Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής
Ομιλία στην ευαγγελική περικοπή του Ιωάννη α´ 36-52.
«Τί ζητεῖτε;» (Ἰω. 1, 39). Δυο λέξεις αρκούν. Το ερώτημα αυτό δεν έμοιαζε με συμβατική έναρξη συζήτησης σε κάποιον σκονισμένο δρόμο της Παλαιστίνης, ούτε απλή αβρότητα ανάμεσα σε αγνώστους που τους έφερε κοντά η τύχη ή το ρεύμα της ιστορίας. Περισσότερο με τομή στο γίγνεσθαι έμοιαζε. Μια ρωγμή στην αδιαπέραστη πυκνότητα της καθημερινότητας, ένα νυστέρι που μπαίνει και διεισδύει στην πάσχουσα σάρκα της ανθρώπινης επιθυμίας. Χωρίς να ρωτά.
Το ερώτημα αιωρείται ακόμη πάνω από τα κεφάλια μας, πάνω από τις οθόνες που φέγγουν στα υπνοδωμάτια της αϋπνίας μας. Πάνω από τα γραφεία, εκεί που στοιβάζονται οι ατελείωτες μέριμνες της τρέχουσας βιοτής. Πάνω από τις απάτες της «δικτύωσης» και της «πληροφόρησης», τις καταβροχθίζουμε βουλιμικά, ενώ πεινάμε για μια ύπαρξη που υπερβαίνει εκείνη του στομάχου. Η ώρα ήταν δεκάτη, και εκεί, μέσα στη σκιά, οι μαθητές (ίσως κι εμείς μαζί τους) ψελλίζουν μια απάντηση. Μοιάζει με υπεκφυγή, όμως είναι η μύχια έκκληση του άστεγου ψυχισμού μας: «Ποῦ μένεις;» (Ἰω. 1, 39). Δεν ζητούν δόγματα ούτε ιδεολογίες αλλά Εστία. Ένα έρεισμα αναζητούν, για να αγκυροβολήσουν το τρεμάμενο σκαρί της ύπαρξής τους σ' έναν ωκεανό που μαίνεται.
Ζούμε, φοβάμαι, σε μια εποχή οχλαγωγίας. Και άφθονου θεάματος. Η ευσέβειά μας περιορίζεται συχνά σε μια επίφαση επιχρίσματος πάνω σε ξύλο σαθρό. Νηστεύουμε με ακρίβεια γραμματέως, μετρούμε τις σταγόνες του λαδιού, εκκλησιαζόμαστε με τη συνέπεια δημόσιου υπαλλήλου. Και η γλώσσα μας έχει μάθει να τσακίζει κόκαλα με την πρόφαση της «υπεράσπισης της αλήθειας». Στην πραγματικότητα υπερασπίζεται λυσσαλέα την ατομικότητά μας. Είμαστε «τάφοι κεκονιαμένοι». Πέρα από την αμαρτωλότητα, που είναι η κοινή μοίρα της πήλινης φύσης μας, έχουμε χάσει την αναφορά στο πνευματικό μας κέντρο. Η υποκρισία, υπερβαίνοντας το ψέμα προς τους άλλους, είναι πρωτίστως η αλλοτρίωση από την ίδια μας την αλήθεια. Και ο Χριστός, με εκείνη την ήρεμη, την τρομακτική πρόσκληση, «Ἔρχεσθε καὶ ἴδετε» (Ἰω. 1, 40), μας καλεί να σπάσουμε τον βρόχο. Αυτόν από το μαύρο μετάξι που σφίγγει τον λαιμό της αμφιβολίας μας. Να κοιτάξουμε κατάματα το Αδιανόητο, για να το γεμίσουμε με Παρουσία.
Σκέπτομαι συχνά εκείνους τους πρώτους. Δεν ήταν θεολόγοι με περγαμηνές, ούτε ασκητές με φωτοστέφανα. Άνθρωποι του μόχθου, με χέρια ροζιασμένα από την αλμύρα και τα δίχτυα, με το μυαλό στην επιβίωση.[1] Όπως ορθώς έχει επισημανθεί, ήταν απασχολημένοι με τις βιοτικές τους μέριμνες όταν ο Ιησούς ήλθε και τους κάλεσε. Χωρίς να γνωρίζουν τι είχε στον νου Του να τους διδάξει. Αυτή η διακοπή της ρουτίνας, η έλευση του Ιερού στο βέβηλο της καθημερινότητας: το σημείο καμπής. Ο Φίλιππος, από τη Βηθσαϊδά, την πόλη του Ανδρέα και του Πέτρου, όπως μας πληροφορεί το κείμενο -ίσως για να τονίσει τη γεωγραφική αλλά και πνευματική γειτνίαση- τρέχει να βρει τον Ναθαναήλ: «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» (Ἰω. 1, 42).[2]
Και εδώ αρχίζει η περιπέτεια. Διότι ο Ναθαναήλ, κάθε άλλο παρά εύπιστος είναι, θα τολμούσα να πω, ένας νεωτερικός άνθρωπος. Διστακτικός, ίσως και λίγο κυνικός. «Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι;» (Ἰω. 1, 47). Η Ναζαρέτ γι' αυτόν είναι ένα σάπιο κλουβί όπου κροταλίζουν οι σκελετοί των προφητειών, δεν προσδοκά τίποτε από εκεί. Αλλά ο Ιησούς, αντί να του προσφέρει θαύματα για να τον πείσει -τα οποία άλλωστε μπορούν κατ' επίφασιν να υποκριθούν και οι δαίμονες, ενώ την πρόγνωση των μελλόντων και των κρυφών κατέχει μόνον ο Θεός- του προσφέρει κάτι πολύ πιο συγκλονιστικό. Τη φανέρωση του Προσώπου.[3]
«Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε» (Ἰω. 1, 49). Τι έκανε ο Ναθαναήλ κάτω από τη συκή; Προσευχόταν; Μελετούσε τον Νόμο; Ο οποίος, όπως έχει ερμηνευθεί, συμβολίζεται από τη συκή που έχει καρπό γλυκύνοντα προς καιρόν. Ή μήπως πάλευε με τους λογισμούς του; Η συκιά μοιάζει να είναι ο θρόνος του φόβου. Ριζωμένος στο χώμα του ενοχικού οράματος. Είναι ο τόπος της απόλυτης μόνωσης, εκεί όπου ο καθένας μας είναι εκτεθειμένος, χωρίς τις κοινωνικές συμβάσεις και τα προσωπεία της «καλής συμπεριφοράς». Ο τόπος όπου ο άνθρωπος συναντά τον ίλιγγο του εαυτού του. Και ο Χριστός του λέει: «Σε είδα». Σε είδα όταν νόμιζες ότι είσαι μόνος. Στην αγωνία σου, στην αμφιβολία σου, στην κρυφή σου αμαρτία.
Αυτό που τσακίζει τον Ναθαναήλ είναι η αίσθηση ότι γινώσκεται. Κάτι που ξεπερνά ένα απλό φαντασμαγορικό σημείο. Ότι υπάρχει Κάποιος, κάποιος που τον θεωρεί ολόκληρο, χωρίς να τον απορρίπτει. Η ομολογία του «Ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 50), αν και μπορεί να μην φθάνει ακόμη στο θεολογικό βάθος της ομολογίας του Πέτρου, καθώς τον βλέπει ως άνθρωπο θεοφιλή και Βασιλέα του Ισραήλ, αποτελεί ωστόσο μια κραυγή παράδοσης. Ο δόλος, αυτή η άμμος η λεπτή που γλιστρά ανάμεσα στα δάχτυλα της εμπιστοσύνης, εξαφανίζεται. «Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι» (Ἰω. 1, 48). Ο δόλος είναι η διπλωματία της ψυχής, η προσπάθεια να ξεγελάσουμε τον Θεό, τους άλλους, τον ίδιο μας τον εαυτό. Ενώ ο Ναθαναήλ, παρά την καχυποψία του, είχε μια αυθεντικότητα. Ήθελε να δει.
Και εμείς; Τι κρύβουμε κάτω από τα δικά μας σκοτεινά δέντρα; Μήπως τις ιδιοτέλειές μας, τις ζήλειες, τις σαρκικές επιθυμίες που μας καίνε τα σωθικά, την υποκρισία; Τον θυμό για τον γείτονα, την απελπισία για τον θάνατο που πλησιάζει; Φοβόμαστε να βγούμε στο φως. Προτιμούμε την ασφάλεια της σκιάς μας, τη βεβαιότητα της «ευσεβείας» μας. Η τήρηση των τύπων φαντάζει ευκολότερη από το να αφήσεις το Βλέμμα να σε διαπεράσει.
Η «μετοχή» στο γεγονός του Χριστού, υπερβαίνοντας μια στιγμιαία απόφαση κι ένα πυροτέχνημα συναισθηματικού ενθουσιασμού, συνιστά μια ατέρμονη πορεία. Ένα διαρκές «ἔρχου καὶ ἴδε» (Ἰω. 1, 47). Κάθε μέρα, κάθε ώρα. Όταν χτυπά το τηλέφωνο και μια φωνή στην άλλη άκρη ζητά βοήθεια ή απλώς φλυαρεί ενοχλητικά. Όταν το σώμα πονά και διαμαρτύρεται. Όταν η προσευχή μοιάζει να χτυπά σε μολυβένιο ουρανό. Εκεί κρίνεται η αυθεντικότητα. Στη σιωπηλή αποδοχή του ότι είμαστε «μεταχαλκευόμενοι» από τη Χάρη, ότι είμαστε ακόμη ανολοκλήρωτοι, ότι η «αγιοσύνη» είναι η συνεχής αίσθηση του ανεκπλήρωτου, πέρα από κάθε παράσημο.
Μήπως λοιπόν η υποκρισία μας είναι τελικώς ο φόβος μας; Φόβος να παραδεχθούμε ότι είμαστε γυμνοί κάτω από τη συκιά; Μήπως η φασαρία που κάνουμε είναι για να καλύψουμε τη φωνή που μας καλεί; Έχω την αίσθηση ότι θα ήταν καλύτερα να αφήσουμε τον Μεσσία να μας βρει εκεί που πραγματικά είμαστε. Στη λάσπη, στην αγωνία, στη μοναξιά. Και τότε, ίσως, να δούμε «τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα» (Ἰω. 1, 52). Σαν πατρίδα. Έτσι απλά. Διότι το σώμα είναι τόπος παθών ως τόπος κάθε δωρήματος, και η συκιά, από τόπος απόκρυψης, μπορεί να γίνει τόπος συνάντησης. Αρκεί να βγούμε από τη σκιά και να πούμε: Είμαι εδώ. Με τα τραύματά μου, με τη δυσπιστία μου, με τη λαχτάρα μου. Είμαι εδώ.
[1] Henry Hallam Saunderson, The Work of the Apostles (Boston: American Unitarian Association, 1909), 3. «They were busy with their common occupations when Jesus came and called them to be his disciples. They did not know what Jesus had in mind to teach them or to bid them do.»
[2] John Henry Bernard, A Critical and Exegetical Commentary on the Gospel According to St. John, επιμ. A. H. McNeile, τ. 1 (Edinburgh: T. & T. Clark, 1928), 61. «Philip is said to be ἀπὸ Βηθσαϊδά... After Bethsaida, Jn. adds ἐκ τῆς πολέως ᾿Ανδρέου καὶ Πέτρου... The discrepancy is unimportant.»
[3] Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, Τα Ευρισκόμενα Πάντα, εν Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca, επιμ. Jacques-Paul Migne, τ. 123 (Paris: J.-P. Migne, 1864), 1185. «Τὰ μὲν γὰρ θαύματα δύνανται φαντασιωδῶς καὶ οἱ δαίμονες ὑποκρίνεσθαι· τὴν δὲ πρόγνωσιν τῶν μελλόντων καὶ προαγόρευσιν οὐδεὶς ἀκριβῶς ἔχει.»
----------------------------
Maximos Pafilis, Bishop of Melitene (translation from the original Greek text)
Sermon on the Gospel according to John 1:36-52.
"What do you want?" (John 1:38). Two words suffice. This question was not a conventional start of a conversation on some dusty road in Palestine, nor simple politeness between strangers whom chance or the current of history brought together. It was a cut in the becoming. A crack in the impenetrable density of daily life, a scalpel that enters and penetrates the suffering flesh of human desire. Without asking.
The question still hovers above our heads, above the screens that glow in the bedrooms of our insomnia. Above the offices, where the endless cares of current life are piled. Above the deceptions of "networking" and of "information", which we devour bulimically, while we hunger for an existence that transcends that of the stomach. It was the tenth hour, and there, in the shadow, the disciples (perhaps even we with them) stammer an answer. It looks like evasion, yet it is the innermost plea of our homeless psyche: "Where are you staying?" (John 1:38). They do not seek dogmas or ideologies but a Hearth. A foothold they seek, to anchor the trembling hull of their existence in an ocean that rages.
We live, I fear, in an age of clamour. And of abundant spectacle. Our piety is limited often to a veneer of coating upon rotten wood. We fast with the precision of a scribe, we measure the drops of oil, we attend church with the consistency of a public servant. And our tongue has learned to break bones with the pretext of the "defence of the truth". In reality it defends furiously our individuality. We are "whitewashed tombs". Beyond sinfulness, which is the common fate of our clay nature, we have lost the reference to our spiritual centre. Hypocrisy, transcending the lie towards others, is primarily the alienation from our very own truth. And Christ, with that calm, that terrifying invitation, "Come and you will see" (John 1:39), calls us to break the noose. That of black silk that tightens the neck of our doubt. To look directly at the Unthinkable, in order to fill it with Presence.
I often think of those first ones. They were not theologians with parchments, nor ascetics with haloes. Men of toil, with hands calloused by the brine and the nets, with their mind on survival.[1] As has been rightly pointed out, they were busy with their life cares when Jesus came and called them. Without knowing what He had in His mind to teach them. This interruption of routine, the advent of the Sacred into the profane of daily life: the turning point. Philip, from Bethsaida, the city of Andrew and Peter, as the text informs us—perhaps to emphasise the geographical but also spiritual vicinity—runs to find Nathanael: "We have found the Messiah" (John 1:41).[2]
And here begins the adventure. For Nathanael, anything but gullible, is, I would dare to say, a modern man. Hesitant, perhaps even a little cynical. "Nazareth! Can anything good come from there?" (John 1:46). Nazareth for him is a rotten cage where the skeletons of prophecies rattle; he expects nothing from there. But Jesus, instead of offering him miracles to convince him—which after all even demons can ostensibly feign, while the foreknowledge of future and hidden things God alone possesses—offers him something much more shocking. The manifestation of the Person.[3]
"I saw you while you were still under the fig-tree before Philip called you" (John 1:48). What was Nathanael doing under the fig tree? Was he praying? Was he studying the Law? Which, as has been interpreted, is symbolised by the fig tree which bears fruit that sweetens for a time. Or was he perhaps wrestling with his thoughts? The fig tree seems to be the throne of fear. Rooted in the soil of the guilty vision. It is the place of absolute isolation, where each of us is exposed, without the social conventions and the masks of "good behaviour". The place where man meets the vertigo of himself. And Christ says to him: "I saw you". I saw you when you thought that you were alone. In your agony, in your doubt, in your hidden sin.
What breaks Nathanael is the sense that he is known. Something that surpasses a simple phantasmagoric sign. That there exists Someone, someone who beholds him whole, without rejecting him. His confession "Rabbi, you are the Son of God" (John 1:49), although it may not yet reach the theological depth of Peter's confession, as he sees him as a man beloved of God and King of Israel, constitutes nevertheless a cry of surrender. Deceit, this fine sand that slips between the fingers of trust, disappears. "Here is a true Israelite, in whom there is nothing false" (John 1:47). Deceit is the diplomacy of the soul, the effort to fool God, others, our very own self. Whereas Nathanael, despite his suspicion, had an authenticity. He wanted to see.
And we? What do we hide under our own dark trees? Perhaps our self-interests, the jealousies, the carnal desires that burn our insides, the hypocrisy? The anger towards the neighbour, the despair at the death that approaches? We fear to come out into the light. We prefer the safety of our shadow, the certainty of our "piety". The keeping of forms seems easier than allowing the Gaze to penetrate us.
The "participation" in the event of Christ, transcending a momentary decision and a firework of emotional enthusiasm, constitutes an endless course. A constant "come and see" (John 1:46). Every day, every hour. When the telephone rings and a voice at the other end asks for help or simply chatters annoyingly. When the body hurts and protests. When prayer seems to beat against a leaden sky. There authenticity is judged. In the silent acceptance that we are "being re-forged" by Grace, that we are still incomplete, that "holiness" is the continuous sense of the unfulfilled, beyond every decoration.
[1] John Henry Bernard, A Critical and Exegetical Commentary on the Gospel According to St. John, ed. A. H. McNeile, vol. 1 (Edinburgh: T. & T. Clark, 1928), 61. "Philip is said to be ἀπὸ Βηθσαϊδά... After Bethsaida, Jn. adds ἐκ τῆς πολέως ᾿Ανδρέου καὶ Πέτρου... The discrepancy is unimportant."
[2] Henry Hallam Saunderson, The Work of the Apostles (Boston: American Unitarian Association, 1909), 3. "They were busy with their common occupations when Jesus came and called them to be his disciples. They did not know what Jesus had in mind to teach them or to bid them do."
[3] Theophylact of Bulgaria, "Ta Heuriskomena Panta" [The Complete Findings], in Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca, ed. Jacques-Paul Migne, vol. 123 (Paris: J.-P. Migne, 1864), 1185. «Τὰ μὲν γὰρ θαύματα δύνανται φαντασιωδῶς καὶ οἱ δαίμονες ὑποκρίνεσθαι· τὴν δὲ πρόγνωσιν τῶν μελλόντων καὶ προαγόρευσιν οὐδεὶς ἀκριβῶς ἔχει.» [For demons can also simulate miracles phantasmagorically; but no one has exact foreknowledge and prediction of the future.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου