e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Αρχιερατική Προηγιασμένη Λειτουργία στο Μουζάκι Ζακύνθου

Εσπέρας 13ης  Απριλίου 2016, Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία στον Ι.Ν Αγίου Νικολάου Μουζακίου Ζακύνθου, χοροστατούντος του Σεβ. Μητροπολίτου Ζακύνθου κ.κ Διονυσίου Δ'.
Φωτογραφίες: Ευριδίκη Κοντογιάννη - Σπύρος Νέγκας




















































Το Περιοδικό «Θεολογία», με αφιέρωμα «Προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας»

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του περιοδικού Θεολογία (τόμος 86, τεύχος 4, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2015) το οποίο περιλαμβάνει τα κείμενα του πρώτου μέρους του αφιερώματος «Προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας». 

Στο Προλογικό με τίτλο «Ενότητα μέσα στην ποικιλία. Η συνοδικότητα ως τρόπος ζωής και έκφρασης της Εκκλησίας» ο Σταύρος Γιαγκάζογλου αναδεικνύει τη σημασία της συνοδικότητας ως ενότητας εν τη ποικιλία για την οργάνωση και τη ζωή της Εκκλησίας εν όψει μάλιστα της επικείμενης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. 

Στο πρώτο άρθρο του αφιερώματος με τίτλο «Η Αναγκαιότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων», ο Γεώργιος Μαρτζέλος εξετάζει τη σημασία της Συνόδου, η οποία καλείται να ανταποκριθεί στα αιτήματα των καιρών και να δώσει δυναμική μαρτυρία της θεανθρώπινης παρουσίας της στον σύγχρονο κόσμο. 

Ο π. Γρηγόριος Παπαθωμάς στο κείμενό του «Συνοδικός Θεσμός και Εκκλησιαστική Διοίκηση κατά την διάρκεια της Συνοδικής περιόδου μέχρι και την πατριαρχία του Μ. Φωτίου» αναδεικνύει ιστορικά από την οπτική του ιερών κανόνων τον οργανικό δεσμό μεταξύ συνοδικού θεσμού και εκκλησιαστικής διοίκησης. 

Η Δέσπω Λιάλιου στο άρθρο της με τίτλο «Η οικουμενικότητα μιας συνόδου της Εκκλησίας» διερευνά από ιστορική σκοπιά την ανάδειξη και τη σημασία της οικουμενικής συνόδου.

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης στο άρθρο του «’Η λειτουργία της ομοφωνίας και η ποιητική της ενότητας’. Κριτικός σχολιασμός των κατανοήσεων της μεθόδου λήψης αποφάσεων τόσο κατά το προκαταρκτικό όσο και κατά το τελικό στάδιο της συνόδου» εξετάζει κριτικά τις πρακτικές και άλλες δυσκολίες του τρόπου λήψης αποφάσεων (ομοφωνία, κάθε Εκκλησία έχει μια φωνή) στην επικείμενη Σύνοδο. 

Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββάτος) στο άρθρο του με τίτλο «Αι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τας λοιπάς Χριστιανικάς Εκκλησίας και Ομολογίας επί τη βάσει των πανορθοδόξων αποφάσεων» διερευνά τη διαδικασία αναθεώρησης και επικαιροποίησης των σχετικών κειμένων που αφορούν τη σχέση της Ορθοδοξίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο και με την Οικουμενική Κίνηση, αφού πρώτα περιγράψει το περιεχόμενό τους.

Ο Στυλιανός Τσομπανίδης με το κείμενό του «Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση. Μια εκκλησιολογική προσέγγιση καθ’ οδόν προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο», εξετάζει την εκκλησιολογική  στάση και τη θέση της Ορθοδοξίας στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κίνησης, όπως αποτυπώνεται στα επίσημα σχετικά κείμενα, τονίζοντας την ανάγκη η Ορθοδοξία να προσδιορίσει πιο οριστικά τη θέση της στο πλαίσιο του οικουμενικού διαλόγου, στην προοπτική του διαλόγου με τον άλλον. 

Ο Δημήτριος Κεραμιδάς στο μελέτημά του «Ορθοδοξία, Πανορθόδοξη Σύνοδος και Χριστιανική Ενότητα» εξετάζει την επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο όχι ως απομονωμένη έκφραση από τη σύγχρονη εκκλησιαστική πραγματικότητα αλλά στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ολόκληρης της προσυνοδικής πορείας της Ορθοδοξίας, διερευνώντας τις εκκλησιολογικές και θεολογικές προϋποθέσεις της συμμετοχής της στην οικουμενική κίνηση. 

Ο Χρήστος Τσιρώνης στο κείμενό του «Το παγκόσμιο και το τοπικό, ο άνθρωπος και η Οικουμένη. Ένα σημείωμα Κοινωνικής Θεωρίας για την Ορθόδοξη Εκκλησία στον σύγχρονο κόσμο», εξετάζει τα κοινωνικά χαρακτηριστικά και τις σχετικές φάσεις εμπέδωσης της παγκοσμιοποίησης, και τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η Ορθόδοξη Εκκλησία στο πλαίσιο αυτό σε διορθόδοξο, διαχριστιανικό και ευρύτερα κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο.

Η Βασιλική Σταθοκώστα στο κείμενό της «Ορθόδοξη Εκκλησία και σύγχρονες προκλήσεις: Η γυναίκα στην Εκκλησία και τον κόσμο σήμερα», επικεντρώνεται στο ιδιαίτερα ακανθώδες αυτό ζήτημα, μελετώντας τους τρόπους με τους οποίους αντιμετώπισε το γυναικείο ζήτημα η Ορθοδοξία στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης, στη σχέση της με τον κόσμο, επιχειρώντας να διατυπώσει ορισμένες σκέψεις για το πώς η Εκκλησία θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην ανάγκη στήριξης των γυναικών. 

Ο Μιλτιάδης Κωνσταντίνου στο κείμενό του με τίτλο «Βιβλικές προϋποθέσεις αντιμετώπισης του οικολογικού προβλήματος» αποπειράται μια αναμέτρηση με ένα από τα πλέον κρίσιμα προβλήματα της ανθρωπότητας με αφετηρία τη βιβλική θεώρηση της σχέσης Θεού – ανθρώπου – κόσμου. 

Ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος (Χατζηνικολάου) στο άρθρο του «Η Ορθόδοξη Εκκλησία και τα Ζητήματα της Βιοηθικής» αποπειράται να δώσει το περίγραμμα της πνευματικής βιοηθικής από την οπτική της ορθόδοξης θεολογίας, αναδεικνύοντας την ανάγκη να υπάρξει πανορθόδοξο ενδιαφέρον σε ότι αφορά τα ζητήματα της ανθρωπολογίας. 

Ο Κωνσταντίνος Κωτσιόπουλος στο άρθρο του «Η Ευρωπαϊκή αρχή της Επικουρικότητας και το Ορθόδοξο Αυτοκέφαλο» διερευνά τη σχέση και σε ορισμένο βαθμό αντιστοιχία μεταξύ της αρχής αυτής που ρυθμίζει την πολιτική οργάνωση των σχέσεων των χωρών μελών της Ε.Ε. και του εκκλησιαστικού αυτοκεφάλου ως θεσμού οργάνωσης των σχέσεων των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών μεταξύ τους και με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Δημήτριος Νικολακάκης στο κείμενό του «Το Αυτοκέφαλον και το Αυτόνομον στην πορεία προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας» εξετάζει δυο εκ των πλέον βασικών θεμάτων της Συνόδου, καθώς επίσης και τον τρόπο ανακήρυξής τους. 

Στο κείμενο που ακολουθεί με τίτλο «Η νηστεία κατά τις Προσυνοδικές Συζητήσεις», ο Παναγιώτης Σκαλτσής εξετάζει το ζήτημα της νηστείας, όπως αυτό τυγχάνει επεξεργασίας στα κείμενα της προσυνοδικής διαδικασίας. 

Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου στο άρθρο του «Μια αγνοημένη πτυχή της πραγματικότητας: Η αφρικανική χριστιανική ιεραποστολή προς την Ευρώπη» επιχειρεί να αναδείξει το φαινόμενο της «αντίστροφης ιεραποστολής» όπου χριστιανοί μετανάστες από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, επιδεικνύουν ιεραποστολικό ζήλο να κηρύξουν το ευαγγέλιο σε περιοχές της Δύσης, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό τείνουν να αποχριστιανοποιηθούν.

Στη στήλη Ιδιόμελα δημοσιεύεται το κείμενο του Χρήστου Γιανναρά με τίτλο «Οντολογίας αμφιλεγόμενα (διάλογος με τον Διονύση Σκλήρη)», όπου ο συγγραφέας αποπειράται απάντηση σε κριτική παρουσίαση βιβλίου του σε προηγούμενο τεύχος του περιοδικού. 

Τὸ τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ συμπληρώνεται μὲ τὶς πλούσιες μόνιμες στῆλες του. Τά «Θεολογικὰ Χρονικά», ὅπου περιλαμβάνονται ἀναφορὲς σὲ ἐπιστημονικὰ συνέδρια, θεολογικὰ γεγονότα, ἀνακοινωθέντα καὶ πορίσματα συνοδικῶν συνδιασκέψεων, τά «Περιοδικὰ Ἀνάλεκτα», ὅπου γίνεται σύντομη ἐπισκόπηση τῶν ἑλληνικῶν καὶ ξένων θεολογικῶν περιοδικῶν, τό «Βιβλιοστάσιον», ὅπου δημοσιεύονται βιβλιοκριτικὰ δοκίμια καὶ παρουσιάσεις θεολογικῶν μονογραφιῶν, βιβλίων καὶ λοιπῶν ἐκδόσεων καί, τέλος, τό «Ἀναλόγιον», ὅπου δημοσιεύεται ἐνημερωτικὸ δελτίο πρόσφατων θεολογικῶν ἐκδόσεων. 

Τὸ ἑπόμενο πρώτο τεύχος του 2016, με τα κείμενα του δεύτερου μέρους του σχετικού αφιερώματος για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, θα κυκλοφορήσει στις αρχές του Ιουνίου.

Το ταξίδι του Οικουμενικού Πατριάρχου στην Ίμβρο (8-11.5.2016)




















Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης ἡμῶν, ἐπεσκέφθη μεταξύ 8ης καί 11ης Ἀπριλίου 2016 τήν γενέθλιον νῆσον Αὐτοῦ Ἴμβρον, ἔνθα ἐτέλεσε τά Θυρανοίξια τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ χωρίου Ἅγιοι Θεόδωροι, ἀνακαινισθέντος ριζικῶς τῇ μερίμνῃ τοῦ οἰκείου Ποιμενάρχου, πρός ἀποκατάστασιν τῶν προκληθεισῶν ἐν αὐτῷ ζημιῶν ἐκ τοῦ πρό διετίας (24/05/2014) ἐπισυμβάντος εἰς τήν νῆσον σεισμοῦ.

Ἀφιχθείς εἰς Ἴμβρον τήν Παρασκευήν, 8ην Ἀπριλίου, ὁ Πατριάρχης, μετά τῆς συνοδείας Του, ὑπηντήθη ἐν τῷ λιμένι Ἅγιος Κήρυκος μετ᾽ἐκδηλώσεων χαρᾶς καί τιμῆς ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἴμβρου καί Τενέδου κ. Κυρίλλου, τοῦ ἱεροῦ κλήρου τῆς Νήσου καί πλείστων κατοίκων αὐτῆς, ἀκολούθως δέ μετέβη εἰς τό Διοικητήριον πρός ἐθιμοτυπικήν ἐπίσκεψιν τοῦ Ἐπάρχου τῆς Νήσου Ἐντιμ. κ. Muhittin Gürel, μεθ’οὗ ἔσχεν ἐγκάρδιον ἐπικοινωνίαν, καί ηὐλόγησε τό ἐν συνεχείᾳ προφρόνως προσφερθέν ὑπό τοῦ Ποιμενάρχου ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς Ἱ. Μητροπόλεως γεῦμα.

Τό ἑσπέρας τῆς ἰδίας προσηυχήθη ὁμοῦ μετά τῶν Μητροπολιτῶν Ἴμβρου καί Σερρῶν ἐν τῷ Ἱ. Ναῷ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἀγριδίων κατά τήν Ἀκολουθίαν τῆς Δ΄ Στάσεως τῶν Χαιρετισμῶν πρός τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, χοροστατήσαντος τοῦ Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Ἁλικαρνασσοῦ, συμπροσευχομένων ἐπίσης τοῦ Ἐξοχ. Πρέσβεως κ. Εὐαγγέλου Σέκερη, Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Πόλει, μετά τῆς συζύγου, τῶν τέκνων καί συνεργατῶν αὐτοῦ, τοῦ Ἐντιμ. κ. Παύλου Σταματίδου, Προέδρου τῆς Ἰμβριακῆς Ἑνώσεως Μακεδονίας-Θράκης, καί τῶν Ἐκπαιδευτικῶν καί μαθητῶν τῶν Σχολῶν τῆς Νήσου ὑπό τόν Ἐλλογιμ. κ. Ἰωακείμ Καμπουρόπουλον, Λυκειάρχην.

Μετά τό πέρας τῆς Ἀκολουθίας ηὐλόγησε τήν φύτευσιν πέριξ τοῦ Ἱ. Ναοῦ δενδρυλλίων, προσφερθέντων μετά συγκινητικῆς ἀφιερώσεως ὑπό ἑνός ἑκάστου τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου καί Λυκείου, ὡς ταπεινόν ἀντιδωρον αὐτῶν πρός τόν Πατριάρχην, δι΄ὅσα Οὗτος προσέφερεν εἰς τήν γενέθλιον Αὐτοῦ νῆσον καί τήν παιδείαν αὐτῆς, τήν Ἐκκλησίαν καί ὅλην τήν ἀνθρωπότητα, κατά τήν διάρκειαν τῆς εἰκοσιπενταετοῦς εὐκλεοῦς Πατριαρχίας Του. Ἀκολούθως, ἐπεσκέφθη τό ἐν τῇ πλατείᾳ παραδοσιακόν καφενεῖον τοῦ χωρίου, διένειμεν ἀναμνηστικά δῶρα εἰς τούς μαθητάς καί ηὐχήθη εἰς τούς συμπατριώτας Του ἐπί τῇ ἐγγιζούσῃ ἑορτῇ τοῦ Πάσχα.

Τὁ ἑσπέρας τῆς ἑπομένης, 9ης ἰδίου, ὁ Πατριάρχης ἐτέλεσε τά θυρανοίξια τοῦ προαναφερθέντος Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τῇ συμμετοχῇ τῶν Ἱεραρχῶν, τοῦ Γεν. Προξένου τῆς Ἑλλάδος καί πλήθους κόσμου, ὑπερπληρώσαντος τόν ἐπιμελῶς ἐπισκευασθέντα εὐκτήριον τοῦτον οἶκον, τόν ὁποῖον ἀνήγειρε περί τά τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος ἡ εὐσέβεια τῶν Ἁγιοθωδωρητῶν διά νά στεγάσῃ τάς εὐχάς, τάς προσευχάς, τούς πόθους, τάς ἀγωνίας, τάς θλίψεις καί τάς χαράς τοῦ πιστοῦ καί εὐλαβοῦς λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἠκολούθησεν ὁ Ἑσπερινός, εἰς τό τέλος τοῦ ὁποίου προσεφώνησε τόν χοροστατήσαντα Πατριάρχην ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἴμβρου καί Τενέδου, ὅστις ἀνεφέρθη ἀφ’ἑνός, μέν, λεπτομερῶς, εἰς τά γενόμενα ἀνακαινιστικά ἔργα, ἀφ’ἑτέρου δέ εἰς τήν προσφοράν τῆς Α.Θ.Παναγιότητος πρός τήν Γενέτειραν Αὐτῆς, σεμνυνομένην διά τό ἄξιον τέκνον της. Ἀπήντησεν ὁ Πατριάρχης περιγράψας τήν μεγάλην ἀγάπην Του πρός τήν Ἴμβρον διά τῶν λόγων τοῦ Ἐλύτη: «Σ’ὅλους τούς τόπους κι’ἄν γυρνῶ, μόνον ἐσένα ἀγαπῶ» καί συγχαρείς τόν Ποιμενάρχην, τόν Ἱερατικῶς Προϊστάμενον π. Ἀστέριον καί ὅλους τούς συμβαλόντας εἰς τό ἱερόν ἔργον, παρουσιάσας δέ εἰς τό ἐκκλησίασμα διά θερμῶν λόγων τόν τε Σεβ. Μητροπολίτην Σερρῶν καί Νιγρίτης κ. Θεολόγον καί τόν κ. Γενικόν Πρόξενον μετά τῶν συνοδειῶν αὐτῶν.

Μετά τό πέρας τῆς Ἀκολουθίας ὁ Πατριάρχης ἐπεσκέφθη τήν Αἴθουσαν τοῦ «Συλλόγου Προστασίας, Ἀλληλεγγύης καί Βιωσίμου Ἀναπτύξεως τῆς Ἴμβρου» (Νηπιαγωγεῖόν ποτε τοῦ χωρίου), ἔνθα παρετέθη δεξίωσις ὑπό τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινότητος, ἐνῷ ἀκολούθως ηὐλόγησεν ἰδιωτικόν δεῖπνον.

Τήν πρωΐαν τῆς ἑπομένης, Κυριακῆς Δ’ Νηστειῶν, ὁ Παναγιώτατος παρέστη συμπροσευχόμενος  ἀπό τοῦ Ἱεροῦ Βήματος κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν, τήν ὁποίαν ἐτέλεσεν ἐν τῷ αὐτῷ Ἱ. Ναῷ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Σερρῶν καί Νιγρίτης, συλλειτουργησάντων αὐτῷ τῶν Πανοσιολ. Ἀρχιμ. κ. Ἀνθίμου Ρεγγίδου καί Αἰδεσιμ. Πρεσβυτέρου κ. Ἀστερίου Ὀκουμούση. Ὁ λειτουργός Ἀρχιερεύς κηρύττων τόν Θεῖον Λόγον ἀνέπτυξεν ἐμπεριστατωμένως τό νόημα τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς τῆς ἡμέρας, ἐξάρας τάς ἀρετάς τῆς πίστεως, τῆς ἀνθρωπιᾶς καί τῆς σταυροαναστασίμου ἐλπίδος ὡς διαχρονικῶν στοιχείων τῆς ἰδιαιτέρας ταυτότητος, τῆς ἱστορίας καί τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Γένους ἡμῶν. Ὡμίλησεν, ἐπίσης, ὁ Πατριάρχης, ὁ Ὁποῖος ηὐχαρίστησε τόν ἅγιον Σερρῶν καί ἐζήτησε τάς προσευχάς τῶν πιστῶν διά τήν ἐπικειμένην συνάντησιν τοῦ Πάπα, τοῦ Ἰδίου καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ἐν Λέσβῳ μετά τῶν προσφύγων, ὡς καί διά τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον.

Μετά τήν ἀπόλυσιν, ὁ Πατριάρχης κατηυθύνθη εἰς τό παρακείμενον Κοιμητήριον τοῦ χωρίου, ἔνθα ἀνέγνω πρό τοῦ τάφου τῆς ἀειμνήστου ἀναδόχου αὐτοῦ Χρυσάνθης Κουκούζη Τρισάγιον ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν ἀοιδίμων Ἀρχιεπισκόπων Ἀθηνῶν Σεραφείμ καί Χριστοδούλου, Μητροπολίτου Σερρῶν καί Νιγρίτης Ἀποστόλου τοῦ Ἰμβρίου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς Ἰακώβου (ἐπί τῇ ἐπετείῳ τῆς κοιμήσεως αὐτοῦ), τῶν θεοφιλῶς διαποιμανάντων τήν θεόσωστον Ἐπαρχίαν Ἴμβρου καί Τενέδου μακαριστῶν Μητροπολιτῶν Ἰακώβου, Μελίτωνος, Νικολάου καί Φωτίου, καθώς καί τῶν ἱερέων Ἀστερίου καί Γεωργίου, διακονησάντων ἐπί μακράν σειράν ἐτῶν ἐν Ἁγίοις Θεοδώροις.

Κατά τήν διάρκειαν τῆς παραμονῆς Του ἐν Ἴμβρῳ ὁ Πατριάρχης ἐπεσκέφθη, ὁμοῦ μετά τῶν ἐξ Ἑλλάδος φιλοξενουμένων Αὐτοῦ, τόν Ἱ. Ναόν Ἁγίας Μαρίνης Κάστρου, ἐξωκκλήσια τῆς νήσου, τήν οἰκίαν τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς κυροῦ Ἰακώβου καί τό Μουσεῖον «Πατριάρχου Βαρθολομαίου», ἐνῷ τήν μεσημβρίαν τῆς Κυριακῆς παρέθεσεν ἰδιωτικῶς γεῦμα πρός τιμήν τοῦ κ. Ἐπάρχου καί τῆς συζύγου αὐτοῦ. Εἰς τήν Πόλιν ἐπέστρεψε τό ἑσπέρας τῆς ἑπομένης, 11ης ἰδίου.

«ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΟΥ, ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ ΚΑΙ ΙΕΡΩΝΥΜΟ» Πάπας: Θα πάω στη Λέσβο για να εκφράσω αλληλεγγύη

ΕΘΝΟΣ On Line 


«Θα μεταβώ στη Λέσβο για να εκφράσω αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, αλλά και στους κατοίκους του νησιού και σε όλον τον ελληνικό λαό» τόνισε, σήμερα, απευθυνόμενος στους πιστούς, στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, ο πάπας Φραγκίσκος.

«Το Σάββατο θα μεταβώ στο νησί της Λέσβου, από το οποίο, τους περασμένους μήνες, πέρασε πολύ μεγάλος αριθμός προσφύγων. Θα μεταβώ εκεί με τους αδελφούς μου, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, για να εκφράσω αλληλεγγύη τόσο στους πρόσφυγες, όσο και στους πολίτες της Λέσβου και σε όλον τον ελληνικό λαό, που ήταν τόσο γενναιόδωρος με την υποδοχή που επιφύλαξε.
Ζητώ να με συνοδεύσετε με την προσευχή, επικαλούμενοι τη δύναμη και το φως του Αγίου Πνεύματος και τη μητρική διαμεσολάβηση της Παρθένου Μαρίας» δήλωσε ο ποντίφικας.

«Η Ευρώπη έχει μεγάλη ευθύνη» | Αρχιεπίσκοπος: Η επίσκεψη του Πάπα στέλνει ηχηρό μήνυμα

Αθήνα

Ως μία «συμβολική παρουσία» που στέλνει «ένα πολύ ηχηρό μήνυμα προς τα έθνη και τους ηγέτες τους να αναλάβουν τις ευθύνες τους» για ξεπεραστεί το προσφυγικό χαρακτηρίζει ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος την επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου το Σάββατο στη Λέσβο.

Σε δήλωσή του στο Έθνος, ο Αρχιεπίσκοπος τονίζει πως «επειδή υπάρχουν οι διαιρέσεις, οι δογματικές διαφορές που χωρίζουν τον κόσμο του Χριστιανισμού σε Ορθόδοξη και Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και επειδή οι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι και θέλουν αίμα, σκάνδαλα και φασαρίες, έπρεπε να προσέξουμε να είναι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνες αυτές οι πράξεις και οι ενέργειες. Να μην είναι ένα ταξίδι φιγούρας και μεγαλοπρεπών επισκέψεων. Να είναι ένα λιτό ταξίδι».

Σημειώνει, επίσης, ότι «η πατρίδα μας είναι σε πολύ δύσκολη θέση. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε τα δικά μας προβλήματα, την οικονομική πορεία της χώρας, την ανάπτυξη, η οποία είναι σχεδόν μηδαμινή και σαν να μην έφτανε αυτό, αυτή τη στιγμή πρέπει να διαχειριστούμε και το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα. Είναι δύσκολα προβλήματα. Θα περίμενε κανείς η Ευρώπη να είναι πιο ευαισθητοποιημένη πάνω σ' αυτό το θέμα γιατί έχει και μεγάλη ευθύνη για όλα αυτά που γίνονται».

Πηγή: news.in.gr

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Το αφιέρωμα στους Ρώσους διανοούμενους της Διασποράς (20ός αιώνας) [πλήρες video]



Πραγματοποιήθηκε την Τρίτη, 12 Απριλίου 2016, στον Πολυχώρο ΑΙΤΙΟΝ, το αφιέρωμα στους Ρώσους διανοούμενους της Διασποράς (20ός αιώνας), με τον γενικό τίτλο: «Ρωσική Διασπορά – Από το μαρτύριο στη μαρτυρία», που διοργάνωσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ (υπεύθυνος: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος).  

Πτυχές του θέματος ανέπτυξαν οι:
- Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, δημοσιογράφος-μεταφραστής: «Η μεγάλη φυγή. Η απέλαση των Ρώσων διανοουμένων το 1921 και η πρώτη γενιά της Ρωσικής Διασποράς». Ο ομιλητής αναφέρθηκε σε ένα άγνωστο θέμα στην Ελλάδα, με στοιχεία - ντοκουμέντα από τα αρχεία που αποχαρακτηρίστηκαν στις αρχές του 2000. 
- Δημήτρης Μπαλτάς, δρ Φιλοσοφίας: «Η φιλοσοφική παραγωγή των Ρώσων της Διασποράς». Ολόκληρη η ομιλία παρατίθεται στη συνέχεια. 
- Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, θεολόγος: «Οι θεολόγοι Ρώσοι της Διασποράς και η επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδοξίας».

Μετά από κάθε εισήγηση ακολούθησε συζήτηση με τους παρευρισκόμενους, η οποία ήταν πραγματικά ουσιαστική. Ανάμεσα σε αυτούς που έκαναν παρεμβάσεις ήταν ο π. Πέτρος Μινώπετρος, ο π. Ιωάννης Σαββάκης, ο επί σειρά ετών καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λομονόσωφ της Μόσχας Μιχάλης Πάτσης, η διευθύντρια της Ογκολογικής Κλινικής στο Νοσοκομείο Παίδων "Αγία Σοφία", Σοφία Πολυχρονοπούλου κ.α.

Παρόντες οι καθηγητές του Τμήματος Σλαβικών Σπουδών Όλγα Αλεξανδροπούλου και Φίλιππος Σοφούλης, ο δρ Φιλοσοφίας και συγγραφέας Φώτης Σχοινάς, ο νομικός και συγγραφέας Στέφανος Ευαγγελίδης, η διευθύντρια του Α' Αρσακείου Λυκείου Ψυχικού, φιλόλογος Αμαλία Μαυροειδή, ο γιατρός Κωνσταντίνος Μπογδανόπουλος κ.α.

Στην εκδήλωση προβλήθηκε και ένα βωβό βίντεο, των αρχών της δεκαετίας του 1930, κυρίως με πλάνα εξωτερικά, από το Ινστιτούτο Ορθόδοξης Θεολογίας του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι, στην οδό Κριμαίας, αρ. 93. Στο βίντεο ξενάγησε τους παρευρισκομένους ο Δημήτρης Μπαλτάς.




Η Εκκλησιαστική διάσταση της ουκρανικής τραγωδίας

Γράφει ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε φιλοσοφία στο Κίεβο και Θεολογία στο Α.Π.Θ. Εργάστηκε για αρκετά χρόνια στην τεχνική εκπαίδευση και ακόμη περισσότερα ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά. Έχει μεταφράσει δεκάδες βιβλία Ρώσων συγγραφέων, ποιητών και στοχαστών. Σήμερα είναι αρχισυντάκτης στο ραδιοφωνικό σταθμό "Αθήνα 9.84 FM", υπεύθυνος για τις εκπομπές που απευθύνονται στις μεταναστευτικές κοινότητες της πόλης. Ζει στο Μεταξουργείο, μια γειτονιά που του θυμίζει έντονα την Τούμπα της γενέθλιας πόλης του, Θεσσαλονίκης.]


Όπως η Γεωργία του Καυκάσου είναι η μεθόριος όπου σταμάτησε η προέλαση του Ισλάμ προς Δυσμάς, έτσι και η Ουκρανία είναι το σύνορο που χωρίζει τους ανατολικούς ορθόδοξους Σλάβους από τους δυτικούς καθολικούς.

Η τραγωδία που εκτυλίσσεται σήμερα στην πολύπαθη χώρα της Ουκρανίας, έχει βαθιές ρίζες και αίτια που χάνονται στα βάθη των αιώνων και που έγιναν αντικείμενο γεωστρατηγικής επεξεργασίας και αξιοποίησης σε ένα παιχνίδι επιρροής και επιβολής με τρεις βασικούς παίκτες: την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Ρωσία και της ΗΠΑ.

Για να γίνει κατανοητός ο διχασμός που παρατηρείται στον ουκρανικό πληθυσμό, διχασμός που αφορά, κυρίως, στην εθνική αυτοσυνείδησή του, θα πρέπει ο αναγνώστης να λάβει υπόψη του την εκκλησιαστική διάσταση του προβλήματος και το ρόλο που διαδραμάτισε και διαδραματίζει η θρησκευτική πίστη στην εσωτερική πολιτική της Ουκρανίας.

Στις γραμμές που ακολουθούν γίνεται μια προσπάθεια συνοπτικής παρουσίασης του εκκλησιαστικού περιβάλλοντος στην Ουκρανία. Η πανσπερμία των ιερών καθιδρυμάτων, ο ολοένα και εντεινόμενος ανταγωνισμός μεταξύ τους, οι έξωθεν εκκλησιαστικές και πολιτικές επιρροές, καθώς και η περίεργη πολλές φορές σύμπτωση, ιδίως από το 2000 και εντεύθεν, μεγάλων εκκλησιαστικών γεγονότων με τις πολιτικές αναταράξεις, είναι τα σημεία στο οποία επικεντρώθηκα. Ωστόσο, απέφυγα τη διατύπωση συμπερασμάτων, τα οποία θα μπορούσαν να θίξουν το θρησκευτικό συναίσθημα συνανθρώπων μας. Ο παρατηρητικός αναγνώστης μπορεί να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και χωρίς τη δική μου παρέμβαση.

* * *

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η ανεξαρτησία της Ουκρανίας το 1991 προκάλεσαν τεκτονικού χαρακτήρα αλλαγές στο εκκλησιαστικό τοπίο της χώρας. Μέχρι τότε η πολιτική του ΚΚΣΕ έναντι των θρησκειών ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε και πολύ μεγάλη ελευθερία κινήσεων στους εκκλησιαστικούς παράγοντες, ενώ είναι γνωστό ότι τις πρώτες δεκαετίες μετά το 1917, η Εκκλησία και οι ιερείς βρίσκονταν υπό την διαρκή έλεγχο, αλλά και διωγμούς του καθεστώτος. Τα πράγματα χαλάρωσαν μετά το θάνατο του Ι.Β. Στάλιν, η εχθρότητα όμως του καθεστώτος απέναντι στη θρησκευτική πίστη και τις διάφορες εκκλησίες παρέμεινε μέχρι την κατάρρευση του το 1990.

Ποιες και πόσες εκκλησίες υπάρχουν σήμερα στην Ουκρανία;


Η Ορθόδοξη εκπροσώπηση

Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (του Πατριαρχείου της Μόσχας). Πρόκειται για ιερό καθίδρυμα της πνευματικής δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου της Μόσχας. Σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία απολαμβάνει το αυτοδιοίκητό της με διευρυμένα δικαιώματα αυτονομίας και βρίσκεται σε κανονική ευχαριστιακή κοινωνία με όλες τις τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (του Πατριαρχείου της Μόσχας) είναι το μεγαλύτερο ιερό καθίδρυμα της χώρας αυτής ως προς τον αριθμό των ενοριών και των ιερέων, από δε τους κατοίκους θεωρείται είτε πρώτο είτε δεύτερο ως προς τον αριθμό των πιστών, σύμφωνα με τις έρευνες για το θρησκευτικό αυτοπροσδιορισμό των κατοίκων.

Όπως και όλα τα υπόλοιπα ιερά καθιδρύματα της Ουκρανίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία (του Πατριαρχείου της Μόσχας), σύμφωνα με το άρθρο Νο 7 του νόμου «Περί ελευθερίας της συνειδήσεως στις θρησκευτικές οργανώσεις» της 23ης Απριλίου 1991 Νο 987-ΧΙΙ, δεν έχει καταχωρηθεί επισήμως στα όργανα της κρατικής εξουσίας κεντρικά, αλλά έχει επισήμως καταχωρήσει όλες τις δομές και τα όργανα διοίκησης της ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα (βλέπε: κεφάλαιο 1 παράγραφος 6 του Καταστατικού Χάρτη της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας).

Το φθινόπωρο του 1989, μετά την κατάργηση του κρατικού ελέγχου επί της θρησκευτικής ζωής στην ΕΣΣΔ και σε σχέση με την άνοδο των εθνικιστικών – αποσχιστικών τάσεων στην Ουκρανική ΣΣΔ, η εκκλησιαστική και πολιτική κατάσταση στη χώρα επιδεινώθηκε γρήγορα. Συγκεκριμένα, ένα μέρος του κλήρου και των πιστών της Ουκρανικής Εξαρχίας θέλησε να απομακρυνθεί από την πνευματική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Μόσχας. Επιστολές κληρικών των δυτικών περιοχών εστάλησαν στον Πατριάρχη Ποιμένα και στον μητροπολίτη Κιέβου Φιλάρετου ζητώντας την ανακήρυξη Αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Η αρχιερατική σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 30- 31 Ιανουαρίου 1990 υιοθέτησε την απόφαση «Περί Εξαρχιών», η οποία παρείχε διευρυμένα δικαιώματα αυτοδιοίκησης στις εκκλησίες της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, καθώς και το δικαίωμα να αποκαλούνται Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας και Ορθόδοξη Εκκλησία της Λευκορωσίας.

Στις 9 Ιουλίου 1990 στο Κίεβο στη συνεδρίαση της Ουκρανικής επισκοπής εξετάστηκε η κατάσταση και διαπιστώθηκε ότι στις δυτικές επαρχίες επιδεινώθηκε η θρησκευτική διελκυστίνδα μεταξύ των ορθοδόξων και των πιστών της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας (Ουνία). Η διαδικασία νομιμοποίησης της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας είχε, στο μεταξύ, μετατραπεί σε απηνή διωγμό των ορθοδόξων πιστών, με καταλήψεις ναών, εκδιώξεις ιερέων και επισκόπων, ξυλοδαρμούς κ.α. Πολλοί πιστοί για να γλιτώσουν προσχωρούσαν στην Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι, οι επίσκοποι της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας απευθύνθηκαν με ψήφισμα τους στον Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών και στην Ιερά Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας προτείνοντας να ενισχύσουν με διαφόρους τρόπους το κύρος των ιερέων και των επισκόπων, με στόχο να σταματήσει η διαρροή πιστών προς τις σχισματικές Εκκλησίες. Η Ιερά Σύνοδος της Ουκρανικής Εξαρχίας ενέκρινε το ψήφισμα αυτό, το δε Πατριαρχείο της Μόσχας αποφάσισε να το εξετάσει κατά την έκτακτη Αρχιερατική Σύνοδο, η οποία έλαβε χώρα στις 25 – 27 Οκτωβρίου 1990 υπό την προεδρία του Πατριάρχη Αλέξιου στην έδρα της Συνόδου, στη μονή του αγίου Δανιήλ, όπου συμμετείχαν 91 ιεράρχες της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Κι εκεί που θα νόμιζε κανείς πως τα πράγματα έχουν ομαλοποιηθεί και οι σχέσεις μεταξύ των δύο Εκκλησιών βρίσκονται σε καλό σημείο, δύο χρόνια αργότερα, στις 7 Απριλίου 1992, στη γιορτή του Ευαγγελισμού, μετά τη λειτουργία στον καθεδρικό ναό του Αγίου Βλαδίμηρου στο Κίεβο, ο Φιλάρετος ανακοίνωσε την άρνηση του να αποχωρήσει από τη θέση του προκαθήμενου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως είχε συμφωνηθεί. Ένα μήνα αργότερα, στις 6 και 7 Μαΐου 1992 στη Μόσχα συγκλήθηκε η διευρυμένη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην οποία συμμετείχαν και αρχιερείς της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, χωρίς όμως την παρουσία του Φιλάρετου, ο οποίος ήταν μόνιμο μέλος της Συνόδου και ασχολήθηκε με την κατάσταση όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά τις δημόσιες δηλώσεις του Φιλάρετου. Ο μητροπολίτης Χαρκόβου και Μποχοντουχόβσκ Νικόδημος, εκτελώντας τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου, συγκάλεσε και τέθηκε επικεφαλής της Συνόδου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και έστειλε επιστολή στο Φιλάρετο στις 14 Μαΐου παρακαλώντας τον να συγκαλέσει Αρχιερατική Σύνοδο «προς χάριν της ειρήνης της Εκκλησίας μας», αλλά δεν πήρε καμιά απάντηση. Στην Αρχιερατική Σύνοδο που ακολούθησε συμμετείχαν 17 αρχιερείς. Μετά την αλλαγή ορισμένων άρθρων του Καταστατικού Χάρτη της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που αφορούσαν στην τάξη εκλογής του προκαθημένου της, η διευρυμένη Ιερά Σύνοδος απέκτησε 7 μέλη, εκ των οποίων τα τέσσερα μόνιμα. Η Σύνοδο του Χαρκόβου, όπως έμεινε στην ιστορία, υιοθέτησε πρόταση δυσπιστίας προς τον μητροπολίτη Φιλάρετο, τον καθαίρεσε από την μητροπολιτική έδρα του Κιέβου, από τη θέση του προκαθήμενου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Σύνοδος διεξήχθη απόντας του Φιλαρέτου, ο οποίος αρνήθηκε να λάβει μέρος, αγνοώντας τις επανειλημμένες προσκλήσεις που του εστάλησαν. Μετά από αυτό, και βάσει του Κεφαλαίου V, άρθρα 12 και 13 του Καταστατικού Χάρτη της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εξελέγη ο νέος της προκαθήμενος Βλαδίμηρος (Σαμποντάν).

Σήμερα η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο της Μόσχας) θεωρεί πως είναι συνέχεια της Μητρόπολης Κιέβου της πρώην Ουκρανικής Εξαρχίας της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι μια αυτόνομη Εκκλησία της Ορθοδοξίας. Η Αρχιερατική Σύνοδος του 2000 θεώρησε αναγκαία την επίτευξη ομοφωνίας στο ζήτημα της αυτονομίας αλλά και την υπέρβαση του σχίσματος προς το καλό των πιστών και της ίδιας της Εκκλησίας. Ωστόσο, ο προκαθήμενος της εκλέγεται από την τοπική σύνοδο των επισκόπων και ευλογείται από τον Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών. Οι επίσκοποι της Ουκρανίας συμμετέχουν στις τοπικές συνόδους της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά και στην εκλογή του Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών.

Τα όργανα διοίκησης της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι: η Σύνοδος, η Σύνοδος των επισκόπων (Αρχιερατική σύνοδος) και Ιερά Σύνοδος υπό την προεδρία του μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας.

Σύμφωνα με δικά της επίσημα στοιχεία, όπως παρατέθηκαν στην Αρχιερατική Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του 2008, η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελείται από 43 επαρχίες, τις οποίες διοικούν 54 αρχιερείς (εκ των οποίων οι 11 είναι τιτουλάριοι) και αριθμεί περίπου 10.900 ενορίες. Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει 8.962 ιερωμένους από τους οποίους οι 8.517 είναι ιερείς και 445 διάκονοι. Διαθέτει επίσης 20 εκπαιδευτικά ιδρύματα: μία θεολογική ακαδημία, 7 θεολογικά σεμινάρια και 12 σχολές, 3.850 κατηχητικά σχολεία, 4.650 μοναχούς σε 175 μονές, από τις οποίες οι 85 είναι για άντρες και οι 90 για γυναίκες. Με εξαίρεση της τρεις περιοχές της Γαλικίας (Δυτική Ουκρανία: Λφοβ, Ιβάνο – Φρανκό, Τερνόπολ), η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (του Πατριαρχείο της Μόσχας) είναι η κυρίαρχη ομολογία πίστεως σε όλη την επικράτεια της χώρας.


Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου του Κιέβου, γνωστή και ως Πατριαρχείο του Κιέβου. Πρόκειται για μη κανονική τοπική αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η ίδρυση της ανάγεται το 1992 ως αποτέλεσμα της δράσης ενός μέρους των ιεραρχών της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίοι επέμεναν στην πλήρη αυτοτέλεια της από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, τους οποίους υποστήριζε η τότε ουκρανική πολιτική ηγεσία.

Η ιδρυτική σύνοδος διεξήχθη στις 25 και 26 Ιουνίου 1992 στην πόλη του Κιέβου. Το Πατριαρχείο του Κιέβου δεν το αναγνωρίζει καμία άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία του κόσμου. Διατηρεί ευχαριστιακή κοινωνία με μια σειρά άλλων μη κανονικών εκκλησιών. Τα μυστήρια του Πατριαρχείου του Κιέβου αναγνωρίζονται από την Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία και την Ρωμαιοκαθολική. Οι πιστοί του Πατριαρχείο του Κιέβου θεωρούν πως η ιστορία του ξεκινάει με την Μητρόπολη του Κιέβου, η οποία βρισκόταν υπό την δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, απορρίπτοντας τη νομιμότητα της μεταβίβασής της υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Μόσχας το 1686.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με αφορμή της πολιτική της περεστρόικα και της γενικότερης φιλελευθεροποίησης του σοβιετικού καθεστώτος επί Γκορμπατσόφ, ιδιαίτερα στις δυτικές επαρχίες της Ουκρανίας παρατηρήθηκε το φαινόμενο της μαζικής προσχώρησης ιερέων και πιστών στην Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία και στην Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία. Είναι η περίοδος όπου οι πιστοί της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας υπόκεινται διωγμούς, με αποτέλεσμα να διαλυθούν σχεδόν όλες οι ενορίες της. Είναι η εποχή όπου Η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία και η Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία υφαρπάζουν όλα σχεδόν τα περιουσιακά στοιχεία, τους ναούς, τα μοναστήρια, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η ρήξη μεταξύ των ορθοδόξων και η ενίσχυση της Ουνίας, η αρχιερατική σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 30 και 31 Ιανουαρίου 1990 αποφάσισε την παροχή ευρείας αυτονομίας στην Ουκρανική και τη Λευκορωσική Εξαρχία, οι οποίες έλαβαν γενναία οικονομική ανεξαρτησία, το δικαίωμα να ονομάζονται Ουκρανική και Λευκορωσική Ορθόδοξη Εκκλησίες, να έχουν τις δικές τους Συνόδους, στις οποίες μεταφέρθηκαν οι δικαστικές, νομοθετικές και εκτελεστικές εξουσίες.

Μοιραίος όμως είναι ο ρόλος του μητροπολίτη Κιέβου και Γαλικίας Φιλάρετου (Ντενισένκο), οποίος επί 25 έτη κατείχε τη θέση του Έξαρχου της Ουκρανίας. Ο Φιλάρετος, γνωστός για τις σχέσεις του με την KGB στα χρόνια της ΕΣΣΔ άρχισε να διοικεί την Εκκλησία με τρόπο αυταρχικό και αυθαίρετο, πράγμα που συκοφάντησε την Ορθοδοξία στα μάτια των κατοίκων των δυτικών περιοχών της Ουκρανίας. Αυτή ήταν μια από τις βασικές αιτίες για τις αποσχιστικές τάσεις από το Πατριαρχείο της Μόσχας που αναπτύχθηκαν με ραγδαίο ρυθμό μεταξύ των κληρικών και των πιστών. Υπάρχει και μια άλλη διάσταση όμως που θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας: μετά το θάνατο του Πατριάρχη Ποιμένα, ο Φιλάρετος ήταν τοποτηρητής του πατριαρχικού θρόνου, έβαλε υποψηφιότητα για να εκλεγεί πατριάρχης, έχασε όμως την εκλογή κατά τη Τοπική Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς ο μητροπολίτης Φιλάρετος με το πρόσχημα της αναγκαίας ομαλοποίησης της εκκλησιαστικής ζωής στην Ουκρανία, επεδίωξε ακόμη μεγαλύτερη αυτονομία για την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησίας. Στις 9 Ιουλίου, οι ουκρανοί επίσκοποι με πρωτοβουλία του Φιλάρετου, υιοθέτησαν το «Διάγγελμα της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας για την ανεξαρτησία και την αυτοτέλεια στη διοίκησή της», σε Σύνοδο που συγκλήθηκε στο Κίεβο εξέλεξε τον Φιλάρετο προκαθήμενο της, ενώ στις 10 Ιουλίου η Σύνοδος της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αποφάσισε τη λήψη μέτρων που αποσκοπούσαν στη διεύρυνση της αυτονομίας της Ουκρανικής Εξαρχείας, με το πρόσχημα της ομαλοποίησης της εκκλησιαστικής ζωής στην Ουκρανία. Λόγω της κρισιμότητας του ζητήματος, αυτό συζητήθηκε στην Αρχιερατική Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 25 – 27 Οκτωβρίου 1990, η οποία κατήργησε τον τίτλο «Ουκρανική Εξαρχία» και παραχώρησε στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία την ανεξαρτησίας και την αυτοτέλεια της στη διοίκηση και αποφάσισε ότι ο προκαθήμενος της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας να εκλέγεται από τους ουκρανούς επισκόπους, να ευλογείται από τον Μακαριότατο Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών και να φέρει τον τίτλο Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας. Στις 28 Οκτωβρίου ο Πατριάρχης Αλέξιος ο Β’ έφτασε στο Κίεβο για να ανακοινώσει επισήμως την ανεξαρτησία της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ωστόσο η επίσημη πατριαρχική λειτουργίας στο ναό της Αγίας Σοφίας αμαυρώθηκε από την οργισμένη διαδήλωση που οργάνωσαν εθνικιστικές οργανώσεις. Στις 22 – 23 Νοεμβρίου 1990 στο Κίεβο συγκλήθηκε τοπική σύνοδος της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία υιοθέτησε το νέο Καταστατικό Χάρτη και ανακήρυξε την ανεξαρτησία και την αυτοτέλεια της.

Το 1992 ο Φιλάρετος ακολουθώντας μια πολιτική που θα τη ζήλευαν ακόμη και οι πιο έμπειροι βυζαντινοί δολοπλόκοι, καταφέρνει να αποσπάσει την υποστήριξη του τότε προέδρου της χώρας Κραβτσούκ και με αντικανονικές διαδικασίες να δημιουργήσει το δικό του προσωπικό «Πατριαρχείο». Σήμερα το αυτοαποκαλούμενο «Πατριαρχείο του Κιέβου» αναγνωρίζεται κυρίως από πιστούς που κατοικούν στις δυτικές περιοχές της Ουκρανίας, στη Γαλικία και τη Βολίν, καθώς επίσης και στις περιοχές του Κιέβου και των Τσερκάσι. Σε καμία από τις περιοχές της Ουκρανίας δεν έχει δεσπόζουσα θέση: στις δυτικές περιοχές κυριαρχεί η Ελληκοκαθολική Εκκλησία, στις νοτιοανατολικής η πλειοψηφία των πιστών ακολουθεί την κανονική Ορθόδοξη Εκκλησία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προέρχονται από την Ουκρανική Επιτροπή Εθνικοτήτων και Θρησκευμάτων, την 1η Ιανουαρίου 2010 στην Ουκρανία η Εκκλησία αυτή διαθέτει 4281 ενορίες, χωρισμένες σε 32 επαρχίες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησίας Πατριαρχείο του Κιέβου διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και της Εκκλησία της Ουνίας στην Ουκρανία.


Η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία, μη αναγνωρισμένη κανονικά ορθόδοξη εκκλησία της Ουκρανίας και της ουκρανικής διασποράς στη Βόρεια Αμερική και στη Δυτική Ευρώπη. Οι πιστοί της Εκκλησίας αυτής της Ουκρανία βρίσκονται συγκεντρωμένοι, κυρίως, στις περιοχές του Κιέβου, του Χάρκοφ, της Πολτάβας, της Οδησσού, του Τσερκάς, του Λβοφ, της Βίνιτσα, του Ιβάνο- Φρανκόφσκ και του Τερνίπολ. Προκαθήμενος από τις 14 Σεπτεμβρίου 2000 είναι ο Μεθόδιος (Κουντριακόφ) που φέρει τον τίτλο του Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας.

Η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία ιδρύθηκε μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 ως αποτέλεσμα του κινήματος για την απόσχιση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας από την κρατική εξουσία και τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το 1919 το Διευθυντήριο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουκρανίας με επικεφαλής τον Συμεών Πετλιούρα ανακήρυξε το αυτοκέφαλο της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Την 5η Μαΐου 1920 μια ομάδα ιερέων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και στελεχών του ουκρανικού εθνικιστικού κινήματος ανακήρυξαν το αυτοκέφαλο της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κανείς όμως από τους επίσκοπους δεν έλαβε μέρος. Συνεπώς ήταν αδύνατη η χειροτονία επισκόπων και ιερέων. Οι αναζητήσεις επίσκοπου που θα συμφωνούσε να γίνει μέλος της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξου Εκκλησίας συνεχίστηκαν μέχρι την 30η Οκτωβρίου 1921 χωρίς επιτυχία. Τον Οκτώβριο του 1921 οι οπαδοί του Αυτοκέφαλου συγκάλεσαν στο Κίεβο «Πανουκρανική σύνοδο του κλήρου και των λαϊκών», στην οποία δεν έλαβε μέρος κανένας από τους αρχιερείς της Ρωσικής Εκκλησίας. Η σύνοδος αυτή αποφάσισε πως μπορούν να γίνουν χειροτονίες χωρίς τη συμμετοχή επισκόπων.

Η Γενική Πολιτική Διεύθυνση[1] υποστήριξε το «Ανανεωτικό κίνημα» της Ρωσικής Εκκλησίας στη σύνοδο του 1923, η οποία και αναγνώρισε το αυτοκέφαλο της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ουκρανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Το 1930 όμως λόγω της νέας πολιτικής πραγματικότητας, η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία αποφάσισε την αυτοδιάλυσή της. Ο κλήρος της Εκκλησίας εξοντώθηκε σχεδόν ολοσχερώς, και μόνο ο επίσκοπος Ιωάννης (Τεοντορόβιτς) συνέχισε να λειτουργεί στον Καναδά και στις ΗΠΑ, όπου η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησίας είχε ιδρύσει με επιτυχία τη δική της εκκλησιαστική επαρχία.

Το 1942 η χειροτονία των ιερέων που είχε γίνει στη δεκαετία του 1920 επικυρώθηκε από τους ιεράρχες της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας (η χειροτονία των οποίων ανάγεται στην Πολωνική Ορθόδοξη Εκκλησία). Η Εκκλησία αποκαταστάθηκε στα κατεχόμενα από τους Γερμανούς Ναζί εδάφη της Ουκρανίας. Δεν έγιναν όμως άλλες χειροτονίες. Κατά την περίοδο της κατοχής της Ουκρανίας, τον Αύγουστο του 1941 ο μητροπολίτης Κιέβου Νικόλαος (Γιαρουσέβιτς) κατέφυγε στη Μόσχα. Επικεφαλής των εκκλησιαστικών δομών του Πατριαρχείου της Μόσχας στα εδάφη του Γ’ Ράιχ στην Ουκρανία αναγνωρίστηκε «ο πρεσβύτερος των ιεραρχών» αρχιεπίσκοπος Βολίνσκι, οποίος μέχρι το 1940 ήταν ιεράρχης της Πολωνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ταυτόχρονα ο μητροπολίτης Βαρσοβίας Διονύσιος (Βαλεντίνσκι) στις 24 Δεκεμβρίου 1941 διόρισε τον επίσκοπο Πολύκαρπο (Σικόρσκι) «προσωρινό διοικητικό υπεύθυνο της Ορθόδοξης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας στις απελευθερωμένες περιοχές της Ουκρανίας». Στις 8 – 10 Φεβρουαρίου 1942 με την ευλογία του μητροπολίτη Διονυσίο στο Πινσκ διεξήχθη η «Σύνοδος των αυτοκέφαλων ουκρανών επισκόπων», οι οποίοι χειροτόνησαν άλλους τρεις αρχιερείς. Στις 4 Μαΐου 1943 η διοίκηση του Γ’ Ράιχ αναγνώρισε την Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία, στη συνέχεια όμως ήρε την υποστήριξή της, λόγω της ολοένα και διευρυνόμενης σχέσης των ιεραρχών της με τις ουκρανικές εθνικιστικές οργανώσεις.

Μετά την απελευθέρωση της Ουκρανίας από τον Κόκκινο Στρατό το 1944, η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία τέθηκε εκτός νόμου. Τον μοναδικό ιεράρχη της στα εδάφη της ΕΣΣΔ Θεόφιλο (Μπουλντόφσκι) τον συνέλαβαν το Νοέμβριο του 1944 και πέθανε στη φυλακή. Οι ενορίες της Εκκλησίας αυτής τέθηκαν υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Μόσχας, όπως και οι ενορίες της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας (Ουνία) μετά την «αυτοδιάλυσή» της το 1946. Η πλειοψηφία των επισκόπων της και πολλοί ιερείς κατέφυγαν στη Δυτική Ευρώπη, τις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Λατινική Αμερική και την Αυστραλία. Οι πιστοί της Εκκλησίας αυτής ήταν αποκλειστικά εμιγκρέδες καταγόμενοι κυρίως από τη Δυτική Ουκρανία.

Το 1989 η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία ξεκίνησε τη νόμιμη λειτουργία της στην Ουκρανική Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία. Τότε ήταν που προσχώρησε σε αυτήν ο εν αργία ευρισκόμενος επίσκοπος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Ιωάννης (Μπονταρτσούκ). Οι ιερείς και οι λαϊκοί όμως ανακήρυξαν προκαθήμενο τους τον μητροπολίτη Μστισλάβ (Σκιπνίκ). Το 1989 στη σύνοδο του Λβοφ – Πετροπάβλοσκ επισήμως ανακηρύχθηκε η αποκατάσταση της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στη σύνοδο του Κιέβου το 1990 υιοθετήθηκε ο νέος Καταστατικός Χάρτης της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας και ανακηρύχθηκε ο Μστισλάβ ως Πατριάρχης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας. Ωστόσο οι αρχές αρνήθηκαν να επιστρέψουν τους ναούς και την περιουσία αυτής της Εκκλησίας. Επισήμως, η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία καταχωρήθηκε ως ιερό καθίδρυμα το 195 και της παραχωρήθηκε ο ναός του Αγίου Ανδρέα στο Κίεβο.

Σύμφωνα με δικά της επίσημα στοιχεία το 2001 διέθετε 11 επαρχίες, 561 ενορίες και 404 ιερείς. Το 80% των ενοριτών της ανήκει στις τρεις περιοχές της Δυτικής Ουκρανίας (του Λβοφ, του Ιβάνο – Φρανκόφσκ και του Τερνίπολ). Το 2005 σύμφωνα με δικά της επίσημα στοιχεία πάντα, ο αριθμός των ενοριών της είχε φτάσει τις 1200 και ο αριθμός των ιερέων της ξεπερνούσε τους 700.


Η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία κανονική, είναι ένα μη κανονικό ιερό καθίδρυμα που δεν αναγνωρίζεται και δε βρίσκεται σε ευχαριστιακή επικοινωνία με τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες ανά τον κόσμο. Από την 18η Ιουλίου 2005, προκαθήμενος της είναι ο Μωυσής, με τον τίτλο του Πατριάρχη Κιέβου και πασών των Ρωσιών – Ουκρανίας.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου στα εδάφη της Διοίκησης του  Γ’ Ράιχ στην Ουκρανία επανιδρύθηκε η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία, το αυτοκέφαλο της οποίας αναγνώρισε ο Διονύσιος Βαλεντίνσκι, προκαθήμενος της Πολωνικής Ορδόδοξης Εκκλησίας, η οποία με τη σειρά της είχε δεχτεί την επικύρωση του δικού της αυτοκεφάλου το 1924 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο τον 7ο.

Το 1990, μετά τους εορτασμούς για τα 1000 χρόνια από τη Βάπτιση της Ρους του Κιέβου, εμφανίστηκε το κίνημα για να αναγέννηση του αυτοκέφαλου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο πρωθιεράς Ολέγκ Κούλικ πρωτοστάτησε σε αυτό το κίνημα, ιδρύοντας περίπου 200 ενορίες της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας, όντας εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του μητροπολίτη στις περιοχές του Χμελίνσκι, της Βίννιτσας και του Ζιτόμιρ.

Στις 5 και 6 Ιουνίου 1990 στο Κίεβο διεξήχθη η επονομαζόμενη «Πανουκρανική Ορθόδοξη σύνοδος» με τη συμμετοχή περισσοτέρων των 700 αντιπροσώπων από ολόκληρη την Ουκρανία. Ανάμεσα τους ήταν 7 επίσκοποι και πλέον των 200 ιερέων. Η σύνοδος επικύρωσε την ίδρυση της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας και εξέλεξε Πατριάρχη τον Μστισλάβ (Σκίπνικ). Στις 2 Οκτωβρίου η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία δηλώθηκε επισήμως στο κράτος και στις 18 του ίδιου μηνός έγινε η ενθρόνιση του Πατριάρχη στο ναό της Αγίας Σοφίας του Κιέβου.

Στις 11 Ιουνίου 1993 πέθανε ο Πατριάρχης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Μστισλάβ. Λίγο πριν το θάνατο του έδωσε στη δημοσιότητα τη διαθήκη του, στην οποία καλούσε την Ουκρανική Αυτοκέφαλης Ορθόδοξη Εκκλησία να μην έχει καμιά απολύτως σχέση με τον πρώην μητροπολίτη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Φιλάρετο Ντενισένκο, ο οποίος είχε εκπέσει του ιερατικού του αξιώματος.

Το 1995 δύο χρόνια μετά το θάνατο του Πατριάρχη Μστισλάβ, οι ιεράρχες της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας στις ΗΠΑ πέρασαν στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου.

Τον Οκτώβριο του 2002 στις ΗΠΑ διεξήχθη Σύνοδος αρχιερέων της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας – Συνοδικής, η οποία θεωρούσε εαυτόν κλάδο της Πολωνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η σύνοδος της αρχιερέων, αφού εξέτασε τα νέα δεδομένα σχετικά με την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Ουκρανία αποφάσισε να αναβιώσει το αρχαίο πατριαρχικό μοντέλο διοίκησης. Έτσι, προχώρησε την ίδρυση Αρχιεπισκοπής Κιέβου και πασών των Ρωσιών – Ουκρανίας, να χειροτονήσει τον αρχιμανδρίτη Μωυσή επίσκοπο και να τον στείλει ως μητροπολίτη Κιέβου και πασών των Ρωσιών – Ουκρανίας στη χώρα.

Στις 10 Οκτωβρίου 2002 στον καθεδρικό ναό των Αγίων Μαρτύρων Μπορίς και Γκλέμπ στο Κλίβελαντ των ΗΠΑ έγινε η χειροτονία του επισκόπου Μωυσή και η προαγωγή του σε μητροπολίτη Κιέβου και πασών των Ρωσιών – Ουκρανίας.

Το διάστημα 2004 – 2005 στην Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησίας – Συνοδική στις ΗΠΑ συμβαίνουν ορισμένα γεγονότα τα οποία αλλάζουν την κατάσταση των πραγμάτων στην Ουκρανία. Η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησίας – Συνοδική της Βόρειας και Νότιας Αμερκής μετατρέπεται σε Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησίας και με επικεφαλής τον μητροπολίτη Μιχαήλ (Γιαβτσάκ – Τσαμπιόν) ενώνεται με την Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησίας στην Ουκρανία αναγνωρίζοντας ως προκαθήμενο της τον μητροπολίτη Μεθόδιο (Κουντριακόφ).

Η Εκκλησία αυτή ακολουθεί το βυζαντινό τυπικό και το ιουλιανό ημερολόγιο. ΟΙ λειτουργίες γίνονται στα Ουκρανικά στην Ουκρανία, τα ισπανικά στο Μεξικό, τα αγγλικά στις ΗΠΑ και τα ιταλικά στην Ιταλία.

Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει η λατρεία των εικονοστασίων, των λειψάνων, η χειροτονία των αρχιερέων γίνεται σε πολύ νεαρή ηλικία και ο Πατριάρχης Μωυσής αναγνωρίζει την μετοίκηση των ψυχών και ασχολείται με την ερμηνεία των οραμάτων.


Η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία (ανανεωμένη). Συνήθως αυτοαποκαλείται Επαρχία Χαρκόβο – Πολτάβας της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πρόκειται για ένα θρησκευτικό καθίδρυμα μη κανονικό, υπό την οπτική γωνία του Ορθόδοξου Κανονικού Δικαίου, η οποία δεν έχει ευχαριστιακή επικοινωνία με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Ιδρύθηκε το 2003 μετά στο σχίσμα στην Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία. Η επίσημη ονομασία της δε χρησιμοποιείται στην καθημερινή ζωή, υπάρχει μόνο ως ονομασία με την οποία έχει καταχωρηθεί επισήμως, αφού η ίδια η επαρχία θεωρεί πως είναι μέρος της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Επικεφαλής της στην Ουκρανία είναι ο αρχιεπίσκοπος Ίγκορ (Ισιτσένκο). Ως πνευματικό της ηγέτη θεωρεί την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία στις ΗΠΑ, η οποία ανήκει στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Ίγκορ σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην επίσημη ιστοσελίδα της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας (ανανεωμένη) στις 27 Σεπτεμβρίου ορίστηκε προσωπικός απεσταλμένος του μητροπολίτη Κωνσταντίνου (Μπαγκάν), ο οποίος είναι επικεφαλής της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Καναδά. Στο καταστατικό της επαρχίας Χαρκόβο – Πολτάβας αναφέρεται η αναγνώριση «ειδικής πνευματικής εξουσίας» του Οικουμενικού Πατριάρχη, το όνομα του οποίου μνημονεύεται στις λειτουργίας.

Αξίζει να σημειωθεί πως η νομική ίδρυση της εκκλησίας αυτής για να γίνει δεκτή στην Ουκρανική Αυτοκέφαλης Ορθόδοξη Εκκλησία ως επαρχία, έγινε με πράξη της 27 Ιουλίου 1942 σε σύνοδο που έγινε στο κατεχόμενο από τα χιτλερικά στρατεύματα Χάρκοβ από τον ηγέτη του σχίσματος του Λούμπενσκ Θεόφιλο (Μπουλντόβσκι, ο οποίος είχε τον τίτλο του «Μητροπολίτη ολάκερης της αριστερής όχθης της Ουκρανίας), τον επίσκοπο του Περεγιάσλαφκ Μστισλάβ (Σκριπνίκ), τα μέλη της επαρχιακής διοίκησης και τον πρόεδρο της επαρχιακής διοίκησης πρωθιερέα Αλεξέι Ποτουλνίτσκι.

Η λειτουργία γίνεται στην ουκρανική γλώσσα, διαθέτει περίπου 25 ενορίες και ο καθεδρικός της ναός είναι του Αγίου Δημητρίου στο Χάρκοφ.


Η Ουκρανική Αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία του Λβόφ[2], με επίσημη ονομασία Ουκρανική Αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι ένα μη κανονικό ορθόδοξο καθίδρυμα στην Ουκρανία με έδρα την πόλη Λβοφ. Επικεφαλής της είναι ο μητροπολίτης Πέτρος (Πετρουσέμ), οποίος είναι και ο άνθρωπος που την ίδρυσε το 1999.

Ο μητροπολίτης Πέτρος εγκατέλειψε το Πατριαρχείο του Κιέβου το 1997 και επέστρεψε στην Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία όταν κατείχε το ιερατικό αξίωμα του αρχιμανδρίτη. Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα ανακοίνωσε την ίδρυση του δικού του προσωπικού καθιδρύματος. Το 2000, σύμφωνα με δήλωσή του, το καθίδρυμα διέθετε 20 ενορίες στις επαρχίες Τουρκόβσκ και Σταροσαμπόρσκ της περιοχής του Λβοφ. Λίγο αργότερα όμως το μεγαλύτερο μέρος των ενοριών αυτών επέστρεψε στην Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία, στην εκκλησιαστική επαρχία του Μακάριου Μαλέτιτς. Σήμερα ο επίσκοπος Πέτρος διαθέτει μόνο μια επισήμως καταχωρημένη ενορία – την «Αυτόνομη Ορθόδοξη Ενορία του Αγίου Αποστόλου Ιωάννη του Θεολόγου» στο Λβόφ.


Η Ελληνοκαθολική Εκκλησία ή η Ουκρανική Ουνία
Η Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία ή Εκκλησία της Ουνίας, είναι μια τοπική καθολική εκκλησία που ακολουθεί το τυπικό της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Διοικητικά είναι Αρχιεπισκοπή που λειτουργεί στην Ουκρανία και στην πλειοψηφία των χωρών όπου υπάρχει ουκρανική διασπορά.

Θεωρεί πως η ιστορία της ανάγεται στην Μητρόπολη Κιέβου του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία ιδρύθηκε μετά τη Βάπτιση της Ρους του Κιέβου στα τέλη του 10 αιώνα. Ο μητροπολίτης Κιέβου και πασών των Ρωσιών Ισίδωρος, ο οποίος πριν τη Σύνοδο της Φλωρεντίας είχε την έδρα του στη Μόσχα, ήταν ένας από εκείνους που πρωτοστάτησαν στην Ουνία της Φλωρεντίας το 1439, παραμένοντας για ένα διάστημα προκαθήμενος της μητρόπολης στην Κωνσταντινούπολη και στη Δυτική Ρωσική μητρόπολη, την επονομαζόμενη και μητρόπολη Κιέβου – Λβοφ.

Το 1596 ένα μεγάλο μέρος των επισκόπων της μητρόπολης Κιέβου με ηγέτη τον μητροπολίτη Μιχαήλ Ρογκοζόι (του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως) στη Σύνοδο του Μπρεστ αποφάσισαν την αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Πάπα της Ρώμης. Διατήρησαν το βυζαντινό τυπικό και άμφια, αλλά αναγνώρισαν την πρωτοκαθεδρία του Πάπα και όλα τα δόγματα της ρωμαιοκαθολικής ομολογίας πίστεως. Η Ελληνοκαθολική Εκκλησία έχει βαθιές ρίζες στις δυτικές περιοχές της Ουκρανίας, οι οποίες κατά διαστήματα ανήκαν σε κράτη και αυτοκρατορίες της Κεντρικής Ευρώπης. Στις περιοχές αυτές θεωρείται ως μια παραδοσιακή ομολογία πίστεως και εκκλησία, παραμένοντας πάντα εχθρική προς την Ορθόδοξη ομολογία πίστεως.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να κάνουμε στη συνεργασία που είχε αρχικά με τη NKVD του σταλινικού καθεστώτος, μετά την προσάρτηση των δυτικών περιοχών το 1939 ως αποτέλεσμα του συμφώνου Μόλοτοφ – Ρίμπεντροπ, αλλά, κυρίως, με τις χιτλερικές δυνάμεις κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, όπου ο προκαθήμενος της τότε, Αντρέι Σεπτίνσκι ευλογούσε τους ιερείς που εντάσσονταν στις οργανώσεις που συνεργάζονταν με τους εισβολείς και κυρίως στην εθελοντική 14η Μεραρχία, γνωστή ως SS Calicina. Η Ελληνοκαθολική Εκκλησία υποστήριξε ενεργά όλες τις ουκρανικές εθνικιστικές και αποσχιστικές οργανώσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου, δε δίσταζε δε να συνεργαστεί ανοιχτά με τους κατακτητές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, μετά τη λήξη του πολέμου η Εκκλησία αυτή να τεθεί εκτός νόμου από τις αρχές της ΕΣΣΔ. Τον Μάρτιο του 1945 το Συμβούλιο υποθέσεων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας  με επικεφαλής τον Καρπόφ, επεξεργάστηκε μια σειρά μέτρων για την απόσπαση των ενοριών της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας της ΕΣΣΔ και την ένωσή τους με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, τα οποία ενέκρινε ο ίδιος ο Ι. Β. Στάλιν, προσωπικά.

Τον Φεβρουάριο του 1990, μετά τη συνάντηση στο Βατικανό μεταξύ του τελευταίου προέδρου της ΕΣΣΔ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’, ήρθη η απαγόρευση λειτουργίας της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας και άρχισαν να ιδρύονται οι ενορίες της με παράλληλη έναρξη της λειτουργικής τους ζωής. Το μεγαλύτερο μέρος των ναών στην Δυτική Ουκρανία που ανήκαν στο Πατριαρχείο της Μόσχας έγινε το αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των πιστών των δύο εκκλησιών και πολλές φορές κατέληξαν σε συμπλοκές με τραυματίες.

Στις 29 Αυγούστου 2005 η έδρα του πρωθιερέα της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας μεταφέρθηκε από το Λβοφ στο Κίεβο και την ίδια ημέρα ο Πάπας Βενέδικτος ο 16ος έδωσε τον  Προκαθήμενο της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας τον τίτλο του Μακάριου Ύπατου Αρχιεπισκόπου Κιέβου και Γαλικίας.

Σήμερα η Ελληνοκαθολική Εκκλησία της Ουκρανίας, σύμφωνα με τα στοιχεία του Annuario Pontifico του 2013 αριθμεί 4. 346.000 πιστούς. Διαθέτει 3335 ιερωμένους και 41 επισκόπους και 3.987 ενορίες. Η λειτουργία γίνεται στην ουκρανική γλώσσα, η οποία είναι η επίσημη γλώσσα αυτής της εκκλησίας μαζί με την εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα (γλαγολιτική). Προκαθήμενος της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας από 26/01/2001 είναι ο Σβιατοσλάβ Σεβτσούκ, από την 25η Μαρτίου 2011 με την ευλογία του Πάπα Βενέδικτου του 16ου.

Πέρα από τους Ορθόδοξους υπάρχουν οι Παλαιόπιστοι, προερχόμενοι από το σχίσμα που έγινε επί Πατριάρχη Νίκωνα το 1650 – 1651 με αφορμή τις αναθεωρήσεις των λειτουργικών κειμένων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίοι αριθμούν μερικές δεκάδες χιλιάδες πιστούς, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτα στοιχεία.

Σύμφωνα με το Υπουργείο Πολιτισμού της χώρας έχουν καταγραφεί 10.613 προτεσταντικές ενορίες ή ποσοστό 28,7% των θρησκευτικών καθιδρυμάτων της Ουκρανίας.

Στις αρχές του 21ου αιώνα ποσοστό από 1 έως 4% του πληθυσμού δήλωναν μουσουλμάνοι, προερχόμενοι κυρίως από την εθνική ομάδα των Τατάρων της Κριμαίας, στους κόλπους της οποίας έχει αναπτυχθεί ένα ισχυρό αποσχιστικό κίνημα της περιοχής και ένωσης της με την Τουρκία (!)

* * *

Ο προσεκτικός αναγνώστης, θα διαπίστωσε ήδη ότι σε περιόδους έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης αλλά και «επαναστάσεων» το εκκλησιαστικό ζήτημα επανέρχεται με ιδιαίτερη οξύτητα στην Ουκρανία. Είναι εκείνες οι γκρίζες περίοδοι στη σύγχρονη ιστορία της χώρας, όπου το παιχνίδια εξουσίας και επιβολής που παίζονται από τους μεγάλους διεθνείς παίκτες στο εσωτερικό της χώρας, χρησιμοποιούν κάθε δυνατό, θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, για να διευρύνουν την επιρροή τους.

Η θρησκευτική πίστη των Ουκρανών, η θρησκευτική πίστη ανθρώπων που μέσα σε 24 χρόνια είδαν τη ζωή τους να καταστρέφεται κατ’ επανάληψη εξαιτίας της διεφθαρμένης οικονομικής και πολιτικής ελίτ της χώρας, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από επιτήδειους χειριστές και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, προκειμένου να ενισχυθούν οι θέσεις των μεγάλων παικτών στο γεωπολιτικό παιχνίδι μιας ευρύτερης περιοχής, της περιοχής της Ευρασίας, όπου, κρίνεται το παιχνίδι της παγκόσμιας ηγεμονίας κατά τον Ζμπίγνιεφ Μπρεζίνσκι (Η Μεγάλη Σκακιέρα, εκδόσεις Λιβάνη, 1999).

----------------------------------------
[1] Γενική Πολιτική Διεύθυνση, γνωστή ως GPU, η μυστική αστυνομία του κομμουνιστικού καθεστώτος, διάδοχος της διαβόητης ΤΣΕ.ΚΕ. (σ.σ.) 
[2] Ο τίτλος Ουκρανική Αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία του Λβόφ, χρησιμοποιείται για να ξεχωρίζει από την Ουκρανική Αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία υπήρχε στο έδαφος της Ουκρανίας τη δεκαετία του 1940 (σ.σ.) 


 Δημοσιεύτηκε στο www.metarithmisi.gr, 26.2.2014