e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Για μια λίτρα κρέας

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ από τη Μελβούρνη 

[Φούρνος στο Σπαρτοχώρι Λευκάδας. Πηγή φωτό: www.kolivas.de]

Έτσι μαθεύτηκε στο χωριό το φονικό! Τον σκότωσε για μια λίτρα κρέας! Κοντοζύγωνε Λαμπρή κάπως όψιμα, είχε μπει για καλά η Άνοιξη και κόντευε να βγει ο Απρίλης. Ήταν τότε,  στα «πέτρινα χρόνια», αμέσως μετά που έφυγαν και οι τελευταίοι Γερμανοί από το νησί, αφού πρώτα φρόντισαν να αποτελειώσουν όσα δεν τους βόλευε να καταστρέψουν νωρίτερα, γιατί τα χρειάζονταν εκείνοι όσο βρίσκονταν εκεί.

Πάνου που πήγαινε να πάρει ανάσα ο κόσμος, να συμμαζευτούν στα σπίτια τους κι ό,τι απόμεινε από τα υπάρχοντα τους, να ζυγιστούν, να μετρηθούν ποιοι λείπουν και πόσοι έμειναν να δουν πώς θα πορευτούν από δω και πέρα που, επί τέλους, ξεκουμπίστηκαν, οι εχθροί, ξέσπασε ο αδελφοσπαραγμός, γιατί έτσι ήθελαν κάποιοι… κι οι Έλληνες, έπεσαν στην καλοσχεδιασμένη παγίδα που τους έστησαν για την εξυπηρέτηση δικών τους συμφερόντων! Μεγαλύτερη πληγή κι από τον πόλεμο, τώρα πια δεν ήταν όλοι μαζί εναντίον του κοινού εχθρού, τώρα ήταν αδελφός εναντίον αδελφού, γείτονας εναντίον γείτονα, κοιτάζονταν όλοι καχύποπτα μην ξέροντας πια από πού να προφυλαχτούν. Δύσκολα, πολύ δύσκολα...

Ο Αντώνης, ήσυχος οικογενειάρχης, προσπάθησε να μείνει μακριά από όλα αυτά. Είχε γυναίκα και τρία μικρά παιδιά, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι όλα κάτω των δέκα χρονών. Εκείνο το πρωινό, πήγε στο μαγαζί του χωριού να ψωνίσει μερικά απαραίτητα πράγματα και λίγο κρέας που ένας χωριανός είχε σφάξει ένα μοσχάρι που ανάσταινε. Αφού ήπιε ένα κρασάκι με τους άλλους χωριανούς στο μαγαζί όπου με μεγάλη επιφύλαξη μιλούσαν για τα χωράφια και τις δουλειές προσέχοντας μην τους ξεφύγει λέξη για «την κατάσταση» και χαρακτηριστούν ως «από τους αποδώ» ή «από τους  αποκεί»,  πήρε το δρόμο να ανηφορίσει για το μικρόσπιτο του που ήταν στο επάνω χωριό.

Βγήκε από τη δημοσιά για να κόψει δρόμο, γιατί με την κουβέντα καθυστέρησε. Εκεί που πήγαινε ήσυχος ξεπετάχτηκε μπροστά του ο  φίλος του ο Γιάννης με τον οποίον είχαν ψυχρανθεί πολύ τελευταία γιατί τον πίεζε συνέχεια να προσχωρήσει εκεί που είχε προσχωρήσει εκείνος κι ο Αντώνης αρνιόταν, έφτασε κάποτε να του πει πως αν το καλέσει η ανάγκη και τον βρει μπροστά του  μπορεί και να τον σκοτώσει αφού ανήκουν σε αντίθετα στρατόπεδα… Είχε φύγει λίγο νωρίτερα εκείνος αφού άργησε να έλθει και δεν πρόλαβε να πάρει κρέας. Ξαφνιάστηκε ο Αντώνης, γιατί δεν του άρεσε το ύφος του και η ενέδρα που του είχε στημένη δεν προμήνυε τίποτα καλό. Κι άλλες φορές είχαν λογοφέρει για την κατάσταση γιατί διαφωνούσαν, φιλήσυχος ο Αντώνης, όμως, υποχωρούσε πάντα.

Κανείς δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια τι ακριβώς έγινε, τι λέχτηκε μεταξύ των δύο ανδρών, γιατί κι ο Γιάννης καλός άνθρωπος κι οικογενειάρχης και μέχρι προχτές, ήταν πολύ αγαπημένοι, ούτε πώς  βρέθηκε στο χέρι του Αντώνη το μαχαίρι του Γιάννη, ούτε πώς καρφώθηκε στο στήθος του Γιάννη που έπεσε αιμόφυρτος και ξεψύχησε πριν πάρει χαμπάρι η γειτονιά και τρέξουν. Ο Αντώνης, γνωρίζοντας τι τον περίμενε αφού δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες ώστε να μαρτυρήσουν τι ακριβώς έγινε, πέταξε το μαχαίρι, σκούπισε τα χέρια του, έτρεξε σαν τρελός σπίτι κι αφού αντάλλαξε δυο κουβέντες με την τρομαγμένη Κατίνα τη γυναίκα του, εξαφανίστηκε από προσώπου γης!

Άκαρπες όλες οι προσπάθειες της Αστυνομίας να τον εντοπίσουν. Πέρασαν μέρες, βδομάδες, μήνες, άρχισαν να κυλούν τα χρόνια κι ο Αντώνης άφαντος! Πολλές φήμες κυκλοφόρησαν, ένας έλεγε πως τον σκότωσε κάποιος συγγενής του Γιάννη και τον γκρέμισε από το βουνό στη θάλασσα, άλλος πως προσπάθησε να ξεφύγει και κολυμπώντας πνίγηκε, άλλος πως δεν μπορεί, κάποιος κάπου θα τον κρύβει! Πολλά τα σενάρια! Κάποιοι είπαν πως θα πιάστηκαν  στα χέρια κι ο Γιάννης θα προσπάθησε να του πάρει το, δυσεύρετο κι ακριβό για κείνες τις μέρες, κρέας κι ο Αντώνης πάνω στον καβγά  του έπιασε το χέρι για να τον εμποδίσει να τον σκοτώσει κι πάνω στο πάλεμα τον κάρφωσε για να γλιτώσει… τη μια λίτρα κρέας… Οι περισσότεροι, που τους ήξεραν για φιλήσυχους ανθρώπους, λέγανε πως κακιά ώρα θα ήταν, ποιος ξέρει γιατί πιαστήκανε και πάνω στον καβγά έγινε το κακό. Μάλλον η «κατάσταση» ήταν η αφορμή.

Μαυροφορέθηκαν  οι δυο οικογένειες, ορφάνεψαν πέντε παιδιά. Δύσκολα και για τις δυο φαμελιές, χειρότερα για την Κατίνα και τα παιδιά της, όπου τους ακολουθούσε κι η ρετσινιά, η γυναίκα του φονιά, τα παιδιά του φονιά… Και ο «φονιάς»  άφαντος! Το χωριό συσπειρώθηκε γύρω κι από τις δύο φαμελιές, περισσότερο στην φαμελιά του «φονιά» γιατί ήταν φτωχοί άνθρωποι, με ελάχιστες  ελιές και λίγα αμπέλια που ήθελαν χέρια και χέρια δεν υπήρχαν. Ο μοναδικός αδελφός του Αντώνη είχε σκοτωθεί στον πόλεμο κι οι γονέοι του πέθαναν στην κατοχή από την πείνα. Η φαμελιά του Γιάννη πιο ευκατάστατη, υπήρχαν και δυο αδέλφια του ανύπαντρα καθώς και οι γονείς του που τους στήριξαν.

Έτσι, οι περισσότεροι χωριανοί πήραν υπό την προστασία τους την Κατίνα και τα τρία ορφανά. Τα κουτσομπολιά και τα μισόλογα, πίσω από κλειστές πόρτες, όμως, έδιναν κι έπαιρναν. Μολαταύτα ποτέ κανείς δεν βγήκε φανερά να μιλήσει ή να καταδώσει στις αρχές αυτά που ψιθυρίζονταν στο χωριό. Και ψιθυρίζονταν πολλά. Όπως π.χ. πως, όταν πέθανε η μεγάλη κόρη της Κατίνας από λευχαιμία στα δεκατρία χρόνια της, ο Αντώνης πήγε σπίτι του και κρύφτηκε μέσα στο φούρνο εξ ού και δυο-τρεις έμπιστες της φαμελιάς στέκονταν συνέχεια εκεί γύρω από το φούρνο για να μη ζυγώσει κανείς. Βγήκε, είπαν, τη νύχτα μετά την κηδεία, όταν είχαν φύγει όλοι, ξανακρύφτηκε το πρωί κι έφυγε χαράματα της άλλης μέρας. Το ίδιο είπαν κι όταν αρρώστησε του θανατά η Κατίνα. Πως τάχα νύχτα ήρθε νύχτα έφυγε μετά από λίγες μέρες κι ό,τι εύρισκε τρόπο να επικοινωνεί και να τους στέλνει λεφτά.
Γεγονός, η Κατίνα, από καιρού σε καιρό, έπαιρνε πότε τη μια γειτονοπούλα πότε την άλλη για παρέα, ποτέ τα παιδιά της μόνο για να μην κινήσει υποψίες,  λέγανε, και πήγαινε στο πάρα διπλανό χωριό με τα πόδια πάντα, όπου είχε κάτι ξαδέλφες και γριές θείες. Με τα χέρια άδεια πήγαινε, με τα χέρια άδεια γυρνούσε. Άψογη σε όλα της πάντα και τα παιδιά της νοικοκυρεμένα, ευγενικά ποτέ δεν έδωσαν την παραμικρή αφορμή να πει κανείς κακή κουβέντα.

Μεγαλώνοντας η κοπέλα της, την πάντρεψε μ’  ένα καλό παιδί από την Πελοπόννησο. Ήταν όμορφη και φρόνιμη κοπέλα, δύσκολο όμως, να παντρευτεί στο νησί και μάλιστα στο χωριό της που όλοι γνώριζαν κι ας μην μιλούσαν πως ήταν κόρη του φονιά που φυγοδικούσε προφανώς. Και  στο γάμο, είπαν, ο πατέρας της ήταν εκεί…  στην κρυψώνα του, στο φούρνο…

Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια κι η ζωή.

Όταν γύρισε από φαντάρος ο γιος της Κατίνας  ο Τάκης, τύπος και υπογραμμός σε όλα του, προεστοί από το χωριό, μεσίτεψαν να σταματήσει πια το κακό και να συγγενέψουν για να  μονιάσουν πια οι δυο φαμελιές.  Ό,τι έγινε, έγινε… η κοπέλα του Γιάννη ήταν της παντρειάς, αν την έπαιρνε ο Τάκης, θα έσβηνε πια το παλιό μίσος και θα ζούσαν όλοι ειρηνικά πια χωρίς έγνοια !

Δεκτοί η Κατίνα και ο Τάκης, μα και η Άννα, η κόρη του Γιάννη, απέξω-απέξω άφησε να εννοηθεί πως της άρεσε ο Τάκης και δεν θα έλεγε όχι η ίδια. Όμως, τα αδέλφια του πατέρα της αρνήθηκαν κατηγορηματικά, γιατί δεν ήξεραν πού βρίσκεται ο Αντώνης. Δεν πήγε φυλακή να πληρώσει το έγκλημα του, δεν ξέρουν αν έχει πεθάνει, αν ήξεραν ότι είχε πεθάνει, δε θα έλεγαν όχι, μα τώρα πώς να πουν το ναι, κι αν αυτός εμφανιστεί κάποτε, θα πρέπει δηλαδή η Άννα να αποκαλεί Πατέρα τον φονιά του Πατέρα της; Όχι, όχι, όσο κι αν συνηθιζόταν στο νησί εκείνα τα χρόνια σε παρόμοιες περιπτώσεις να παντρεύουν παιδιά για να κλείνει η «πληγή» στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει. Μα και να πάρει άλλη κοπέλα από κει το γύρω ο Τάκης, δύσκολα. Η ρετσινιά καλά κρατούσε.

Έτσι, έφυγε κι ο Τάκης και πήγε κι έμεινε κοντά στην αδελφή του, όπου μετά από λίγο καιρό παντρεύτηκε. Έμεινε μόνη μεγάλη γυναίκα πια η Κατίνα στο χωριό. Δεν είχε καρδιά να κλείσει το σπιτικό της και να ξεριζωθεί κι αυτή. Αραιά και πού, πήγαινε η Κατίνα κι έβλεπε τα παιδιά κι εγγόνια της, μολονότι της έλειπαν πολύ δεν έμενε ποτέ πάνω από λίγες μέρες. Γύριζε στο σπιτικό της το άδειο από ανθρώπους αλλά γεμάτο από θύμησες, αναμνήσεις και γεγονότα πολλά, άλλα τραγικά, δυσάρεστα άλλα ευχάριστα.

Περνούσαν τα χρόνια, μεγάλωναν όλοι, γερνούσαν οι πιο μεγάλοι! Και ξαφνικά κι απρόσμενα, έφυγε μια μέρα από το χωριό η Κατίνα, αφού πρώτα πούλησε το σπίτι της κι ό,τι άλλο είχε, με τη δικαιολογία ότι θα πήγαινε κοντά στα παιδιά της. Επειδή, όμως, τίποτα δεν μένει κρυφό, δεν άργησαν να μάθουν στο νησί την αλήθεια! Εμφανίστηκε ο Αντώνης! Και η Κατίνα πήγε να τον συναντήσει, να μαζέψουν, επί τέλους, τη φαμελιά τους και μετά από εικοσιπέντε τόσα χρόνια, όσα όριζε ο Νόμος για το «φονιά» που φυγοδικούσε, να ξαναγίνουν οικογένεια!

Από μαρτυρίες ανθρώπων που τον συνάντησαν, μαθεύτηκε πως όλα αυτά τα χρόνια ζούσε ήρεμα και ειρηνικά λίγο έξω από την Πάτρα! Μέχρι εκεί πρόφτασε να φτάσει μετά το κακό. Παρουσιάστηκε με άλλο όνομα, έπιασε δουλειά σ΄ ένα αρχοντικό, σκληρός και τίμιος δουλευτής και άνθρωπος καλός, κέρδισε το σεβασμό, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη όλων! Άγιο άνθρωπο τον έλεγαν. Έκανε πολύ μοναχική ζωή, πάντα μόνος κι απομονωμένος από όλους. Ούτε παρέες, ούτε καφενείο ούτε πανηγύρια ούτε τίποτα. Ούτε με γυναίκα τον είδαν ποτέ, σοβαρός και μετρημένος, ερημίτη τον αποκαλούσαν.  Είχε μεγάλη περιουσία το αφεντικό, ελιές, αμπέλια, κήπους ποτιστικούς. Μέσα σε λίγα χρόνια, εκτιμώντας το χαρακτήρα και τη σκληρή δουλειά του το αφεντικό τον διόρισε επιστάτη. Ψιθυριζόταν μετά, ότι στο αφεντικό είπε την αλήθεια για τη ζωή του και το φονικό που δεν ήταν φονικό αλλά στην πάλη επάνω  είχε πάρει το μαχαίρι του φίλου του και κατά λάθος καρφώθηκε στο Γιάννη.

Οι δυο φαμελιές, σήκωσαν με αξιοπρέπεια το σταυρό που τους έτυχε. Όλα τα χρόνια απέφευγαν να συναντηθούν, ευτυχώς η μια οικογένεια έμενε στο πάνω χωριό κι η άλλης το κάτω, έτσι ήταν εύκολο, σε άλλη εκκλησία πήγαιναν, από άλλο μαγαζί ψώνιζαν, απέφευγαν πάντα κοινούς χώρους που μπορεί να συναντιόνταν, αλλά και τα παιδιά τους φρόντισε ο δάσκαλος, ο παπάς του χωριού κι ο χωροφύλακας να πάνε σε άλλα Σχολεία. Της Κατίνας πήγαν σε αυτό της γειτονιάς τους και του Γιάννη τα παιδιά πήγαν σε αυτό του διπλανού χωριού που ήταν κοντά στο κάτω χωριό που έμεναν. Βοήθησε πολύ, όμως, και το ότι φιλήσυχες κι οι δυο οικογένειες, αναγνωρίζοντας πως οι δυο χήρες και τα παιδιά τους ήταν θύματα άλλων, οι ίδιοι δεν είχαν να μοιράσουν τίποτα.

Ομολογώ, αυτή η ιστορία με είχε συγκλονίσει από την αρχή. Οι γονείς μου συνάντησαν κάποτε τον Αντώνη, όταν έσμιξε με τη φαμελιά του και οι εντυπώσεις τους ήταν άριστες! Όχι στη Ζάκυνθο, βέβαια, ποτέ δε γύρισαν πίσω, όμως, τότε μαθεύτηκε και η αλήθεια! Η κακή ώρα ήταν…, ήταν η διχόνοια του εμφυλίου, η επιμονή του Γιάννη να τον ακολουθήσει ο φίλος του εκεί που ανήκε εκείνος… Και η άρνηση του Αντώνη που ούτε να διανοηθεί να σηκώσει όπλο σε χωριανό, σε γείτονα, σε δικό, σε φίλο!

Δυο καλές οικογένειες, φιλήσυχοι άνθρωποι, τίμιοι νοικοκυραίοι  και οι μεν και οι δε, έπεσαν θύματα των καταστάσεων, υπέφεραν άδικα, χάθηκαν ζωές, έκλεισαν σπίτια, υπέφεραν για πολλά χρόνια και οι μεν και οι δε, γιατί οι ξένες δυνάμεις, αλλά και ο φανατισμός του Έλληνα, όπλισαν το χέρι και σκότωνε αδελφός τον αδελφό!

Ο Αντώνης με την Κατίνα, αξιώθηκαν να ζήσουν πολλά χρόνια μαζί και να χαρούν τα παιδιά κι εγγόνια τους! Πέθαναν σε πολύ βαθιά γηρατειά. Θυμάμαι, ήμουν ήδη πολλά χρόνια στη Μελβούρνη όταν έμαθα για το θάνατο τους!

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Διονυσία μας μετέφερες πάλι στο κλίμα μιας ταραγμένης από τα πολιτικά πάθη εποχής.....

Ανδρέας Στ.

Ανώνυμος είπε...

Είναι εποχή που την βιώσαμε, εμείς της παλιάς γενιάς Ανδρέα!!!
Και φυσικά, δεν διαγράφεται εύκολα, τουλάχιστον, όσο έχουμε μνήμη!
Να είσαι καλά!
δ.μ.