e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Ο Μητροπολίτης Σμύρνης στον Άγιο Δημήτριο Ταταούλων

Κατόπιν κανονικῆς ἀδείας τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ  Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Σμύρνης κ. Βαρθολομαῖος ἱερούργησεν  εἰς τὸν ἱστορικὸν Ἱερὸν Ναὸν Ἁγ. Δημητρίου Ταταούλων, τὴν Κυριακὴν τοῦ Ἀπόκρεω, 15 Φεβρουαρίου ἐ.ἔ., ἔνθα ἐτέλεσε τὸ τεσσαρακονθήμερον μνημόσυνον τοῦ ἀειμνήστου Κωνσταντίνου Θεοδωρίδου, ἐκπαιδευτικοῦ καὶ κοινοτικοῦ παράγοντος τῆς Ὁμογενείας τῆς ΚΠόλεως, σεβαστοῦ πατρὸς τοῦ Ἐντιμολογ. κ. Γεωργίου Θεοδωρίδου, Ἄρχοντος Κυαίστορος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Σμύρνης καὶ Προέδρου τῆς Ὀρθοδόξου Κοινότητος Σμύρνης ὡς καὶ τῆς Κοινότητος Ταταούλων.

Παρέστησαν συμπροσευχόμενοι οἱ Σεβ. Μητροπολῖται Μυριοφύτου καὶ Περιστάσεως κ. Εἰρηναῖος καὶ Καλλιουπόλεως καὶ Μαδύτου κ. Στέφανος, ὁ καὶ Ἀρχιερατικῶς Προϊστάμενος τῆς Κοινότητος. Ἐκκλησιάσθησαν Ἄρχοντες Ὀφφικίαλιοι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Κοινοτικοὶ Παράγοντες τῆς Ὁμογενείας, ἐκπαιδευτικοὶ καὶ πλῆθος πιστῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλοὶ μαθηταὶ τοῦ ἐκλιπόντος, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ εἰς τὸ Ζωγράφειον Λύκειον.

Μετὰ τὸ πέρας τοῦ Ἱεροῦ Μνημοσύνου ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως καὶ Μαδύτου κ. Στέφανος καλῶς ὥρισε διὰ θερμῶν λόγων τὸν Σεβ. Μητροπολίτην Σμύρνης κ. Βαρθολομαῖον, μνησθεὶς τῆς κοινῆς των διακονίας ἐν τῇ Πατριαρχικῇ Αὐλῇ ἀπὸ τῶν ἐπιτελικῶν θέσεων τοῦ Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου καὶ τοῦ Ἀρχιγραμματέως τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, ἀντιστοίχως, ποιήσας ἰδιαιτέραν μνείαν εἰς τὴν πνευματικὴν συναντίληψιν καὶ συμπορείαν των ἐν τῇ διακονίᾳ των πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν. Ὁ Σεβ. κ. Βαρθολομαῖος, ηὐχαρίστησε διὰ τὴν ἐγκάρδιον ὑποδοχὴν ἐκ μέρους τοῦ Σεβ. κ. Στεφάνου, ἐπιτρέψας εἰς ἑαυτὸν ὅπως δημοσίᾳ ἀναφερθῇ εἰς τὴν συμψυχίαν ἀμφοτέρων ἐν τῇ διακονίᾳ τῆς Ἐσταυρωμένης Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἰδεωδῶν αὐτῆς. Ὁ Μητροπολίτης Σμύρνης ἐκήρυξε καταλλήλως τὸν Θεῖον Λόγον, μετὰ τὸν ὁποῖον ἀνεφέρθη καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐκλιπόντος, ἐκφράσας τὰ συλλυπητήρια εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὸν στενὸν συνεργάτην αὐτοῦ Ἐντιμολογ. κ. Γεώργιον Θεοδωρίδην, ἐργαζόμενον παρ’ αὐτῷ, ὡς δεξιὸς αὐτοῦ βραχίων ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ὡς Πρόεδρος τῆς Ὀρθοδόξου Κοινότητος Σμύρνης.








Ὁμιλία Σεβ. Μητροπολίτου Σμύρνης κ. Βαρθολομαίου

τὴν Κυριακὴν τοῦ Ἀπόκρεω, 15 Φεβρουαρίου 2026,

ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἁγ. Δημητρίου Ταταούλων Κπόλεως 

Σεβασμιώτατοι Μητροπολῖται Μυριοφύτου καὶ Περιστάσεως κ. Εἰρηναῖε καὶ Καλλιουπόλεως καὶ Μαδύτου κ. Στέφανε, καὶ Ἀρχιερατικῶς Προϊστάμενος τῆς ἱστορικῆς ταύτης Κοινότητος,

Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες ὀφφικιάλιοι τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας,

Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων Κυαίστωρ τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως κύριε Γεώργιε Θεοδωρίδη,

γαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφαὶ ἐν Κυρίῳ,

Τρίτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου σήμερον, Κυριακὴ τοῦ Ἀποκρέω. Ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶναι συνδεδεμένη εἰς τὴν μνήμην καὶ τὴν συνείδησιν τῶν χριστιανῶν, ἀφἑνὸς μὲν πρὸς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κρίσεως, τῆς Δευτέρας Παρουσίας, διαὐτὸν τὸ λόγον ἄλλωστε ἔχει καθιερώσει Ἐκκλησία μας τὸ Σάββατον πρὸ τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀπόκρεω νὰ ἀναπέμπωνται ἰδιαίτεραι προσευχαὶ διὰ πάντας τοὺς ἀπαἰῶνος κεκοιμημένους πατέρας ἡμῶν, οἰκογενεῖς κατὰ σάρκα καὶ ἐν τῇ πίστει, τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν ἡμεῖς χθές,  ἀφἑτέρου δὲ πρὸς τὴν διακοπὴν τῆς κρεωφαγίας σήμερον, διάταξιν τὴν ὁποίαν Ἐκκλησία μας εἰσήγαγεν ὡς προστάδιον τῆς νηστείας, ὡς ὁμαλὴν σταδιακὴν μετάβασιν εἰς τὸ πέλαγος τῆς νηστείας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Προσεκτικωτέρα, ὅμως, μελέτη καὶ θεώρησις τοῦ περιεχομένου τῶν σημερινῶν ἀποστολικοῦ καὶ εὐαγγελικοῦ ἀναγνωσμάτων ἀποκαλύπτει, πέραν τῶν λειτουργικῶν καὶ λατρευτικῶν διατάξεων, καὶ ἀρετὰς τὰς ὁποίας καλούμεθα οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἐφαρμόζωμεν εἰς τὴν ζωήν μας, πολὺ περισσότερον εἰς τὰς εὐλογημένας περιόδους κατὰ τὰς ὁποίας Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία καλεῖ ἡμᾶς εἰς ἰδιαίτερον πνευματικὸν ἀγῶνα. Ἄλλωστε, καθἑκάστην Κυριακὴν τοῦ Τριωδίου προβάλλονται συγκεκριμέναι ἀρεταὶ:

-        τὴν πρώτην ταπείνωσις καὶ αὐτοκατάκρισις τοῦ Τελώνου ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ τὴν αὐτοδικαίωσιν τοῦ Φαρισαίου,

-        τὴν δευτέραν δύναμις τῆς μετανοίας τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ ἐν τοῖς οὐρανοῖς Πατὴρ ἡμῶν,

-        καὶ σήμερον ἀγάπη πρὸς τὸν ἐλάχιστον ἀδελφὸν καὶ διάκρισις διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ἀσθενοῦς ἀδελφοῦ.

Τοιουτοτρόπως ἡ σημερινὴ Κυριακὴ εἶναι σταθμὸς εὐθύνης καὶ ἐσωτερικῆς ἀφυπνίσεως. Δὲν εἶναι ἁπλῶς μία βαθμίδα πρὸ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς· εἶναι ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία ἀποκαλύπτει ἕνα ἀκόμη κριτήριον πνευματικοῦ ἀγῶνος. Πρίν, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία ζητήσει ἀπὸ ἡμᾶς τὴν νηστείαν, πρὶν μᾶς καλέσει εἰς ἄσκησιν, μᾶς θέτει ἕνα ἐρώτημα βαθύτερον: Πῶς ἱστάμεθα ἐνώπιον τοῦ ἀδελφοῦ μας; Διότι ἐκεῖ κρίνεται ἡ πίστις μας. Ἐκεῖ κρίνεται ἡ ἀλήθεια, ἡ γνησιότης, τό βάθος τῆς πίστεώς μας.  Ἐκεῖ κρίνεται ὁ πνευματικός μας ἀγών. Καὶ σήμερον προβάλλεται ἐνώπιόν μας μία ἀρετὴ κεντρική: ἡ διάκρισις διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ἀδελφοῦ / ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφόν.

Καὶ ἐξηγούμεθα. Γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σήμερον πρὸς τοὺς Κορινθίους: «Βρῶμα ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ οὔτε ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα… βλέπετε δὲ μή πως ἡ ἐξουσία ὑμῶν πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενέσι». Δηλαδή: Ἡ τροφή δὲν μᾶς καθιστᾷ ἀποδεκτοὺς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ... οὔτε ἂν φάγωμεν γινόμεθα πνευματικῶς ἀνώτεροι, οὔτε ἂν δὲν φάγωμεν γινόμεθα πνευματικῶς κατώτεροι. Ἐνταῦθα χρειάζεται βεβαίως μία προσεκτικὴ διευκρίνησις, διὰ νὰ μὴ παρερμηνευθῇ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου. Ἡ περικοπὴ δὲν ὁμιλεῖ περὶ νηστείας, οὔτε περὶ ἀποχῆς ἀπὸ τροφάς. Τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κόρινθον ἦταν συγκεκριμένον καὶ ποιμαντικὸν: ἡ βρῶσις εἰδωλοθύτων, δηλαδή κρεάτων ποὺ εἶχον προσφερθ ὡς θυσία εἰς τὰ εἴδωλα καὶ κατόπιν διετίθεντο εἰς τὴν ἀγοράν. Κάποιοι χριστιανοὶ, ἔχοντες ὀρθὴν γνσιν ὅτι τὸ εἴδωλον «οὐδέν ἐστιν ἐν κόσμῳ», ἔκριναν ὅτι δύνανται νὰ φάγουν αὐτὰ ἐλευθέρως. Ἄλλοι ὅμως, ἀσθενεῖς ἀκόμη εἰς τὴν συνείδησιν, προερχόμενοι ἐκ τῆς εἰδωλολατρίας, ἐσκανδαλίζοντο καὶ ἐταράσσοντο, θεωροῦντες ὅτι ἡ πράξις αὕτη ἀποτελεῖ ἐπιστροφὴν εἰς τὴν παλαιὰν θρησκείαν. Ὅταν, λοιπόν, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγ «βρῶμα ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ» δηλώνει ὅτι ἡ σωτηρία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὕλην τοῦ βρώματος καθ’ ἑαυτήν. Ἡ ὕλη δὲν ἔχει ἀφ’ ἑαυτῆς σωτηριολογικὴν δύναμιν. Μεταθέτει ἔτσι τὸ βάρος ἀπὸ τὸ «τί ἐπιτρέπεται» εἰς τὸ «τί ὠφελεῖ»: «βλέπετε μή πως ἡ ἐξουσία ὑμῶν πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενέσι». Δηλαδή, τὸ κέντρον δὲν εἶναι τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη· οὐχὶ ἡ ἐλευθερία ὡς ἐπιλογή, ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία ὡς εὐθύνη. Καὶ ἔτσι ἀποκαλύπτεται ἡ μεγάλη ἀρχὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου: ὅτι ἡ γνσις χωρὶς ἀγάπην φυσιοῖ,  ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ.

Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τὸ βρῶμα. Εἶναι ὁ ἀδελφός.

Καὶ ἰδίως ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «βλέπετε μή πως ἡ ἐξουσία ὑμῶν πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενέσι» χρειάζεται ἐπεξήγησιν. Τί σημαίνει ἐξουσία; Δὲν σημαίνει κοσμικὴν κυριαρχίαν, οὔτε ἐπιβολήν. Σημαίνει τὸ δικαίωμα ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν γνσιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ἄνεσιν εἰς τὰς κινήσεις καὶ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας παρέχει γνῶσις. Οἱ «δυνατοί» ἐν Κορίνθῳ ἔλεγον: ἔχομεν ὀρθὴν πίστιν, γνωρίζομεν ὅτι τὰ εἴδωλα δὲν ὑπάρχουν· ἄρα ἔχομεν τὴν ἐξουσίαν νὰ φάγωμεν. Καὶ πράγματι, δογματικῶς, ἦσαν ὀρθοί. Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ὀρθότης δὲν ἐξαντλεῖ τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν ἡ ἐλευθερία μου, ἔστω καὶ ὀρθῶς θεμελιωμένη, τραυματίζει τὴν συνείδησιν τοῦ ἀδελφοῦ, τότε ἡ ἐξουσία μου γίνεται «πρόσκομμα». Δηλαδή, ἀντί νὰ οἰκοδομῇ, σκανδαλίζει· ἀντί νὰ ἐλευθερώνῃ, πληγώνει.

Καὶ ἐδῶ φαίνεται ἡ μεγαλωσύνη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς: ὁ δυνατὸς δὲν ἐπιβάλλει τὸ δικαίωμά του, ἀλλὰ ἀναλαμβάνει εὐθύνην διὰ τὸν ἀσθενῆ. Ἡ ἀληθινὴ ἐξουσία ἐν Χριστῷ δὲν ἐκδηλώνεται ὡς ἐπιβολή, ἀλλὰ ὡς ἑκούσιος αὐτοπεριορισμὸς χάριν  τῆς ἀγάπης. Ἡ λέξις «ἐξουσία» σημαίνει ἐλευθερία καὶ δικαίωμα. Σημαίνει: δύναμαι νὰ πράξω· μου ἐπιτρέπεται. Καὶ ἐδῶ ἀποκαλύπτεται ἡ βαθύτερη χριστιανικὴ ἀλήθεια: ἡ ἐλευθερία χωρὶς διάκρισιν γίνεται ἐγωισμός. Ὁ χριστιανὸς δὲν ἐρωτᾷ μόνον: «Μπορῶ;» Ἐρωτᾷ: «Θ ὠφελήσω; Θ ἐνισχύσω; Θ προστατεύσω τὸν ἀδελφόν;» Ἡ ἐξουσία μου δὲν εἶναι αὐτοσκοπός. Εἶναι εὐθύνη. Καὶ ἡ εὐθύνη αὐτή, ἰδίως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν μετρται μὲ τὴν ἰσχὺν τοῦ «δικαιώματος», ἀλλὰ μὲ τὴν ἰσχὺν τῆς ἀγάπης, ὁποία ἐνδέχεται νὰ περιορισθῇ ἐθελουσίως.

Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερον, εἰς ὑψηλοτέραν διατύπωσιν: «Εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα». Αὐτὸ εἶναι πνευματικὴ ὡριμότης! Νὰ μπορῶ νὰ ἀρνηθῶ τὸ δικαίωμά μου χάριν τοῦ ἀδελφοῦ! Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος σχολιάζει ὅτι ὁ Ἀπόσστολος Παῦλος «οὐ περὶ βρώματος μάχεται, ἀλλὰ περὶ ψυχῆς». Καὶ προσθέτει ὅτι ὁ ἀδελφὸς εἶναι αὐτὸς «δι’ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν». Ἄρα ὅταν ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὸ δίκαιόν μου καὶ ἐκεῖνος σκανδαλίζεται, δὲν τραυματίζω μόνον ἕναν ἄνθρωπον· τραυματίζω ἕνα πρόσωπον διὰ τὸ ὁποῖον ἐχύθη τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου ἐπὶ Σταυροῦ. Ἡ διάκρισις, λοιπόν, εἶναι ἀγάπη ποὺ σκέπτεται. Ἀγάπη ποὺ σέβεται τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου. Ἀγάπη ποὺ θέτει ὅριον εἰς τὸ ἐγώ.

Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπάρχει σύνδεσις πρὸς τὴν σημερινὴν εὐαγγελικὴν περικοπήν. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ περὶ ἀσθενοῦς συνειδήσεως· ὁ Χριστὸς περὶ ἐλαχίστου ἀδελφοῦ. Δὲν πρόκειται διὰ τ ἴδιον πρόσωπον, ἀλλὰ διὰ τὴν ἰδίαν πνευματικὴν ἀρχήν: ὅτι ὁ δυνατὸς ὀφείλει νὰ ρυθμίζῃ τὴν ἐλευθερίαν του ἐν ἀγάπῃ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀδύνατον. Εἴτε ἡ ἀδυναμία εἶναι συνειδησιακή, εἴτε κοινωνική, τὸ μέτρον τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ στάσις μας ἀπέναντι εἰς τὸν ἀδύνατον.

Καὶ ἔρχεται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε».

Εἰς τὸν Παῦλον ὁ ἀσθενὴς εἰς τὴν συνείδησιν, ἀσταθὴς περὶ τὴν πίστιν.
Εἰς τὸ Εὐαγγέλιον ὁ ἐλάχιστος, ἀδύναμος ἀδελφός.

Καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις, ὁ ἀδύναμος γίνεται ἡ ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ. Καὶ τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μὲ βεβαιότητα ὅτι ἀρετὴ δὲν μετρᾶται μὲ τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν ἀκρίβειαν. Μετρται μὲ τὴν φιλανθρωπίαν. Ἡ κρίσις θὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγάπης. Καὶ προσέξατε ἀδελφοί μου· ὁ Χριστὸς δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν ἰσχυρόν, οὔτε μὲ τὸν δικαιωμένον, οὔτε μὲ τὸν ἐπιτυχημένον. Ταυτίζεται μὲ τὸν πεινῶντα, μὲ τὸν γυμνόν, μὲ τὸν ἀσθεν, μὲ τὸν φυλακισμένον—μὲ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει δύναμιν νὰ ἀντισταθῇ, νὰ ἀνταποδώσῃ, νὰ ἀμυνθῇ. Ἄλλωστε καὶ Ἐκεῖνος, ἐνῷ εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἀντισταθῇ, ἐσταυρώθη διὰ τὴν ἀγάπην μας. Καὶ ἐδῶ δοκιμάζεται ἡ καρδία μας, ἡ ἐλευθερία μας κατὰ πόσον εἶναι χριστιανικαί, πραγματικαὶ ἤ ἐπίπλαστοι.

Ἐὰν ἡ ἐλευθερία μου μὲ ὁδηγ νὰ ἀδιαφορήσω διὰ τὸν ἀδύναμον,
ἐὰν ἡ γνώσις μου μὲ κάνει νὰ περιφρονῶ τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου,
τότε ἡ πίστις μου δὲν ἔγινε
ν ἀκόμη ἀγάπη. Καὶ ἐδῶ ἡ φωνὴ τοῦ Παύλου καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ συμπίπτουν:

Ὁ Παῦλος λέγει: μὴ γίνῃς αἰτία σκανδάλου τοῦ ἀσθενοῦς.

Ὁ Χριστὸς λέγει: γίνε αἰτία ζωῆς τοῦ ἐλαχίστου.

Ἡ διάκρισις μᾶς φυλάσσει ἐκ τοῦ κακοῦ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ προξενήσωμεν.
Ἡ ἀγάπη μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸ καλὸν
τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν.

Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζῇ καὶ δραστηριοποιῆται ἔτσι, τότε ἡ πνευματικὴ ζωή παύει νὰ εἶναι ἀτομικὸν ἐπίτευγμα καὶ γίνεται ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία. Διότι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἄθροισμα ἰσχυρῶν· εἶναι σμα, ὅπου τὰ ἀσθενῆ μέλη τυγχάνουν περισσοτέρας φροντίδος.

            Ἀδελφοί μου,

Καθὼς πλησιάζομεν εἰς τὴν Σαρακοστήν, ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει πρῶτον τὸ ἦθος, τὸ πνεῦμα, τὸ νόημα τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος. Καὶ ἐδῶ χρειάζεται προσοχή: οὔτε ἡ νηστεία ἀπαξιοῦται, οὔτε ἡ ἄσκησις ὑποτιμᾶται. Ἀντιθέτως: ἡ ἄσκησις εἶναι ἡ παιδαγωγία τῆς καρδίας. Ἀλλὰ ἡ ἄσκησις ζητεῖ τὸν σκοπόν της: νὰ γεννήσῃ διάκρισιν καὶ ἀγάπην. Ἡ νηστεία χωρὶς διάκρισιν γίνεται σκληρότης. Ἡ ἄσκησις χωρὶς ἀγάπην γίνεται ὑπερηφάνεια. Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ εἶναι ὑπόμνησις: πρῶτα ἀγάπη, πρῶτα διάκρισις, πρῶτα σεβασμὸς εἰς τὸν ἀδύναμον ἀδελφόν. Καὶ ταυτόχρονα ἡ ἄσκησις, νηστεία, προσευχή ὡς ἀληθινὴ θεραπεία τοῦ θελήματος, ὡς ἐγκράτεια, ὡς μεταστροφὴ τῆς ζωῆς.

Ἀδελφοί μου,

Μήπως ἡ ἐλευθερία μας γίνεται ἀφορμὴ ταραχῆς; Μήπως ἀπὸ τὴν ἀλήθειάν μας λείπει τὸ ἔλεος; Μήπως ὁ ζῆλός μας εἶναι χωρὶς διάκρισιν; Ἡ χριστιανικὴ ἀρετή εἶναι ἡ στάσις μας ἀπέναντι εἰς τὸν ἀδελφόν — ποὺ εἶναι εἰκὼν Θεοῦ. Ἡ τρίτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου δὲν ἀντιπαραθέτει τὰς ἀρετάς.
Τ
ς ἐνοποιεῖ. Δὲν καταργεῖ τὴν ἄσκησιν. Τὴν ἐξαγιάζει. Ἡ ἄσκησις χωρὶς ἀγάπην σκληραίνει. Ἡ ἀγάπη χωρὶς ἄσκησιν ἐξασθενεῖ. Ἡ διάκρισις εἶναι ἡ ἁρμονία τῶν δύο. Ἡ Σαρακοστὴ ποὺ ἔρχεται δὲν θὰ κριθῇ μόνον ἀπὸ τὸ τί ἀπεφύγαμεν, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ τί ἐπράξαμεν, τί μεταμορφώσαμεν. Ἐὰν ἡ νηστεία μας μᾶς μάθῃ ἐγκράτειαν, ἡ διάκρισις μᾶς μάθῃ σεβασμόν, καὶ ἡ ἀγάπη μᾶς μάθῃ θυσίαν, τότε ἡ πορεία μας θὰ εἶναι ἀληθινή.

Διότι ὅταν θὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ ἐρωτηθῶμεν μόνον τί ἐτηρήσαμεν, οὔτε τί ἐγνώκαμεν, οὔτε τί δὲν ἐπράξαμεν

ἀλλὰ ἐὰν ἡ ἐλευθερία μας ἔγινε προσφορά,

ἐὰν ἡ ἄσκησίς μας ἔγινε φιλανθρωπία,

ἐὰν ἡ πίστις μας ἔγινεν ἀγάπη.

Διότι ὁ ἀσθενής, ὁ ἐλάχιστος, ὁ πεινῶν, ὁ ἀδύναμος, εἶναι ὁ Χριστός.

Σήμερον, ἀδελφοί μου, ἐν τῷ φωτὶ τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀποκρέω καὶ μετὰ τὸ πρόσφατον Ψυχοσάββατον, τελοῦμεν καὶ τὸ τεσσαρακονθήμερον μνημόσυνον τοῦ μακαριστοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Κωνσταντίνου Θεοδωρίδου, παλαιοῦ ἐνορίτου τῆς Κοινότητος ταύτης, ἐκπαιδευτικοῦ καὶ κοινοτικοῦ παράγοντος τῆς Ὁμογενείας μας ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία προσεύχεται διὰ πάντας τοὺς κεκοιμημένους, μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ὁλοκληροῦται ἐν τῷ Θεῷ καὶ ὅτι ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία ἐβιώθη ἐν τῷ παρόντι βίῳ, συνοδεύει τὸν ἄνθρωπον καὶ εἰς τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ἔχομεν τὴν βεβαιότητα ὅτι τὰ ἔργα τοῦ ἐκλιπόντος τὸν συνοδεύουν εἰς τὴν πορείαν του. Καὶ καθὼς ἐκ τῶν ἔργων του κρίνεται ὁ ἄνθρωπος ἡ τιμία οἰκογένειά του καὶ τὰ ἔντιμα τέκνα του ἀποτελοῦν ζῶσαν μαρτυρίαν περὶ τῶν ἔργων του, τὰ ὁποῖα ἡ Ὁμογένειά μας τιμᾷ. Τιμᾷ τὴν ἐρίτιμον χήραν του, τιμίαν σύζυγον καὶ στοργικὴν μητέρα, διακριθεῖσαν καὶ ταύτην εἰς τὴν κοινοτικὴν φιλανθρωπίαν -εἰς τὴν ἀγαθοεργίαν- τιμᾷ τὰ τέκνα του, τὴν ἐλλόγιμον πατρόζουσαν θυγατέρα του, ἐκπαιδευτικόν, τιμίαν σύζυγον καὶ φιλόστοργον μητέρα, καὶ τὸν υἱόν του Γεώργιον, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς καλῶς γνωρίζομεν καθ’ ὅτι ὑπάρχει ἡμέτερος δεξιὸς βραχίων ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην, ἀναλισκόμενος λίαν καρποφόρως καὶ ἐπιτυχῶς ὑπὲρ τῶν ὁμογενειακῶν πραγμάτων ἐνταῦθα καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐν Σμύρνῃ. Σήμερον, Κυριακὴ τοῦ Ἀπόκρεω, Κυριακὴ τῆς Κρίσεως, ἀναπέμπομεν προσευχὴν ὅπως ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ἀναπαύσῃ τὴν ψυχὴν τοῦ Κωνσταντίνου Θεοδωρίδου, Ρωμηοῦ, συζύγου, πατρός, ἐκπαιδευτικοῦ καὶ κοινοτικοῦ παράγοντος ὑπάρξαντος ἐν φωτὶ καὶ εἰρήνῃ, καὶ κατατάξῃ αὐτὸν μετὰ τῶν δικαίων.

Ἐκφράζομεν τὴν ἐκκλησιαστικὴν συμπαράστασιν καὶ τὴν εὐχήν μας πρὸς τὴν οἰκογένειάν του, ὅπως ὁ Θεὸς τῆς παρακλήσεως ἐνισχύῃ καὶ στηρίζῃ αὐτὴν ἐν εἰρήνῃ καὶ δυνάμει. Αἰωνία ἡ μνήμη αὐτοῦ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: