Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Θλιβερές εικόνες από την ολοσχερώς καμένη Μονή της Παναγίας Βαρνάκοβας [φωτογραφίες - ανακοινωθέν - video]


















































Ανακοινωθέν της Ι.Μ. Φωκίδος για την Ι.Μ. Παναγίας Βαρνάκοβας

Στην δυσάρεστη και τραγική θέση βρέθηκε από εχθές η Ιερά Μητρόπολή μας μετά από την ολοκληρωτική καταστροφική πυρκαϊά που ξέσπασε στο ιστορικό μοναστήρι του 11ου αιώνα Κοιμήσεως της Θεοτόκου Βαρνακόβης την Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017.

Η πυρκαϊά ξεκίνησε από άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία. Οι ισχυρές δυνάμεις της Πυροσβεστικής (Ναυπάκτου, Αχαΐας, Ιτέας, Μεσολογγίου) έδωσαν μάχη με τις φλόγες για να περισώσουν το ιστορικό μοναστήρι. Η φωτιά λόγω της παλαιότητας των εγκαταστάσεων εξαπλωνόταν με ταχύτητα με αποτέλεσμα το έργο της πυροσβεστικής ήταν αρκετά δύσκολο.

Η καταστροφική πυρκαϊά ήταν ολοκληρωτική για το ιστορικό μοναστήρι. Οι 17 περίπου μοναχές είναι καλά στην υγεία τους και κατάφεραν να σώσουν την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Βαρνάκοβας καθώς και τα Ιερά Λείψανα της Μονής.

Σε λίγες ημέρες μετά την αποχώρηση των δυνάμεων της πυροσβεστικής, η Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνακόβης θα ξεκινήσει της προσπάθειες αποκατάστασης των ζημιών με την βοήθεια της Ιεράς Μητροπόλεως αλλά και του κόσμου.

Ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας από την πρώτη στιγμή στάθηκε στο πλευρό των μοναζουσών της Ιεράς Μονής και κάνει έκκληση προς τους πιστούς γνωρίζοντας την κρισιμότητα της οικονομικής συγκυρίας, ώστε να βοηθήσουν προκειμένου να αρχίσει εκ νέου η ανοικοδόμηση του ιστορικού μοναστηριού, καθώς και η επιβίωση των 17 μοναζουσών.

Για την ανοικοδόμηση της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Βαρνακόβης, η Ιερά Μονή άνοιξε τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο μπορούν να συνδράμουν όσοι το επιθυμούν για την αναβίωση και πάλι της ιστορικής μονής. Ο λογαριασμός έχει ανοιχτεί στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας και ο αριθμός είναι:

IBAN Λογαριασμού GR7101104260000042654500125

Επίσης για πληροφορίες σχετικά με τη μονή μπορείτε να απευθυνθείτε στο τηλέφωνο της Ιεράς Μητροπόλεως 22650 28224 και στο τηλ. της Μονής 6946248615.











Λόγος κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών στον Πατριαρχικό Ναό (Φανάρι, 30.1.2017)

ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΙΕΡΙΣΣΟΥ, ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΑΡΔΑΜΕΡΙΟΥ κ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΝ ΑΥΤΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ












«Τάς μυστικάς σήμερον τοῦ Πνεύματος σάλπιγγας, τούς Θεοφόρους Πατέρας ἀνευφημήσωμεν· τούς μελωδήσαντας ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας...» (Δοξαστικόν Κεκραγαρίων Μ. Ἑσπερινοῦ Τριῶν Ἱεραρχῶν).

Παναγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα,
Σεπτή τῶν Ἱεραρχῶν χορεία,
Ἅγιοι Πατέρες καί Ἀδελφοί,
Φέρελπις καί πολλά ὑποσχομένη εἰς τό Γένος μαθητιῶσα Νεολαία, 
μετά τῶν ἐλλογιμωτάτων Διδασκάλων ὑμῶν,
Εὐλογημένε Λαέ τοῦ Θεοῦ,

Ἑορτάζει καί πανηγυρίζει σήμερον ἡ Ἐκκλησία τήν μνήμην τῶν τριῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Μεγάλων Ἱεραρχῶν καί Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, προστατῶν τῆς Παιδείας τοῦ Γένους ἡμῶν καί παμφαῶν φωστήρων τῆς Οἰκουμένης. Καί ἡμεῖς ἔχομεν τήν ὑψίστην εὐλογίαν, ταύτην τήν πανήγυριν νά ἀπολαμβάνωμεν ἐν ταῖς πατρικαῖς ἀγκάλαις τοῦ σεμνομεγαλοπρεποῦς καί ἀειφεγγοῦς Φαναρίου, τοῦ σεπτοῦ κέντρου τῆς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδοξίας, κατενώπιον τιμίων Ἱερῶν Λειψάνων ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας Μαρτύρων, Διδασκάλων καί Ὁμολογητῶν τεθησαυρισμένων ἐν τῷ ἱστορικῷ τούτῳ παλλαδίῳ τῆς Ρωμηοσύνης καί δή ἔμπροσθεν τοῦ ἱλαροῦ προσώπου τῆς Σεπτῆς Κορυφῆς τῆς ἀνά τήν Ὑφήλιον Ὀρθοδοξίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριάρχου καί Δεσπότου κ. κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ, πλαισιουμένου ὑπό Συνοδικῶν ἁγίων Ἀρχιερέων τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἁγίων Κληρικῶν, τῶν τά πρῶτα φερόντων, μαθητιώσης Νεολαίας μετά τῶν Διδασκάλων αὐτῆς καί Λαοῦ τῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων. Ἤλθομεν ἐδῶ, Παναγιώτατε, τῇ Ὑμετέρᾳ πατρικῇ παροτρύνσει διά νά ἀπευθύνωμεν λόγον ἀγαθόν ἐπί τῇ σημερινῇ ὑψηλῇ ἑορτῇ. Εὐλογημένον Δέσποτα! Μεγάλη ἡ τιμή καί ἡ εὐθύνη, τό δέ εὐχαριστῶ ἀνεξίτηλον διά βίου. Ἀλλ’ ὀ νοῦς μου περί τά Εὐαγγελικά Κείμενα πλανώμενος, ἵσταται πρό τῶν λόγων τοῦ Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, ὅτε ὁ Κύριος ἐζήτει “ὑπ’ αὐτοῦ βαπτισθῆναι”, κατά τάς Γραφάς: «Ἐγώ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι καί Σύ ἔρχῃ πρός με;» (Ματθ. δ΄ 14), εἶπεν ὁ Ἰωάννης. Προσαρμόζομεν ἐπ’ ὀλίγον τό νόημα τοῦ ἱεροῦ κειμένου εἰς τάς ἀνάγκας τῆς σήμερον, λέγοντες πρός Ὑμᾶς: «Ἐγώ χρείαν ἔχω ὑφ’ Ὑμῶν διδαχθῆναι καί φωτισθῆναι καί Ὑμεῖς ἔρχεσθε πρός με, Δέσποτα;». Ὑπακούω ὅμως εἰς τήν σεπτήν ἐντολήν καί διά τούς Ἁγίους Τρεῖς Ἱεράρχας τολμῶ ὁ μικρός ἐγώ τόν λόγον νά πλέξω, πάλιν καί πολλάκις εὐχαριστῶν διά τήν ἀπροσμέτρητον καί ἀπρόσμενον τιμήν.

Παναγιώτατε, οἱ σημερινοί Ἕλληνες, κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον δέν ἔχομεν συνειδητοποιήσει τήν προσφοράν εἰς τόν Ἑλληνισμόν καί εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν τῶν Τριῶν Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τήν Ἱεράν Σύναξιν τῶν ὁποίων ἑορτάζομεν. Δέν ἔχομεν ἀντιληφθῇ τήν διαχρονικήν ἐπιρροήν πού ἤσκησαν τό ἔργον, ἡ ἁγιοζωή καί ἡ διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου (330-379), τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου (328-390) καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (344/54-407) εἰς τόν Ἕλληνα Ὀρθόδοξον, εἰς τόν Εὐρωπαῖον Χριστιανόν καί ἰδίως εἰς τόν λεγόμενον Δυτικόν Κόσμον καί Πολιτισμόν.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὑπῆρξαν τά σκεύη ἐκεῖνα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐκλογῆς, οἱ “ἐγκύμονες Πνεύματος Ἁγίου” κατά τόν ὅσιον Νικήταν Στηθάτον, τά μυρίπνοα ἄνθη τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα συνέβαλον μοναδικῶς καί καιρίως, πρῶτον εἰς τήν σύνθεσιν καί σύζευξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τοῦ Χριστιανισμοῦ, τῆς Ὀρθοδοξίας δηλονότι καί τοῦ Ἕλληνος λόγου καί δεύτερον εἰς τήν δημιουργίαν καί διαφύλαξιν Παιδείας καί Πολιτισμοῦ Ἑλληνοχριστιανικοῦ, φέροντος ἐγγενῶς οἰκουμενικάς διαστάσεις καί προοπτικήν.   

Ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν ἔχει διττήν σημασίαν. Οὗτοι ὑπῆρξαν ἐφ’ ἑνός μέν οἱ πρωτοπόροι θεμελιωταί τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς πίστεως καί θεολογίας μέ μίαν οἰκουμενικήν προοπτικήν ὡς πρός τήν ἱστορικήν παρουσίαν της, συνδέσαντες τήν πίστιν καί τήν θεολογίαν μέ τόν πολιτισμόν, τήν παιδείαν καί τό καθημερινόν πνευματικόν βίωμα τῶν πιστῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ οἱ συνδέσαντες τό ὄνομά των μέ τήν ἑλληνικήν παιδείαν, τήν καλλιέργειαν τοῦ πνεύματος καί τῆς γνώσεως, ὄχι άσφαλῶς  ὑπό κοσμικήν ἔννοιαν, ἀλλά ὑπό μίαν προοπτικήν ἀναζητήσεως τῆς ἀληθείας καί διά μέσου τῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ νοός του, τῶν αἰσθήσεών του καί τῶν ἐμπειριῶν του ἐντός τῆς ἱστορίας καί τοῦ πολιτισμοῦ.

Αἱ τρεῖς γιγάντιοι αὐταί προσωπικότητες ὑπῆρξαν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι μετά σοφίας, συνέσεως καί παρρησίας ὄρθωσαν ἑλληνοχριστιανικόν πολιτισμόν, νεώτερον Παρθενῶνα, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ᾠκοδόμησαν τό δίπολον Ἑλληνισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας, ὡς τοῦτο ἐβιώθη εἰς τό γεραρόν  Βυζάντιον καί ἀνεβιώθη εἰς τόν Νέον Ἑλληνισμόν. Οὕτω κατωρθώθη ὥστε Ἑλληνισμός καί Ὀρθοδοξία, κατά τό γνήσιον περιεχόμενόν των, νά ἀποτελοῦν τούς δύο πόλους πέριξ τῶν ὁποίων ἐστρέφοντο καί στρέφονται ἡ Ἑλληνική Παιδεία, οἱ Ἕλληνες καί ὁ ἀνά τήν ὑφήλιον Ἑλληνισμός. Νομίζομεν ταπεινῶς ὅτι δυνάμεθα νά ὁμιλῶμεν δι’ ἕναν μυστικόν γάμον μεταξύ τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανισμοῦ καί τοῦ οἰκουμενικοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, δι’ ἕναν μυστικόν ἀρραβῶνα τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας καί τῆς θείας ἀποκαλύψεως, τῶν δοκούντων στύλων εἶναι τῆς οἰκουμενικῆς διαχρονικῆς Ἑλληνορθοδόξου Παιδείας μας, ἡ ὁποία ζῆ καί ἀνθοφορεῖ καί καρποφορεῖ ἐπί δύο χιλιάδας ἔτη καί τήν ὁποίαν ὀφείλομεν νά διαφυλάξωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ καί ὡς ἱεράν παρακαταθήκην, μεταλαμπαδεύοντες αὐτήν εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς.

Ἀλλ’ ἄς ἐπιχειρήσωμεν νά χωρήσωμεν  εἰς σύντομον ἀναφοράν, τόσον ἐπί τοῦ μεγάλου θέματος τῆς συνταντήσεως, συνθέσεως καί συζεύξεως Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, ὅσον καί ἐπί τοῦ ἐπίσης μεγάλου κεφαλαίου τῆς θέσεως καί συνεισφορᾶς τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν εἰς τήν παγκόσμιον Παιδείαν.  

Καί πρῶτον ἡ συνάντησις Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ.

Ὀφείλομεν ἀρχικῶς νά εἴπωμεν, ὡς ὁ Krumbacher μᾶς διαβεβαιοῖ, ὅτι κατά τόν 11ον αἰῶνα ὁ Ἐπίσκοπος Εὐχαΐτων Ἰωάννης ὁ Μαυρόπους προέτεινε καί καθιερώθη ἔκτοτε ὁ κοινός ἑορτασμός τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, διά νά λήξουν πλέον αἱ ἀναφυεῖσαι εἰς τό Βυζάντιον φιλολογικοθεολογικαί ἔριδες, διά τό τίς ἐκ τῶν Τριῶν Πατέρων ὑπερεῖχεν τῶν ἑτέρων καί νά ἀποδοθῇ καί εἰς τούς τρεῖς ἀπό κοινοῦ ἡ δικαία ἀναγνώρισις καί τιμή ὡς προστατῶν τῶν γραμμάτων καί τῆς ἑλληνικῆς παιδείας. Ἐν ἔτει 1842 γνωρίζομεν ἐπίσης ὅτι ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, προσεγγίζουσα καί τιμῶσα τό πολύπλευρον ἔργον τῶν μεγάλων τούτων Ἱεραρχῶν καί τήν διά τῶν ἀκαμάτων κόπων των ἐπιτευχθεῖσαν σύνθεσιν τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος μετά τῆς χριστιανικῆς ἀποκαλύψεως καί ἐπιθυμοῦσα διακαῶς τήν προβολήν ταύτης τῆς συνθέσεως εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ Νεοελληνικοῦ Ἔθνους, καθιέρωσεν τόν συνεορτασμόν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν μέ τήν Ἑορτήν τῶν Γραμμάτων καί τῆς Παιδείας, διακηρύσσουσα οὕτω τόν ἄρρηκτον δεσμόν Ἑλληνικοῦ Πνεύματος καί Χριστιανικῆς πίστεως καί ἐμπειρίας.

Ἀλλ’ ὅμως διά νά φθάσωμεν εἰς τό σημεῖον τοῦτο ἀπῃτήθῃ κόπος πολύς. Ἕως καί τόν 3ον μ.Χ. αἰῶνα Χριστιανισμός καί Ἑλληνισμός ἦσαν ἔννοιαι ἀντιφατικαί καί ἀσυμβίβαστοι. Κατ’ ἐκείνην τήν ἐποχήν, “Ἕλλην” διά τούς Χριστιανούς ἐσήμαινεν “εἰδωλολάτρης” καί “ἐθνικός”. Κατ’ ἀναλογίαν οἱ ἐθνικοί εἰδωλολάτραι Ἕλληνες, ὑπερήφανοι διά τόν πολιτισμόν καί τάς γνώσεις των, ἐθεώρουν περιφρονητικῶς τούς πρωτοεμφανιζομένους τότε Χριστιανούς, ἀφοσιωμένους εἰς ἕναν ἄγνωστον εἰς αὐτούς Θεόν καί εἰς τά διδάγματα μιᾶς ἀγνώστου διδασκαλίας, τήν ὁποίαν ἐχαρακτήριζον ὡς Εὐαγγέλιον Χριστοῦ. Οὕτως οἱ Ἕλληνες ἐχαρακτήριζον αὐτούς συλλήβδην βάρβαρους (ὡς μή μετέχοντας τῆς ἑλληνικῆς παιδείας) καί ἀνοήτους (μωρούς). Τοῦτο μαρτυρεῖται εἰς τά ἱερά κείμενα τοῦ οὐρανοβάμονος Παύλου καί ἰδίως εἰς τήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολήν του. Ὅ,τι θεωρεῖται σοφία διά τόν Ἕλληνα, θεωρεῖται μωρία διά τούς Χριστιανούς· «Ἡ γάρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρά τῷ Θεῷ ἐστίν» (Κορ. Α΄ γ΄ 19), θά κηρύξῃ ὁ Παῦλος.

Ὁ ὀρθός λόγος, κατάκτησις τοῦ Ἕλληνος, κατόπιν ἐντρυφήσεώς του εἰς τήν ἐπιστήμην καί τόν φιλοσοφικόν στοχασμόν, δέν συνεβιβάζετο πρός τόν θεῖον λόγον καί τήν “χάριτι Θεοῦ” ἀποκάλυψιν τῆς μόνης γνώσεως καί ἀληθείας διά τόν Χριστιανόν, τῆς κατά Θεόν γνώσεως. Τό ὕψιστον ἐφετόν τοῦ Ἕλληνος, “τό κατά κόσμον ζῆν” συνεκρούετο ὁλοσχερῶς μετά τοῦ “κατά Θεόν ζῆν” τοῦ Χριστιανισμοῦ. Τό κάλλος τῆς φύσεως, ἡ ὡραιότης τοῦ σώματος, ἡ ἀνδρεία, ἡ ἐλευθερία, αἱ ἀξίαι τῆς ζωῆς καί τῆς ἱστορίας, ἡ γνῶσις καί ἡ σοφία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ καλλιέργεια τῶν τεχνῶν, ἡ ἐνεργός ἐνασχόλησις μέ τά κοινά, λαμπρά γνωρίσματα τοῦ Ἕλληνος, δέν εἶχον ἄμεσον σχέσιν πρός τήν ἀγωνίαν τοῦ Χριστιανοῦ νά καταντήσῃ εἰς τήν θέωσιν διά τῆς μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῆς μετοχῆς εἰς τήν ἁγιοτριαδικήν ζωήν καί τελειότητα διά τῆς ἀσκήσεως τῶν ἀρετῶν καί τῆς ὑπακοῆς εἰς τήν “Δικαιοσύνην” τοῦ Θεοῦ. Δύο διάφοροι κόσμοι ὀρθοῦντο καί συνεκρούοντο, ὥστε τό χάσμα μεταξύ των ἐδείκνυτο ἀγεφύρωτον.

Κατά τήν κρίσιμον ταύτην  ὥραν ἔλαβεν χώραν ἡ εὐεργετική παρέμβασις τῶν ἁγίων Μεγάλων Ἱεραρχῶν. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι οἱ λαμπροί οὗτοι σκαπανεῖς τοῦ πνεύματος ἐπέλεξαν καί διηκόνησαν τήν ὁδόν τῆς συναντήσεως καί συνθέσεως Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, ἀκολουθήσαντες μετά συνεπείας τάς ἐπιλογάς ἐπί τοῦ θέματος τούτου - ἐμφανισθεῖσας ἔστω καί εἰς ἀρχικόν στάδιον – τῶν πρώτων Ἀπολογητῶν τῆς πίστεώς μας, ἐν οἷς σπουδαιότερος Ἰουστῖνος ὁ φιλόσοφος καί μάρτυς, τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων μέ πρωτοκορυφαίους τόν Κλήμεντα Ρώμης καί τόν Ἰγνάτιον Ἀντιοχείας καί τοῦ μεγάλου πατρός τῆς Ἐκκλησίας μας τοῦ Β΄ αἰῶνος Εἰρηναίου, ἐπισκόπου Λουγδούνων τῆς Γαλατίας, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ὁ Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου Ἰωάννης. Τό «οὐκ ἔνι  Ἕλλην καί Ἰουδαῖος», τό ὁποῖον διεκήρυξεν ὁ Παῦλος, μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Περγάμου, δέν ἦτο εὔκολον νά γίνῃ ἱστορική πραγματικότης. Ἐσήμαινεν μίαν βαθυτάτην ἀλλαγήν εἰς τήν ἱστορίαν, τῆς ὁποίας δημιουργοί ἦσαν οἱ Ἕλληνες Πατέρες. Ἡ δημιουργική συνάντησις Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ εἰς τά πρόσωπα τῶν πρώτων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἔκρινεν οὕτω ὁριστικῶς καί εὐεργετικῶς τήν πορείαν ὄχι μόνον τῆς Ἑλληνικῆς, ἀλλά καί τῆς παγκοσμίου Ἱστορίας.

Πῶς ὅμως οἱ τρεῖς Μεγάλοι Πατέρες ᾠκοδόμησαν καί συνέβαλον ὁριστικῶς εἰς ταύτην τήν σύνθεσιν;

Καί οἱ Τρεῖς Οἰκουμενικοί Διδάσκαλοι ἦσαν κάτοχοι ὄχι μόνον τῆς σωζούσης ἀληθείας καί θεολογίας, ἀλλά καί βαθύτατοι γνῶσται τῆς ἑλληνικῆς παιδείας. Ὁ Μ. Βασίλειος υἱός διδασκάλου τῶν Ἑλληνικῶν, σπουδάζει παρά τούς πόδας τοῦ μεγάλου Ἕλληνος Ρήτορος Λιβανίου (314-392), ὅπως καί ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἐπί τέσσαρα ἔτη μαθητεύει εἰς τήν Φιλοσοφικήν Σχολήν Ἀθηνῶν καί διδάσκεται ρητορικήν, φιλοσοφίαν, γραμματικήν, διαλεκτικήν, ἀστρονομίαν, γεωμετρίαν καί ἰατρικήν. Συμφοιτητής του εἰς τήν Φιλοσοφικήν Σχολήν καί ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, μετά τοῦ ὁποίου συνδέεται μέ στενοτάτην φιλίαν. Διδάσκαλοί των ὁ Ἰμέριος καί ὁ Προαιρέσιος. Ἡ πρόοδός των ἦτο τόσον ἁλματώδης ὥστε γίνονται δέκται προτάσεως νά παραμείνουν καί νά διδάξουν εἰς Ἀθήνας. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος μαθητεύει πλησίον τοῦ φιλοσόφου Ἀνδραγαθίου καί κυρίως διδάσκαλόν του ἔχει τόν φημισμένον ρήτορα Λιβάνιον, ὡς καί ὁ Μ. Βασίλειος. Ὁ ἱερός Πατήρ φοιτεῖ εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τῆς γενετείρας του Ἀντιοχείας, πλησίον τῶν Καρτερίου καί Διοδώρου. Μέτοχοι τοιούτου κάλλους καί ὕψους σοφίας καί ρητορικῆς δεινότητος, τολμοῦν συντόμως νά χωρήσουν εἰς τήν ἀσκητικήν ζωήν καί νά ἀφιερωθοῦν ὁλοκληρωτικῶς εἰς τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ καί τήν Ὀρθόδοξον πίστιν καί διδασκαλίαν.

Δέν ἀπορρίπτουν τόν “ἕλληνα λόγον”, τάς ἑλληνικάς των σπουδάς, ἀλλά ἀγωνίζονται καί ἐπιτυγχάνουν νά συμβιβάσουν αὐτάς μέ τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, δίδοντες τόν καλόν ἀγῶνα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καί τῆς κατά Χριστόν ζωῆς. Ἀξιοποιοῦν τόν ὀρθόν λόγον, ὑποτάσσοντες τοῦτον εἰς τάς ἐπιταγάς τοῦ θείου λόγου, ἀντιλαμβανόμενοι ὅτι ἡ ἑλληνική παιδεία καλλιεργεῖ τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, ἐφοδιάζουσα τοῦτο μέ πολυτίμους γνώσεις καί ἀναδεικνύουσα τόν πιστόν εἰς τελειότερον πιστόν ἀκόλουθον τοῦ Θείου Ἀρνίου. Ταῦτα πάντα ὑπό μίαν προϋπόθεσιν: ὅτι τά πάντα ὑποτάσσονται καί ὑπηρετοῦν τήν ἀλήθειαν τοῦ Χριστοῦ καί διακονοῦν τό Εὐαγγέλιόν Του. Αὕτη ἡ χριστοκεντρική θεώρησις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς μᾶς λέγει ὁ καθηγητής Γεώργιος Μπαμπινιώτης, ἐξαγνίζει εἰς τήν συνείδησιν τῶν ἁγίων Πατέρων τήν ἑλληνικήν Παιδείαν καί τήν μεταβάλλει ἀπό μάθησιν πρός ἀποφυγήν, εἰς θεραπαινίδα τῆς κατά Χριστόν μορφώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος γράφει: «Τήν μάθησιν τῶν παρ’ Ἕλλησι λόγων ὑπηρετεῖσθαι τόσον, ὥς ἐστι πρέπον τῇ τῶν ἀληθινῶν δογμάτων παρρησίᾳ τῇ πανσφόφῳ τε τῶν Γραφῶν θεωρίᾳ». Ὁ Μ. Βασίλειος εἰς τήν ὁμιλίαν του “πρός τούς Νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων”, πατρικῶς προτρέπει: «Καί ποιηταῖς καί λογοποιοῖς καί ῥήτορσι καί πᾶσιν ἀνθρώποις ὁμιλητέον, ὅθεν ἄν μέλλῃ πρός τήν τῆς ψυχῆς ἐπιμέλειαν ὠφέλειά τις ἔσεσθαι». Ὁ Χρυσόστομος, γνήσιος Ἀττικιστής, δικαίως δύναται νά συγκριθῇ ὡς πρός τό ὕφος μέ τόν χαλκέντερον Δημοσθένην, χαρακτηριζόμενος δικαίως ὡς κληρονόμος τοῦ σωκρατικοῦ πνεύματος καί ἄριστος μέτοχος τῆς ἀττικῆς ψυχῆς καί γλώσσης. Εἶναι γνωστόν ὅτι ὁ διδάσκαλός του Λιβάνιος ἐρωτηθείς ποῖον θά ἐπεθύμει νά χρίσῃ διάδοχόν του ἀπήντησεν: «Ἰωάννην, εἰ μή τοῦτον Χριστιανοί ἐσύλλησαν»!

Τυγχάνει προφανές, λοιπόν, ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων καί Ἱεραρχῶν ἐπετεύχθη ὁ συνδυασμός τοῦ ὀρθοῦ λόγου καί τῆς ὀρθῆς πίστεως. Ἔχομεν ψηλαφητήν καί ζῶσαν πλέον τήν σύνθεσιν τῶν μεγάλων πνευμάτων τῆς ἀρχαιοελληνικῆς σοφίας μέ τόν ἀποκαλυπτικόν χριστιανικόν λόγον τῶν ἱερῶν κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Ἔχομεν ὡς ἡμέτερον κτῆμα τήν σύνθεσιν βασικῶν στοιχείων διαμορφούντων καί ἀπαρτιζόντων τόν σημερινόν δυτικόν τρόπον ἀντιλήψεως τῆς ζωῆς, μετά τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν τῆς ἀνατολικῆς ἀσκητικῆς παιδαγωγίας, ὁδηγούντων ἀσφαλῶς εἰς τήν κάθαρσιν καί τόν φωτισμόν τοῦ νοός καί εἰς τόν ἁγιασμόν – θέωσιν τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Ἀμφότερα ταῦτα ἀποτελοῦν ἀσφαλῶς τά γνωρίσματα καί τῆς Ὀρθοδόξου κατά Χριστόν Παιδείας. Ἡ Ἀνατολή καί ἡ Δύσις συναντῶνται εἰς τήν ζωήν καί τό ἔργον τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθήτευσαν καί ἐμεγαλούργησαν εἰς αὐτόν τόν ἑλληνοχριστιανικόν διπολισμόν καί προέβαλον εἰς τήν ἱστορίαν τήν ἑλληνορθόδοξον παιδείαν, ὡς ἑλληνορθοδοξίαν, ὁμοῦ δέ καί ὡς ἑλληνορθοπραξίαν, ὡς παρατηρεῖ ὁ ἡμέτερος καθηγητής Γεώργιος Πατρῶνος. Ἐδῶ ἔχομεν ὁρατήν πλέον μίαν ἐνσυνείδητον κατάφασιν πρός τόν “ἕλληνα λόγον” καί ἀποδοχήν τῆς ἀναγκαιότητός του διά τήν δόμησιν μιᾶς ἑλληνοκεντρικῆς παιδείας καί συγχρόνως ἑνός Χριστιανισμοῦ μέ σαφές ἑλληνικόν ὑπόβαθρον. Διά τούς Πατέρας τούτους ὁ ἀποκεκαλυμμένος λόγος τῶν ἱερῶν κειμένων θεωρεῖται δομικόν στοιχεῖον μιᾶς ὄχι μόνον κατ’ ἄνθρωπον, ἀλλά καί κατά Θεόν Παιδείας καί παραλλήλως διά τήν κατ’ οὐσίαν καλλιέργειαν τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος ἐντός τῶν ἑλληνοχριστιανικῶν πλαισίων ἀποβαίνει κατ’ αὐτούς ἀναγκαία ἡ σύνδεσις τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως μέ τήν χριστιανικήν ἐμπειρίαν καί πίστιν. Ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ νά τονίζῃ πώς ἡ Ὀρθόδοξος Θεολογία καί τό ὀρθόδοξον πνευματικόν ἦθος εἶναι ἀδύνατον νά κατανοηθοῦν ὀρθῶς μακράν καί ἔξωθεν τῆς θαυμαστῆς συνθέσεως τοῦ ἑλληνικοῦ καί τοῦ χριστιανικοῦ στοιχείου. Τό ὀρθόδοξον “κλῖμα” ἀναδίδει ὀσμήν καί εὐωδίαν ἑλληνικήν! Ὁ Χριστιανισμός, ὡς πρότασις ζωῆς καί ἱστορίας, ἰδιαιτέρως κατά τήν ὀρθόδοξον οἰκουμενικήν προοπτικήν του, ἀποτελεῖ σύνθεσιν τῶν ὑγιῶν στοιχείων τοῦ ἑλληνισμοῦ μέ τόν σωτηριολογικόν σκοπόν τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος!

Νομίζομεν ὅμως ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή νά ἀναφερθῶμεν-ἀκροθιγῶς ἔστω - εἰς τάς θέσεις καί τήν συνεισφοράν τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν εἰς τήν παγκόσμιον Παιδείαν.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι κάτοχοι ὡς εἴπομεν εὐρυτάτης παιδείας, ἦτο φυσικόν νά συλλάβουν πληρέστερον παντός ἄλλου τό ἀληθές νόημα καί τήν στοχοθεσίαν τῆς Παιδείας, τῆς οἰκουμενικῆς Παιδείας, ἀλλά καί τά προκύπτοντα ἐξ αὐτῆς ὠφέλη διά τόν ἄνθρωπον. Ἐπίστευον ὅτι ὁ “ἕλλην νοῦς”, τόν ὁποῖον ἀπέκτησαν κατόπιν σκληρᾶς μαθητείας εἰς τά ἑλληνικά γράμματα καί τάς κοσμικάς Ἀθήνας, ὤφειλε νά ἀποκαθαρθῇ καί νά δοκιμασθῇ ἀρκούντως εἰς τήν κάμινον τῆς ἀσκητικῆς ἐμπνεύσεως, ἡσυχίας καί ἐμπειρίας τῆς Θεολογίας τῆς ἐρήμου, προκειμένου νά ἀπελευθερωθῇ ἀπό πάσης διανοητικῆς καί ὠφελιμιστικῆς ἀπάτης. Διά τήν πατερικήν σκέψιν ἅπαντα τά στοιχεῖα τῆς ἀνθρωπιστικῆς ἑλληνικῆς παιδείας εἶναι ἀποδεκτά καί ὠφέλιμα, ἐφ’ ὅσον συντελοῦν εἰς τήν “γυμνασίαν τῆς ψυχῆς”, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά κατανοήσῃ οὐσιαστικώτερον καί ἀψευδέστερον ὅσα προσφέρει ὁ ἀποκαλυπτικός λόγος τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ «ἀφώτιστος ψυχή ἀδύνατός ἐστιν πρός νόησιν», θετικήν καί οὐσιαστικήν, θά ἐπεσήμανον πρός τό ποίμνιόν των. Καί ἐπειδή δι’ αὐτούς Παιδεία δέν σημαίνει μόνον συσσώρευσιν καί κατάκτησιν γνώσεων, ἀλλά καλλιέργειαν τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, ὡς κύριος σκοπός τῆς Παιδείας προσδιορίζεται ἡ ἀγωγή τῶν νέων ἀνθρώπων. Ὁ ποιητής καί θεολόγος Γρηγόριος θά πλέξῃ ἐξαίρετον ὁρισμόν τῆς Παιδείας, νοουμένης ὡς ἀγωγῆς τῶν νέων: «Τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν φαίνεταί μοι, ἄνθρωπον ἄγειν, τό πολυτροπώτατον ζῷον καί ποικιλώτατον», θά εἴπῃ. Βεβαίως τό “ἄνθρωπον ἄγειν”, ἡ ἀγωγή τῶν ἀνθρώπων, ἡ παιδεία, δέν δύναται εἰς τήν σύλληψιν τῶν Πατέρων ἤ μή μόνον νά εἶναι χριστοκεντρική. Ὁ Μέγας Βασίλειος διδάσκει ὅτι σκοπός τῆς ἀγωγῆς εἶναι «ὁμοιωθῆναι Θεῷ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπου φύσει. Ὁμοίωσις  δέ οὐκ ἄνευ γνώσεως, ἡ δέ γνῶσις οὐκ ἐκτός τῶν διδαγμάτων»! Διά τούς Τρεῖς Μεγάλους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, οὐσία τῆς παιδείας εἶναι ἡ ἀγωγή καί δέν νοεῖται ἀγωγή ἄνευ “πνευματικῶν μαθημάτων” καί “ἐπιμελείας ψυχῆς”. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος προειδοποιεῖ: «Ὅτι τῶν οἰκείων ἀμελοῦμεν παίδων, καί τῶν μέν κτημάτων αὐτῶν ἐπιμελούμεθα, τῆς δέ ψυχῆς αὐτῶν καταφρονοῦμεν, ἐσχάτης ἀνοίας πρᾶγμα»! Καί ἀληθῶς, ὅ,τι χαρακτηρίζει τήν παιδείαν μας, εἰς πανευρωπαϊκόν ἴσως ἐπίπεδον καί εἰς τά καθ’ ἡμᾶς, εἶναι ὅτι ἐξακολουθεῖ καί σήμερον νά μᾶς διαφεύγῃ ὅτι οὐσία της ἦτο καί εἶναι ἡ ἀγωγή ψυχῶν. Ἐνδιαφερόμεθα παντί σθένει νά πληρώσωμεν τήν νεανικήν ψυχήν μέ πλεῖστα ὅσα ὠφελιμιστικά καί εὐδαιμονιστικά ἀγαθά, μέ πλεῖστα ὅσα ἐφόδια ζωῆς, ὡς τά χαρακτηρίζομεν, ἐνῶ “ἑνός ἐστί χρεία”, νά ἀναπτύξωμεν τήν ἁγίαν πλευράν τοῦ ἀνθρώπου, τήν καλλιέργειαν τῆς ψυχῆς καί τοῦ νοός του καί νά τόν ὁδηγήσωμεν εἰς μίαν πνευματικήν ἀνάστασιν καί ἐγρήγορσιν, ὥστε νά βλέπῃ καί νά ἐνεργῇ ὀρθῶς, διακρίνων τό καίριον ἀπό τό ἀσήμαντον, τό μόνιμον ἀπό τό πρόσκαιρον, τό οὐράνιον ἀπό τό ὑλικόν καί ὑλιστικόν, τήν οὐσίαν ἀπό τά “συμβεβηκότα” τῆς οὐσίας, κατά τόν Σταγειρίτην Ἀριστοτέλην.

Πόσον ἐπίκαιρος εἶναι καί σήμερον ὁ χρυσόγλωσσος Ἰωάννης, ὅταν ὁμιλῇ διά τά πρότυπα, τά ὁποῖα συνήθως προβάλλουν οἱ γονεῖς εἰς τά τέκνα των πρός μίμησιν καί πόσον μακράν εὑρίσκοντο κατά τήν ἐποχήν του καί δυστυχῶς εὑρίσκονται καί σήμερον ἀπό τήν χριστιανικήν πραγματικότητα πολλοί γονεῖς: «Οὐδέ γάρ ἄλλο τι τῶν πατέρων ἔστιν ἀκοῦσαι διαλεγομένων πρός τούς παῖδας, ὅταν αὐτούς παρακαλῶσιν ὑπέρ τῆς τῶν λόγων σπουδῆς, ἀλλ’ ἤ ταυτί τά ρήματα· ὁ δεῖνα, φησί, ταπεινός καί ἐκ ταπεινῶν τήν ἀπό τῶν λόγων κτησάμενος δύναμιν, ἦρξε μεγίστας ἀρχάς, πλοῦτον ἐκτήσατο πολύν, γυναῖκα ἔλαβεν εὔπορον, οἰκίαν ᾠκοδόμησε λαμπράν, φοβερός ἐστιν ἅπασι καί ἐπίδοξος. Πάλιν ἕτερος, ὁ δεῖνα, φησί, τῶν Ἰταλῶν γλῶσσαν ἐκπαιδευθείς, ἐν τοῖς βασιλείοις ἐστί λαμπρός, καί πάντα ἄγει καί φέρει τά ἔνδον. Καί ἕτερος ἕτερον δείκνυσι πάλιν, πάντες δέ τούς ἐπί γῆς εὐδοκίμους· τῶν δέ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐδέ ἅπαξ τις μέμνηται, ἀλλά κἄν μνησθῆναι ἕτερος ἐπιχειρήσῃ, ὡς πάντα ἀνατρέπων ἐλαύνεται». Δηλαδή: «Καί οὐδέν ἕτερον εἶναι δυνατόν νά ἀκούσῃ τις, ὅταν οἱ πατέρες ὁμιλοῦν πρός τά τέκνα των καί τά παρακαλοῦν νά σπουδάσουν ρητορικήν, ἤ μή μόνον τούς λόγους τούτους ἀκριβῶς. “Ὁ τάδε, λέγει, ἐνῷ εἶναι κατώτερος καί κατάγεται παρά κατωτέρων γονέων, ἀφοῦ ἀπέκτησε τήν ἐκ τῶν ρητορικῶν σπουδῶν ἱκανότητα, ἀνῆλθεν εἰς ὕψιστα ἀξιώματα, ἀπέκτησε πλοῦτον πολύν, ἐνυμφθεύθη πλουσίαν γυναῖκα, ἔκτισε πολυτελῆ οἰκίαν, εἶναι φοβερός εἰς ὅλους καί φιλόδοξος”. Ἄλλος πάλιν λέγει, “ὁ τάδε ὁ ὁποῖος ἔμαθεν νά ὁμιλῇ τήν ἰταλικήν γλῶσσαν, εἶναι ἔνδοξος εἰς τά ἀνάκτορα καί κυβερνᾶ ὅλα τά ἐσωτερικά θέματα”. Καί ἄλλος πάλιν δεικνύει ἄλλον, ὅλοι ὅμως τούς ἐπί τήν γῆν ἐπιτυχημένους. Οὐδείς δέ οὔτε ἅπαξ δέν ἐνθυμεῖται τά οὐράνια πράγματα, ἀλλά καί ἐάν ἄλλος ἐπιχειρήσῃ ἔστω καί νά τά μνημονεύσῃ, ἐκδιώκεται ὡσάν νά ἐπρόκειτο νά ἀνατρέψῃ τά πάντα». Διερωτώμεθα μήπως ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ὁμιλῇ μόνον διά τήν σήμερον, ζῶν καί κινούμενος πλησίον ἡμῶν!  

Τό ὅτι, βεβαίως, οἱ Ἅγιοι Πατέρες προσβλέπουν εἰς τήν ἀγωγήν τῆς ψυχῆς καί μάλιστα κατά Χριστόν, δηλαδή εἰς τήν “Χρισταγωγήν”, δέν σημαίνει ὅτι ὑποτιμοῦν τήν σημασίαν τῶν γνώσεων ἤ τήν σπουδαιότητα τῶν γραμμάτων. Σημαίνει διάφορον ἱεράρχησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου καί διάφορον στοχοθεσίαν εἰς τά προσδοκώμενα παρά τῆς παιδείας ὠφέλη: πρῶτον τό πνεῦμα καί κατόπιν τό σῶμα, πρῶτον ἡ ἀγωγή καί μετέπειτα ἡ γνῶσις! Ὁ ἱερός Χρυσόστομος διά νά προλάβῃ πιθανάς παρεξηγήσεις γράφει: «Καί μή τις νομιζέτω νομοθετεῖν ἀμαθεῖς τούς παῖδας γίνεσθαι ... Οὐ κωλύων παιδεύειν ταῦτα λέγω, ἀλλά κωλύων ἐκείνοις μόνοις προσέχειν». Ἡ Παιδεία διά τούς σεπτούς Ἱεράρχας εἶναι σοβαροτάτη, ὑψίστη ὑπόθεσις. Εἰς μίαν στιγμήν ἐξάρσεως ὁ ἱερός Χρυσόστομος, θείῳ ἐλλαμπόμενος φωτί, θά εἴπῃ: «Ἡ παιδεία μετάληψις ἁγιότητός ἐστι». Οἱ ἅγιοι Ἱεράρχαι πλέον ὁδηγοῦν πάντας ἡμᾶς εἰς ἀνωτέρους πτερυγισμούς, ὡς μυσταγωγοί τῆς Παιδείας καί διδάσκαλοι οὐρανίων πραγμάτων!

Ἡ γνῶσις καί ἡ μάθησις δέν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλά πορεία ἐπίπονος καί σκληρά διά τήν προσέγγισιν τῆς σωζούσης ἀληθείας. Ἐκτός τῶν πλαισίων τῆς παιδευτικῆς διαδικασίας εἶναι δυνατόν, μᾶς λέγουν οἱ μεγάλοι Διδάσκαλοι, νά ἀνακαλύψωμεν παραλλήλως μέ τόν ἄνθρωπον (ἀνθρωπογνωσία) καί τόν ἀληθινόν Θεόν (Θεογνωσία). Ἔναντι τῆς ἑλληνικῆς ἀνθρωπιστικῆς μονομερείας τῶν κλασσικῶν κειμένων, οἱ Ἅγιοι μᾶς προτείνουν τήν σύνθεσιν ἀνθρωπολογίας καί χριστολογίας, ἀποβλέποντες εἰς μίαν καθολικωτέραν ἀντιμετώπισιν τῆς Παιδείας. Σύνθεσις γνώσεως καί θεογνωσίας σημαίνει σύνθεσιν θεωρίας καί πράξεως, δόγματος καί βιώματος, παρόντος καί μέλλοντος, ἱστορίας καί ἐσχατολογίας. Ὑπό τήν σκέπην αὐτῆς τῆς συνθέσεως καταξιοῦται πᾶσα ἀνθρωπίνη προσπάθεια, εἴτε πολιτιστική καί παιδευτική, εἴτε ἁγιαστική καί θεοποιητική, καθότι συντελεῖ οὐσιαστικῶς εἰς τήν ἀνύψωσιν καί πνευματικήν τελείωσιν τῶν ἀνθρώπων.

Καί διά νά εἴμεθα πλέον σαφεῖς· Ἑλληνισμός σημαίνει ἀνθρωπισμός. Ὁ ἀνθρωπισμός ὅμως ἔχει ὡς μέτρον πάντων τῶν πραγμάτων τόν ἄνθρωπον. Ὁ Χριστιανισμός ὡς μέτρον πάντων ἔχει τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, διά τοῦτο ὁ Παῦλος ζητεῖ παρά τῶν πιστῶν: «καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ...» (Ἐφεσ. δ΄ 13). Ὑπ’ αὐτήν τήν ἔννοιαν, ἡ ὀρθόδοξος ζωή καί πολιτεία εἶναι διπολική: ἀνθρωποκεντρική καί συγχρόνως θεοκεντρική, δηλαδή ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ! Ὁ Χριστιανισμός τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἀσφαλῶς δέν ἀγνοεῖ τόν ἄνθρωπον τοῦ παρόντος καί τάς ἀνάγκας του. Μή γένοιτο! Διανοίγει, ὅμως, εἰς αὐτόν τούς ὁρίζοντας πρός τό ἐσχατολογικόν τέλος, πρός τήν αἰωνιότητα καί τήν ἐπιθυμητήν τελείωσιν καί θέωσίν του. Ἡ ὕπαρξις τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐξαντλεῖται μόνον εἰς τό παρόν, ἀλλ’ ἀποβλέπει, τελειοῦται μέ τήν θέωσίν του· τελείωσις καί θέωσις, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τό μέλλον μέ μίαν ἐπλιδοφόρον ἐσχατολογικήν προοπτικήν. Δυνάμεθα, πιστεύομεν, ἐπί τῇ βάσει τούτων νά εἴπωμεν ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦνται καί εἶναι θεμελιωταί ἑνός τελείως διαφορετικοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς βάσιν τόν “χριστιανικόν ἀνθρωπισμόν”, μέ ἀφετηρίαν τάς ἀρετάς τῆς ἀγάπης, τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης!

Παναγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα,
Ἐλλογιμώτατοι Διδάσκαλοι,
Πεφιλημένοι μαθηταί καί μαθήτριαι,

Ἡ Σύναξις τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τήν ὁποίαν λαμπρῶς πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἑορτή χριστιανικῆς Παιδείας, ἀλλά καί ἑορτή ἑλληνικῆς Παιδείας. Ἡ σύνθεσις τούτων τῶν δύο ἱστορικῶν πολυτίμων μεγεθῶν εἶναι ὁ καρπός τοῦ θαύματος, τό ὁποῖον ᾠκοδομήθη ἀγῶσιν, κόποις καί μόχθοις ἱεροῖς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας μας. Δέν εἶναι οἱ σήμερον τιμώμενοι Ἅγιοι Πατέρες οἱ Προστάται μόνον τῶν Γραμμάτων καί τῆς Παιδείας· εἶναι οἱ πρωτοπόροι καί θεμελιωταί αὐτῆς ταύτης τῆς συζεύξεως, τούτου τοῦ οὐκουμενικοῦ πνεύματος τῆς παιδείας. Ὁ Ἑλληνοχριστιανικός Πολιτισμός περιβάλλεται ὑπό τοῦ μανδύου τῆς οἰκουμενικότητος καί τῆς ἱερότητος· μανδύαν τόν ὁποῖον οὐδείς δικαιοῦται νά ἀμφισβητήσῃ ἤ νά παραχαράξῃ ἤ νά βεβηλώσῃ!  

Καί ὅμως, Παναγιώτατε, ὡρισμένοι, ἐμφανῶς ἤ κρυφίως, πασχίζουν «ἐν ἑαυτοῖς λογιζόμενοι οὐκ ὀρθῶς» νά ἀποϊεροποιήσουν καί ἀφελληνίσουν τήν Παιδείαν τοῦ Γένους ἡμῶν. Εὑρισκόμενοι εἰς τό ἱερόν Φανάριον, εἰς τήν θεοσκέπαστον καί καστρόεσσαν Πόλιν τοῦ Κωνσταντίνου, τήν αὐτόρριζαν τῆς Ρωμηοσύνης καί ἐνώπιον τοῦ γεραροῦ Πατριάρχου τοῦ Γένους ἡμῶν, ὁ ὁποῖος περικοσμεῖ τήν ἀνά τήν ὑφήλιον Ἐκκλησίαν, τουτέστιν τήν ἁγίαν Ὀρθοδοξίαν, παρακαλοῦμεν Ὑμᾶς Δέσποτα καί προσπίπτομεν εἰς τούς τιμίους πόδας Σας, Σεῖς μέ τό οἰκουμενικόν κῦρος καί τήν ἱερότητα τοῦ δαφνοστεφοῦς καί δι’ αἱμάτων ἁγίων πορφυρωθέντος μαρτυρικοῦ θρόνου Σας, μή ἐπιτρέψητε τήν ἀλλοίωσιν ἤ τήν παραχάραξιν ἤ τήν ἀποδόμησιν τῆς Παιδείας, τήν ὁποίαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο προκάτοχοί Σας καί ἄπαντες παρόντες ἐν τῷ πανσέπτῳ τούτῳ παλλαδίῳ, ἀνήγειρον. Παρακαλοῦμεν τήν Τριάδα τῶν ἁγίων Μεγάλων Ἱεραρχῶν νά κρατύνῃ τάς χεῖρας Σας, νά στερεοῖ τούς πόδας Σας, τήν γλῶσσαν Σας ἔτι περισσότερον νά καταστέφῃ, προκειμένου τό δίπολον Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ “τήν Οἰκουμένην πᾶσαν θείοις διδάγμασιν” νά καταρδεύῃ!

Πολλά καί θεοτίμητα Ὑμῶν τά ἔτη!

Η εορτή των Τριών Ιεραρχών στο Φανάρι

Τῇ συμμετοχῇ τῶν Ἐλλογίμων ἐκπροσώπων τοῦ Ὁμογενοῦς ἐκπαιδευτικοῦ κόσμου καί τῶν μαθητῶν, ἑωρτάσθη ἐν τοῖς Πατριαρχείοις ἡ ἑορτή τῶν Γραμμάτων καί τῆς Παιδείας τοῦ Γένους, ἐπί τῇ ἱ. μνήμῃ τῶν ἐν ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν Μεγάλων Ἱεραρχῶν Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. 

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης, ἐκκλησιάσθη κατά τόν ἐν τῷ Π. Πατριαρχικῷ Ναῷ τελεσθέντα Ἑσπερινόν τῆς Ἑορτῆς, τήν Κυριακήν, 29ην Ἰανουαρίου, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου κ. Θεοκλήτου, καί ἐχοροστάτησε κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν, τήν Δευτέραν, 30ήν ἰδίου, ἐν συγχοροστασίᾳ μετά τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Γέροντος Νικαίας κ. Κωνσταντίνου, Γέροντος Χαλκηδόνος κ. Ἀθανασίου, Πριγκηποννήσων κ. Ἰακώβου, Φιλαδελφείας κ. Μελίτωνος, Σεβαστείας κ. Δημητρίου, Μυριοφύτου καί Περιστάσεως κ. Εἰρηναίου, Μύρων κ. Χρυσοστόμου, Ἰκονίου κ. Θεολήπτου, Καλλιουπόλεως καί Μαδύτου κ. Στεφάνου, Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρου, Κυδωνιῶν κ. Ἀθηναγόρου, Σηλυβρίας κ. Μαξίμου καί Σμύρνης κ. Βαρθολομαίου. 

Τόν πανηγυρικόν λόγον τῆς ἡμέρας ἐξεφώνησεν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου κ. Θεόκλητος, ἀναφερθείς εἰς τήν σχέσιν Χριστιανισμοῦ καί Ἑλληνικῆς Παιδείας.
Ἐκκλησιάσθησαν ὁ Θεοφιλ. Ἐπίσκοπος Ἁλικαρνασσοῦ κ. Ἀδριανός, Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησίας, ὁ Ἐξοχ. Πρέσβυς κ. Εὐάγγελος Σέκερης, Γεν. Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Πόλει, ἡ Ἐφορεία μετά τῆς Λυκειάρχου, Καθηγητῶν καί μαθητῶν τῆς Πατριαρχικῆς Μεγάλης τοῦ Γένους Σχολῆς, Καθηγηταί καί μαθηταί τῶν Ὁμογενειακῶν Σχολείων, ὡς καί πιστοί ἐντεῦθεν. 

Μετά τό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁ Πατριάρχης ἐτέλεσε τό καθιερωμένον Τρισάγιον ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν μακαρίων καί ἀειμνήστων Ἱδρυτῶν, Εὐεργετῶν, Ἐφόρων, Σχολαρχῶν, Καθηγητῶν, Διδασκάλων, Ἐπιμελητῶν καί μαθητῶν τῆς Πατριαρχικῆς Μ. τοῦ Γένους Σχολῆς, καί ηὐλόγησε τά ὑπό μαθητῶν αὐτῆς προσαχθέντα κόλλυβα. 

Κατά τήν ἐν τῇ Αἰθούσῃ τοῦ Θρόνου ἐπακολουθήσασαν δεξίωσιν ὡμίλησαν ὁ Ἐντιμολ. κ. Ἀθανάσιος Ἀγγελίδης, Ἄρχων Πριμηκήριος καί Πρόεδρος τῆς Ἐφορείας τῆς Πατριαρχικῆς Μ. τοῦ Γένους Σχολῆς, καί ἐπικαίρως ὁ Παναγιώτατος. 

* * * 

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης, ἐδέχθη εἰς ἀκρόασιν

- Τήν Ἐφορείαν τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Χάλκης ὑπό τήν προεδρίαν τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γέροντος Δέρκων κ. Ἀποστόλου, προσκαλέσασαν Αὐτόν ἵνα χοροστατήσῃ καί εὐλογήσῃ τήν Μονήν καί τούς ἐν αὐτῇ ἐπί τῇ ἐπικειμένῃ πανηγύρει τοῦ Ἱεροῦ Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Πάνυ. 

- Τόν Σεβ. Μητροπολίτην Ἰκονίου κ. Θεόληπτον, ὅστις ὑπέβαλεν Αὐτῷ εὐγνώμονας εὐχαριστίας διά τήν ἐκδήλωσιν τῆς Πατριαρχικῆς συμπαθείας ἐπί τῇ προσφάτῳ ἐκδημίᾳ τῆς μητρός αὐτοῦ ἀειμνήστου Ὄλγας Φενερλῆ.

Ο εκκλησιασμός των Μαθητών του Μπανάτου τιμώντας τους Τρεις Ιεράρχες, Προστάτες της Παιδείας




Ο Ναός και το πλάτωμα της Παναγούλας Μπανάτου πλημμύρισε σήμερα από εκατοντάδες παιδικές φυσιογνωμίες - μαθητικές παρουσίες, εξαιτίας του εκκλησιασμού των παιδιών της περιοχής μας, επί τη σεπτή μνήμη των Αγίων Τριών Ιεραρχών, των θεοφόρων Προστατών της Παιδείας και των Γραμμάτων. Έτσι εκκλησιάστηκαν μαθητές του Νηπιαγωγείου, του Δημοτικού και του Γυμνασίου, περιστοιχίζοντας την ιερή εικόνα Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Έγινε η καθιερωμένη Αρτοκλασία, ενώ συλλειτούργησαν ο οικείος Εφημέριος π. Παναγιώτης Καποδίστριας και ο π. Ιωάννης Ρένεσης, Εφημέριος Φαγιά και Δράκα. Την επίσημη ομιλία της ημέρας, περί του πνευματικού αναστήματος των τριών τιμωμένων Ιεραρχών, έκανε ο κ. Θεοχάρης Ευαγγελόπουλος, έγκριτος εκπαιδευτικός θεολόγος του Γυμνασίου Βανάτου.