ καὶ μιᾷ ἐλπίδι: ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, Υἱῷ καὶ Λόγῳ τοῦ Θεοῦ, σαρκωθέντι, παθόντι καὶ Ἀναστάντι.
Α΄ Ἡ ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
ὡς ἐρώτημα πρὸς τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον
Πρὶν ἀνοίξει ἡ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας τὰ βιβλία τῆς ἱστορίας της, ἐπιτρέψατέ μας νὰ σταθοῦμε διὰ μίαν στιγμὴν ἐνώπιον ἑνὸς ἐρωτήματος τὸ ὁποῖον διατρέχει σιωπηλῶς τὴν ἐποχήν μας· ἕνα ἐρώτημα ποὺ δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν θεολογίαν ἀλλὰ συνιστᾷ ἀγωνίαν τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ:
Ποῖον ἄνθρωπον γεννᾷ ἡ σύγχρονος Εὐρώπη; Ὄχι τί ξέρει ὁ ἄνθρωπος. Ὄχι τί παράγει ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλὰ τί γίνεται ἄνθρωπος. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀντηχεῖ ἡ φωνὴ τοῦ T. S. Eliot, ὄχι ὡς λογοτεχνικὸν ἀπόφθεγμα ἀλλὰ ὡς π(λ;)ηγὴ πολιτισμοῦ: “Where is the wisdom we have lost in knowledge?”
Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἐρώτημα μᾶς ἀπαντοῦν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι καὶ ὁ τρόπος καθιερώσεως τῆς σημερινῆς των ἑορτῆς, διότι ἡ ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν δὲν ἀρχίζει μὲ τὸ παρελθόν· ἀρχίζει μὲ αὐτὴν τὴν ἀνησυχίαν. Καὶ ἡ ἱστορία τῆς καθιερώσεώς της μᾶς δείχνει πῶς ἡ Ἐκκλησία ἀπαντᾷ ὄχι μὲ θεωρίας, ἀλλὰ μὲ πρόσωπα καὶ μὲ σύνθεσιν.
Ἡ κοινὴ ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καθιερώθη τὸν 11ον αἰῶνα, ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐπὶ βασιλείας Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἐκλήθη νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν ὀξεῖαν πνευματικὴν καὶ πολιτιστικὴν πόλωσιν. Ὑπῆρχον τότε οἱ λεγόμενοι Βασιλειανοί, οἱ Γρηγοριανοί καὶ οἱ Χρυσοστομικοί, ὡς ἐὰν ἡ σοφία καὶ ἡ ἁγιότης ἠδύναντο νὰ διαμερισθοῦν εἰς πρόσωπα.
Τὴν θεραπείαν τῆς διαιρέσεως αὐτῆς ἀνεῦρεν Ἰωάννης ὁ Μαυρόπους, Μητροπολίτης Εὐχαΐτων, ὁ ποιητὴς τῆς ἑορτῆς, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν ὕμνων καὶ τῶν λόγων του ἐδίδαξεν ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι δὲν ἀνταγωνίζονται, ἀλλὰ συνθέτουν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν σοφίαν. Γράφει: «ἑνὶ φωτὶ φωτιζόμενοι καὶ ἕν φῶς ἀνακλῶντες» (Ἰ. Μαυρόπους, Εἰς τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας, PG 120, 1132C), καὶ εἰς ἄλλον σημεῖον τῆς ὁμιλίας του προσθέτει ὅτι οἱ Τρεῖς «οὐ διῃρημένοι τῇ δόξῃ, ἀλλὰ συνῳκημένοι τῷ Πνεύματι» (Ἰ. Μαυρόπους, ὅπ. παρ., PG 120, 1133A), διότι ἡ θεία ἀλήθεια δὲν διασπᾶται, ἀλλὰ κοινωνεῖται.
Ἡ ἑορτή, λοιπόν, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι ἀπὸ τὴν γένεσίν της ἑορτὴ συνθέσεως· ἑορτή, ἡ ὁποία δηλώνει ὅτι ἡ ἀληθινὴ παιδεία δὲν γεννᾶται ἐκ τῆς μονομερείας ἀλλὰ ἐκ τῆς κοινωνίας τῶν χαρισμάτων. Καὶ δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι ἡ Ἐκκλησία, αἰῶνας ὕστερον, ἀνέθεσεν εἰδικῶς εἰς τὴν ἡμέραν αὐτὴν καὶ τὸν ἑορτασμὸν τῶν Γραμμάτων. Διότι εἰς τὰ πρόσωπα τῶν Ἁγίων Βασιλείου, Γρηγορίου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ Ἑλληνικὴ Παιδεία καὶ ἡ Χριστιανικὴ Ἀποκάλυψις συνηντήθησαν ὄχι συγκρουσιακῶς, ἀλλὰ δημιουργικῶς· ἐκεῖνοι δὲν ἔκοψαν τὸν Ἕλληνα λόγον ἀπὸ τὸν Εὐαγγελικόν, οὔτε τὸ Εὐαγγέλιον ἀπὸ τὸν λόγον, ἀλλὰ ἐποίησαν τὸν λόγον, τὸν Ἕλληνα λόγον -φιλοσοφικόν, λογοτεχνικὸν καὶ γραμματειακὸν- φορέα ἐκφράσεως τοῦ Λόγου – τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ-, ἀπαύγασμα τοῦ Φωτός καὶ φωνὴν τῆς Ἀληθείας: τῆς μονῆς σταθηρᾶς καὶ ἀναλλοιώτου ἀληθείας, τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Ἑβρ. ιγ΄ 8).
Β΄ Παιδεία καὶ Ἐκπαίδευσις: τὶ γεννᾷ ἑκάστη
Ἐὰν ἡ ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι ἑορτὴ (ἐκ)παιδευτικῆς συνθέσεως, τότε τὸ πρῶτον ἐρώτημα ποὺ θέτει εἶναι παιδευτικόν: τί εἶδους ἀνθρώπους διαμορφώνει ἡ σύγχρονος παιδεία, ἡ σύγχρονος ἐκπαίδευσις;
Ἡ λέξις παιδεία, ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς λέξεως παῖς – παιδός, δηλώνει εἰς τὴν ἑλληνικήν γλώσσαν ὄχι ἀπλῶς τὴν μάθησιν ἀλλὰ τὴν ὅλην διαδικασίαν τῆς ἀνατροφῆς καὶ διαμορφώσεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς πρόσωπον. Εἰς τὴν κλασσικὴν γραμματείαν ὁ Πλάτων ὁρίζει τὴν παιδείαν ὡς «τὴν τῆς ψυχῆς στροφὴν πρὸς τὸ φῶς» (Πολιτεία, 518c), ὁ δὲ Ἀριστοτέλης τὴν συνδέει πρὸς τὴν καλλιέργειαν τῆς ἀρετῆς (Πολιτικά, VIII), ἐπιβεβαιοῦντες ἀμφότεροι ὅτι ἡ παιδεία ἀφορᾷ εἰς σύνολον τὴν ἐσωτερικὴν καλλιέργειαν καὶ ποιότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐξωτερικὴν δεξιότητά του. Ἀντιθέτως, ἡ λέξις ἐκπαίδευσις, ἐκ τοῦ ρήματος ἐκπαιδεύω, δηλώνει κυρίως τὴν κατάρτισιν τοῦ ἀνθρώπου ὥστε νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς ἕνα ἔργον, εἰς ἕνα ρόλον, εἰς ἕνα σύστημα· ὥστε νὰ εἶναι χρήσιμος. Αὐτὸ δὲν σημαίνει καὶ κατ’ ἀνάγκην σοφός.
Ἡ ἰδία διάκρισις διαφαίνεται καὶ εἰς τὴν ἀγγλικὴν γλώσσαν. Ἡ λέξις education προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸν educere — e- καὶ ducere, «ὁδηγῶ ἔξω», «ἀνασύρω ἀπὸ τὸ ἐσωτερικόν» — καὶ δηλώνει κατ’ ἀρχὴν ὄχι τὴν ἀπόκτησιν γνώσεων ἀλλὰ τὴν ἀνάδειξιν τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου. Ἀντιθέτως, ἡ λέξις training φέρει ἐντός της μίαν ἄλλην λογικήν. Προέρχεται ἐκ τοῦ παλαιοῦ γαλλικοῦ trainer, ποὺ ἐσήμαινε “σύρω, ἕλκω, καθοδηγῶ”, καὶ ἀνάγεται τελικῶς εἰς τὸ λατινικὸν trahere, “ἄγω, ἐλκύω”. Ἡ ἐτυμολογική της μνήμη μαρτυρεῖ ὅτι δὲν πρόκειται διὰ μίαν ἐσωτερικὴν καλλιέργειαν ἀλλὰ διὰ μίαν διαδικασίαν ἐξωτερικῆς καθοδηγήσεως καὶ πειθαρχίας, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος σύρεται, τρόπον τινά, πρὸς ἕνα προκαθωρισμένον ἀποτέλεσμα. Τὸ training παράγει τεχνικὴν ἀποτελεσματικότητα, χρησιμότητα· ἡ παιδεία ἀναδεικνύει πρόσωπα. Ἔτσι καὶ εἰς τὴν Δύσιν, ἡ γλώσσα διασώζει ἕνα ἀνθρωπολογικὸν ὅριον: ὁ ὅρος education ἀποβλέπει εἰς τὸ τί δύναται νὰ γίνῃ ὁ ἄνθρωπος ἐν βάθει, ὁ δὲ ὅρος training εἰς τὸ τί δύναται νὰ πράττῃ ὡς χρησιμότητα.
Ἀλλὰ ἂς ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολήν. Ἡ Ἑλληνικὴ λέξις παιδεία δὲν ἐσήμαινε λοιπὸν ποτὲ ἁπλῶς τὴν μάθησιν, ἐσήμαινε σύνολον τὴν διαμόρφωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἀριστοτέλης συνδέει τὴν παιδεία πρὸς τὸν τελικὸν σκοπὸν τοῦ ἀνθρώπου, λέγων ὅτι «παιδείαν δεῖ τὴν πρὸς ἀρετὴν ἀνάγουσαν» (Πολιτικά VIII, 1337a), δηλαδή ἡ παιδεία πρέπει νὰ ὁδηγῇ εἰς τὴν ἀρετήν. Καὶ ὁ Ἰσοκράτης συνοψίζει μὲ θαυμαστὴν καθαρότητα: «Οὐκ ἐκ τοῦ πολλὰ μανθάνειν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ καλῶς παιδεύεσθαι γίγνονται οἱ ἀγαθοὶ πολῖται» (Ἀντίδοσις 181–183).
Αὐτὸ τὸ παιδευτικὸν ἦθος παραλαμβάνει ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ βαπτίζει εἰς τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Λέγουν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι:
Ὁ Μέγας Βασίλειος: «Ὥσπερ ἐν ἀγρῷ σπέρματα ἄνευ γεωργίας ἀνωφελῆ, οὕτω καὶ ψυχὴ λόγων ἄνευ ἀρετῆς». (Πρὸς τοὺς νέους, PG 31, 564B). Δηλαδή «ὅπως σπόροι σὲ χωράφι ἀκαλλιέργητο δὲν καρποφοροῦν, ἔτσι καὶ γνώσεις χωρὶς ἀρετὴν μένουν ἄκαρπες».
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Οὐχ ὁ πολλὰ εἰδὼς σοφός, ἀλλ’ ὁ καλῶς ζῶν» (Λόγος ΚΖ΄, PG 36, 16A). Δηλαδή «σοφὸς δὲν εἶναι ὁ πολυμαθής, ἀλλὰ ὁ ὀρθῶς βιῶν».
Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συμπληρώνει: «Οὐκ ἐν τῷ διδάσκειν, ἀλλ’ ἐν τῷ ζῆν ἡ παιδεία.» (Εἰς Ματθαῖον, Ὁμιλία ΙΕ΄, PG 57, 228). Δηλαδή «ἡ παιδεία δὲν φαίνεται στὰ λόγια, ἀλλὰ στὸν τρόπο ζωῆς».
Καὶ ἐδῶ ἀποκαλύπτεται ἡ μεγάλη σύνθεσις: ἡ Ἑλληνικὴ Παιδεία ἀνεζήτησε τὸ φῶς, τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἀρετήν· ὁ Χριστιανισμὸς ἀπεκάλυψε ὅτι τὸ φῶς αὐτὸ δὲν εἶναι ἰδέα, ἀλλὰ Πρόσωπον. Θεῖον Πρόσωπον: ὁ Χριστός. Λέγει ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐγώ εἰμι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω. 8,12). Ἡ ἀλήθεια, λοιπόν, δὲν εἶναι ἔννοια, ἀλλὰ κοινωνία· καὶ ἡ σοφία δὲν εἶναι πληροφορία, ἀλλὰ ζωή ἐν Χριστῷ.
Ἐὰν, λοιπόν, τὸ φῶς τῆς παιδείας / ἐκπαιδεύσεως ἔχει ὄνομα, καὶ τὸ ὄνομα του εἶναι Χριστός, τότε κάθε μορφῆς παιδεία / ἐκπαιδεύσεως ἡ ὁποία ἀποκόπτεται ἀπὸ τὸ Πρόσωπόν Του χάνει σιγά–σιγά καὶ τὸ φῶς καὶ τὸ νόημά της. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν τὸ ἑξῆς: Ἡ χριστοκεντρικὴ παιδεία δὲν σημαίνει κατηχητικὴν ἐπιβολήν· σημαίνει ἀναγνώρισιν ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει πρόσωπον, ὅτι ἡ ἀξία του δὲν μετρᾶται μὲ τίτλους σπουδῶν καὶ δείκτας παραγωγικότητος μόνον, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ ὅτι εἶναι εἰκὼν Θεοῦ. Ἡ χριστοκεντρικὴ παιδεία δὲν σημαίνει κατηχητικὸν φορμαλισμόν οὔτε μηχανικὴν μετάδοσιν δογμάτων. Δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐγκατάστασιν ἑνὸς συστήματος ἰδεῶν ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἰς τὸ νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς ἕνα ὑπαρξιακὸν ἄνοιγμα πρὸς τὴν Ἀλήθειαν. Εἰς τὸ κέντρον της δὲν εὑρίσκεται ἕνα σχῆμα χειριστικῆς σκέψεως, ἀλλὰ ἕνα Πρόσωπον: ὁ Χριστός. Καὶ ὅπου τὸ κέντρο εἶναι Πρόσωπον, ἐκεῖ ἡ παιδεία δὲν ἐνεργεῖ ὡς καταναγκασμός, ἀλλὰ ὡς κλῆσις· δὲν παράγει ὁμοιόμορφα ὑποκείμενα, ἀλλὰ ἐλευθέρως διαμορφούμενα πρόσωπα. Ὁ Χριστὸς δὲν μορφώνει μαθητὰς διὰ τῆς πιέσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς παρουσίας Του· καὶ ἡ παιδεία ποὺ ἀντλεῖ ἀπ’ Αὐτὸν σμιλεύει τὸν ἄνθρωπον ἐκ τῶν ἔσω, ὥστε νὰ γίνῃ ὄχι ἁπλῶς μηχανικὸς φορεὺς ἀληθειῶν, ἀλλὰ πρόσωπον ἐν ἀληθείᾳ.
Κατὰ τὸν ἰταλογερμανὸν παιδαγωγὸν Romano Guardini, ὁ Χριστὸς δὲν μορφώνει ἀνθρώπους διὰ συστημάτων, ἀλλὰ διὰ σχέσεως. Καὶ ὅπου ὑπάρχει σχέσις, ἐκεῖ ἡ παιδεία δὲν γίνεται μηχανισμός, ἀλλὰ σμίλη τῆς ἐλευθερίας.
Ἡ σύγχρονος Εὐρώπη ἐγεννήθη ἐντὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ φ(Φ)ωτὸς τούτου: τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Τὰ πανεπιστήμιά της, ἡ ἔννοια τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας, τὰ δικαιώματα τοῦ προσώπου, ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, ὅλα ἀνεδύθησαν μέσα ἀπὸ τὴν χριστιανικὴν θέασιν καὶ θεώρησιν τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν, ὅμως, ἡ ἤπειρος αὐτὴ ἀποκόπτῃ τὴν παιδείαν της ἀπὸ τὴν πνευματικήν της μήτραν, δὲν γίνεται οὐδέτερη· γίνεται ἀμνήμων.
Καὶ ὅπως κάθε πολιτισμὸς ποὺ λησμονεῖ τὴν ψυχήν του, ἔτσι καὶ ἡ Εὐρώπη, κινδυνεύει νὰ παραμείνῃ πλουσία εἰς τεχνικὰ μέσα ἀλλὰ πτωχὴ εἰς νόημα· ἰσχυρὰ εἰς τεχνολογίαν ἀλλὰ ἀδύναμος εἰς σοφίαν· πλήρης ἐπιστημονικῆς γνώσεως καὶ πληροφορίας ἀλλὰ κενὴ φωτός.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἀποτελοῦν μέχρι σήμερον μὲ τὴν διδασκαλίαν μνήμην ζῶσαν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Μαρτυροῦν ὅτι ὅπου ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ κέντρον τῆς Παιδείας ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος δὲν χάνεται, ἀλλὰ εὑρίσκει τὸ πρόσωπόν του, τὸν προορισμόν του.
Γ΄ Ἡ δημιουργικὴ συνάντησις τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας
καὶ τῆς Χριστιανικῆς ἀποκαλύψεως
Ἡ ἱστορία τῆς Εὐρώπης δὲν εἶναι ἱστορία ἁπλῆς διαδοχῆς πολιτισμῶν, ἀλλὰ ἱστορία μιᾶς μοναδικῆς συνθέσεως. Εἰς τὴν καρδίαν αὐτῆς εὑρίσκεται ἡ συνάντησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λόγου μὲ τὴν Χριστιανικὴν ἀποκάλυψιν. Οὔτε σύγκρουσις, οὔτε ἀφομοίωσις· ἀλλὰ μεταμόρφωσις.
Ὁ Ἑλληνικὸς φιλοσοφικός λόγος ἔθεσε τὰ μεγάλα ἐρωτήματα: τί εἶναι τὸ ὄν; τί εἶναι ἡ ἀλήθεια; τί εἶναι τὸ ἀγαθόν; τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Ἡ Χριστιανικὴ Ἀποκάλυψις δὲν κατήργησε αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα· τοὺς ἔδωκε Πρόσωπον. Ἡ ἀλήθεια ἔλαβε σάρκα. Τὸ φῶς ἔγινεν ἄνθρωπος. Ὁ λόγος ἔλαβε φωνήν. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. 1,14). Ἀπὸ ἐκείνην τὴν στιγμήν, ἡ φιλοσοφία δὲν ἀναζητεῖ πλέον, ἢ δὲν χρειάζεται νὰ ἀναζητῇ πλέον, τὸ ἀληθές· συναντᾷ τὸ Ζῶν. Τὸν σεσαρκωμένον Λόγον. Τὸν Χριστόν. Καὶ ἑνοῦται μὲ Αὐτόν.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες εἶναι οἱ μεγάλοι μάρτυρες αὐτῆς τῆς συνθέσεως. Ἦσαν βαθέως μεμορφωμένοι περὶ τὴν ἑλληνικὴν γραμματείαν, τὴν φιλοσοφίαν, τὴν ρητορικήν· ἀλλὰ δὲν ἔγιναν αἰχμάλωτοι τοῦ θύραθεν λόγου. Κατέστησαν τὸν θύραθεν λόγον λειτουργόν τῆς ἀληθείας, ὄργανον τῆς Ἀληθείας.
Ὁ Μέγας Βασίλειος συμβουλεύει τοὺς νέους νὰ μελετοῦν τοὺς Ἕλληνας συγγραφεῖς μὲ διάκρισιν: «Ὥσπερ αἱ μέλισσαι ἐκ τῶν ἀνθέων τὸ χρήσιμον λαμβάνουσι καὶ τὸ λοιπὸν καταλείπουσιν, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐκ τῶν ἔξω λόγων τὸ ὠφέλιμον δεῖ συλλέγειν» (Πρὸς τοὺς νέους, PG 31, 565A). Δηλαδή «ὅπως οἱ μέλισσες παίρνουν ἀπὸ τὰ ἄνθη τὸ χρήσιμον μέρος καὶ ἀφήνουν τὸ ὑπόλοιπον, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ παίρνουμε ἀπὸ τὴν θύραθεν γραμματεία ὅ,τι ὠφελεῖ τὴν ψυχή».
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος χρησιμοποιεῖ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφικῆς ὁρολογίας διὰ νὰ ὁμιλήσῃ διὰ τὸ μυστήριον τοῦ Θεοῦ· ὅταν ὁμιλῇ διὰ οὐσίαν, ὑπόστασιν, σχέσιν, δὲν φιλοσοφεῖ ἀφῃρημένως, ἀλλὰ σώζει τὴν Πίστιν ἀπὸ τὴν σύγχυσιν.
Ὁ δὲ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μεταμορφώνει τὴν ἀττικὴν ρητορικὴν τέχνην εἰς λόγον ἐκκλησιαστικόν, ὄχι διὰ νὰ ἐντυπωσιάσῃ ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὸ Μυστήριον τῆς Θείας Οἰκονομίας.
Καὶ ἐδῶ φαίνεται τὸ μεγαλεῖον τοῦ Χριστιανισμοῦ: δὲν εὐτέλισε τὴν πίστιν διὰ νὰ χωρέσῃ τὴν φιλοσοφίαν, οὔτε ὅμως καὶ τὴν φιλοσοφίαν διὰ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν Χριστιανικὴν Πίστιν. Ἀλλὰ ἥνωσεν αὐτά, ὅπως ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἑνώνονται εἰς τὸν ἄνθρωπον. Καὶ ἔτσι ἐδημιουργήθη τὸ θεμέλιον τοῦ Χριστιανικοῦ Πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης διὰ τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἀρχικῶς ἐπέτρεψε τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν τῆς χριστιανικῆς πίστεως, διὰ τοῦ γνωστοῦ διατάγματος τῶν Μεδιολάνων, ἐν συνεχείᾳ κατέστησε τὸν Χριστιανισμόν, ἐπίσημον θρησκείαν τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ πράξις αὕτη ἐπέτρεψε τὴν σύζευξιν θύραθεν καὶ Χριστιανικῆς Παιδείας, ἡ ὁποία ἐπεξετάθη εἰς ὅλας τὰς ἐκφάνσεις τοῦ κοινωνικοῦ βίου τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου, εἰς τὸ δίκαιον, τὴν ἠθικὴν κτλ, καὶ ἐπηρέασε σύνολον τὸν Εὐρωπαϊκὸν Πολιτισμόν καὶ τὴν παραγωγὴν παντὸς πολιτισμικοῦ καὶ πολιτιστικοῦ ἀγαθοῦ, παραγομένου εἴτε διὰ τῆς λογοτεχνικῆς γραφίδος, εἴτε διὰ τοῦ καλλιτεχνικοῦ χρωστῆρος εἴτε διὰ τῆς σμίλης καὶ τῶν ἀρχιτεκτονικῶν ὀργάνων.
Τὰ πανεπιστήμια, ἡ ἐπιστήμη, ἡ τέχνη, τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, ἡ ἰδέα τοῦ προσώπου — ὅλα ἔχουν εἰς τὸ βάθος των τὴν γόνιμον συνάντησιν ταύτην τοῦ φιλοσοφικοῦ λόγου καὶ τοῦ Λόγου, τοῦ Χριστοῦ.
Δ΄ Ἡ σύγχρονος Εὐρώπη καὶ ἡ κρίσις τοῦ προσώπου
Ἐὰν ὁ πολιτισμὸς τῆς Εὐρώπης ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν χριστιανικὴν θεώρησιν τοῦ προσώπου, τότε ἡ σημερινὴ του κρίσις δὲν εἶναι ἀπλῶς πολιτική, οὔτε οἰκονομική· εἶναι ἀνθρωπολογική.
Ἡ σύγχρονος Εὐρώπη διαθέτει περισσοτέραν γνῶσιν ἀπὸ κάθε ἄλλην ἐποχήν. Διαθέτει τεχνολογίαν, ἐπιστήμην, πληροφόρησιν. Καὶ ὅμως, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι ὅλον καὶ πιὸ ἀβέβαιος περὶ τὸ τί εἶναι καὶ περὶ τὸ τί ἀξίζει.
Ὅταν τὸ πρόσωπον παύῃ νὰ εἶναι ἱερόν, γίνεται ἁπλῶς τεχνικὴ λειτουργία.
Ὅταν ἡ ἀξία μετρᾶται μὲ τὴν ἀπόδοσιν μόνον, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὄργανον παραγωγῆς. Ὅταν ἡ ταυτότης ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, γίνεται ἐπιλογή. Δηλαδὴ: Ὅταν ὁ ἄνθρωπος παύῃ νὰ ἀναγνωρίζῃ ὅτι ἡ ὕπαρξίς του ἔχει ἀλήθειαν δοθεῖσαν ἀπὸ Θεοῦ, τότε ἡ ταυτότης παύει νὰ εἶναι κλῆσις καὶ γίνεται ἐπιλογή· παύει νὰ εἶναι εἰκών καὶ γίνεται κατασκευή. Καὶ ἕνα βῆμα ἀκόμη: Ὅταν ἡ ἀλήθεια σιωπᾷ, ἡ ταυτότης παύει νὰ ἀποκαλύπτεται καὶ ἀρχίζει νὰ ἐφευρίσκεται· καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἀντὶ νὰ λαμβάνῃ τὸ εἶναι, τὸ ἐπινοεῖ. Καὶ τὸ ἐπινοεῖ ὡς ἐκεῖνος κρίνει καὶ νομίζει. Καὶ τὸ δημιουργεῖ (ἄπαγε τῆς βλασφημίας) καὶ αὐτοκαθορίζεται... Καὶ δικαίως διερωτώμεθα, μήπως καὶ ὁ λόγος τῆς Mary Shelley εἰς τὸ περίφημον λογοτεχνικόν της ἔργον «Frankenstein; or, The Modern Prometheus» (1818), εἶναι προφητικός; Εἰς τὸν Φρανκενστάιν τῆς Mary Shelley δὲν συναντῶμεν ἁπλῶς ἕνα γοτθικὸν μῦθον, ἀλλὰ ἕνα στοχασμὸν περὶ τὸ δράμα μιᾶς ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία ἔμαθε νὰ κατασκευάζῃ ζωήν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ πῶς νὰ σμιλεύῃ πρόσωπα. Ὁ Βίκτωρ Φρανκενστάιν δημιουργεῖ ἕνα ὂν μὲ τεχνικὴν δύναμιν ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσε νὰ προσφέρῃ εἰς αὐτὸ κοινωνίαν προσώπου καὶ προσώπων, τελεολογίαν ὑπάρξεως καὶ πατρότητα· δηλαδή δὲν εἶπεν εἰς τὸ δημιούργημά του «σὲ ἐκάλεσα», «σὲ ἠγάπησα», «σὲ ἀναλαμβάνω ὡς πρόσωπον». Καὶ ἔτσι τὸ δημιούργημά του, στερημένον ἀγάπης, παιδείας, φροντίδος καὶ τοῦ ὡς ἐκ τούτων προορισμοῦ καὶ λόγου ὑπάρξεως, ὁδηγεῖται εἰς τὴν ἀπομόνωσιν καὶ τὴν ἀπώλειαν. Ἡ Shelley διαισθάνεται ὅτι ὅπου ἡ τεχνικὴ προηγεῖται τῆς σοφίας καὶ ἡ ἰσχὺς τῆς μορφώσεως, ἐκεῖ γεννῶνται ὄχι πρόσωπα ἀλλὰ τραυματισμένες ὑπάρξεις, ὄχι ἐκ φύσεως, ἀλλὰ ἐξ ἐλλείψεως σχέσεως. Σχέσεως πρὸς ζωοδότην Δημιουργόν. Χορηγὸν Ἀγαθοῦ. Μήπως, ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος τῆς συγχρόνου τεχνολογίας, τῆς τεχνητῆς εὐφυΐας κινδυνεύει νὰ μετατραπῇ ὁ εἰς ἕνα ἄλλον Βίκτωρα Φρανκεστάϊν; Ὅταν ἡ Mary Shelley ὀνομάζῃ τὸν Φρανκενστάιν «Σύγχρονον Προμηθέα», δὲν προβαίνει εἰς μίαν λογοτεχνικὴν ὑπερβολήν ἀλλὰ εἰς μίαν προφητικὴν διάγνωσιν: ὅπως ὁ ἀρχαῖος Τιτάν ἔκλεψε τὸ πῦρ, ἔτσι καὶ ὁ σημερινὸς ἐπιστήμων ἁρπάζει τὸ μυστήριον τῆς ζωῆς καὶ ἐπιχειρεῖ νὰ δημιουργήσῃ ἄνευ πατρότητος, ἄνευ σχέσεως, ἄνευ ἀγάπης. Καὶ τότε ἡ γνῶσις, ὅταν χωρισθῇ ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ ἦθος, γίνεται δύναμις ψυχρὰ καὶ ἀπρόσωπος, ἡ ὁποία δὲν γεννᾷ πρόσωπα ἀλλὰ τέρατα. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἔθεσαν τὴν παιδείαν ὑπὸ τὴν διακονίαν τοῦ προσώπου καὶ τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας, ὥστε ἡ γνῶσις νὰ μὴν ὑψώνῃ τὸν ἄνθρωπον ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸν ἀναβιβάζῃ εἰς σοφίαν ζωοποιόν.
Μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ κόσμος μέσα εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατρέφονται, ἐκπαιδεύονται καὶ δραστηριοποιοῦνται οἱ νέοι σήμερον; Ὁ κόσμος τοῦ Βίκτωρος Φρανκεστάϊν; Κόσμος δυνατοτήτων, ἀλλὰ ὄχι βεβαιοτήτων· κόσμος ἐλευθεριῶν, καλλίτερον ἀσυδοσίας, ἀλλὰ ὄχι νοήματος;
Ἐδῶ ἡ φωνὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἀκούεται πάλιν ὡς προφητεία. Ὄχι ἐναντίον τῆς γνώσεως, ἀλλὰ ὑπὲρ τῆς σοφίας. Ὄχι ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ προσώπου. Ἡ παιδεία χωρὶς ἀλήθειαν γεννᾷ χρηστικοὺς μηχανισμούς. Καὶ Ἀλήθεια, ἡ μόνη Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ ἐλευθερία χωρὶς πρόσωπον γεννᾷ μοναξιάν. Χωρὶς τὸ Θεανδρικὸν Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πρόοδος χωρὶς πνευματικὸν κέντρον γεννᾷ κόπωσιν. Τὸ Κέντρον τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ εἶναι ἡ Πίστις.
Ὅταν ὁ νομικὸς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου ἐπλησίασε τὸν Χριστὸν καὶ Τὸν ἠρώτησε πειράζων· «ποία ἐστὶν ἐντολὴ μεγάλη;», ὁ Κύριος δὲν ἀπήντησε μὲ κατάλογον κανόνων, ἀλλὰ μὲ ἀποκάλυψιν τοῦ κέντρου τοῦ ἀνθρώπου: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου»(πρβλ. Ματθ. 22,36-40). Ἐκεῖ, ὅπου καρδία καὶ νοῦς συνάπτονται εἰς μίαν ζῶσαν σχέσιν μὲ τὸν Θεόν, γεννᾶται ἡ Πίστις· καὶ διὰ τοῦτο δύναται κάποιος νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ κέντρον τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ εἶναι ἡ Πίστις. Ἐπὶ ταύτης τῆς ἐσωτερικῆς ἑνότητος ἐθεμελιώθη καὶ ὁ πνευματικὸς πολιτισμὸς τῆς Εὐρώπης, ὅπου ἡ ἑλληνικὴ λογικὴ καὶ ἡ χριστιανικὴ πίστις συνυφάνθησαν, ὄχι εἰς μηχανὴν γνώσεως ἀλλὰ εἰς παιδείαν προσώπων καὶ κοινωνίαν ἐλευθερίας.
Ἄς ακούσωμεν καὶ ἕναν ἄλλον μεγάλον Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας ἐπ’ αὐτῆς τῆς τριλογίας, εἰς ἐλευθέραν γλωσσικὴν ἀπόδοσιν, τὸν Ἅγιον Μάξιμον τὸν Ὁμολογητὴν: «Ἄνευ Θεοῦ, ὁ νοῦς γίνεται τεχνίτης· ἄνευ ἀγάπης, ἡ ἐλευθερία γίνεται φυγή· ἄνευ σκοποῦ, ἡ κίνησις γίνεται πλάνη» (πρβλ. Πρὸς Θαλάσσιον, PG 90, 320–321). Καὶ ἡ Εὐρώπη, ἀκριβῶς διότι ἀπέκτησε πολλὰ ἄνευ Θεοῦ, φαίνεται σήμερον νὰ κουράζεται τόσον βαθιά. Ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ κουράζει, καταβάλλει, μηδενίζει, ἀπομονώνει...
Σεβασμιώτατε, Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, ἀδελφοὶ ἐν Χριστῷ,
Ἐκ τοῦ τόπου τούτου, τῆς μεγαλωνύμου ταύτης πόλεως τοῦ Λονδίνου, ὅπου ἐπὶ αἰῶνας συναντῶνται λαοί, γλῶσσαι καὶ πολιτισμοί, ἐπιτρέψατέ εἰς ἡμᾶς νὰ ἀπευθύνωμεν λόγον καὶ πρὸς ὅλους ἐσᾶς, πρὸς τὴν ἐν Διασπορᾷ Ὀρθόδοξον Ὁμογένειαν, ὄχι ὡς ἐπισκέπτης, ἀλλὰ ὡς Ἱεράρχης τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐφώτισε τὴν Εὐρώπην.
Ἡ Ὀρθόδοξος Διασπορά, καὶ δὴ ἡ Ἑλληνορθόδοξος, δὲν εἶναι περιφέρεια τῆς ἱστορίας· εἶναι μνήμη καὶ συνείδησις αὐτῆς. Εἶναι ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος φέρει εἰς τὸν παρόντα αἰῶνα τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν καὶ τὴν ἀνθρωπολογίαν τοῦ προσώπου εἰς κόσμους καὶ περιβάλλοντα ποὺ συχνὰ τὰ λησμονοῦν. Ὅπου ζεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ὁμογένεια, ἐκεῖ διασώζεται ἡ λέξις πρόσωπον, ὄχι ὡς ἁπλοῦς φιλολογικὸς καὶ φιλοσοφικὸς ὅρος ἀλλὰ ὡς τρόπος τοῦ εἶναι, ὡς τρόπος ὑπάρξεως. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀριθμός, οὔτε μονάς ἀπομεμονωμένη· εἶναι εἰκὼν Θεοῦ, κεκλημένος εἰς κοινωνίαν.
Καὶ ἐνταῦθα ἡ κλῆσις σας, ἀδελφοί μου, γίνεται προφητική. Διότι ὅταν ἡ σύγχρονος Εὐρώπη ταλαντεύεται περὶ τοῦ τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, σεῖς μαρτυρεῖτε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μυστήριον, ὄχι πρόβλημα· ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι σχέσις, ὄχι αὐτονομημένη ἀπομόνωσις· ὅτι ἡ παιδεία εἶναι μνήμη καὶ μύησις εἰς ἀλήθειαν καὶ ὄχι μόνον κατάρτισις.
Ἐὰν τὸ φῶς τοῦ προσώπου σβύσῃ, τότε ἡ Εὐρώπη δύναται νὰ παραμείνῃ πλουσία εἰς μέσα ἀλλὰ πτωχὴ εἰς νόημα. Καὶ σεῖς καλεῖσθε νὰ διαφυλάσσετε τὴν φλόγα ταύτην τοῦ φωτὸς ὄχι ὡς κειμήλιον τοῦ παρελθόντος ἀλλὰ ὡς ζῶσαν μαρτυρίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐντὸς τοῦ κόσμου.
Καὶ ἐπιστρέφοντες, ἀδελφοί μου, εἰς τὸ ἐρώτημα ποὺ ἔθεσε ἐξ ἀρχῆς ἡ σημερινή μας ὁμιλία «Ποῖον ἄνθρωπον γεννᾷ ἡ σύγχρονος Εὐρώπη;» μποροῦμε πλέον νὰ ἀπαντήσωμεν ὄχι μὲ συνθήματα ἀλλὰ μὲ παιδευτικὴ κρίσιν καὶ κριτήριον.
Ὅταν ὁ T. S. Eliot ἐρωτᾷ προφητικῶς «Where is the wisdom we have lost in knowledge?» δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν γνῶσιν· θρηνεῖ τὴν ἀπώλειαν τῆς σοφίας. Καὶ ἡ σοφία, κατὰ τὴν Ἁγίαν Γραφήν, δὲν εἶναι ἔξυπνη σκέψις, ἀλλὰ στάσις ζωῆς:
«Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110,10· Παρ. 1,7).
Ὁ φόβος αὐτὸς δὲν εἶναι τρόμος, ἀλλὰ δέος καὶ ἐγρήγορσις ἐνώπιον τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ συνείδησις ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι αὐτάρκης ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι προϊὸν ἀνθρωπίνου νοῦ ἀλλὰ μέθεξις εἰς τὰς ἁγιαστικὰς καὶ φωτιστικὰς ἐνεργείας τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας, εἶναι ἀνάληψις μεθεκτικὴ ἐκ τοῦ Θησαυροῦ τῶν Ἀγαθῶν καὶ ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη γνῶσις ὀφείλει νὰ μετέχῃ εἰς τὸ φῶς. Εἰς τὸ Φῶς τὸ Ἀληθινόν, τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.
Τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα ἐδίδαξαν τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐρωτᾷ περὶ τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ἀγαθοῦ. Τὰ Χριστιανικὰ γράμματα ἀπεκάλυψαν ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι ἰδέαν, ἀλλὰ Πρόσωπον: τὸ Θεανδρικὸν Πρόσωπον τοῦ Κυρίου, ὁ Χριστός· καὶ ὅτι ἡ σοφία δὲν εἶναι κατοχὴ ἀλλὰ κοινωνία μὲ τὸν Θεόν.
Ἐκεῖ γεννᾶται ὁ ὡλοκληρωμένος ἄνθρωπος ὄχι ὁ ἁπλῶς ἐκπαιδευμένος, ἀλλὰ ὁ πεπαιδευμένος· ὄχι ὁ χρήσιμος ἀλλὰ ὁ ἔχων ἐπιγείους ρίζας καὶ οὐρανίαν διαδρομὴν καὶ ὁλοκλήρωσιν· ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰκὼν Θεοῦ εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ ἀγωνίζεται νὰ ὁμοιωθῇ πρὸς τὸν ἐπουράνιον Θεόν.
Ἐὰν ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἐπιθυμῇ μέλλον, ὀφείλει νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς αὐτὴν τὴν σοφίαν. Ὄχι διὰ νοσταλγίαν, ἀλλὰ διὰ ἀναγέννησιν. Ὄχι διὰ παρελθόν, ἀλλὰ διὰ πρόσωπον.
Εἴθε, διὰ τῶν πρεσβειῶν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἡ παιδεία νὰ ξαναγίνῃ ὁδὸς πρὸς τὴν σοφίαν, ἡ Εὐρώπη νὰ εὕρῃ καὶ πάλιν τὴν ψυχήν της, ὁ δὲ ἄνθρωπος τὸ φῶς τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ ἐντός του.
Σᾶς εὐχαριστῶ.










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου