«Όνομα και πράγμα», έλεγαν όσοι
γνώριζαν την Ευγενία.
«Στόμα έχει και μιλιά δεν έχει»,
τόσο ήρεμος και ευγενικός άνθρωπος ήταν.
Μία, από τις «νύφες των καραβιών». Από τα κορίτσια όπου με μια φωτογραφία στο χέρι, έφτασαν ένα πρωινό στο λιμάνι της Μελβούρνης, που τις περίμενε ο «αρραβωνιαστικός τους».
Ένας άγνωστος άνδρας, που τον έβλεπαν
για πρώτη φορά, που δεν ήξεραν τίποτα για το χαρακτήρα του ή τη διαγωγή του και
που έπρεπε να τον παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια μαζί του.
Ολομόναχες εδώ, χωρίς μάνα, πατέρα,
αδέλφια, κανέναν απολύτως, καμία στήριξη από πουθενά.
Πολλοί από αυτούς τους γάμους
ευδοκίμησαν, γιατί τυχερά μερικά κορίτσια, έπεσαν σε καλό άνθρωπο, που ήταν
εργατικός, αφοσιωμένος στη φαμελιά του και φερνόταν με σεβασμό και αγάπη στη
γυναίκα του.
Ήταν και άλλοι όμως, όπου δεν είχαν
τίποτα κοινό με τον άνδρα τους και κάθε άλλο παρά καλή ζωή περνούσαν.
Μία από αυτές τις νύφες, ήταν η Ευγενία.
Παντρεύτηκε τον Τάση, λίγες μέρες αφότου έφτασε στη Μελβούρνη, που από την
πρώτη στιγμή, «δεν της γέμισε το μάτι». Ούτε σαν άνδρας της άρεσε
πανύψηλος και κοκαλιάρης, σαν ξυλάγγουρο
και με ένα «μάγκικο», αποκρουστικό ύφος. Σοβαρή
και υπεύθυνη κοπέλα η Ευγενία, όμως, υποτάχτηκε στη μοίρα της χωρίς πολλές
διαμαρτυρίες, αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν ευτυχισμένη.
Αλλά δεν είχε επιλογή. Ούτε σαν σκέψη να
γυρίσει πίσω στην Ελλάδα μόνη της. Πρώτο σοβαρό εμπόδιο, το οικονομικό. Πού και
πώς να συγκεντρώσει το υπέρογκο ποσόν για τα ναύλα της. Ήταν, όμως, και το
άλλο. Πώς θα δικαιολογούσε το γυρισμό της, ότι άφησε τον άνδρα της και γύρισε
πίσω; Ακόμα και οι γονείς της δε θα το δεχόταν αυτό. Τι να την κάνουν πίσω; Αν
είχαν να την παντρέψουν δε θα την έστελναν στην Αυστραλία.
Το άλλο και πιο σοβαρό που απασχολούσε
την Ευγενία, ήταν οι ατέλειωτες ώρες που περνούσε στο Καφενείο της περιοχής ο Τάσης.
Ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα. Σχολούσε Παρασκευή απόγευμα και από το εργοστάσιο
που δούλευε πήγαινε στο Καφενείο και τον έβλεπε ξανά τη Δευτέρα το απόγευμα,
αφού τη Δευτέρα το πρωί, όντας ακόμα στο Καφενείο, πήγαινε από εκεί κατ΄
ευθείαν στη δουλειά. Ομηρικοί οι καβγάδες στο σπίτι.
Για τον Τάση, όμως, πέρα βρέχει.
-Άκου να σου πω, δε φτάνει που σε πήρα
με το βρακί στον κ#@ο, έχεις και απαιτήσεις από πάνω; Άνδρας είμαι, και στο
Καφενείο θα πάω και όπου γουστάρω. Άλλωστε, εγώ δουλεύω και τα βρίσκεις όλα
έτοιμα. Ούτε ένα μεροκάματο έκαμες όπως άλλες γυναίκες που δουλεύουν όλη μέρα.
Γκαστρώθηκες άρον-άρον και τώρα βγάζεις και γλώσσα.
Αυτός είμαι και αν δε σου αρέσω πάρε
δρόμο. Θα πάρω άλλη, που θα δουλεύει και θα μου τα ακουμπάει κάθε βδομάδα.
Δε μιλούσε η Ευγενία, σαν τι να απαντήσει άλλωστε σε τόση
παράνοια και εγωισμό;
Στο σπίτι, όμως, υπήρχαν πολλές
ελλείψεις, ερχόταν μέρες που ούτε ψωμί δεν είχε και η κοιλιά της μεγάλωνε.
Έτρεμε τη στιγμή της γέννας. Ολομόναχη σε ξένη Χώρα, χωρίς κανέναν δίπλα της,
ούτε καν τον άνδρα της. Επί πλέον, λιγότερο από ένα χρόνο στην ξένη γη, χωρίς πολλές
συναναστροφές και φιλίες, δεν είχε την ευκαιρία να μάθει ούτε δυο λέξεις
Αγγλικά.
Τι θα γινόταν ολομόναχη μέσα στο
Νοσοκομείο; Παρακάλεσε τον Τάση, όταν έρθει η ώρα της να μην την πάει στο
Νοσοκομείο και την παρατήσει εκεί. Να μείνει κοντά της, φοβόταν πολύ.
Αγρίεψε ο Τάσης.
-Είσαι
με τα καλά σου; Εμένα η μάνα μου με έκαμε μες στο χωράφι και την άλλη μέρα
μάζευε ελιές, το ίδιο και η δική σου, εκτός κι αν ήταν Κόντες ο πατέρας σου και
δεν το ξέραμε. Κι εσύ μέσα σε Νοσοκομείο με όλα σου τα καλά και τάχα μου
φοβάσαι; Για έλα στα συγκαλά σου. Άκου απαίτηση, να χάσω μεροκάματο για να
νταντεύω την μπεμπέκα λες και θα κάνει κάνα κατόρθωμα.
-Θα
γεννήσεις μωρή, όπως γεννάνε μέρα νύχτα εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο.
Σε πολυτελές Νοσοκομείο, με γιατρούς και Νοσοκόμες από πάνω σου όλη την ώρα.
Άσε τα νάζια, να γεννηθεί το νιάνιαρο, να το δώσουμε να το «φυλάει» γυναίκα,
όπως κάνουν όλοι και να πας κι εσύ για δουλειά, να δεις πώς βγαίνει το
μεροκάματο και μετά να μιλείς.
* Μια μικρή
παρένθεση εδώ.
«Εκείνα τα
πρώτα χρόνια, δεν υπήρχαν Βρεφονηπιακοί ούτε παιδικοί Σταθμοί. Κι αν υπήρχαν
ένας εδώ ένας εκεί, στοίχιζαν πάρα πολύ. Υπήρχαν, όμως, Γυναίκες που έναντι
αμοιβής, φρόντιζαν από νήπια ολίγων μηνών μέχρι παιδιά προ- Σχολικής ηλικίας.
Οι Γυναίκες αυτές, ήταν κυρίως Ελληνίδες και Ιταλίδες. Συνήθως, είχαν και δικά
τους παιδιά. Δεν ήταν παράξενο μια τέτοια γυναίκα να «φυλάει» 4-5 παιδιά συν
2-3 δικά της. Γιατί στην ουσία, αυτό έκανε. Τα φύλαγε να μην πέσουν να μην
σκοτώνονται μεταξύ τους, να τα βάλει να κοιμηθούν, κυρίως τα μωρά. Να τα ταΐσουν
όποτε μπορούσαν και ευκαιρούσαν, γιατί συνάμα έπρεπε να κοιτάξουν και το δικό
τους νοικοκυριό, μαγείρεμα κ.λπ., αλλά προ παντός να φροντίσουν τα δικά τους
παιδιά.
Δεν είχαν
καμία εκπαίδευση και προ παντός κανέναν έλεγχο από πουθενά. Απλά, γνωρίζοντας
την ώρα που θα ερχόταν, η μάνα συνήθως, να πάρει το παιδί της να το βρει καθαρό
και ταϊσμένο. Αλλά τι μεσολαβούσε από τις 7 το πρωί ή και νωρίτερα που το άφηνε
η μάνα εκεί μέχρι τις 5.30-6.00 μ.μ. που το έπαιρνε, μόνο ένας Θεός το ήξερε».
Είχε ακούσει,
η Ευγενία, κάτι συμβάντα για αυτές τις Γυναίκες και τη φροντίδα που πρόσφεραν και
έτρεμε η ψυχή της και μόνο στη σκέψη πως το αγγελούδι της θα υποβαλλόταν σε
τέτοια «φροντίδα», από νηπιακή ηλικία, ώστε εκείνη να βγει στο μεροκάματο όπως
απαιτούσε ο άνδρας της, αντί να μείνει σπίτι να φροντίσει εκείνη η μάνα, το σπλάχνο
της. Ο Τάσης, όμως, ανένδοτος, μετρούσε τις μέρες μέχρι να γεννήσει.
Έφτασε η
ευλογημένη ώρα και γέννησε ένα υγιέστατο και όμορφο αγοράκι η Ευγενία.
Καλοσύνεψε λίγο ο Τάσης που, τουλάχιστον, δεν έκαμε θηλυκό.
Από τη χαρά
του, κερνούσε όλους στο Τζογαδαρείο. Τώρα είχε μία πάρα πάνω δικαιολογία για να
λείπει τις νύχτες από το σπίτι. Το νιάνιαρο, έκλαιγε όλη νύχτα και δεν τον
άφηνε να κοιμηθεί.
Πολλές φορές
του είπε η Ευγενία, ότι προφανώς το γάλα της δεν φτάνει στο μωρό, για αυτό
κλαίει. Πρέπει να συμβουλευτεί την ειδική Νοσοκόμα στο Κοινοτικό Κέντρο Υγείας.
Ευτυχώς η επίσκεψη εκεί δωρεάν. Η Νοσοκόμα συμφώνησε ότι όντως, το παιδί δε
χορταίνει και σύστησε ειδικό γάλα για μωρά. Μα το κάθε κουτί κόστιζε και δεν
κρατούσε πολλές μέρες.
Ο Τάσης την
αποκαλούσε άχρηστη και την στόλιζε με κάθε άλλο παρά, ωραία, κοσμητικά επίθετα.
-Η μάνα μου τόσα παιδιά ανάστησε με το βυζί της μόνο
κι όλα χορταίναμε, εσύ ούτε για αυτό ικανή να χορτάσει το νιάνιαρο.
Ξημέρωνε
Μεγάλη Τετάρτη, ο Τάσης είχε να φανεί δυο μέρες στο σπίτι.
Η Ευγενία σε
μαύρη απελπισία, το μωρό έκλαιγε κι εκείνη δεν είχε τι να του δώσει.
Σκούπισε τα
μάτια που έτρεχαν από την απελπισία, γονάτισε μπροστά στα εικονίσματα,
προσευχήθηκε για λίγο και, πήρε τη
μεγάλη απόφαση.
Έντυσε το
μωρό της καλά, το κουκούλωσε με μια κουβέρτα μην της κρυώσει, κλείδωσε την
πόρτα και βγήκε. Γνώριζε πολύ καλά που ήταν το Καφενείο-παράνομο-Τζογοδαρείο που έπαιζε κι έχανε όλα του τα λεφτά ο άνδρας της. Η κάτω πόρτα ήταν
ανοιχτή, την άνοιξε σιγά και ανέβηκε τις σκάλες. Πήγε να την εμποδίσει ο γέρο-Φύλακας
που καθόταν έξω από την κλειστή πόρτα. Μα η Ευγενία αποφασισμένη για όλα, τον έσπρωξε
και του είπε μην τολμήσεις και με εμποδίσεις γιατί θα βάλω τις φωνές και θα
μαζευτεί κόσμος και Αστυνομία και δε σε συμφέρει.
Άνοιξε την
πόρτα αγριεμένη. Σύξυλοι όλοι τους, κυρίως ο Τάσης.
-Ποια είσαι κυρά μου και τι γυρεύεις εδώ νυχτιάτικα;
Κάτι πήγε να πει ο Τάσης, μα τον πρόλαβε η
«ευγενική Ευγενία» που ποτέ της δεν ασχημομίλησε σε κανέναν, τον καθηλώνει με
το βλέμμα, και,
-Κάτσε
κάτω Τάση και δεν σε παίρνει πια. Φωνή
δυνατή, σταθερά επιτακτική.
Έχουν μείνει
εμβρόντητοι όλοι, που μάλλον άρχισαν να μπαίνουν στο νόημα.
Παραμερίζει
την κουβέρτα που τύλιγε το μωρό, ανοίγει την μπλούζα της και φάνηκαν τα νεανικά
της στήθη και,
-Κύριοι,
όποιος από εσάς μου δώσει αρκετά χρήματα να αγοράσω γάλα για το παιδί μου, που θα
μου πεθάνει από την πείνα, γιατί έχει
άχρηστο πατέρα, μπορεί να με έχει απόψε όλη νύχτα.
Παίρνει φόρα
αγριεμένος ο Τάσης, μα έπεσαν όλοι επάνω του να προστατέψουν την Ευγενία με το
μωρό.
Χωρίς
κουβέντες, ένας από όλους, μάζεψε τα
λεφτά που ήταν επάνω στο τραπέζι, έβγαλαν και όσα είχαν στην τσέπη τους, τα
πρόσφεραν στην Ευγενία και.
-Χίλια
συγνώμη Κυρία. Έχετε απόλυτο δίκιο. Ντροπή μας.
-Ντροπή
σε όλους μας, κύριοι, απευθυνόμενος στην παρέα.
-Ναι,
ντροπή σας, ακούστηκε η φωνή του γέρο-Φύλακα.
-Έχεις
δίκιο κοπέλα μου και συχώρα με που πήγα να σε εμποδίσω.
-Μα
δεν ήξερα, πού να πάει το μυαλό μου.
-Και
πάλι ντροπή σας και ντροπή μου, που για να βγάζω μεροκάματο σας έκανα πλάτες.
-Είμαι
γέρος πια εγώ, δεν με ενδιαφέρει και να χάσω τη δουλειά μου, εσύ,
όμως...λεβέντη μου, όπου έφτασες τη γυναίκα σου σε τόση απελπισία για να ταΐσει
το παιδί σου, πρόσεξε καλά. Μην τολμήσεις, μην διανοηθείς, να φερθείς άσχημα
στη γυναίκα σου για το αποψινό, γιατί σας καθιστώ υπεύθυνους, όλους εδώ μέσα,
να προστατέψετε αυτήν εδώ τη Γυναίκα από τη μανία του άνδρα της. Εκείνος την
έφερε εδώ. Αν δεν βραδιοξημερωνότανε στο τζόγο, αν έκανε το χρέος του σαν
σωστός άνδρας, θα ήταν στο σπιτάκι του να κοιμάται ήρεμος με τη φαμελιά του.
-Μερικοί
πήγαν να διαμαρτυρηθούν, πως δεν είναι δική τους δουλειά να μπερδεύονται στα
οικογενειακά άλλων, οι περισσότεροι, όμως, με σκυφτό από ντροπή κεφάλι,
δήλωσαν-
-Αδελφή
μας από σήμερα η κυρία, πώς σε λένε κοπέλα μου; Ευγενία, ψιθύρισε δειλά εκείνη.
-Ευγενία,
αδελφή μας, να βασίζεσαι σε μας. Ο Τάσης και εσύ, αδέλφια μας από δω και πέρα.
Είναι καλό παιδί ο άνδρας σου, αλλά και ο τζόγος, μεγάλη πληγή.
-Νάσαι
καλά κοπέλα μου, που μας ανάγκασες να δούμε τι κάνουμε και να ντραπούμε κι
εμείς.
-Λοιπόν,
φιλαράκια, φώναξε ο γέρο-Φύλακας, ο τζόγος τέρμα.
Έχω σπίτι με πολύ μεγάλο κήπο πίσω. Η κυρά μου
κι εγώ έχουμε μποστάνι ολόκληρο.
Θα
χαρεί όταν της πω τα αποψινά. Από καιρό με τρωγότανε να παραιτηθώ, ντροπή αυτό
που κάνεις, μου έλεγε συνέχεια.
-Την
Κυριακή μετά το Πάσχα, καλεσμένοι όλοι στην παρέα με τις φαμελιές σας.
Εγώ θα βάλω δύο αρνιά στις σούβλες, θα τα πάρω
μισοτιμής από έναν κουμπάρο μου που έχει Φάρμα κι εσείς κανονίσετε να φέρετε τα
υπόλοιπα.
-Σε
ευχαριστούμε πολύ κυρά Ευγενία. Με την πράξη σου, μας άνοιξες τα μάτια και μας ταρακούνησες
για καλά!
-Άντε
σπίτια μας όλοι και Καλή μας Ανάσταση.
-Τάση,
είπαμε, τη γυναίκα σου και τα μάτια σου.
δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου