e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Τα συρτάρια και τα μυστικά τους


Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Από  τότε που ο άνθρωπος ζούσε σε σπηλιές, φρόντισε να έχει μια μικρή γωνιά που να ακουμπάει τα αντικείμενά του.

Πολύ αργότερα, όταν άρχισε να ζει σε σπίτι, εφεύρε τα ντουλάπια για να αποθηκεύει, από ρούχα, όσα λίγα διέθετε μέχρι την πανοπλία του για να είναι ασφαλής.

Τα πρώτα ντουλάπια ήταν τεράστια και άγαρμπα. Έπρεπε να χωράνε και την πανοπλία δεν είχαν καμία καλαισθησία. Εξελισσόμενος ο άνθρωπος, όμως, εξελίχθηκε και ο χώρος που ζούσε.

Τα ντουλάπια έγιναν πιο λειτουργικά, πιο καλαίσθητα, έβαλαν αρχικά ράφια μέσα και αργότερα συρτάρια.


Παλιά, όταν απαράβατος κανόνας η οικογένεια να τρώνε όλοι μαζί μεσημέρι-βράδυ, συνήθως στην τραπεζαρία, αν υπήρχε, αλλιώς στην Κουζίνα ή Μαγειρείο όπως το έλεγαν, υπήρχε μεγάλο ορθογώνιο τραπέζι, ασφαλώς ξύλινο, ούτε πλαστικό ούτε μεταλλικό. Εκεί γύρω κάθονταν όλη η οικογένεια, οι γέροντες, οι γονείς, τα παιδιά και τα εγγόνια, αν υπήρχαν. Σε μια από τις μακριές πλευρές του τραπεζιού υπήρχε στη μέση, ένα πολύ μεγάλο συρτάρι. Εκεί μέσα η νοικοκυρά  έβαζε με τάξη τα πιρούνια, κουτάλια  μικρά μεγάλα και μαχαίρια. Πολλές φορές, αν δεν υπήρχε χωριστό ντουλάπι ή συρτάρι έβαζε και το τραπεζομάντηλο που έστρωναν πάντα για το φαγητό,  καθώς και τις πετσέτες φαγητού, υφασμάτινα όλα και συνήθως, υφασμένα  στον Αργαλειό.

Με τον καιρό, ο άνθρωπος έφτιαξε και άλλα έπιπλα, κατάλληλα για κάθε δωμάτιο. Στην κρεβατοκάμαρα μπήκε η «αρμαράδα» ή ντουλάπα, όπου ήταν ένα μεγάλο ντουλάπι με ξύλινες, σκαλιστές, συνήθως πόρτες, όπου μέσα έβαζαν κρεμάστρες και κρεμούσαν, φουστάνια, κοστούμια, κλπ. Αυτό το έπιπλο, κάτω είχε 2 ή και τρία μεγάλα συρτάρια, ανάλογα με το μέγεθος, για άλλα ρούχα. Το κομοδίνο, που ήταν δίπλα στο κρεββάτι, ήταν  σχετικώς μικρό ντουλάπι με συρτάρια μόνο και άργησε να κάνει την εμφάνισή του. Τα κομοδίνα, υπάρχουν μέχρι σήμερα στις  κρεβατοκάμαρες,  σε πολλά σπίτια. Εκεί μπαίνουν, συνήθως, εσώρουχα και κάλτσες.

Υπήρχαν και τα μεγάλα έπιπλα που είχαν μόνο συρτάρια, τα λεγόμενα Κομό, (τουλάχιστον στη Ζάκυνθο), ξύλινα και καλλιτεχνικά σκαλισμένα, σκέτα κομψοτεχνήματα.

 Ήταν μεγάλης χωρητικότητας, για σεντόνια, ασπρόρουχα, κουβέρτες κλπ. έκανα μια μικρή έρευνα και διαπίστωσα ότι στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας τα λένε ακόμα Κομό και σε κάποια μέρη, Συρταριέρες, επειδή έχουν μόνο συρτάρια.

Όσο εξελισσόταν ο άνθρωπος, εξελισσόταν και η επίπλωση του σπιτιού. Τα συρτάρια, όμως, υπήρχαν  παντού. Πολλοί, κάποια συρτάρια τα κλείδωναν. Όπως εκείνα που μπορεί να είχαν πολύτιμα αντικείμενα μέσα, κοσμήματα, ή σημαντικά «χαρτιά» και έγγραφα ή ακόμα και χρήματα. Όχι μόνο χαρτονομίσματα σε μεγάλα ποσά πολλές φορές, αλλά και χρυσές λίρες.

Όλα φυλάγονταν  στο σπίτι τότε, ελάχιστοι είχαν Τραπεζικό λογαριασμό. Το κλειδί, το κρατούσε συνήθως  ο πατέρας και πολλές φορές η μάνα. Και στο σαλόνι υπήρχαν έπιπλα και σε κάποια από αυτά, ασφαλώς, συρτάρια. Και το τραπεζάκι του σαλονιού, όσο μικρό και κομψό να ήταν, είχε τουλάχιστον ένα συρτάρι.

Ήταν και τα μεγάλα, ψηλά ντουλάπια σκαλιστά και όμορφα, όπου επάνω είχαν, βιτρίνα, δηλαδή  ντουλάπια με ράφια και τζαμένιες πόρτες, όπου εκεί έμπαιναν τα καλά σερβίτσια, όπως,  φλιτζανάκια του καφέ, ποτήρια και άλλα γυαλικά, όχι καθημερινής χρήσης.

 Κάτω δε, είχαν ντουλάπια με ράφια, για πιάτα και ό,τι άλλο ήθελε κάθε νοικοκυρά. Αλλά ήταν και οι λεγόμενες, τότε, Σερβάντες. Σχετικώς χαμηλά  ντουλάπια, πολύ μεγάλες σε μήκος με βιτρίνα και συρτάρια.

Συρτάρια λοιπόν παντού, σημαντικά και απαραίτητα.

Σήμερα, η διακόσμηση του σπιτιού έχει αλλάξει κατά πολύ. Μολαταύτα, σε κάθε σπίτι υπάρχουν, ακόμα  συρτάρια. Στο γραφείο π.χ. αναγκαία τα συρτάρια. Και τι δεν έκρυβαν και κρύβουν αυτά τα συρτάρια, όχι μόνο του γραφείου αλλά όλων των επίπλων!

Πολλές φορές, μυστικά της οικογένειας ακόμα και μυστικά του Κράτους, στις Κρατικές Δημόσιες Υπηρεσίες.

Μέσα σε συρτάρια, φυλάσσονταν και όλη η αλληλογραφία της οικογένειας. Γιατί οι άνθρωποι πάντα αλληλογραφούσαν. Αρχικά, με αδέλφια ή παιδιά που είχαν πάει σε μεγαλουπόλεις για να δουλέψουν, να μάθουν μια τέχνη ή να φοιτήσουν σε Ανώτερες Σχολές, αλλά οι γονείς έμεναν στην επαρχία.

Από γιους στους γονείς και το αντίθετο, όταν υπηρετούσαν Φαντάροι ή ήταν μόνιμοι στο στρατό ή όταν βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση.

Με λαχτάρα οι γονείς, κυρίως η μάνα, φύλαγαν αυτά τα γράμματα σε συρτάρι σαν φυλαχτό.

Αυτός ο ρόλος του συρταριού, αξιοποιήθηκε πολύ περισσότερο, όταν άρχισε η ομαδική Μετανάστευση. Εκεί μέσα φύλαγε το θησαυρό της η μάνα περιμένοντας με λαχτάρα το επόμενο γράμμα ή κάρτα τις γιορτές.

Ακόμα κι αν δεν ήξερε να διαβάζει και βασίζονταν σε άλλους να της διαβάσει το γράμμα, ιερό φυλαχτό στο συρτάρι. Το άνοιγε πολλές φορές, ιδιαίτερα όταν αργούσε να έρθει το επόμενο, το έπαιρνε στα χέρια, το ακουμπούσε στην καρδιά της επάνω και  με βουρκωμένα μάτια, το προσκυνούσε με ευλάβεια λες και ήταν ιερή εικόνα.

Πολλές φορές, κλείδωνε το συρτάρι με τα γράμματα του παιδιού της. Εκεί μέσα ήταν ο θησαυρός της. Εκεί μέσα κρυβόταν ότι πιο αγαπητό για την κάθε μάνα.

Ο άνθρωπος από παιδική ηλικία εξοικειωνόταν με τα συρτάρια και το ρόλο τους.

Τα συρτάρια, μικρά ή μεγάλα, έπαιζαν πάντα πολύ σοβαρό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου και εξακολουθούν μέχρι σήμερα.

Τα   συρτάρια   ομιλούν!

 Η προχωρημένη νύχτα, ζεστή, ήρεμη, γαλήνια, σχεδόν Καλοκαιρινή.

Ο Ανδρέας γυρίζει και ξαναγυρίζει στο κρεβάτι. Ανήσυχη η Κιττούλα, τον ρωτάει:

-Τι είναι Ανδρέα μου; Γιατί στριφογυρίζεις;

-Μα δεν ακούς τίποτα εσύ;

-Σαν τι ν΄ ακούσω μάτια μου;

-Για τέντωσε λίγο τα αυτιά σου και θα δεις.

-Σα να  ΄χεις δίκιο Ανδρέα, σαν κάτι να τρέχει. Μπα ποντίκια θα είναι.

-Κιττούλα, κάτι συμβαίνει, δεν είναι ποντίκια

- Μη με σκορσάρεις*τρομάζεις Ανδρέα μου.

Μέσα στη  γαλήνη της νύχτας, ακούγονται ξαφνικά, κάτι πολύ ήπιοι, παράξενοι θόρυβοι, σαν κουβέντα, σαν μουρμουρητό, μα αυτή η κουβέντα δεν έχει τίποτα το ανθρώπινο, λες και μιλάνε ξωτικά.  

Αγκαλιάζονται σα να φοβόνταν, το ανδρόγυνο και στην προσπάθειά τους να ξεχωρίσουν τους παράξενους  ψιθύρους, μάλλον αποκοιμήθηκαν κάποια στιγμή.  

-Μη με βλέπεις έτσι παλιό και σχεδόν ξεχασμένο.

Έπρεπε στις δόξες μου να με γνώριζες. Και τι δε φιλοξένησα και τι δεν έκρυψα και τι μυστικά δεν κράτησα.

-Εγώ να δεις...

Τα μικρά παιδιά του σπιτιού, εμπιστεύονταν πάντα στη φύλαξή μου, μικρά και ασήμαντα, αλλά πολύτιμα για κείνα αντικείμενα. Μολύβια, ξύστρες, σφυρίχτρες, στρατιωτάκια, μικρές κουκλίτσες σπασμένες πια και πολλά άλλα μικροπράγματα.

-Ξέρω, ξέρω...εκεί δίπλα ήμουν κι εγώ.

-Σαν μεγάλωναν κι έφευγαν από το σπίτι, κάθε φορά που γύριζαν, περνούσαν ώρες μαζί μου, αγγίζοντας και κρατώντας με αγάπη τα σπασμένα στρατιωτάκια ή τις παλιές σφυρίχτρες και μιλούσαν...μιλούσαν με τις ώρες. Φεύγοντας, δεν έπαιρναν τίποτα μαζί τους, εκεί σε μένα τα άφηναν όλα, μέχρι την επόμενη επίσκεψη, κάποιες φορές, λόγω συνθηκών, χρόνια αργότερα.

- Μα εγώ ήμουν  πάντα εκεί, φίλος πιστός να τα περιμένω  μαζί με τις αναμνήσεις τους.

- Εμένα ο νοικοκύρης με εμπιστευόταν με τα λεφτά του. Ότι και όσα λεφτά περίσσευαν, όταν πουλούσε τη σοδειά, μα στάρι ήταν, λάδι, σταφίδα ή ότι άλλο, σε μένα τα εμπιστευόταν και το κλειδί, πάντα στην τσέπη του, δεν είχε πρόσβαση άλλος εκεί. Μόνο όταν πέθαινε το κλειδί το αναλάμβανε ο μεγαλύτερος γιος, αν υπήρχε και αν δεν υπήρχε, η μάνα.

-Εγώ, πετάχτηκε ένα συρτάρι  από το κομό, πάντα σεσταρισμένο και νοικοκυρεμένο. Σε μένα εμπιστευόταν η μάνα τα ασπρόρουχα της φαμελιάς! Ευωδίαζα πάντα, γιατί ανάμεσα στα σεντόνια, μαξιλαροθήκες κλπ., έβαζε Γαζίες, βασιλικό ή γιασεμιά, ανάλογα με την εποχή. Τώρα, μούχλιασα πια άδειο κι έρημο...κάτι σαν κλάμα βγήκε από το παλιό συρτάρι.

-Εγώ, χι χι, γελούσε ένα σχετικά μικρό συρτάρι, έκρυβα την ερωτική αλληλογραφία της κόρης. Εκεί να δεις τρυφερά ερωτόλογα και όρκοι ατέλειωτης αγάπης, μα και μαραμένα πια, γιούλια, βιόλες και άλλα που της πρόσφερε ο καλός της.

-Τι έγινε; Γιατί σιώπησες, ρώτησε το γειτονικό συρτάρι του κομοδίνου.

-Γιατί ο νέος που έγραφε όλα αυτά τα τρυφερά λόγια στην αγαπημένη του, που πάντα της κρατούσε και ένα ματσάκι γιασεμιά ή ένα γαρύφαλλο, χάθηκε στον πόλεμο, σε κάτι βουνό άφησε τα κόκκαλά του. Η νέα κοπέλα, όμως, δεν τον ξέχασε ποτέ. Κι όταν την πάντρεψαν οι δικοί της, με κλείδωσε καλά μαζί με τα γράμματα και τα μαραμένα λουλούδια του αγαπημένου της και πέταξε το κλειδί βαθιά στη θάλασσα. Να μην το βρει ποτέ κανένας και τα πολύτιμα γράμματα και τα αποξηραμένα φιόρα, να μείνουν εκεί χωρίς να τα αγγίξει ξανά ανθρώπινο χέρι, ούτε να τα δει ξένο μάτι.

-Ουφ, πολύ συγκινητική η ιστορία σου, αλλά μας μαύρισες την ψυχή, είπαν τα άλλα συρτάρια.

-Εγώ, εγώ θα σας φτιάξω το κέφι, μουρμούρισε το δεύτερο συρτάρι της Σερβάντας .

-Η νοικοκυρά, στο πρώτο συρτάρι, έβαζε πιρουνάκια και κουταλάκια του γλυκού καθώς και μικρά πιατελάκια για σερβίρισμα.

-Και πού είναι το αστείο, πετάχτηκε το συρτάρι του μπουφέ από ψηλά.

-Άσε με να μιλήσω και θα δεις. Εκείνο το συρτάρι δεν το κλείδωνε, το δεύτερο, όμως, το κλείδωνε πάντα. Στο δεύτερο είχε πάντα σοκολατάκια τυλιγμένα σε πολύχρωμα χρυσόχαρτα, για τους επισκέπτες. Μια μέρα, λοιπόν, οι δύο ξαδελφούλες, η Σούλα και η Ντάνα σκέφτηκαν ότι αν βγάλουν τελείως το πάνω συρτάρι, θα φτάσουν στο κλειδωμένο. Και...βουαλά,  όλα τα σοκολατάκια δικά τους. Όπως έλειπε η Νόνα, ευκαιρία, έπεσαν με τα μούτρα και τα καταβρόχθισαν όλα. Για να μην προδοθούν, όμως, άκου τι σκαρφίστηκαν [*σκέφτηκαν]. Πήγαν στην κουζίνα και βρήκαν κάτι μαλακό, σκούρο σε ένα κουτί, πήραν κάμποσο, το έπλασαν με τα χέρι κι έφτιαξαν μερικές μπαλίτσες, όσο το σοκολατάκι και τις τύλιξαν με τα χρυσόχαρτα. Όμως, δεν έφτασαν για όλα τα χρυσόχαρτα, έτσι βγήκαν έξω και μάζεψαν μικρές πετρούλες, τις τύλιξαν προσεκτικά με τα χρυσόχαρτα και έβαλαν όλα τα... σοκολατάκια στη θέση τους.

-Και μετά και μετά; Ρώτησαν τα άλλα συρτάρια, τι έγινε;

-Να, ήταν μια Κυριακή που μετά την εκκλησία πέρασαν από τη Νόνα πολλοί να χαιρετίσουν γιατί γιόρταζε ο Νόνος. Έφτιαξε καφέ και έβαλε στην Βαντιέρα, (ειδική πιατέλα σερβιρίσματο)ς, τα σοκολατάκια και κέρασε τους επισκέπτες.

-Και μετά και μετά, ρωτούν περίεργα τώρα όλα τα συρτάρια.

-Τι να σας πω βρε συρτάρια μου, κάποιοι  τρέχανε για τουαλέτα, προφανώς το «μαλακό» που ήταν στο κουτί, ήταν καθαρτικό και χέζ...κι άλλοι διαμαρτύρονταν  πως έσπασαν τα δόντια τους από τις πέτρες...

Σαν ξύπνησε το ανδρόγυνο το πρωί, προσπαθούσαν να εξηγήσουν τα όνειρα που είδαν.

Τελικά, κανείς από τους δυο  δεν ήταν σίγουρος, αν άκουσαν αυτές τις παράξενες κουβέντες λες και μιλούσαν ξωτικά ή αν το ονειρεύτηκαν.

Καλού-κακού, όμως, η Νόνα πήγε κι έψαξε το συρτάρι με τα σοκολατάκια και...ξετύλιξε 2-3 να βεβαιωθεί ότι ήταν όντως σοκολατάκια!

δ.μ. 


Δεν υπάρχουν σχόλια: