Του π. Δημητρίου
Μπόκου
Ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος (30 Νοε.) ὑπῆρξε πνεῦμα σπινθηροβόλο. Ἄσημος κατὰ κόσμον, ψαρὰς τὸ ἐπάγγελμα μὲ τὸν ἀδελφό του Πέτρο, ἀλλὰ ὀξὺς διερευνητὴς τῆς ἀλήθειας. Πράγμα ποὺ τὸν ὁδήγησε πρώιμα στὸ νὰ γίνει μαθητὴς τοῦ Προδρόμου στὴν ἔρημο καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὁ Πρόδρομος ἔδωσε τὴ μαρτυρία του γιὰ τὸν Χριστό, ὁ Ἀνδρέας μὲ ἕναν ἀκόμα μαθητὴ τοῦ Ἰωάννη ζήτησαν νὰ τὸν γνωρίσουν περισσότερο. Ὁ Χριστὸς τοὺς κάλεσε στὸ σπίτι του καὶ ἔμειναν μαζί του τὴν ἡμέρα ἐκείνη (Ἰω. 1, 35-52).
Ὁ Χριστὸς δὲν προσπάθησε νὰ προσελκύσει μὲ λόγια τὸν Ἀνδρέα καὶ τοὺς ἄλλους
ἀποστόλους. Τοὺς εἶπε ἁπλά: «Ἔρχεσθε καὶ ἴδετε». Τοὺς κάλεσε νὰ μείνουν
κοντά του. Νὰ τὸν γνωρίσουν στὴν πράξη. Προσφέρθηκε νὰ τοὺς δείξει τὸν τρόπο ζωῆς
του. Νὰ τοὺς κάνει γνωστὸ τὸν ἑαυτό του.
Ἐπέτρεψε νὰ συγχρωτισθοῦν μαζί του γιὰ μιὰ μέρα. Ἡ συντροφιὰ μὲ τὸν Χριστό, ἔστω
καὶ γιὰ μία μέρα, ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ σαγηνεύσει καὶ νὰ ἐνθουσιάσει τὸν Ἀνδρέα,
νὰ τοῦ δώσει τὴν ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι βρισκόταν μπροστὰ στὸν Μεσσία. Ἡ
συναναστροφὴ μὲ τὸν Χριστὸ ἦταν τὸ καλύτερο κήρυγμα, ἀνώτερο μακρὰν ἀπὸ ὁποιονδήποτε
ἄλλο πειστικὸ λόγο γι’ αὐτόν.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἦρθε αὐτοπροσώπως στὴ γῆ ὁ Χριστός. Γιὰ νὰ μᾶς ἐμφανίσει τὸν ἑαυτό
του (Ἰω. 14, 21). Νὰ γνωρίσουμε τὴ δική
του ζωή. Γιὰ νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς ὅ,τι ἔκανε καὶ ἔζησε Ἐκεῖνος ὡς ἄνθρωπος. Καὶ
νὰ μποροῦμε ἀκολούθως νὰ λέμε κι ἐμεῖς μὲ τὴ σειρά μας στὸν καθένα: «Ἔρχου
καὶ ἴδε». Ἔλα νὰ δεῖς πῶς εἶναι ἡ ζωὴ μὲ τὸν Χριστό. Μὰ ἐμεῖς συνήθως εἴμαστε
μόνο λόγια. Λόγια κενά. Κάλπικες λίρες. Χωρὶς ἀντίκρυσμα στὴν πράξη. Ἡ ζωή μας
εἶναι ἀσύμφωνη μὲ τὰ λόγια μας. Γι’ αὐτὸ καὶ αὐτὰ πέφτουν στὸ κενό. Δὲν λένε
τίποτε σὲ κανέναν.
Μὰ πόσο ἀλλιώτικα θὰ ἦταν, ἀντὶ γιὰ λόγια, νὰ ἔλαμπε ἡ ζωή μας ἀπὸ ἔργα καλὰ
(Ματθ. 5, 16), νὰ ἀντανακλοῦσε ὄντως τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ! Τί ζωντανὸς
λόγος θὰ ἦταν μιὰ τέτοια ζωή!
Ἕνας ἁπλὸς ἀγρότης, σχεδὸν ἀγράμματος ἀλλὰ πολὺ εὐλαβής, βρισκόταν στὶς
ρουμανικὲς φυλακές, στὸ ἴδιο κελλὶ μὲ φυλακισμένους ἀντιφρονοῦντες καθηγητὲς καὶ
ἄλλους ἀνθρώπους ὑψηλῆς μόρφωσης. Ὁ φτωχὸς ἀγρότης προσπαθοῦσε νὰ φέρει στὸν
Χριστὸ ἕναν ἄθεο, μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν. Ἀλλὰ εἰσέπραττε μόνο εἰρωνεῖες.
Πάνω σὲ μιὰ συζήτηση ἀνέφερε, ὅτι μιλάει στὸν Χριστὸ καὶ τὸν βλέπει. Ὁ καθηγητὴς
ὅμως τὸν ἀποπῆρε:
«Ἄντε ἀπὸ δῶ! Μὴ μοῦ λὲς ἐμένα παραμύθια! Πῶς τὸν βλέπεις τὸν Χριστό;
…Δείχνει ἤρεμος, θυμωμένος, χαρούμενος; Χαμογελάει καμμιὰ φορά;»
«Τὸ βρήκατε! Μοῦ χαμογελάει», λέει ὁ ἀγρότης.
«Κύριοι, ἐλᾶτε ν’ ἀκούσετε, …αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μᾶς κοροϊδεύει. Λέει ὅτι ὁ
Χριστὸς τοῦ χαμογελάει. Δεῖξε μου, πῶς σοῦ χαμογελάει;»
Ὁ ἀγρότης τότε πῆρε πολὺ σοβαρὸ ὕφος. Τὸ πρόσωπό του ἄρχισε νὰ λάμπει. Ἕνα
χαμόγελο ἐμφανίσθηκε πάνω του. Ὁλόκληρη ἡ ὀμορφιὰ τοῦ Παραδείσου βρισκόταν μέσα
στὸ χαμόγελο ἐκείνου τοῦ προσώπου. Ὁ καθηγητὴς ἔσκυψε τὸ κεφάλι καὶ εἶπε:
«Ἔχετε δίκιο, κύριε. Ἔχετε δεῖ
τὸν Χριστό. Σᾶς ἔχει χαμογελάσει»! (Ἁγιορειτικὴ Μαρτυρία, τ.
3, σ. 149).
Βλέπουμε ποτὲ ἐμεῖς τὸν Χριστό; Μποροῦμε νὰ δείξουμε τὴν ὀμορφιά
του καὶ σὲ ἄλλους;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου