e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Εξαρχία Λιθουανίας: Μνήμη, ευθύνη και προοπτική μες από τις ομιλίες Οικουμενικού Πατριάρχη και Επισκόπου Ταμισού


Η Α. Θ. Παναγιότης o Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, χοροστάτησε την Κυριακή των Αγίων Πάντων, 7 Ιουνίου 2026, στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος στo Μοναστικό συγκρότημα Trinapolis στην πρωτεύουσα Βίλνιους.

Στην ομιλία του, μετά την Απόλυση, ο Παναγιώτατος αναφέρθηκε στην απόφαση της Μητρός Εκκλησίας να ορίσει τον Επίσκοπο Ταμισού κ. Πανάρετο ως Πατριαρχικό Έξαρχο στη Λιθουανία, τον οποίο και εγκατέστησε επισήμως με την ευκαιρία της χοροστασίας του.

Υπενθυμίζοντας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος» (Γαλ. 3:28), ο Οικουμενικός Πατριάρχης επεσήμανε ότι ο νεοδιορισθείς Πατριαρχικός Έξαρχός του στη Λιθουανία «καλείται να ενσαρκώσει ακριβώς αυτή την απαιτητική εκκλησιολογία της θυσίας και της λειτουργικής ενότητας». «Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Ταμισού κ. Πανάρετος», συνέχισε, «αναλαμβάνει μια δύσκολη και ουσιαστική διακονία. Η αποστολή αυτού του εκλεγμένου Ιεράρχη του Οικουμενικού Θρόνου ανταποκρίνεται πλήρως στο ιστορικό καθήκον της Μητρός Εκκλησίας: να φροντίζει αδιάλειπτα τους Ορθοδόξους που έχουν ανάγκη, παρέχοντάς τους πνευματική τροφή, όπου και αν βρίσκονται».

Επίσης, ο Παναγιώτατος έκανε ειδική αναφορά στην πολυετή και καρποφόρα διακονία του Θεοφιλεστάτου στο Ιερό Κέντρο της Ορθοδοξίας, τονίζοντας τα πολλά προσόντα και χαρίσματα που διαθέτει. «Η βαθιά και άρτια γνώση της ρωσικής γλώσσας, καθώς και η ικανότητά του να τελεί τις ιερές ακολουθίες στην παλαιά λειτουργική σλαβονική γλώσσα και σύμφωνα με το σλαβικό Τυπικό, αποτελούν γέφυρα παρηγοριάς και δίαυλο κοινωνίας για ένα πολυγλωσσικό και βαθιά πληγωμένο ποίμνιο των χωρών της Βαλτικής», ανέφερε μεταξύ άλλων.

Παρατήρησε, εξάλλου, ότι ζούμε εξαιρετικά ζοφερές ημέρες, κατά τις οποίες συχνά φαίνεται πως εξαντλείται ακόμη και η ίδια η ανθρώπινη λογική. «Πάσχοντες άνθρωποι, ολόκληρα πλήθη αδελφών μας προσφύγων», επεσήμανε, «καταφεύγουν ανήσυχα σε αυτή τη φιλόξενη γη, προερχόμενοι από την αιματοβαμμένη Ουκρανία και από άλλες δοκιμαζόμενες σλαβόφωνες χώρες, επιχειρώντας να ξεφύγουν από τον κυκεώνα του παραλόγου. Στα σώματα, στα βλέμματα και στη σιωπή τους φέρουν ανεξίτηλα τα σημάδια της βίαιης εκρίζωσης, της ακραίας αβεβαιότητας και της άμεσης αντιπαράθεσης με τον θάνατο. Αναζητούν ανήσυχα ένα κομμάτι ψωμί — τον άρτο της ειρήνης — και έναν τόπο όπου θα μπορέσουν να σταθούν με ασφάλεια.

Ελπίζουν να δουν το πρόσωπο ενός αληθινού πνευματικού πατέρα και όχι ενός απομακρυσμένου διοικητικού παράγοντα· ενός υπηρέτη του Υψίστου, ο οποίος θα σκύψει πάνω από τον πόνο τους, θα αφουγκραστεί τη σιωπηρή οδύνη τους και θα απευθύνει λόγο παρηγορητικό και θεραπευτικό στη γλώσσα των προγόνων τους – όπως καλύτερα τον κατανοεί η ψυχή. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τούς απλώνει μια αγκαλιά αγάπης με το εύρος που του υπαγορεύει η αιώνια παράδοσή του. Εμπιστεύεται τον Έξαρχό του σε αυτούς τους πάσχοντες ανθρώπους, ώστε να ποιμάνει τον λαό που του ανατέθηκε με μεγάλη σοφία και υπομονή. Στα ζοφερά πρόσωπα των προσφύγων αναγνωρίζει αδιάλειπτα το πάσχον, σταυρωμένο Σώμα του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού. Πορεύεται πραγματικά μαζί με όσους βιώνουν τον πόνο του διωγμού, έχοντας πάντοτε ως πυξίδα τον λόγο του Κυρίου: “εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν” (Ιω. 15,20).

Γνήσιο και ιδιαίτερα ευαίσθητο τέκνο της Μεγάλης Εκκλησίας, αναθρεμμένο ευσεβώς από τις καθαρές πηγές της πνευματικότητας του Φαναρίου, ο Επίσκοπος Πανάρετος διατηρεί αυτή την οικουμενική συνείδηση. Πρόκειται για μια ανοιχτή εκκλησιαστική συνείδηση, η οποία από τα πρώτα βήματα της ιερατικής του πορείας παραμένει μακριά από εθνικιστικούς διαχωρισμούς και άγονους εθνοκεντρικούς περιορισμούς, διαφυλάσσοντας την αδιαπραγμάτευτη υιική αφοσίωση προς τον Αποστολικό και Οικουμενικό Θρόνο».

Μετά την ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου, ο Θεοφιλέστατος κ. Πανάρετος αντιφώνησε καταλλήλως, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι «το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έρχεται για να διχάσει, αλλά για να ενώσει. Δεν έρχεται για να εξαλείψει άτομα και λαούς, αλλά για να τους οδηγήσει στην κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Έρχεται για να θεραπεύσει μέσω της διακονίας και της ποιμαντικής φροντίδος». «Στο πρόσωπό σας», επεσήμανε, απευθυνόμενος στον Παναγιώτατο, «οι Λιθουανοί Ορθόδοξοι πιστοί βλέπουν σήμερα την στοργική παρουσία της Μητρός Εκκλησίας – της Εκκλησίας που δεν ξεχνά κανένα από τα παιδιά της, όσο μακριά κι αν βρίσκονται».

Στη Θεία Λειτουργία παρέστησαν, πλην των πολυαρίθμων Ορθοδόξων, ο Σεβ. ΡΚαθολικός Αρχιεπίσκοπος Βίλνιους κ. Gintaras Grušas και ο Σεβ. Αρχιεπίσκοπος κ. Georg Gänswein, Νούντσιος του Βατικανού στις τρεις Βαλτικές χώρες, καθώς επίσης και οι Πρέσβεις της Ελλάδος, της Μολδαβίας, της Ρουμανίας και της Ουκρανίας.

Εν συνεχεία, ο Παναγιώτατος ευλόγησε την εόρτιο τράπεζα της Κοινότητας.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο Παναγιώτατος, με την τιμία συνοδεία του, πραγματοποίησε εθιμοτυπικές επισκέψεις στις Πρεσβείες της Τουρκίας και της Ελλάδος, όπου τον υποδέχθηκαν με εγκαρδιότητα οι Πρέσβεις κυρία Esra Toplu και κ. Γρηγόριος Καραχάλιος.

Το βράδυ παρεκάθησε σε επίσημο δείπνο που παρέθεσε προς τιμήν του ο Σεβ. ΡΚαθολικός Αρχιεπίσκοπος Βίλνιους, στην Αρχιεπισκοπική κατοικία, με τη συμμετοχή των ΡΚαθολικών Επισκόπων της χώρας και του Νουντσίου. 


Εκτίμηση - ανάλυση: ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ

Οι δύο ομιλίες που εκφωνήθηκαν στο Βίλνιους συνθέτουν μια ενιαία εκκλησιαστική αφήγηση, μέσα από την οποία διαγράφεται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της νεοσύστατης Πατριαρχικής Εξαρχίας Λιθουανίας. Η ίδρυσή της παρουσιάζεται ως μια εκκλησιαστική πράξη με ιστορικό βάθος, ποιμαντική αναγκαιότητα και μακροπρόθεσμη προοπτική. Αποτυπώνεται ως η συνέχεια μιας μακράς σχέσης της περιοχής με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ως έκφραση της διαχρονικής ευθύνης της Μητρός Εκκλησίας προς τους Ορθοδόξους της χώρας.

Στο υπόβαθρο των δύο λόγων βρίσκεται η πεποίθηση ότι η Λιθουανία συνδέεται πνευματικά με την Κωνσταντινούπολη επί αιώνες. Η μνήμη των Αγίων Μαρτύρων του Βίλνιους, η μέριμνα των Οικουμενικών Πατριαρχών για τη διατήρηση της Ορθοδοξίας στην περιοχή, καθώς και οι ιστορικές επισκέψεις τους στις βόρειες χώρες και στη Ρως, προβάλλονται ως στοιχεία μιας βαθιάς και αδιάκοπης σχέσης. Η σημερινή παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Λιθουανία εμφανίζεται ως επαναβεβαίωση αυτής της ιστορικής ευθύνης και ως συνέχιση μιας παράδοσης που διατηρήθηκε στη μνήμη της Εκκλησίας.

Οι δύο ομιλίες φωτίζουν με σαφήνεια και τις συνθήκες που κατέστησαν αναγκαία την ίδρυση της Εξαρχίας στη σημερινή συγκυρία. Οι αναφορές στον πόλεμο, στους πρόσφυγες, στον ξεριζωμό και στις πληγές των τελευταίων ετών δείχνουν ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντιλαμβάνεται τη νέα εκκλησιαστική δομή ως απάντηση σε μια βαθιά ανθρώπινη και πνευματική ανάγκη. Η Λιθουανία έχει εξελιχθεί σε τόπο υποδοχής πολλών ανθρώπων που προέρχονται από την Ουκρανία και άλλες σλαβόφωνες περιοχές, αναζητώντας ασφάλεια, ειρήνη και πνευματική στήριξη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο νέος Έξαρχος παρουσιάζεται ως ποιμένας, πατέρας και θεραπευτής πληγωμένων ψυχών, ο οποίος καλείται να ακούσει τον πόνο των ανθρώπων και να τους προσφέρει παρηγορία και πνευματική καθοδήγηση.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει η έμφαση στην ενότητα της Εκκλησίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο προβάλλεται ως φορέας καταλλαγής, κοινωνίας και ποιμαντικής μέριμνας. Η νέα Εξαρχία παρουσιάζεται ως χώρος συνάντησης διαφορετικών λαών, γλωσσών και πολιτισμών, ως έκφραση της ενότητας της Πεντηκοστής, όπου η ποικιλία μεταμορφώνεται σε εκκλησιαστική κοινωνία. Οι αναφορές σε Λιθουανούς, Έλληνες, Ρώσους, Ουκρανούς, Λευκορώσους και άλλους πιστούς φανερώνουν το όραμα μιας πολυεθνικής Ορθοδοξίας, η οποία αντλεί την ενότητά της από τη ζωή της Εκκλησίας και από τη σχέση της με τη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.

Από τις δύο ομιλίες προκύπτει ακόμη ότι η Εξαρχία αντιμετωπίζεται ως σταθερή και διαρκής εκκλησιαστική παρουσία. Η παρουσία του ίδιου του Οικουμενικού Πατριάρχη κατά την εγκατάσταση του πρώτου Εξάρχου προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός και φανερώνει τη βούληση του Φαναρίου να στηρίξει ουσιαστικά τη νέα αυτή εκκλησιαστική πραγματικότητα. Η Εξαρχία καλείται να λειτουργήσει ως πνευματικό σπίτι για τους Ορθοδόξους της χώρας και ως γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στις διάφορες ορθόδοξες κοινότητες που ζουν στη Λιθουανία.

Το μέλλον που σκιαγραφείται μέσα από τις ομιλίες θεμελιώνεται στη θεολογία του Σταυρού, της θυσίας και της διακονίας. Η μαρτυρία της πίστεως, η αυταπάρνηση, η συμπαράσταση προς τους δοκιμαζόμενους και η αφοσίωση στην ποιμαντική ευθύνη αποτελούν τους βασικούς άξονες της αποστολής της νέας Εξαρχίας. Η πορεία της συνδέεται με την καλλιέργεια της ενότητας, τη θεραπεία των τραυμάτων που άφησαν οι ιστορικές συγκρούσεις, τη στήριξη των προσφύγων και των ανθρώπων που αναζητούν πνευματικό προσανατολισμό, καθώς και με τη διαρκή παρουσία της Μητρός Εκκλησίας δίπλα στα παιδιά της.

Μέσα από αυτή τη συνολική εικόνα, το παρελθόν αναδεικνύεται ως ιστορική μνήμη και πνευματική παρακαταθήκη, το παρόν ως περίοδος ποιμαντικής ευθύνης και εκκλησιαστικής ανασυγκρότησης, και το μέλλον ως πορεία σταθερής ανάπτυξης μιας εκκλησιαστικής παρουσίας που επιδιώκει να υπηρετεί τον άνθρωπο, να καλλιεργεί την ενότητα και να εκφράζει το οικουμενικό ήθος και την πνευματική αποστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: