Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ
Με την πάροδο του χρόνου, την εξέλιξη της Κοινωνίας, με την παγκοσμιοποίηση, όπου ο κόσμος όλος ένα χωριό, εκμηδενίστηκαν οι αποστάσεις και ιδιαίτερα με την εισβολή της τεχνολογίας στη ζωή μας. Επί πλέον, πολλά από τα παλιά επαγγέλματα εξαφανίστηκαν.
Τα παπούτσια
μας, τα βάφουμε μόνοι μας πια, αν τα βάφουμε, όχι οι λούστροι, συνήθως νέα
παιδιά, αγόρια, με το κασελάκι τους. Τσαγκάρηδες δεν υπάρχουν, όπου παλιά κάθε
γωνία και τσαγκάρης για επιδιορθώσεις.
Υποδηματοποιοί
τεχνίτες-καλλιτέχνες οι περισσότεροι, όπου, έπαιρναν προσεκτικά τα μέτρα του
ποδιού, επέλεγες το σχέδιο από το φιγουρίνι και σου έφτιαχναν παπούτσια πολύ
κομψά και άνετα στο πόδι σου, ιδιαίτερα γυναικεία υψηλής ποιότητας,
εξαφανίστηκαν.
Ένας από τους καλύτερους που τα παπούτσια του
ήταν έργο τέχνης, ο μακαρίτης ο Δημητρός από το Μπανάτο. Τώρα, όλα έτοιμα, με
το σωρό, αλλά και τα πανάκριβα, ως επί το πλείστο, στην Κίνα φτιαγμένα.
Οι γανωματάδες:
-Όλα τα γανώνω, όλα τα γυαλίζω, που γάνωναν
τεντζερέδες, πάνε και αυτοί.
Ακόμα κι αυτοί που γάνωναν κουταλοπήρουνα και
άστραφταν για ένα φεγγάρι, εξαφανίστηκαν.
Οι Μοδίστρες,
όπου κάθε γειτονιά σε πόλη και χωριά, μοδιστράδικο, σχεδόν εξαφανίστηκαν. Οι
ελάχιστες που έμειναν και θα ράψουν, με δικό σου ύφασμα ασφαλώς, φουστάνι,
ταγέρ, παλτό και ότι άλλο, λίγες και πανάκριβες. Τόσο, όπου και το πιο ακριβό
ύφασμα, στοιχίζει λιγότερο από τα ραπτικά και αυτό χωρίς εγγύηση ότι θα μείνεις
ευχαριστημένη.
Το ίδιο ισχύει
και για τους ράπτες ανδρικών ρούχων. Οι περισσότερες/οι κάνουν μόνο επιδιορθώσεις,
όλα αγοράζονται έτοιμα. Και επειδή η νεολαία στην πλειοψηφία της σήμερα, δεν
ξέρει να ράψει ούτε ένα κουμπί που ξηλώθηκε, κάνουν χρυσές δουλειές.
Πεταλωτές αλόγων, εξαφανίστηκαν, γιατί
λιγόστεψαν τα άλογα κατά πολύ, δεν
νομίζω να υπάρχουν πολλά άλογα στα σπίτια, όπου παλιά ήταν απαραίτητα.
Επισκευαστές ομπρέλας, που δεν προλάβαιναν να
τις επιδιορθώνουν κάποτε και κάθε Κουρείο, επιδιόρθωνε και ομπρέλες, δεν
υπάρχουν. Αν χαλάσει η ομπρέλα, την πετάμε και παίρνουμε καινούρια, ας είναι
καλά η Κίνα όπου με τα φτηνιάρικα, κακοφτιαγμένα εμπορεύματά της, κατέκλεισε
την Οικουμένη.
Φωτογράφοι,
φωτογραφικές μηχανές, επισκευές αυτών, φιλμ που έπρεπε να αγοράσουμε και να βάζουμε
μέσα και εμφάνιση φωτογραφιών, δεν υπάρχουν πια. Τα «έξυπνα τηλέφωνα» κάλυψαν
αυτές τις ανάγκες. Μαγαζιά που δανειζόσουν έναντι αμοιβής, βιντεοκασέτες για 2-5 ή και 8 ημέρες, όταν έπαιρνες πολλές, κυρίως
σε εμάς τους εκτός Ελλάδας, ιδίως το Σαββατοκύριακο, και έβλεπες ότι ταινίες
ήθελες και έκαναν χρυσές δουλειές για πολλά χρόνια, πάνε και αυτά. Σήμερα,
υπάρχουν «τα κανάλια», δηλαδή, επιχειρήσεις όπου επί αδράς μηνιαίας συνδρομής, βλέπεις
απ΄ ευθείας μεταδόσεις από Ελλάδα, αν και από ότι λένε, οι περισσότερες
«κονσέρβες».
Ρολογάδες που
επιδιόρθωναν ρολόγια, αχρείαστοι πια. σήμερα, ελάχιστοι φορούν ρολόι, το έξυπνο
κινητό, κάλυψε και αυτή την ανάγκη. Οι λίγοι που επιμένουν να φορούν ρολόι, ή έχουν σχετικά φτηνό ρολόι, όπου εύκολα το
αντικαθιστάς, ή έχουν πολύ ακριβό που δεν χαλάει, μόνο χρειάζεται ενίοτε, αλλαγή
μπαταρίας.
Τα σταθερά
τηλέφωνα, τείνουν να εξαφανιστούν και αυτά, αφού σχεδόν όλοι, μικροί μεγάλοι,
έχουν κινητό και σε ελάχιστα σπίτια υπάρχει σταθερό, όπου ουσιαστικά, παραμένει
εκεί και δεν χτυπάει ποτέ παρά μόνο για διαφημίσεις!
Η κυρά μας η
μαμή, εξαφανίστηκε και αυτή. Καμιά γυναίκα δεν γεννάει πια στο σπίτι.
Όλες οι βαριές
αγροτικές εργασίες, τείνουν να εκλείψουν ή να γίνουν πιο εύκολες.
Η αξίνα,
εξαφανίστηκε, ας είναι καλά οι μηχανές.
Βάρη μεγάλα δεν
σηκώνουν πια ούτε οι εκφορτωτές, ούτε οι μεταφορείς, ούτε καν αυτοί που
εργάζονται σε οικοδομές!
Δακτυλογράφοι
και Γραφομηχανές, δεν υπάρχουν πια.
Η μπουγάδα,
καταργήθηκε, ας είναι καλά τα Πλυντήρια. Μα και ο νεροχύτης, αφού στα
περισσότερα σπίτια υπάρχει πλυντήριο πιατικών.
Ακόμα και η
μαγειρική κοντεύει να εκλείψει. Τα ετοιματζίδικα, κάνουν χρυσές δουλειές. Μα,
πιο χρυσές ακόμα, αυτοί που μαγειρεύουν και με ένα τηλεφώνημα, παραγγέλνεις ότι
θέλεις και πριν πει κύμινο, το έχουν φέρει στο σπίτι.
Παρ όλες αυτές
τις αλλαγές και τη μεγάλη κατάργηση επαγγελμάτων, ουδείς έμεινε άνεργος. Εκτός
από εκείνους που ποτέ δεν εργάστηκαν και ζούσαν με κάθε λογής κομπίνα, εις
βάρος άλλων ή του Κράτους!
Είμαι σίγουρη αν
σκεφτώ λίγο ακόμα, θα βρω κι άλλα επαγγέλματα που χάθηκαν.
Γιατί ο
κατάλογος ατελείωτος.
Η τεχνολογία
σήμερα και τα μέσα, αλάφρυναν κατά πολύ την ανθρωπότητα από τις «βαριές
δουλειές».
Παιδί της
Τεχνολογίας και η Τεχνητή Νοημοσύνη. Και ΟΧΙ δεν καταργήθηκαν όλα αυτά τα
επαγγέλματα λόγω της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως πολλοί φοβούνται πως θα
πεινάσουμε γιατί θα μείνουμε όλοι άνεργοι.
Απλά, μας υπενθυμίζω ότι όπως με την κατάργηση
τόσων επαγγελμάτων, δεν πείνασε η Ανθρωπότητα, έτσι και με την ΑΙ δεν πρόκειται
να μείνει άνεργος εκείνος που έχει διάθεση για δουλειά. Γιατί, όπως λέει και ο
πάνσοφος λαός μας: Μια πόρτα κλείνει, δύο ανοίγουν.
Μαζί λοιπόν με
τα τόσα επαγγέλματα που χάθηκαν, χάθηκε και ο συμπαθέστατος Γυρολόγος, όπως τον λέγαμε στη Ζάκυνθο ή
Πραματευτής σε άλλα μέρη της Ελλάδας.
Στις πόλεις,
υπήρχαν μαγαζιά παντός είδους. Στα χωριά, όμως, υπήρχε συνήθως, ένα μαγαζί που
ήταν λίγο απ΄ όλα. Είχε βασικά είδη μπακαλικής, κρασί, λάδι και ούζο χύμα, τόσο
το «καρτούτσο», αλήθεια ποιοι θυμούνται το καρτούτσο και τι χωρητικότητα είχε;
Λοιπόν, το
καρτούτσο, χωρούσε 462 γραμμάρια. Υποδιαιρέσεις, το μισοκάρτουτσο ή τέσσερα
καρτεζίνια. Το μέτρο, κυρίως για υγρά, ήταν ένα «κανάτι», πήλινο, χάλκινο ή
λάτινο. Το μαγαζί, είχε επίσης, διάφορα τυριά και φαγώσιμα προϊόντα, όπως ρύζι,
μακαρόνια, φιδέ, πάστα και πολλά άλλα, σαρδέλες, μπακαλιάρο, λακέρδα και άλλα.
Μέχρι και βασικά φάρμακα, οινόπνευμα, αλγκόν και όσα άλλα επέτρεπε ο Νόμος.
Είχε, όμως, και
το τεφτέρι, όπου ο μπακάλης, με την πεναλάπη στο αυτί, έκανε τους λογαριασμούς
και έγραφε τα βερεσέδια! Πολλές γυναίκες, κυρίως, πήγαιναν και ψώνιζαν
«μπιστού». Όπου ο μπακάλης στο τεφτέρι του έγραφε τι και πότε ψώνισε η γυναίκα
ή ο άνδρας και πλήρωναν όταν είχαν οικονομική ευχέρεια. Λειτουργούσε δε και ως
καφενείο όπου πήγαιναν οι άνδρες, έπιναν καφεδάκι ή άλλο ποτό, έπαιζαν χαρτιά,
έλυναν όλα τα προβλήματα του ντουνιά, με άποψη ισχυρή για όλα, πιάνονταν και
καμιά φορά, αλλά επενέβαινε ο μπακάλης ή άλλος θαμώνας και καταπράυνε τους
φωνακλάδες. Ακόμα, πήγαιναν και οι νέοι, γιατί το μαγαζί, τουλάχιστον στη
Ζάκυνθο, διέθετε πάντα και κιθάρα, (όπως και τράπουλες, όπου έπαιζαν πολλοί), και τραγουδούσαν τον καημό τους για την κοπέλα
που προσπαθούσαν να τραβήξουν την προσοχή της.
Πάει και το
μαγαζί του χωριού, με αυτή τη μορφή.
Αλλά ας
γυρίσουμε στον Γυρολόγο.
Ο Γυρολόγος, σχετικά νέος πάντα γιατί ήταν πολύ κουραστική δουλειά, φόρτωνε την πραμάτεια του στο γαϊδουράκι του ή σε ένα μικρό χειρόκαρο, που ελάχιστοι διέθεταν και στο ποδήλατό τους οι πιο προχωρημένοι. Συχνά, όταν δεν διέθετε τίποτα από όλα αυτά, είχε δύο σχετικά μεγάλα καλάθια φορτωμένα που κουβαλούσε ο ίδιος, ένα στο κάθε χέρι, αυτό κι αν ήταν κούραση. Έκαστος είχε την πελατεία του, αλλά και το δρομολόγιό του σε ποια χωριά θα πήγαινε. Αν δεν με απατά η μνήμη, άγραφος Νόμος, από τα χωριά που περνούσε ήδη Γυρολόγος, δεν πήγαινε άλλος.
Ο Γυρολόγος, πάλι, είχε λίγα απ' όλα. Από καρφίτσες μέχρι υφάσματα, κουβέρτες, είδη προικός και άλλα. Επί πλέον, ήταν διαλλακτικός με την πληρωμή. Δεν απαιτούσε ποτέ ρευστό χρήμα που έτσι κι αλλιώς οι περισσότερες γυναίκες δεν διέθεταν. Συνήθως, στα χωριά, πλήρωναν σε είδος, όπως, με αυγά, με μια ή δύο μπότσες κρασί ή λάδι, ανάλογα πόσα ψώνισαν, αλλά και τις προτιμήσεις του Γυρολόγου, αλλά και κότες ζωντανές. Όλα αυτά, πολλές φορές κρυφά από τον άνδρα που φώναζε και δεν έδινε χρήματα στη γυναίκα. Μάνα που είχε κορίτσια, ξέκλεβε ότι μπορούσε από το σπίτι και σιγά-σιγά έφτιαχνε έτσι τα προικιά του/των κοριτσιών.
Οι γυρολόγοι,
συνήθως, φιλικοί και ευγενικοί και πάντα με το χαμόγελο και τον καλό λόγο, ώστε
να τους συμπαθούν οι γυναίκες και να ψωνίζουν. Γιατί ποτέ ή σπανιότατα θα
έβγαινε άνδρας να ψωνίσει από το Γυρολόγο. Επί πλέον, ο Γυρολόγος, φρόντιζε να
μην περνάει πολύ νωρίς, ώστε να έχει φύγει ο άνδρας από το σπίτι, αλλιώς η
γυναίκα δείλιαζε μπροστά του να βγαίνει να ψωνίζει, γιατί το πιο πιθανόν να της
δημιουργούσε φασαρία.
Ένας από αυτούς
τους Πραματευτάδες ή Γυρολόγους, ήταν και ο Ανέστης. Γύρω στα τριάντα και εμφανίσιμος.
Είχε το ελάττωμα, να φλερτάρει μικροπαντρεμένες και ανύπαντρες, τάζοντας γάμο
στις ανύπαντρες και στις παντρεμένες, πως...αν το πάρει χαμπάρι ο άνδρας της,
(που το πιο πιθανόν θα την σκότωνε και θα αθωωνόταν «για λόγους τιμής), θα την
έπαιρνε μαζί του και θα ζούσαν ευτυχισμένοι, μακριά από το νησί. Από καιρού σε καιρό ακούγαμε για τέτοια
περιστατικά.
Ο Ανέστης,
συνήθως προτιμούσε τις παντρεμένες, γιατί αν έμπλεκε με ανύπαντρη, θα τον
υποχρέωνε ο πατέρας η ο αδελφός να την παντρευτεί.
Αν έπαιρνε
χαμπάρι ο σύζυγος, πριν ακόμα ξεσπάσει το σκάνδαλο, εξαφανιζόταν ο Ανέστης και
δεν ξαναπήγαινε σε κείνο το χωριό.
Όταν, όμως,
έμπλεξε με τη Μαρίνα σε ένα ορεινό χωριό και για να την καταφέρει της έταζε
λαγούς με πετραχήλια, εκείνη τον πίστεψε γιατί τον είχε ερωτευτεί άσχημα.
Αψήφησε το ότι είχε τρία παιδιά, και ξεροστάλιαζε με τον Ανέστη. Δεν άργησε να
μαθευτεί στο χωριό. Προτού προλάβει να αντιδράσει ο άνδρας της, λέει του Ανέστη,
το και το,
-Αν μείνω στο
χωριό θα με σκοτώσει ο άνδρας μου ή τ' αδέλφια μου, πάρε με να φύγουμε πριν
γυρίσουν από τη δουλειά. Θα πάρω μαζί μου την κοπελούλα μου τη μικρή, δικό σου
παιδί, ολόιδιος εσύ.
Ζορίστηκε άσχημα
ο Ανέστης που καμιά διάθεση δεν είχε να την φορτωθεί.
Αφού σκέφτηκε
για πολύ, κατέστρωσε το σχέδιο του.
-Εντάξει, θα σε
πάρω αλλά την μικρή δεν είναι εύκολο να τη σέρνουμε μαζί μας. Άφησέ την εδώ
μέχρι να βολευτούμε και μετά την παίρνουμε.
Και η μικροπαντρεμένη
Μαρίνα, ούτε 23 χρονών, πανέμορφη παρά τα παιδιά που γέννησε, τον πίστεψε.
Μάζεψε λίγα
ρούχα της, όχι πολλά πράγματα για να μην κινήσει υποψίες, συναντά τον Ανέστη
στο σημείο που είχαν συνεννοηθεί, φίλησε δακρυσμένη τα παιδιά της κι
εξαφανίστηκε πριν γυρίσει ο άνδρας της από τα χωράφια που έσκαβε όλη μέρα.
Έμειναν ένα
βράδυ στο σπίτι του Ανέστη και την επόμενη που θα ερχόταν το Άνδρος, που έκανε
δρομολόγια Ζάκυνθος-Πειραιάς, θα πήγαιναν πολύ νωρίς να αποφύγουν συναντήσεις,
θα έμπαιναν στο παπόρο και δρόμο για την...ευτυχία.
Έτσι έγιναν όλα,
τακτοποίησε την Μαρίνα σε απόμερη γωνιά να μην την δουν και όπως είχαν
συμφωνήσει, ο Ανέστης δεν θα καθόταν κοντά της για ευνόητους λόγους.
Σφύριξε τρεις
φορές το παπόρο και ξεκίνησε. Κάπου
εκεί, άρχισε η Μαρίνα να αναλογίζεται την πράξη της και τι θα γίνουν τα παιδιά της,
σκέτη απελπισία, έκλαιγε απαρηγόρητα, αλλά και να έμενε στο νησί, θα την
σκότωνε ο άνδρας της και πάλι θα έμεναν ορφανά τα παιδιά της. Κι εκείνος ο
Ανέστης ούτε ζύγωσε όλο το ταξίδι να τον δει να πάρει λίγο θάρρος.
Ρωτούσε κάθε
λίγο τους διπλανούς της σε πόσες ώρες φτάνουν στον Πειραιά. Όσο πλησίαζαν τόσο
μεγάλωνε η αγωνία της. Ο Ανέστης της είπε ότι θα κατέβει πρώτος και θα βγει
μπας και ήταν κανένας γνωστός μέσα. Εσύ, της είπε, κατέβα χωρίς να κοιτάς δεξιά
κι αριστερά, προχώρησε ίσια και θα συναντηθούμε.
Βάλθηκε να περπατάει
και να κοιτάζει γύρω η Μαρίνα. Πουθενά ο Ανέστης. Μόνη, νηστικιά, χωρίς να
γνωρίζει κανέναν χωρίς λεφτά ούτε ένα κουλούρι να πάρει, περνούσαν οι ώρες κι
εκείνη μόνη και έρημη. Τότε συνειδητοποίησε ότι ο Ανέστης της εγκατέλειψε. Δεν
ήξερε τι να κάνει και πού να ζητήσει βοήθεια, έστω ελεημοσύνη, πεινούσε πολύ. Κάποια
στιγμή, την πλησίασε ένας καλοντυμένος άνδρας που έκοβε βόλτες γύρω αρκετή ώρα και
την είχε κόψει πως είναι ολομόναχη και επαρχιώτισσα. Της μιλάει με μεγάλη
ευγένεια και γλυκύτητα, την ρωτάει πώς και γιατί βρέθηκε εκεί. Στην απελπισία
της του ομολογεί όλη την αλήθεια. Την πάει σε ένα εστιατόριο και παραγγέλνει
πλούσιο γεύμα, τρώει πίνει και το κρασί που της σερβίρει, του δίνει χίλιες
ευχές που την βοήθησε κι εκείνος την διαβεβαιώνει, πως από δω και πέρα θα είναι
ο προστάτης της.
Και η νεαρή
Μαρίνα που έκανε το έγκλημα να ερωτευτεί τον Γυρολόγο και να τον πιστέψει,
κατέληξε σε Οίκο Ανοχής...
Ποτέ δεν γύρισε
στο νησί, αλλά ούτε και στο νησί έμαθαν ποτέ την τύχη της.
δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου