e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Τα Σταυροπήγια δεν είναι τσιφλίκι κανενός

Ποιος λοιπόν διοικεί τα Σταυροπήγια;

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Ο νόμος μιλά για τη Σύνοδο. Δεν λέει ότι κάθε Πατριαρχικό και Σταυροπηγιακό Μοναστήρι μετατρέπεται αυτομάτως σε προσωπικό διοικητικό πεδίο του εκάστοτε οικείου Μητροπολίτη.

Δεν λέει ότι ο Μητροπολίτης μπορεί να λειτουργεί ως αποκλειστικός θεματοφύλακας, διαχειριστής και πολιτικός εκπρόσωπος ενός Σταυροπηγίου.

Δεν λέει ότι η συνοδική αρμοδιότητα μπορεί να υποκατασταθεί από την προσωπική βούληση ενός Ιεράρχη.

Και κυρίως: δεν λέει πουθενά ότι τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου πρέπει να τίθενται σε αναστολή κάθε φορά που κάποιοι ενοχλούνται από την παρουσία του Φαναρίου.

Αντιθέτως, ο ίδιος ο νόμος επιμένει ότι αυτά τα κανονικά δικαιώματα διατηρούνται απαραμείωτα.

Ας σταματήσει λοιπόν η επιλεκτική ανάγνωση. Δεν μπορεί να θυμόμαστε τη μία φράση του άρθρου 89 και να ξεχνάμε την άλλη. Δεν μπορεί να επικαλούμαστε τη διοικητική αρμοδιότητα της Εκκλησίας Κρήτης και να εξαφανίζουμε από το ίδιο άρθρο τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ο νόμος είναι ενιαίος. Και όποιος επικαλείται τον νόμο οφείλει να τον δέχεται ολόκληρο.

Το Φανάρι δεν είναι «ξένη δύναμη» στην Κρήτη

Και εδώ αρχίζει το ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα. Έχει δημιουργηθεί —τουλάχιστον σε επίπεδο δημόσιας συζήτησης— μια επικίνδυνη νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία η παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κρήτη εμφανίζεται περίπου ως εξωτερική παρέμβαση.

Σαν να πρόκειται για έναν ξένο εκκλησιαστικό οργανισμό που έρχεται να αναμειχθεί στις υποθέσεις μιας άλλης Εκκλησίας. Αυτό είναι ιστορικά παράλογο και εκκλησιολογικά επικίνδυνο.

Η Εκκλησία Κρήτης δεν απέκτησε την κανονική της υπόσταση επειδή κάποτε αποφάσισε μόνη της να συνδεθεί με το Φανάρι. Η κανονική της σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτελεί συστατικό στοιχείο της ίδιας της εκκλησιαστικής της ταυτότητας.

Και ακριβώς γι’ αυτό ο νομοθέτης, όταν θέσπισε το 1961 το καθεστώς της Εκκλησίας Κρήτης, δεν «εξαφάνισε» τα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τα Σταυροπήγια. Τα διατήρησε ρητώς. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η καρδιά του ζητήματος.

Δεν γίνεται το Σταυροπήγιο να είναι «Πατριαρχικό» μόνο στα χαρτιά

Υπάρχει όμως και μια ακόμη πιο δυσάρεστη ερώτηση. Τι σημαίνει στην πράξη «Πατριαρχικό και Σταυροπηγιακό»; Σημαίνει έναν τίτλο που υπάρχει μόνο για ιστορικούς λόγους; Ένα όνομα που γράφεται στην πινακίδα της Μονής; Ένα εκκλησιαστικό κειμήλιο που θυμόμαστε στις πανηγύρεις και ξεχνάμε όταν προκύπτουν ζητήματα εξουσίας;

Ή σημαίνει ότι υπάρχουν πραγματικά κανονικά δικαιώματα τα οποία πρέπει να γίνονται σεβαστά;

Εάν ισχύει το πρώτο, τότε ας το πουν ευθέως. Εάν όμως ισχύει το δεύτερο —όπως σαφώς προκύπτει από τον Ν. 4149/1961— τότε πρέπει να σταματήσει η προσπάθεια να παρουσιάζεται η πατριαρχική παρουσία ως «παρέμβαση».

Δεν είναι παρέμβαση το να υπάρχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο στα δικά του κανονικά Σταυροπήγια.

Παρέμβαση θα ήταν να υπερβεί κάποιος τα όρια που του θέτει ο νόμος. Αλλά άλλο αυτό και άλλο να ζητείται από το Φανάρι να συμπεριφέρεται σαν να μην έχει κανένα δικαίωμα.

Και κάτι ακόμη: η Σύνοδος δεν είναι διακοσμητική

Η δημόσια συζήτηση έχει πολλές φορές την τάση να προσωποποιεί τα πάντα. Ο ένας Μητροπολίτης. Ο άλλος Μητροπολίτης. Ο Πατριάρχης. Ο Ηγούμενος. Ο ένας παράγοντας. Ο άλλος παράγοντας.

Όμως ο νόμος δεν σχεδιάστηκε για να λειτουργεί ως προσωπικό πεδίο ανταγωνισμού. Έδωσε συγκεκριμένη αρμοδιότητα στη Σύνοδο. Και αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό: Η συνοδικότητα δεν μπορεί να αντικαθίσταται από τοπικούς ηγεμονισμούς.

Εάν υπάρχει πρόβλημα σε ένα Σταυροπήγιο, η λύση είναι η νόμιμη και συνοδική διαδικασία. Εάν υπάρχει διαχειριστικό ζήτημα, η λύση είναι ο έλεγχος. Εάν υπάρχει οικονομικό ή περιουσιακό ζήτημα, η λύση είναι η διαφάνεια και η δικαιοσύνη. Εάν υπάρχει εκκλησιολογική διαφωνία, η λύση είναι ο διάλογος και η κανονική τάξη.

Η λύση δεν είναι η δημιουργία ενός μικρού «ηγεμονικού» συστήματος γύρω από ένα Σταυροπήγιο. Και αυτό δεν είναι θεωρητικό.

Η ίδια η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης έχει επικαλεστεί το άρθρο 89 §2 στην υπόθεση της Αγίας Τριάδας Τζαγκαρόλων και έχει ανακοινώσει ότι, βάσει αυτού, προχώρησε σε νόμιμες ενέργειες ενώπιον των αρμοδίων αρχών.

Άρα η ίδια η πράξη επιβεβαιώνει κάτι θεμελιώδες: Το άρθρο 89 δεν είναι διακοσμητικό. Είναι ενεργό νομικό πλαίσιο.

Η μεγάλη παγίδα

Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να μετατραπεί μια διοικητική ή κανονική διαφωνία σε μάχη ταυτότητας: «Κρήτη εναντίον Φαναρίου».

Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Γιατί η Κρήτη δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην Κρήτη και στο Φανάρι. Η Κρήτη και το Φανάρι δεν είναι δύο ξένα στρατόπεδα. Η Εκκλησία Κρήτης είναι ιστορικά και κανονικά συνδεδεμένη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και τα Πατριαρχικά και Σταυροπηγιακά Μοναστήρια αποτελούν ακριβώς μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις αυτής της ιστορικής σχέσης.

Όποιος λοιπόν παρουσιάζει την παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κρήτη ως κάτι περίπου «εξωτερικό», κάνει μια πολύ επικίνδυνη αντιστροφή της ιστορίας. Μετατρέπει τη Μητέρα Εκκλησία σε «ξένη δύναμη».

Και αυτό δεν είναι απλώς άδικο. Είναι βαθιά επικίνδυνο για την ίδια την εκκλησιαστική συνείδηση της Κρήτης.

Το Φανάρι δεν χρειάζεται άδεια για να είναι Φανάρι

Ας το πούμε όσο πιο καθαρά γίνεται. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για να θυμάται ότι έχει κανονικά δικαιώματα στα Πατριαρχικά και Σταυροπηγιακά Μοναστήρια της Κρήτης. Το γράφει ο νόμος.

Δεν είναι προσωπική αξίωση του εκάστοτε Πατριάρχη. Δεν είναι «παρέμβαση του Φαναρίου». Δεν είναι «πολιτική επιρροή». Δεν είναι «ξένη διοίκηση». Είναι μέρος του ισχύοντος κανονικού και νομικού καθεστώτος.

Και όσοι πραγματικά σέβονται την Εκκλησία Κρήτης οφείλουν να σέβονται και τη σχέση της με τη Μητέρα Εκκλησία.

Η ώρα των καθαρών κουβέντων

Γι’ αυτό χρειάζονται πλέον καθαρές κουβέντες. Τα Σταυροπήγια δεν είναι τσιφλίκι κανενός. Δεν είναι προσωπικό βασίλειο κανενός Μητροπολίτη. Δεν είναι ιδιωτική ζώνη επιρροής κανενός εκκλησιαστικού παράγοντα. Δεν είναι πεδίο για προσωπικούς ανταγωνισμούς. Και δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται ως αφορμή για να καλλιεργείται η εντύπωση ότι η Κρήτη πρέπει να «απελευθερωθεί» από το Φανάρι.

Αν κάποιοι θέλουν μια διαφορετική εκκλησιολογική πραγματικότητα, ας έχουν το θάρρος να το πουν καθαρά. Αλλά τότε δεν μπορούν ταυτόχρονα να επικαλούνται τον ίδιο Καταστατικό Νόμο που διατηρεί απαραμείωτα τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δεν γίνεται να θέλουμε τον νόμο όταν μας προστατεύει και να τον ξεχνάμε όταν μας περιορίζει.

Και μια τελευταία προειδοποίηση

Η εποχή είναι εξαιρετικά κρίσιμη για την Ορθοδοξία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δέχεται εδώ και χρόνια σφοδρές επιθέσεις και αμφισβήτηση από δυνάμεις που θα ήθελαν να περιορίσουν τον ρόλο του στην παγκόσμια Ορθοδοξία. Σε αυτή την πραγματικότητα, κάθε εσωτερικό ρήγμα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη μέγιστη σοβαρότητα.

Δεν είναι ώρα για εκκλησιαστικούς μικροηγεμονισμούς. Δεν είναι ώρα για προσωπικές σημαίες. Δεν είναι ώρα για ανταγωνισμούς εξουσίας. Και ασφαλώς δεν είναι ώρα να δοθεί προς τα έξω η εικόνα μιας Εκκλησίας Κρήτης που αισθάνεται ότι πρέπει να «αμυνθεί» απέναντι στη Μητέρα Εκκλησία της. Γιατί αυτό θα ήταν το χειρότερο δυνατό μήνυμα.

Και θα δημιουργούσε μια εικόνα που θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν όλοι όσοι επιθυμούν να δουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδυναμωμένο και τις Ορθόδοξες Εκκλησίες διαιρεμένες.

Γι’ αυτό χρειάζεται σήμερα κάτι πολύ απλό: Σεβασμός στον νόμο. Σεβασμός στη Σύνοδο. Σεβασμός στην κανονική τάξη. Σεβασμός στην ιστορία. Και, πάνω απ’ όλα, σεβασμός στη Μητέρα Εκκλησία.

Η Κρήτη δεν έχει τίποτε να κερδίσει αν σηκώσει τείχος απέναντι στην Κωνσταντινούπολη. Έχει να χάσει πολλά. Γιατί η ισχύς της Εκκλησίας Κρήτης δεν βρίσκεται στην απομάκρυνσή της από το Φανάρι. Βρίσκεται ακριβώς στη διατήρηση της κανονικής, ιστορικής και εκκλησιαστικής της σχέσης μαζί του. Και τα Σταυροπήγια είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα αυτής της σχέσης.

Όποιος λοιπόν επιχειρεί να κάνει τη Μητέρα Εκκλησία «ξένη» στην Κρήτη, δεν υπερασπίζεται την Κρήτη. Παραχαράσσει την ίδια την εκκλησιαστική της ταυτότητα.

Και κάποια στιγμή, η ιστορία θα ζητήσει από όλους να απαντήσουν: Όταν έπρεπε να προστατευθεί η κανονική τάξη, ποιοι την υπερασπίστηκαν και ποιοι επιχείρησαν να την προσαρμόσουν στα μέτρα τους;

Δεν υπάρχουν σχόλια: