e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Σύντομος αποχαιρετισμός σε ένα φίλο

Γράφει ο Καθηγητής ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ | neoskosmos.com

Ένας συγγραφέας μιλάει για τον ‘θάνατο που ενώνει τους ανθρώπους’ γι’ αυτό και θα μιλήσω μόνο γι’ αυτά που μας ένωναν με τον αποδημήσαντα φίλο μου Στυλιανό Χαρκιανάκη. Άλλοι ας επαινέσουν το διοικητικό του έργο, ή την εκκλησιαστική του προσφορά, ή την κοινωνική του παρουσία.

Για περίπου δεκαπέντε χρόνια υπήρξαμε στενοί φίλοι, συνεργάτες και συνταξιδιώτες. Διαβάσαμε μαζί μεγάλους ποιητές και πεζογράφους, συζητήσαμε τα μεγάλα κείμενα της παράδοσης, συναντηθήκαμε με πολλούς ανθρώπους, διασκεδάσαμε, διαφωνήσαμε σε πολλά, στο τέλος τσακωθήκαμε για κάτι που κανείς δεν κατάλαβε ποτέ την αιτία.

Μετά ήλθε η έχθρα και η απομάκρυνση και η πίκρα και η απόρριψη. Κάναμε αλλόκοτα πράγματα ο ένας εναντίον του άλλου. Κακόβουλες επιστολές και απίστευτες μηχανορραφίες, καταντήσαμε και οι δύο κωμικοί και μικροπρεπείς, σε σημείο που προδώσαμε τις προσωπικές μας αξίες. Μια μέρα ειδωθήκαμε και απλώς αποφύγαμε ο ένας τον άλλο, σχεδόν με αποστροφή και μίσος.

Μολοντούτο, μέσα από όλον αυτό τον ορυμαγδό και την μικρόνοια, πολλές φορές επέστρεφαν στην μνήμη μου τα μεγάλα μας σχέδια. Να φτιάξουμε ένα ορθόδοξο πανεπιστήμιο, να δημιουργήσουμε έναν εκδοτικό οίκο, να ξεκινήσουμε ένα ραδιοφωνικό σταθμό, να χρησιμοποιήσουμε τη σύγχρονη τεχνολογία για την καλλιέργεια και την διαιώνιση της κληρονομιάς του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, να συνδέσουμε την θεολογική Σχολή με τις αντίστοιχες της Αμερικής, της Αγγλίας και της Ελλάδας, να δημιουργήσουμε διαρκείς γέφυρες επαφής με τους μεγάλους θεολόγους της σύγχρονης σκέψης ή ακόμα και πολιτικούς φιλόσοφους της εποχής μας.

Σχεδόν τίποτε από αυτά δεν ευοδώθηκε, αλλά έμεινε η δύναμη και η προοπτική του μεγάλου οράματος, η ματιά ενός ανθρώπου που μπορούσε να κοιτάξει στο μέλλον χωρίς φοβίες και υπεκφυγές.

‘Τι θα λέγατε αν προσκαλούσαμε τον Ντεριντά;’ Με ρώτησε το 2001, όταν ο Γάλλος στοχαστής επισκεπτόταν το Σύδνευ. ‘Μήπως θα μπορούσα να συναντηθώ με τον Καστοριάδη;’ Με ρώτησε το 1991, όταν και αυτός επισκεπτόταν το Σύδνεϋ. Μιλούσαμε πάντα στον πληθυντικό ο ένας στον άλλο. Η συνάντηση με τον Καστοριάδη τελικά δεν έγινε αλλά η διανοητική περιέργεια ενός ιερωμένου να συναντηθεί με ένα άθεο φιλόσοφο ήταν συγκλονιστική. ‘Παιδί της Καταστροφής και αυτός,’ μου έλεγε. ‘Γέννημα της Διασποράς. Θα μας καταλάβει και θα τον καταλάβουμε.’

Αντιφατικός άνθρωπος, όπως όλοι μας, γεμάτος φοβίες, όπως όλοι μας, γεμάτος ανησυχίες, όπως όλοι μας. Πολλές φορές δεν κατόρθωνε να τις δαμάσει και να τις συμφιλιώσει, όπως ήθελε. ‘Μίλησα πάλι πολύ,’ μου είπε μια φορά. ‘Σας παρακαλώ να μου κάνετε νόημα όταν γίνομαι υπερβολικός.’ Ήταν σαν να ζούσε σε ένα διαρκή πόλεμο, ανίκανος να εμπιστευθεί και ανίκανος να διατηρήσει ειλικρινείς φιλίες για καιρό. Συνήθως κάθε φιλία του διαλυόταν σε λιγότερο από πέντε χρόνια. Ζούσε σε μια διαρκή σύγκρουση, χωρίς γαλήνη, με μια αόρατη δαμόκλειο σπάθη επί της κεφαλής του, που μόνο πολλοί έμπιστοί του την έβλεπαν αλλά ο ίδιος εκούσια δεν ήθελε να δει.

Αυτό το όραμα μιας επικείμενης καταστροφής, ο φόβος ενός πολέμου που πρόκειται να ξεσπάσει σύντομα ή ενός πολέμου που δεν τελείωσε ποτέ, υπέβοσκε πάντα στα αεικίνητα μάτια του. Δεν θέλω να κάνω ψυχογραφία, αλλά μέσα του φαίνεται να βασανιζόταν από την εκτέλεση του πατέρα του από τους Γερμανούς, την πείνα της κατοχής, την μεταπολεμική του ζωή σε ορφανοτροφείο. ‘Αν δεν με στέλνανε εκεί θα γινόμουν καπετάνιος ή συνταγματάρχης,’ μου είπε μια φορά. Δεν φαίνεται ποτέ να ξεπέρασε την αφετηριακή υπαρξιακή αβεβαιότητα και αγωνία. Δινόταν με πάθος για να αρνηθεί με πάθος. Η ποίηση που έγραφε εξόρκιζε αυτούς τους δαίμονες του παρελθόντος που κατοικούσαν στο σώμα του και βασάνιζαν το μυαλό του.

Εργαστήκαμε μαζί στην θεολογική σχολή για δώδεκα χρόνια. Άψογος στην συμπεριφορά του ως συνάδελφος, ευγενικότατος στις συναναστροφές του, και ωστόσο αν διαφωνούσες μαζί του όχι σε μεγάλα ζητήματα αλλά σε μικρότητες καθημερινές γινόταν επιθετικός και προσβλητικός, σε πετούσε έξω από το γραφείο του και περνούσαν μήνες μεχρι να ανταμώσετε. Ξαφνικά, μετά από καιρό, το τηλέφωνο χτυπούσε και έλεγε: ‘Μα που χαθήκατε! Ούτε ένα τηλέφωνο πια, ένα μήνυμα…’

Η ώρα του θανάτου είναι η οδός των αναμνήσεων. Όταν το 1996 μετέφρασα το πρώτο του ποιητικό στα αγγλικά και οργανώσαμε την παρουσίαση στο κεντρικό Δημαρχείο του Σύδνεϋ, εμφανίστηκε σαν ένα μικρό παιδί, ντροπαλός και αβέβαιος, ανάμεσα στους μεγάλους ποιητές της Αυστραλίας που παρευρίσκονταν. Ήταν για όλους μας, και εννοώ για την ελληνική παρουσία στο Σύδνεϋ, μια κορυφαία στιγμή, όταν αρχίσαμε σταδιακά να διεισδύουμε στην κλειστή διανοητική ζωή της Αυστραλίας επί ίσοις όροις.

Το ίδιο έγινε όταν βγάλαμε το δεύτερο βιβλίο με μεταφράσεις ποιημάτων του και η παρουσίαση έγινε στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ. Μαζί με τους γνωστούς υπόπτους, εμάς δηλαδή, το μεγαλύτερο μερος του κοινού ήταν μη Έλληνες που είτε από περιέργεια είτε από ενδιαφέρον αγόρασαν ένα από τα ωραιότερα βιβλία που έχει προσφέρει ο ελληνισμός στην Αυστραλία. ‘Όλοι αυτοί εδώ για μένα; Μου δείχνετε τόση εμπιστοσύνη και αφοσίωση, σας ευχαριστώ.’ έλεγε με αθωότητα. Αυτές οι ερωτήσεις του ήταν στιγμές απόλυτης ομορφιάς και αταραξίας. Μερικές μέρες μετά με αποκήρυξε σκαιότατα γιατί υποδέχτηκα στο πανεπιστήμιο τον πρύτανη του πανεπιστημίου Αθηνών!

Είναι τελικά πολύ δύσκολο να μιλήσω για αυτές τις αντιφάσεις που γίνονταν χειρότερες με τις ευκαιριακές φιλίες του με άτομα υπόπτου διαγωγής επειδή τον κολάκευαν αποκαλώντας τον ‘Στελλάρα’ στις εφημερίδες. Ή όταν απαιτούσε να μην έλθουν στο Πανεπιστήμιο να μιλήσουν Έλληνες πολιτικοί που επισκέπτονταν την πόλη, ιδιαίτερα κατα την διαρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2000 και του 2004. Πώς μπορούσε ο λέκτορας που ήμουν τότε να επηρεάσει τέτοια γεγονότα; Η εμμονή και η απέχθειά του προς ορισμένους ανθρώπους ήταν απίστευτη σχεδόν τραγική. Αυτοεξευτελιζόταν σε σημείο θλιβερό και απάραδεκτο για τη θέση και το λειτούργημά του. Στο τέλος κατέληξε να αποδέχεται την κολακεία ανθρώπων που ο ίδιος αντιπαθούσε και να προωθεί ανθρώπους καιροσκόπους που μόνο γέλια προκαλούσαν στους κοινούς φίλους στην Αθήνα και μερικές φορές, σε στιγμές ειλικρίνειας, και σε αυτόν τον ίδιο. ‘Τι ταλαίπωρος άνθρωπος,’ όπως έλεγε για ένα πανεπιστημιακό εξ Ελλάδος. ‘Πτωχοπρόδομος, επαίτης, ελεεινός…’

Τελευταία ανάμνηση. Είναι 2003, μετά την πρώτη εγχείρηση, και βγήκε από το νοσοκομείο. ‘Πάμε μια βόλτα στο πάρκο, να ξεμουδιάσω λίγο,’ μου είπε. Στηριγμένος στον ώμο μου, εξαντλημένος, ωχρός, βαδίζει σιγά σιγά. Μας πήρε περίπου μια ώρα να διασχίσουμε ένα πάρκο που συνήθως το περπατούσαμε σε δέκα λεπτά. Στο τέλος δεν άντεξε και σχεδόν σωριάστηκε στην πλάτη μου. Πάνω στην πλάτη μου βαρύς και αναπνέοντας δύσκολα, ήταν εξαντλημένος και αποπροσανατολισμενος. Ήταν μια στιγμή ευλάβειας. Τον σήκωσα και περπάτησα αργά αργά για περίπου εκατό μέτρα μέχρι την αρχιεπισκοπή. Αισθάνθηκα σαν τον Αινεία που πήρε τον πατέρα του στους ώμους του μετά την καταστροφή της Τροίας. Καθώς τον σήκωνα στην πλάτη μου, ψιθύριζε: ‘Να έχεις την ευλογία του Θεού και του Βιργίλιου. Αυτό ήταν μια επική στιγμή.’

Τρεις εβδομάδες μετά, με αποκήρυξε δημοσίως γιατί παρουσίασα το βιβλίο του γερουσιαστή Τάκη Καλδή. Μπροστά σε εξακόσιους ανθρώπους ωρυόταν: ‘Απολογήσου Καραλή!’ Ο γερουσιαστής που έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας ήταν άναυδος. Το μόνο που μπόρεσα να ψελλίσω ήταν: ‘Πώς να απολογηθώ για ένα βιβλίο που δεν έχω γράψει εγώ;’ Αυτό ήταν και το τέλος της φιλίας μας. Μετά και οι δύο χάσαμε τον μπούσουλα. Εγώ αντέδρασα με τον τρόπο που αντιδρούν όσοι δεν έχουν εξουσία, την παρωδία και τον σαρκασμό. Αυτός, με απαράδεκτες απαγορεύσεις να μιλήσω σε συλλόγους και συναντήσεις, να μην αναφερθώ στις παρανοϊκές επιστολές του σε επισήμους. Αυτές οι συμπεριφορές δεν τιμούσαν κανένα αλλά είχαμε χάσει πλέον κάθε αίσθηση μέτρου και οι δύο.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Ακόμα και αν έκανε βαρύ τον αέρα που αναπνέαμε, είχε αυτήν την παραδοξότητα του ανθρώπου που πέτυχε πολλά, βοήθησε πολλούς, αποθάρρυνε περισσότερους, δημιούργησε έργο, αλλά δεν μπόρεσε να δαμάσει τους δαίμονες που λεηλατούσαν την ψυχή του. Και βεβαίως θα με ρωτήσετε: ποιος ποτέ μπόρεσε να το κάνει; Είμαι σίγουρος ότι θα ξαναμιλήσουμε ξανά και ξανά γι’ αυτόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: