Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα
Η ιστορία της ανθρωπότητας γνωρίζει πρόσωπα που άφησαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στην πορεία των λαών. Άλλοι διακρίθηκαν ως άνθρωποι του Θεού, φωτισμένοι από το προφητικό χάρισμα, και άλλοι ως μεγάλοι ηγέτες που άλλαξαν τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας.
Ανάμεσα
στις μορφές αυτές ξεχωρίζουν ο προφήτης Ιερεμίας και ο Μέγας Αλέξανδρος ο
Μακεδόνας. Ο πρώτος υπήρξε ένας από τους μεγάλους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης· ο
δεύτερος ένας από τους σπουδαιότερους στρατηλάτες όλων των εποχών.
Παρότι
τους χωρίζουν αιώνες και διαφορετικές αποστολές, μία αρχαία παράδοση τους
συνδέει μ᾽ έναν ιδιαίτερο
τρόπο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ενώ η ιστορική και πνευματική τους
παρουσία συνέβαλε, ο καθένας από τη δική του θέση, στην προετοιμασία της
οικουμένης για γεγονότα που επρόκειτο να αλλάξουν τον κόσμο.
Ο
προφήτης Ιερεμίας έζησε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του βασιλείου του Ιούδα
και υπήρξε μάρτυρας της πτώσεως της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλωνίους το 586 π.Χ.
Η ζωή του ήταν γεμάτη θλίψεις, διωγμούς και δοκιμασίες.
Δεν δίστασε να ελέγξει την αποστασία
του λαού του και να καλέσει τους ανθρώπους σε μετάνοια, ακόμη και όταν οι λόγοι
του προκαλούσαν αντιδράσεις, ωστόσο,
το μήνυμά του δεν ήταν μόνο μήνυμα κρίσεως.
Μέσα
από τα βιβλικά του κείμενα,
αναδύεται και η μεγάλη ελπίδα της σωτηρίας. Ο Ιερεμίας υπήρξε ένας από τους
προφήτες που μίλησαν για τη νέα σχέση του Θεού με τον άνθρωπο και προανήγγειλαν
την έλευση του Μεσσία.
Η
πλέον χαρακτηριστική μεσσιανική του προφητεία είναι η εξαγγελία της Νέας
Διαθήκης. «Ιδού ημέραι
έρχονται, λέγει Κύριος, και διαθήσομαι τω οίκω Ισραήλ και τω οίκω Ιούδα
διαθήκην καινήν» (Ιερ. 31,31).
Η
Εκκλησία είδε στην προφητεία αυτή την προαναγγελία της Καινής Διαθήκης που
εγκαινίασε ο Χριστός. Παράλληλα, ο Ιερεμίας προφήτευσε την εμφάνιση του δικαίου
Βασιλέως από τον οίκο του Δαβίδ: «Αναστήσω
τω Δαβίδ ανατολήν δικαίαν, και βασιλεύσει βασιλεύς και συνήσει» (Ιερ. 23,5).
Οι
λόγοι αυτοί θεωρήθηκαν από την αρχαία χριστιανική ερμηνεία σαφείς αναφορές στον
αναμενόμενο Μεσσία.
Σύμφωνα
με την παράδοση, ο Ιερεμίας μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο μετά την καταστροφή της
Ιερουσαλήμ. Εκεί έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και τάφηκε σε τόπο που
τιμήθηκε ιδιαίτερα από τους κατοίκους.
Το
απόκρυφο έργο «Βίοι των Προφητών» διασώζει μία ενδιαφέρουσα διήγηση. Σύμφωνα με
αυτήν, οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι ο προφήτης είχε προστατεύσει την περιοχή από
δηλητηριώδη φίδια, τις λεγόμενες «ασπίδες», καθώς και από κροκόδειλους. Η φήμη της αγιότητάς του διατηρήθηκε επί αιώνες
και ο τάφος του θεωρούνταν τόπος ευλογίας και προστασίας.
Περίπου
δυόμισι αιώνες μετά τον Ιερεμία,
εμφανίζεται στην ιστορία ο Μέγας Αλέξανδρος, ο γιός του Φιλίππου του Β΄ της Μακεδονίας και μαθητής του
Αριστοτέλη, ο οποίος κατόρθωσε
μέσα σε λίγα μόλις χρόνια να δημιουργήσει μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες
που γνώρισε ποτέ ο κόσμος.
Οι
εκστρατείες του ξεκίνησαν από τη Μακεδονία, διέσχισαν τη Μικρά Ασία, τη Συρία,
την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, συνέχισαν στη Μεσοποταμία και την Περσία και
έφθασαν μέχρι τα βάθη της Κεντρικής Ασίας και της Ινδίας.
Οι
νίκες στον Γρανικό ποταμό, στην Ισσό και στα Γαυγάμηλα κατέλυσαν την Περσική κυριαρχία και ανέδειξαν τον
Αλέξανδρο σε κυρίαρχο της τότε γνωστής οικουμένης. Ωστόσο, η σπουδαιότητά του
δεν περιορίζεται στις στρατιωτικές του επιτυχίες.
Η
διάδοση της ελληνικής γλώσσας, του ελληνικού πολιτισμού και του ελληνιστικού
τρόπου ζωής δημιούργησε έναν κοινό πολιτισμικό χώρο από την Αίγυπτο έως την
Ινδία.
Αργότερα,
μέσα σ᾽ αυτόν ακριβώς
τον ελληνιστικό κόσμο γράφτηκε η Καινή Διαθήκη και κηρύχτηκε το Ευαγγέλιο των Αποστόλων. Γι'
αυτό πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι η ελληνιστική οικουμένη που διαμόρφωσε ο
Αλέξανδρος αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για την ταχεία
διάδοση του χριστιανικού μηνύματος.
Οι
«Βίοι των Προφητών» αναφέρουν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, κατά την ίδρυση της
Αλεξάνδρειας, πληροφορήθηκε την ιδιαίτερη τιμή που απέδιδαν οι Αιγύπτιοι στον
προφήτη Ιερεμία. Σύμφωνα με την παράδοση, διέταξε την ανακομιδή των λειψάνων
του και τη μεταφορά τους στη νέα πόλη.
Τα
λείψανα τοποθετήθηκαν περιμετρικά της Αλεξάνδρειας ως μέσο προστασίας από τα
δηλητηριώδη φίδια και τους κροκόδειλους που μάστιζαν την περιοχή. Η
παράδοση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τις κύριες ιστορικές πηγές για τον
Αλέξανδρο, ωστόσο φανερώνει τον σεβασμό που απέδιδαν οι μεταγενέστερες γενιές, τόσο στον μεγάλο στρατηλάτη, όσο και στον προφήτη.
Ακόμη
όμως και αν η διήγηση ανήκει στον χώρο της ευσεβούς παραδόσεως, παραμένει
αξιοσημείωτο ότι παρουσιάζει τον Μέγα Αλέξανδρο, έναν εθνικό ηγεμόνα που δεν
ανήκε στον λαό του Ισραήλ, να τιμά έναν προφήτη του αληθινού Θεού και να
αναγνωρίζει τη σημασία που είχε η παρουσία του στη ζωή των ανθρώπων.
Η
παράδοση αυτή φανερώνει ότι η αγιότητα και η αρετή γίνονται σεβαστές ακόμη και
πέρα από τα όρια των θρησκειών και των εθνών.
Ο
Ιερεμίας και ο Αλέξανδρος δεν συναντήθηκαν ποτέ ιστορικά. Ο ένας υπήρξε
προφήτης του Θεού και ο άλλος κοσμοκράτορας βασιλιάς. Εντούτοις, η ιστορία τούς
φέρνει κοντά μέσα από μία βαθύτερη προοπτική.
Ο
Ιερεμίας προετοίμασε πνευματικά τον λαό για τον ερχομό του Μεσσία,
διακηρύσσοντας την ελπίδα της Νέας Διαθήκης και της σωτηρίας. Ο Αλέξανδρος,
χωρίς να αποτελεί μέρος της βιβλικής ιστορίας, συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός
ενιαίου πολιτισμικού κόσμου, όπου η ελληνική γλώσσα και η επικοινωνία των λαών
επέτρεψαν αργότερα την εξάπλωση του χριστιανικού κηρύγματος.
Έτσι,
η αρχαία παράδοση που συνδέει τον προφήτη Ιερεμία με τον Μέγα Αλέξανδρο στην
Αλεξάνδρεια αποκτά έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Ο άνθρωπος του Θεού και ο μεγάλος
στρατηλάτης εμφανίζονται να υπηρετούν, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, την
πορεία της ιστορίας προς την εκπλήρωση του θείου σχεδίου για τη σωτηρία του
κόσμου.
Ο
προφήτης Ιερεμίας και ο Μέγας Αλέξανδρος υπηρέτησαν δύο διαφορετικές αλλά
εξίσου σημαντικές αποστολές. Ο
Ιερεμίας υπήρξε προφήτης της ελπίδας και της αναμονής του Μεσσία. Με τις
προφητείες του περί της «καινής διαθήκης» και του δικαίου Βασιλέως από τον οίκο
του Δαβίδ καλλιέργησε στις καρδιές των πιστών την προσδοκία της ερχόμενης
σωτηρίας.
Ο
Μέγας Αλέξανδρος, αντίθετα, δεν υπήρξε προφήτης, ούτε γνώριζε το πλήρες βάθος των μεσσιανικών
προσδοκιών του Ισραήλ. Ωστόσο, η ιστορική του αποστολή αποδείχθηκε καθοριστική
για την πορεία της ανθρωπότητας.
Με
τις εκστρατείες του,
κατέρριψε τα σύνορα ανάμεσα στους λαούς της Ανατολής και της Δύσης, ίδρυσε νέες
πόλεις, δημιούργησε εμπορικές και πολιτισμικές γέφυρες και διέδωσε την ελληνική
γλώσσα, σε ολόκληρη
σχεδόν την τότε γνωστή οικουμένη.
Οι
Απόστολοι ταξίδευσαν σ᾽
έναν κόσμο που διέθετε ήδη κοινά πολιτισμικά στοιχεία και δυνατότητα
επικοινωνίας, από τη Συρία και
την Παλαιστίνη,
μέχρι την Αίγυπτο, τη Μικρά Ασία, την Ελλάδα και τη Ρώμη. Η ενότητα αυτή δεν
δημιουργήθηκε από τους Αποστόλους, αλλά είχε προηγηθεί σε μεγάλο βαθμό, ως αποτέλεσμα της ελληνιστικής
οικουμένης που διαμορφώθηκε μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Υπό
αυτήν την έννοια, πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι η ελληνιστική εποχή υπήρξε μία
από τις σημαντικότερες προπαρασκευαστικές περιόδους για την εξάπλωση του
χριστιανικού μηνύματος. Δεν σημαίνει ότι ο Αλέξανδρος είχε συνείδηση αυτού του
μελλοντικού ρόλου,
ούτε ότι συμμετείχε άμεσα στο σχέδιο της θείας αποκαλύψεως.
Σημαίνει όμως ότι η θεία Πρόνοια μπορεί να αξιοποιεί ακόμη και τις πράξεις
μεγάλων ιστορικών προσωπικοτήτων για την προετοιμασία γεγονότων, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις
δικές τους προθέσεις.
Έτσι,
ο προφήτης και ο στρατηλάτης, αν και ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους και σε
διαφορετικές εποχές, συναντώνται συμβολικά στην πορεία της ιστορίας. Ο ένας ως
κήρυκας της θείας επαγγελίας και ο άλλος ως ιστορικό όργανο που, χωρίς να το
αντιλαμβάνεται, συνέβαλε στην προετοιμασία της οικουμένης για τη διάδοση του
μηνύματος της σωτηρίας που έφερε ο Χριστός στον κόσμο.
Ο
Μέγας Αλέξανδρος, χωρίς να γνωρίζει το μέλλον της χριστιανικής πίστεως,
συνέβαλε με τις κατακτήσεις του στη δημιουργία της ελληνιστικής οικουμένης. Η
κοινή ελληνική γλώσσα, η ίδρυση πόλεων όπως η Αλεξάνδρεια και η πολιτισμική
ενότητα της Ανατολής και της Μεσογείου,
αποτέλεσαν το έδαφος πάνω στο οποίο αργότερα κινήθηκαν οι Απόστολοι και
διαδόθηκε το μήνυμα του Χριστού.
The Prophet Jeremiah and the
Macedonian King Alexander the Great
By His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden
The
history of humanity remembers individuals who left an indelible mark on the
course of nations. Some distinguished themselves as men of God, enlightened by
the prophetic gift, while others emerged as great leaders who altered the
course of world history.
Among
these remarkable figures stand the Prophet Jeremiah and Alexander the Great of
Macedonia. The former was one of the major prophets of the Old Testament; the
latter, one of the greatest military commanders of all time.
Although
centuries and very different missions separated them, an ancient tradition
connects them in a unique way in Alexandria, Egypt. Moreover, their historical
and spiritual presence contributed, each in his own sphere, to preparing the
world for events that would ultimately transform human history.
The
Prophet Jeremiah lived during the final decades of the Kingdom of Judah and
witnessed the fall of Jerusalem to the Babylonians in 586 B.C. His life was
filled with sorrow, persecution, and trials.
He
did not hesitate to rebuke the apostasy of his people and call them to
repentance, even when his words provoked opposition. Yet his message was not
merely one of judgment.
Throughout
his biblical writings, there also shines forth the great hope of salvation.
Jeremiah was among the prophets who spoke of a new relationship between God and
humanity and foretold the coming of the Messiah.
His
most significant Messianic prophecy is the proclamation of the New Covenant: “Behold, the days are coming, says
the Lord, when I will make a new covenant with the house of Israel and with the
house of Judah” (Jeremiah 31:31).
The
Church has always understood this prophecy as a foreshadowing of the New
Covenant inaugurated by Christ. Likewise, Jeremiah foretold the coming of the
righteous King from the house of David: “I
will raise up for David a righteous Branch, and a King shall reign and prosper”
(Jeremiah 23:5).
Ancient
Christian interpretation regarded these words as clear references to the
expected Messiah.
According
to tradition, Jeremiah was taken to Egypt after the destruction of Jerusalem.
There he spent the final years of his life and was buried in a place that
became greatly honored by the local inhabitants.
The
apocryphal work “Lives
of the Prophets” preserves an intriguing account. According to this tradition,
the Egyptians believed that the prophet had protected the region from venomous
snakes, known as “asps,” as well as from crocodiles. His reputation for
holiness endured for centuries, and his tomb was regarded as a place of
blessing and protection.
Approximately
two and a half centuries after Jeremiah, Alexander the Great appeared on the
stage of history. The son of Philip II of Macedonia and a student of Aristotle,
he succeeded in creating one of the largest empires the world had ever known in
only a few short years.
His
campaigns began in Macedonia and extended through Asia Minor, Syria, Palestine,
and Egypt, continuing into Mesopotamia and Persia and reaching as far as
Central Asia and India.
His
victories at the Granicus River, Issus, and Gaugamela brought an end to Persian
dominance and established Alexander as ruler of the known world. Yet his
significance extends far beyond his military achievements.
The
spread of the Greek language, Greek culture, and the Hellenistic way of life
created a common cultural sphere stretching from Egypt to India.
Later,
it was within this very Hellenistic world that the New Testament was written
and the Gospel of the Apostles was proclaimed. For this reason, many historians
consider the Hellenistic world shaped by Alexander to have been one of the most
important factors in the rapid spread of the Christian message.
The
“Lives of the Prophets” relates that Alexander the Great, during the founding
of Alexandria, learned of the special honor the Egyptians accorded to the
Prophet Jeremiah. According to the tradition, he ordered the prophet’s relics
to be transferred to the new city.
The
relics were reportedly placed around Alexandria as a means of protecting the
city from venomous snakes and crocodiles that plagued the region. While this
tradition is not confirmed by the principal historical sources concerning
Alexander, it nevertheless reveals the esteem later generations held both for
the great conqueror and for the prophet.
Even
if this account belongs more to the realm of pious tradition than documented
history, it remains noteworthy that it portrays Alexander—a Gentile ruler who
did not belong to the people of Israel—honoring a prophet of the true God and
recognizing the importance of his presence in the lives of people.
This
tradition demonstrates that holiness and virtue command respect even beyond the
boundaries of religions and nations.
Jeremiah
and Alexander never met in history. One was a prophet of God; the other, a
world-conquering king. Yet history brings them together from a deeper
perspective.
Jeremiah
spiritually prepared the people for the coming of the Messiah by proclaiming
the hope of the New Covenant and salvation. Alexander, though not part of
biblical history, helped shape a unified cultural world in which the Greek
language and communication among peoples later facilitated the spread of the
Christian proclamation.
Thus,
the ancient tradition connecting the Prophet Jeremiah and Alexander the Great
in Alexandria acquires a profound symbolism. The man of God and the great
military leader appear, each in his own way, to serve the course of history as
it moves toward the fulfillment of God’s plan for the salvation of the world.
The
Prophet Jeremiah and Alexander the Great fulfilled two different yet equally
significant missions. Jeremiah was a prophet of hope and expectation for the
Messiah. Through his prophecies concerning the “new covenant” and the righteous
King from the house of David, he cultivated in the hearts of believers an
anticipation of the coming salvation.
Alexander
the Great, by contrast, was not a prophet, nor did he fully understand the
Messianic expectations of Israel. Nevertheless, his historical mission proved
decisive for the course of humanity.
Through
his campaigns, he broke down barriers between the peoples of East and West,
founded new cities, established commercial and cultural connections, and spread
the Greek language throughout nearly the entire known world.
The
Apostles traveled through a world that already possessed common cultural
foundations and the ability to communicate across vast regions—from Syria and
Palestine to Egypt, Asia Minor, Greece, and Rome. This unity was not created by
the Apostles themselves but had largely been established beforehand through the
Hellenistic world that emerged after the conquests of Alexander the Great.
In
this sense, many historians regard the Hellenistic era as one of the most
important preparatory periods for the spread of the Christian message. This
does not mean that Alexander was consciously aware of this future role, nor
that he directly participated in the plan of divine revelation. It does mean,
however, that Divine Providence can make use even of the actions of great
historical figures to prepare events that far exceed their own intentions.
Thus,
the prophet and the conqueror, though belonging to different worlds and
different eras, meet symbolically along the path of history. One appears as the
herald of God’s promise; the other as a historical instrument who, without
realizing it, contributed to preparing the world for the spread of the message
of salvation brought by Christ.
Without
knowing the future of the Christian faith, Alexander the Great contributed
through his conquests to the creation of the Hellenistic world. The common
Greek language, the founding of cities such as Alexandria, and the cultural
unity of the Eastern Mediterranean provided the foundation upon which the
Apostles later traveled and through which the message of Christ spread
throughout the world.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου