Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ
Ψηλή και κάπως ευτραφής η Ριρίκα. Με ωραία καστανά
μάτια και μαλλιά, όπου κυμάτιζαν και έφταναν μέχρι τη μέση της.
Την τριγύριζαν πολλοί νέοι της εποχής
της, μα δεν της άρεσε κανένας! Δεν
έχανε, όμως, ευκαιρία, να φλερτάρει «ελαφρώς» με όλους.
Όταν την πείραζαν-
-Αμάν
βρε Ριρίκα, ο ένας σου βρωμάει, ο άλλος σου μυρίζει. Ο ένας έχει μεγάλη
μύτη ο άλλος μικρά αυτιά και ο παράλλος στραβά πόδια. Αν πεις δε και για το
πρόσφατο προξενιό, ωραίος ο γαμπρός και ευκατάστατος, αλλά τον απέρριψες γιατί
η νόνα του πουλούσε πούδρα!
-Έλα στα συγκαλά σου, τι σόι άνδρα θέλεις δηλαδή;
Στεκόταν για λίγο η Ριρίκα και με
απόμακρο, ρομαντικό ύφος απαντούσε:
-Δεν το έχω σκεφτεί, έτσι δεν μπορώ να
σας πω, μα σαν έρθει η στιγμή, θα τον γνωρίσω αμέσως και θα πω-
-Αυτός είναι ο ιδανικός για μένα άνδρας,
ο Βαλεντίνος μου. Και τότε, θα με πάρει ή θα τον πάρω από το χέρι και θα
φύγουμε.
-Άντε άντε τα μυαλά σου και μια λύρα,
έλεγε η μάνα της.
-Με τέτοια μυαλά που κουβαλάς Ριρίκα μου, μάλλον πρέπει να πω του πατέρας
σου, τώρα που μπορεί, να σου φτιάξει ένα ράφι, γιατί για εκεί σε βλέπω.
Για τον Βαλεντίνο, δε γνώριζε πολλά
πράγματα η Ριρίκα, στην ουσία δεν ήξερε τίποτα. Είχε ακούσει, όμως, ότι είναι
ένας πανέμορφος άνδρας που σαγηνεύει τις γυναίκες και τον ερωτεύονται όλες, αλλά
και τις ερωτεύεται σφοδρά.
Η Ριρίκα, πάντως πίστευε πως όταν
συναντηθούν, θα ερωτευτούν τόσο τρελά που εκείνος δε θα κοιτάξει ποτέ άλλη
γυναίκα.
Γελούσε πίσω από την πλάτη της και το παρδαλό
κατσίκι. Οι γονείς της δεν τα έπαιρναν στα σοβαρά όλα αυτά και κάθε φορά που
κάποιος νέος έστελνε προξενητάδες να την ζητήσουν από τον πατέρα της και άξιζε
τον κόπο, προσπαθούσαν να την πείσουν να πει το ναι! Άδικος κόπος, κολλημένη
στον Βαλεντίνο η Ριρίκα ούτε που άκουγε τι της έλεγαν πατέρας και μάνα.
Τα χρόνια περνούσαν, το έχουν αυτό το
ελάττωμα, μεγάλωνε η Ριρίκα, αλλά το μυαλό της αμετακίνητο. Μια μέρα αγρίεψε ο πατέρας της.
-Άκουσε να σου πω, ή παντρεύεσαι το
Βασίλη που σε ζήτησε και περιμένει απάντηση ή παντρεύω τη Νίτσα και ας είναι
μικρότερή σου. (Κανόνας απαράβατος τότε,
ποτέ να μην παντρεύεται νεότερη αδελφή αν δεν παντρευτεί πρώτα η μεγαλύτερη).
Με αυτοπεποίθηση που δεν σήκωνε
αντίρρηση, η Ριρίκα είπε στον πατέρα της πως μέχρι το τέλος του χρόνου, ήταν
Μάης, θα έρθει στη ζωή της ο Βαλεντίνος.
Υποσχόμενη, πως αν διαψευσθεί, τότε θα παντρευτεί όποιον τη ζητήσει και τον
εγκρίνουν οι γονείς της.
Και, ω του θαύματος, ο Βαλεντίνος βρέθηκε! Δεν τον έλεγαν ακριβώς Βαλεντίνο,
αλλά Βαλάντη. Ε, τι, εκεί θα κολλούσε τώρα; Ήταν ο άνδρας των ονείρων της. Του
άλλαξε το όνομα σε Βαλεντίνο, εκείνος δεν έφερε αντίρρηση, κολακεύτηκε πολύ με
το νέο του όνομα και...μπήκε στο ρόλο που τον ήθελε η Ριρίκα.
Ερωτικές εξομολογήσεις, φιλοφρονήσεις,
όρκοι αιώνιας αγάπης και αφοσίωσης και υποσχέσεις για παραμυθένια ζωή!
Ξετρελάθηκε η Ριρίκα.
-Βλέπετε που είχα δίκιο; Ο Βαλεντίνος
μου είναι ο άνδρας της ζωής μου!
- Αλλά πού να ακούσετε, εσείς όλοι με
περνούσατε για τρελή!
Ήρθε και η ώρα για τα αρραβωνιάσματα, αλλά
κάπου εκεί άρχισε να ξινίζει η μανέστρα. Αφού, βεβαίως-βεβαίως συζήτησαν και
για το θέμα της προίκας, (εύποροι οι γονείς της νύφης), ο Βαλάντης-Βαλεντίνος, απαίτησε μια, όχι
ευκαταφρόνητη, προκαταβολή σε μετρητά από την προίκα. Ο άνθρωπος είχε μεγάλα
σχέδια.
Ήταν μεγάλος επιχειρηματίας Εισαγωγές-Εξαγωγές
και χρειαζόταν ρευστό. Η μόνη που δεν έδειξε δυσαρέσκεια, ήταν η νύφη.
-Δώσε ότι σου ζητάει πατέρα, δικά μου
θα είναι αφού ο Βαλεντίνος θα γίνει άνδρας μου.
-Ναι, βρε κορίτσι μου, αντιμίλησε ο
πατέρας αλλά, άλλο είναι άνδρας σου και άλλο θα γίνει.
Άστραψε και βρόντηξε η Ριρίκα που ο
πατέρας της τόλμησε να αμφισβητήσει τον αγαπημένο της. Οι καβγάδες ατελείωτοι
στο σπίτι και η Ριρίκα απειλούσε θεούς και δαίμονες, πιέζοντας τους γονείς να
καταθέσουν το ποσό στο λογαριασμό του Βαλεντίνου.
Αν πάρει χαμπάρι πως τον αμφισβητείτε και δεν του
έχετε εμπιστοσύνη δε θα αντέξει την προσβολή και θα διαλύσει τον αρραβώνα. Όλα κι όλα, αλλά ο Βαλεντίνος μου είναι περήφανος άνδρας.
Αραίωσαν οι επισκέψεις του γαμπρού,
φοβήθηκαν οι γονείς μην την εγκαταλείψει, τι να την κάνουν μετά, που είχε ήδη ακουστεί,
ποιος θα την πάρει και υποχώρησαν.
Χαρές ευαγγέλια ο γαμπρός, αλλά και η
νύφη κι όλα πήγαιναν μέλι-γάλα.
Κι εκεί που ο γονείς ετοιμάζονταν να θίξουν
το θέμα του γάμου, κάπου 6 μήνες αρραβωνιασμένοι και να οριστεί ημερομηνία, ο
Βαλεντίνος τους πρόλαβε λέγοντας ότι επιβάλλεται από την Εταιρία του να
«πεταχτεί» μέχρι τη Μελβούρνη για ένα μήνα να τακτοποιήσει μερικά μικρά προβληματάκια που προέκυψαν και γυρίζοντας θα
γίνει ο γάμος. Βαριά και μαύρα σύννεφα
πλάκωσαν τους γονείς, κάπου δυσανασχέτησε και η Ριρίκα που ετοιμαζόταν να φορέσει το λευκό νυφικό της
αγνότητας, μόνο που κάθε άλλο παρά αγνή (με τα μέτρα της εποχής) ήταν. Ο Βαλεντίνος,
εκμεταλλευόμενος τον έρωτα αλλά και την αφέλεια της Ριρίκας, την έπεισε πως δεν
υπάρχει λόγος να μη χαίρονται από τώρα την αγάπη τους, νέοι και ερωτευμένοι
άνθρωποι είναι.
-Αφού είσαι δική μου, γυναίκα μου,
γιατί να χάνουμε πολύτιμες στιγμές που
δε θα ξαναγυρίσουν! Γάμος σημαίνει να με αγαπάς και να σε αγαπάω και όχι τα
τυπικά του Νόμου και το γύρω γύρω όλοι που θα μας πει ο παπάς στην εκκλησία. Θα
γίνουν κι αυτά φυσικά, αλλά εν τω μεταξύ ας χαιρόμαστε ο ένας τον άλλον και οι
δυο την αγάπη μας.
Έπλεε σε πελάγη ευτυχίας η Ριρίκα, τα
φιλιά και τα χάδια την αποθέωναν, γιατί να τα στερείται; Αφού είναι ανδρόγυνο
πια!
Κι έφυγε για τη Μελβούρνη ο γαμπρός. Τα
τηλέφωνα δύσκολα τότε, έτσι βασίζονταν μόνο στα γράμματα που έκαναν ένα μήνα να
φτάσουν. Είχαν περάσει 7 εβδομάδες αφότου έφυγε κι εκεί που περίμενε τον ίδιον
η Ριρίκα, κατέφτασε γράμμα που εξηγούσε ότι θα καθυστερήσει για δυο περίπου
μήνες, γιατί προέκυψαν εμπόδια. Τα φίδια έζωσαν τη Ριρίκα άσχημα. Χίλιες κακές
σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της, όμως, αποφασισμένη για όλα, πείθει τον
πατέρα της να της δώσει χρήματα να πάει να δει «ιδίοις όμμασι», τι συμβαίνει.
Βλέποντας το παιδί τους να μαραζώνει οι
γονείς, υποχωρούν και λίγες ημέρες μετά αναχωρεί αεροπορικώς για Μελβούρνη. Δεν
έχασε χρόνο να του στείλει γράμμα, τη διεύθυνση την είχε, μια και δυο από το
αεροδρόμιο παίρνει ταξί και δίνει τη διεύθυνση.
Ήταν μια μεγάλη μονοκατοικία με ωραίο
κήπο μπροστά. Απόρησε, γιατί υπέθετε ότι θα έμενε σε Ξενοδοχείο, αφού πήγε για
τόσο λίγο.
Χτυπάει διστακτικά το κουδούνι, απαντά
ένας μεσόκοπος καλοστεκούμενος άνδρας, όπου από τα σπασμένα Αγγλικά του
κοριτσιού κατάλαβε πως ζητάει τον αρραβωνιαστικό της το Βαλεντίνο. Με νοήματα
και απλά Αγγλικά, ο ευγενικός άνδρας της
δίνει να καταλάβει ότι δεν υπάρχει
τέτοιο όνομα εκεί.
Από την έκπληξή της και τη συμπεριφορά
της, καταλαβαίνει o άνδρας ότι βρίσκεται σε απόγνωση το
κορίτσι και δεν ξέρει πού να κοιτάξει, γιατί δεν γνωρίζει κανέναν στη Μελβούρνη.
Στέκεται διστακτικός για λίγο ο καλός άνθρωπος, εν τω μεταξύ, βγαίνει και μια κυρία της ίδιας περίπου ηλικίας, προφανώς η
γυναίκα του, μιλούν για λίγο με τον άνδρα της, την αγκαλιάζει στοργικά η
γυναίκα για να την καθησυχάσει μπαίνει μέσα ο άνδρας και σε λίγο βγαίνει πάλι με ένα βιβλίο, χαρτί και
μολύβι.
Ψάχνει και βρίσκει αυτό που θέλει και
της γράφει τη διεύθυνση του Ελληνικού Προξενείου.
Η Ριρίκα τα έχει τελείως χαμένα, τους ευχαριστεί, σταματάει ένα ταξί, δίνει τη
διεύθυνση και σε λίγο βρίσκεται σε ένα ωραίο κτίριο όπου κυματίζει η Ελληνική
σημαία.
Αναστενάζει με ανακούφιση το κορίτσι! Εδώ τουλάχιστον μιλούν τη γλώσσα της.
Χωρίς να χάσει χρόνο, ζητά από τον
υπάλληλο να δει άμεσα τον Γενικό Πρόξενο. Της εξηγούν ότι δεν μπορεί ο καθένας
να εισβάλλει και να απαιτεί ακρόαση από τον κ. Γενικό εδώ και τώρα. Διαφωνούν,
ανεβαίνουν οι τόνοι, κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο κ.
Γενικός. Ένας πολύ απλός και καλοσυνάτος κύριος, όπου βλέποντας την απόγνωση
της κοπέλας, της ζητά να τον ακολουθήσει στο γραφείο του και δίνει εντολή στο
προσωπικό να μην τους ενοχλήσει κανείς.
Του εξηγεί την όλη υπόθεση,
υποστηρίζοντας ότι κάποιο λάθος θα έγινε στη διεύθυνση που έγραφε το φάκελο στο
γράμμα που της έστειλε ο αρραβωνιαστικός της.
-Ο Βαλεντίνος μου, είναι ένας έντιμος
Επιχειρηματίας, είμαστε αρραβωνιασμένοι και με αγαπάει πάρα πολύ, ποτέ δε θα
μου έδινε ψεύτικη διεύθυνση.
Δίνει στο Γενικό Πρόξενο τα στοιχεία του
και περιμένει με αγωνία να ακούσει ότι όντως κάτι λάθος θα έγινε.
Τη ρωτάει για δεύτερη φορά ονοματεπώνυμο και ημερομηνία γέννησης.
Αναθαρρεύει για λίγο η Ριρίκα, γιατί στη
βιασύνη της είχε δώσει το όνομα Βαλεντίνος και όχι Βαλάντης.
Προφανώς, βρήκε τον φάκελο που έψαχνε ο
Γ. Πρόξενος και λίγο μετά της λέει:
-Λυπάμαι ειλικρινά. Το άτομο στο
οποίο αναφέρεστε, είναι σεσημασμένος απατεώνας και αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό
κράτηση. Έχω εδώ όλα τα στοιχεία από την Αστυνομία, γιατί επί πλέον δεν έχει
και Βίζα.
Όσο που δεν έπεσε το ταβάνι στο κεφάλι
της Ριρίκας. Πήγε να φωνάξει, να
διαμαρτυρηθεί, να του πει ότι κάνει λάθος, ο άνθρωπός της είναι εντιμότατος και
όχι απατεώνας και δη σεσημασμένος.
Μα, το σοβαρό και ταυτόχρονα κάπως
θλιμμένο ύφος του Γ. Προξένου, δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις και
αμφιβολίες.
Κοιτάζει πάλι το φάκελο και της εξηγεί,
ότι σύμφωνα με την Αστυνομική Αναφορά, το εν λόγω άτομο, συνοδευόμενο από μια
νεαρή κυρία, πήγε στο Καζίνο, όπου ήταν γνωστός
γιατί σύχναζε συχνά εκεί. (όπως αποδείχτηκε έκανε συχνά, ύποπτα ταξίδια στη
Μελβούρνη και ήταν υπό παρακολούθηση). Από μαρτυρίες του προσωπικού, προέκυψε ότι έχασε πολύ μεγάλο ποσόν το οποίο
δεν μπόρεσε να πληρώσει.
Προφανώς, θα ζητούσε από την κυρία που
συνόδευε να το πληρώσει και εκείνη θα αρνιόταν. Άρχισαν να διαπληκτίζονται και
να φωνασκούν. Κλήθηκαν τα άτομα της Ασφάλειας αλλά και οι υπεύθυνοι που απαιτούσαν να
πληρώσει αυτά που έχασε εδώ και τώρα.
Ζητάει 10 λεπτά προθεσμία να πάει στο
αυτοκίνητό του να φέρει τα λεφτά και πριν προλάβει το προσωπικό να αντιδράσει,
αρπάζει τη συνοδό από το χέρι και εξαφανίζονται.
Ενημερώνεται η Αστυνομία και αρχίζει ανθρωποκυνηγητό.
Λίγες ώρες μετά τον συλλαμβάνουν. Στην ανάκριση που ακολούθησε, ομολόγησε ότι
στον καβγά επάνω με τη συνοδό του, τη χτύπησε γιατί αφού ήταν αρραβωνιασμένοι
και είχε χρήματα, αρνήθηκε να τον βοηθήσει, κι έφυγε από εκεί τρέχοντας
αδιαφορώντας σε τι κατάσταση βρίσκεται.
Η
Ριρίκα ακούει μηχανικά χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. Αυτά που λέει ο Γενικός
Πρόξενος δεν μπορεί να αναφέρονται στο Βαλεντίνο της.
Ο Γ. Πρόξενος, σίγουρος πια ότι η νεαρή
κοπέλα δεν έχει καμία σχέση με τις πράξεις του «Βαλεντίνου», είναι απλά, ένα
ακόμα θύμα του και θα ήταν πολύ άδικο να μπλέξει,
της προσφέρει καφέ να συνέλθει και με τη
Ριρίκα σε κατάσταση σοκ, της λέει:
Δεν έχουμε πολύ χρόνο, προσπάθησε να
ακούσεις αυτά που θα σου πω:
-Αν ενημερωθούν οι Αρχές ότι
βρίσκεσαι εδώ, και έχω χρέος ως Δημόσιος υπάλληλος να τους ενημερώσω, θα σε
συλλάβουν πάραυτα και θα αρχίσουν ανακρίσεις επί ανακρίσεων. Και άντε να
αποδείξεις εσύ, πως δεν είσαι συνένοχη και συνεργός του.
Θα
μπλέξεις πολύ άσχημα.
-Με παρακολουθείς; Αυτή τη στιγμή σου μιλάει
ο πατέρας, όχι ο Γ. Πρόξενος, έχω κόρη στην ηλικία σου. Με κίνδυνο να
καταστρέψω την καριέρα μου, σου λέω το εξής.
Αν έχει πτήση για Ελλάδα απόψε ή αύριο,
είναι νωρίς ακόμα θα προλάβεις. Θα βγούμε μαζί από εδώ, θα μπεις σε ένα ταξί για
το αεροδρόμιο και θα επιστρέψεις σπίτι σου. Καλού-κακού, μην μείνεις καθόλου
την Αθήνα, αναχώρησε για το όμορφο νησί
σου την ίδια μέρα.
Όμως πρόσεξε καλά. Θα φέρνεσαι φυσιολογικά,
διότι αν φαίνεσαι αναστατωμένη ή ανήσυχη, θα κινήσεις υποψίες, επί πλέον,
τσιμουδιά. Καμία κουβέντα με συνταξιδιώτες, με κανέναν απολύτως. Πάρε αυτό το
βιβλίο, και αφοσιώσου σε αυτό, δήθεν ότι διαβάζει, μέχρι να φτάσεις στην Αθήνα.
Σε κανέναν απολύτως δε θα ομολογήσεις
την αλήθεια, μόνο στους γονείς σου και θα τους συστήσεις απόλυτη εχεμύθεια. Μικρή η κοινωνία του νησιού
και οι λέξεις ξεφεύγουν. Απλά θα πείτε ότι εσκεμμένα σου είχε δώσει λάθος
διεύθυνση, απογοητεύτηκες γιατί κατάλαβες πως σε κορόιδευε, άρα δεν αξίζει και
γύρισες σπίτι σου.
Όσο για μένα, ούτε με είδες ούτε με
άκουσες ποτέ.
Όμως, η Ριρίκα, δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχάσει αυτό τον
υπέροχο άνθρωπο.
Παντρεύτηκε λίγα χρόνια αργότερα και αφού
ομολόγησε στον άνδρα της όλη την περιπέτεια, συμφώνησαν και έδωσαν στο πρώτο
τους παιδάκι το όνομα του κυρίου Γ. Προξένου, ως ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης!
δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου