e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θυμάμαι.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θυμάμαι.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Ένα όνειρο

Γραμμένο από τον Δάσκαλο Νικ. Χ. Κοντονή

Ήμουν μαθητής του Γυμνασίου Ζακύνθου, μοναδικό τότε σ’ όλο το νησί και στεγαζόταν στα μετασεισμικά παραπήγματα, κάποια ξύλινα, στενόμακρα οικήματα, που είχε κατασκευάσει ο Στρατός στην περιοχή του Ξιφίτα, εκεί που σήμερα είναι το γήπεδο.

Τότε η Παναγούλα μας, 1955, στεκόταν ακόμη όρθια, με σχισμένους τους τοίχους και τις γωνίες από τον Σεισμό του ’53. Κανείς δεν τολμούσε ούτε να πλησιάσει και να μπει μέσα στο Ναό. Μια πολύ μεγάλη σκηνή, που ο πατέρας μου με τον Στρατό τοποθέτησαν, εκεί που τώρα είναι το μαγαζί του Χρήστου Κοντονή, στέγασε τις εικόνες και των δύο εκκλησιών του Μπανάτου και σ’ αυτή τη σκηνή λειτουργούσε ο Παπα-Μπάμπης.

Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν ένα βράδυ, που κοιμόμουν στην μετασεισμική μας μπαράκα, είδα στον ύπνο μου ότι ήμουν στο πλάτωμα της Παναγούλας. Άνοιξε από μόνη της η βορινή κυρία είσοδος της εκκλησίας και στο κεφαλόσκαλο παρουσιάστηκε μαυροφορεμένη γυναίκα, με γλυκιά και πονεμένη μορφή. Κοίταξε τον εξωτερικό χώρο κι εμένα που είχα βρεθεί εκεί και γύρισε και μπήκε ξανά στο εσωτερικό του Ναού.


Τρέμοντας, στον ύπνο μου, μπήκα και εγώ στην εκκλησία. Η γυναίκα αυτή προχώρησε με αργά βήματα προς την Ωραία Πύλη, ανέβηκε τα σκαλοπάτια της, γύρισε προς τον Κυρίως Ναό, άπλωσε και σήκωσε τα χέρια της προς τον ουρανό και είπε:

«Πότε, άραγε, θα φτιάξουν την εκκλησία μου;» 


Γύρισε, μπήκε μέσα στο Ιερό Βήμα, αγκάλιασε με τα δυο της χέρια την Αγία Τράπεζα, κάτι είπε, που δεν το άκουσα και μετά πήγε στην Αγία Πρόθεση και είπε:

«Και σένα, Αγία μου Πρόθεση, πότε θα σε φτιάξουν;»


Επέστρεψε στην Ωραία Πύλη και απευθυνόμενη σε μένα, μου είπε:


«Εσύ να έρχεσαι πότε-πότε, να μού ανάβεις το καντήλι μου» και μού έδειξε το μικρό της εικόνισμα, που ήταν και είναι, απέναντι από τους ψάλτες. Τότε εξαφανίστηκε.

Ξύπνησα φοβερά ταραγμένος. Τ' όνειρό μου το είπα στον Πατέρα μου και τη Μάνα μου, θετικός εγώ πια ότι η γυναίκα που είδα, ήταν η Παναγούλα.


- Κοίταξε, Παπά, να κάμεις ό,τι μπορείς να φτιαχτεί η εκκλησία, γιατί το θέλει η Παναγία, είπε η Μάνα μου στον Πατέρα μου κι έτσι φτιάχτηκε πρόχειρα η εκκλησία, που από τη μέση και κάτω ήταν οι τοίχοι της παλιάς εκκλησίας και από τη μέση και πάνω ήταν ξύλινη κατασκευή.

Έδωσε όμως ο Θεός και το 1967 ήλθα δάσκαλος στο Μπανάτο, δυο μήνες πριν πεθάνει ο Πατέρας μου. Τότε συζήτησα τη σκέψη και την επιθυμία μου με τον Παπα-Μαμφρέδα (που είχε αντικαταστήσει τον Πατέρα μου) και τον Σκοπιώτη Κοντονή, αλλά και με όλους τους ενορίτες. Έτσι, χωρίς λεπτομέρειες, χτίσαμε εκ θεμελίων τον νέο αντισεισμικό Ναό της Παναγούλας μας, που είναι και μεγαλύτερος από τον παλαιό.

Έτσι έδωσε ο Θεός, το καντήλι της Παναγούλας να ανάβει στους αιώνες, αλλά και νάχει τώρα λειτουργό της τον καλό και άριστο μαθητή μου π. Παναγιώτη Καποδίστρια.


Ίσως, μιαν άλλη στιγμή, σάς κάμω γνωστό και το πώς χτίστηκε η εκκλησία μας.


Είμαι όμως ευτυχής, που τ' Όνειρο έγινε πραγματικότητα!

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

O Μπόγιας

Γραμμένο από τον Δάσκαλο Νικ. Χ. Κοντονή

Έζησα με πολλούς φόβους την παιδική μου ηλικία. Η Ιταλογερμανική Κατοχή και στη συνέχεια ο Εμφύλιος Σπαραγμός γέμιζε με τρόμο την ψυχή μου. Εκείνο που έτρεμα όμως πολύ ήταν ο Μπόγιας. Έτσι τον έλεγαν, για να δείξουν την αγριότητά του.

Ο Μπόγιας λοιπόν, ένα ή περισσότερα στρατιωτικά φορτηγά (τσέιμς), με Γερμανούς στρατιώτες, που γύριζαν στα χωριά και με άγριο και βάρβαρο τρόπο έπιαναν όσους άντρες έβρισκαν, τους τσουβάλιαζαν, σαν σαρδέλες, στο κασόνι του αυτοκινήτου και τους πήγαιναν στο Καλαμάκι, να δουλέψουν, για μια βδομάδα, στα οχυρωματικά έργα, που κατασκεύαζαν. Θεωρώ περιττό να πω ότι το φαγητό, που τους έδιναν ήταν τόσο όσο χρειαζόταν απλώς για να μην πεθάνουν.

Πεινασμένοι έφευγαν, πιο πεινασμένοι γύριζαν και όλοι γεμάτοι ψείρες. Αλίμονο σε όποιον προσπαθούσε να ξεφύγει και τον έπιαναν.

Χρυσές δουλειές έκανε ο Μπόγιας σε εποχές γεωργικών εργασιών (τρύγος, σκάψιμο κλπ). Θυμάμαι ότι, τα κάπως μεγαλύτερα παιδιά ανέβαιναν επάνω σε ψηλά δέντρα και όταν έβλεπαν από μακριά τον Μπόγια σφύριζαν. Έτσι οι εργάτες, που έσκαβαν π.χ., έπεφταν μέσα σε τράφους και γλίτωναν το μαρτύριο του Μπόγια. Δεν ξεχνώ τον άγριο και βάρβαρο τρόπο με τον οποίο έλεγαν στους ανθρώπους «Ράους παρτί Τζάντε Καλαμάκι».

Οι Γερμανοί βέβαια δεν βρίσκονται, προ πολλών δεκαετιών, ούτε στο Τζάντε ούτε στο Καλαμάκι, αλλά εμείς τους θυμόμαστε και δυστυχώς πολύ άσχημα. Τώρα θα μου πείτε βέβαια, με ποιον άλλο τρόπο θα μπορούσε να θυμάται κάποιος τον κατακτητή της πατρίδας του;

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Τα παιχνίδια ενός παιδιού της γερμανοϊταλικής κατοχής

Γραμμένο από τον Δάσκαλο Νικ. Χ. Κοντονή

Εκείνα τα φτωχά και φοβισμένα χρόνια του 1940 και μετά, τα καλά και αγοραστά παιχνίδια, για τα παιδιά, ήταν άπιαστο όνειρο.

Σαν παιδιά όμως έπρεπε να παίξουμε κι ας είμαστε και πεινασμένα. Τόπος παιχνιδιού μας συνήθως ήταν το Πλάτωμα της Παναγούλας, η Ράχη της Φανερωμένης και όλοι οι δρόμοι του Μπανάτου.


Τα παιχνίδια, που παίζαμε πολύ, γιατί σ’ αυτά χρειάζονταν μόνο πόδια και μυαλό, ήταν το κυνηγητό, η αμπάριζα, η τόκα (μια πλακόπετρα όρθια, που με μια αμάδα έπρεπε από μακρία να την χτυπάμε και να την ρίχνουμε κάτω, αμάδα = μικρότερη στρογγυλή ή περίπου τετράγωνη πέτρα σκληρή), το κρυφτό.


Μπάλα βέβαια δεν υπήρχε. Μεγάλη υπόθεση ήταν, αν κάποιος είχε τόπι. Συνήθως όμως δεν υπήρχε ούτε και το τόπι. Έτσι, για να παίξουμε ποδόσφαιρο, φτιάχναμε μόνοι μας, από κουρέλια μια σφαίρα, σαν κουβάρι, το δέναμε, όσο μπορούσαμε καλύτερα γύρω-γύρω με σπάγκους κι όσο κρατούσε.


Φτιάχναμε, πάντα μόνοι μας, κι έτσι δημιουργούσαμε, μύλους με σκουλικάρες ή με καλάμι και στις άκρες των ακτίνων τους, για πτερύγια, βάζαμε, από παλιές τράπουλες φύλλα, που τα κόβαμε στη μέση. Πολλές φορές, σ’ αυτούς τους μύλους βάζαμε και ανεμολόγιο. Συνήθως τούς τοποθετούσαμε γερά πάνω στις καλύβες, που έφτιαχναν οι γονείς μας, για τον καλοκαιρινό ύπνο του μεσημεριού και της νύχτας. Θυμάμαι τον απαλό και μονότονο θόρυβο, που έκανε ο μύλος κι ήταν σα νανούρισμα.


Πολύ αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν και ο χαρταετός, που κι αυτόν τον φτιάχναμε μόνοι μας. Θυμάμαι ότι, τα μπακάλικα του χωριού, όταν ερχόταν το καλοκαίρι, έφερναν χρωματιστές κόλλες χαρτί, γι’ αυτή τη δουλειά. Η κόλλα, θυμάμαι, που χρειαζόταν για να κολλάμε τα χαρτιά, ήταν και αυτή φτιαγμένη από εμάς ή από αλεύρι με νερό ή από την κόλλα της αμυγδαλιάς.


Βέβαια δεν είναι δυνατό να γράψω όλα τα παιχνίδια που φτιάχναμε. Ήταν τόσα πολλά: Καλαμένια τουφέκια, καλαμένια πιστόλια, καλαμένια άλογα (το καβαλούσαμε, όχι μουρλοφαντασμένα, το καλάμι), ανεμόμυλους, πεντόβολα, βάρκες με χαρτί, που ταξίδευαν, όσο μπορούσαν, στους μεγάλους τράφους του Μπανάτου με τις πρώτες βροχές, καπέλα χάρτινα, μάσκες χάρτινες, σκαούνες, σφεντόνες, τόξα και βέλη καλαμένια και άλλα, που η φαντασία μας γεννούσε.


Τ’ αγόρια, έστω με αυτά τα φτωχά μέσα, μπορούσαμε και κατασκευάζαμε διάφορα και πολλά είδη παιχνιδιών. Εκεί όμως που ήταν πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα ήταν για τα κορίτσια. Αρκούνταν σε κάποιες κούκλες, που έφτιαχναν συνήθως μ’ ένα λεπτό καλαμάκι, που το έντυναν με κουρελάκια, για να σχηματίσουν το σώμα, που μετά το έντυναν με τα μικροσκοπικά ρουχαλάκια, που έραβαν μόνες τους. Έπαιζαν ακόμη γκιούστρο και σχοινάκι, το γνωστό και σήμερα. Μη νομίζετε, ότι ήταν μόνο αυτές οι κατασκευές των παιχνιδιών μας, αλλά το σημείωμα αυτό δεν έχει σκοπό να τ’ αναφέρει όλα, αλλά όσο είναι δυνατό να περιγράψει, πόσο ίδρωνε η ψυχή μας, για να φτιάξουμε ένα παιχνίδι που στο τέλος θα έδινε χαρά και ικανοποίηση σ’ αυτή την ιδρωμένη ψυχή.

Κυριακή 24 Μαΐου 2009

H Μουριά (που μ' έμαθε να γράφω με μελάνι)


Γραμμένο από τον Δάσκαλο Νικ. Χ. Κοντονή


Στο Δημοτικό Σχολείο της εποχής μου, όταν φθάναμε στην Δ΄ Τάξη, έπρεπε να γράφουμε με μελάνι. Ήμουν λοιπόν μαθητής της Δ΄ Τάξης το σχολικό έτος 1947-48. Λίγο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δύστυχα χρόνια, μαύρα κι αγέλαστα. Φτώχια και πείνα. Πού να βρεθούν τα χρήματα,για μελάνι…

Έλα όμως που η αντιγραφή (ένα μικρό κομμάτι από τι μάθημα της Ανάγνωσης) έπρεπε να είναι γραμμένη στο σχετικό τετράδιο, συνήθως δωδεκάφυλλο με μελάνι... Με τη δασκάλα μας, τα χρόνια εκείνα, δεν παίζαμε. Η εντολή της ήταν Νόμος, που έπρεπε να εκτελεστεί. Από πριν τελειώσω την Γ’ τάξη, σκεφτόμουν πώς θ’ αποκτήσω μια ξύλινη πέννα, που στην άκρη της βάζανε ένα πενάκι ή Χ ή της χήνας (έτσι λέγονταν γιατί στο επάνω μέρος τους είχαν ή το γράμμα Χ ή μια χήνα χαραγμένη,που αυτό ήταν καλλίτερο για την καλλιγραφία) κι ένα μικρό μπουκάλι με μελάνι.

Την πέννα τη βρήκα σχετικά εύκολα σ’ ένα συρτάρι του Πατέρα μου, μαζί μ’ ένα μελανοδοχείο της εποχής εκείνης, σχήματος κύβου, με σχετικά ευρύχωρο στόμιο, για να μπαινοβγάζω την πέννα, όταν θα τη βουτούσα στο μελάνι, για να γράψω την αντιγραφή μου.Το κακό όμως ήταν ότι μελάνι δεν υπήρχε. Τη λύση στο πρόβλημά μου την έδωσε μια μεγάλη στο ύψος και ηλικία μουριά, που υπήρχε στην αυλή του πατρικού μου σπιτιού.

Αυτή η μουριά έκανε μαύρες μούρες. Παιδάκι τότε εγώ ανέβαινα τα καλοκαίρια έκοβα μούρες, έτρωγα όσες ήθελα και μετά έφτιαχνα, με κάποιο μεγάλο φύλλο χωνάκι, το γέμιζα και το χάριζα στη Μάνα μου ή στην αδελφή μου την Κούλα, που πολύ αγαπούσα. Οι μούρες αυτές όμως έβαφαν πάρα πολύ, εάν ο χυμός τους ερχόταν σ’ επαφή με τα δάκτυλα ή και με τα ρούχα. Όσο κι αν πρόσεχα, πάντα ή λίγο ή πολύ θα λερωνόμουν. Αυτή η παρατήρηση με οδήγησε στη σκέψη, απ’ αυτές τις μούρες να φτιάξω το πρώτο μου μελάνι. Αφού μάζεψα, όσες νόμιζα ότι μου αρκούν,τις έστυψα με το χέρι μου σ’ ένα κουβαδάκι και μετά με το σουρωτηράκι του χαμομηλιού πήρα τον καθαρό χυμό τους.Τον έβαλα στο μελανοδοχείο κι έκαμα την πρώτη μου δοκιμή στο γράψιμο. Ήθελα να είμαι έτοιμος την ώρα που θ’ άνοιγαν τα Σχολεία κι εγώ θα ήμουν πλέον μαθητής της Δ΄ Τάξης.

Δύο πράγματα δεν ξέχασα ποτέ: Την χαρά μου, που απόχτησα μελάνι και ‘κείνο τ’ όμορφο χρώμα του, που μ’ άρεσε πολύ.
Ίσως επειδή ήταν και δικής μου κατασκευής.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

Η Δασκάλα μου

Γραμμένο από τον Δάσκαλο Νικ. Χ. Κοντονή

Τα δύστυχα και φτωχά εκείνα χρόνια το Δημοτικό Σχολείο του Μπανάτου δεχόταν τα παιδιά του Μπανάτου, του Σαρακηνάδου, της Κουκουναρίας και του Χουρχουλιδιού. Το κτίριο του σχολείου ήταν ένα μακρόστενο οίκημα με κύρια είσοδο στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Τα πολύ παλιά χρόνια ήταν το οίκημα, όπου έμεναν οι καλόγριες της Παναγούλας, μέχρι το 1510, οπότε η Παναγούλα έγινε ενοριακός ναός. Ήταν ακριβώς εκεί που τώρα είναι το καμπαναρίο κι έπιανε όλη τη γωνία των δρόμων Μπανάτου και Πόλης.

Όταν λοιπόν έμπαινες στο Σχολείο, βρισκόσουν στο χωλ, μπροστά σου ήταν το γραφείο και νότια και βόρεια του χωλ και του γραφείου ήταν οι δυο αίθουσες διδασκαλίας, από τις οποίες συνήθως λειτουργούσε μόνο η νότια (απέναντι από το Τρίγωνο). Σ’ αυτή την αίθουσα μαθαίναμε τα πρώτα γράμματα 90-130 μαθητές των έξι (6) τάξεων και όλοι μας είχαμε μια Δασκάλα, την Τασία Κοντορράση, σύζυγο του Σκοπιώτη Κοντονή, Γραμματέα της Κοινότητας Μπανάτου.

Αυτή η ηρωίδα Δασκάλα έμαθε γράμματα σε χιλιάδες μαθητές, που πέρασαν απ’ τα χέρια της. Πάντα στην ώρα της, στη θέση της, πάντα να είναι έτοιμη να προσφέρει τη βοήθειά της στους μαθητές της. Θυμάμαι, ερχόταν από τον Κάμπο, που ήταν το σπίτι της και πάρα πολλές φορές το χειμώνα ο δρόμος από του Τσιλιάνη - Κολόμπου - Τρίγωνο - Σχολείο ήταν χειλισμένος. Ποτάμι έτρεχαν τα νερά της βροχής. Η Δασκάλα μας έβγαζε τα παπούτσια της, τα ’παιρνε στο χέρι και ερχόταν ξυπόλητη μέσα στα νερά, για να φτάσει στο σχολείο μας, χωρίς ποτέ να παραπονεθεί ούτε για τους πολλούς μαθητές που είχε, αλλά ούτε και για τις απάνθρωπες συνθήκες μέσα στις οποίες δίδασκε και η διδασκαλία της ήταν φως και ελπίδα στα σκοτάδια της ψυχής και της γνώσης, για όλους εμάς τους μαθητές της.

Πώς να ξεχάσει κανείς μια τέτοια Δασκάλα, που έδωσε όλη της τη ζωή για να μας μάθει τους μαθητές της γράμματα και να μας κάνει, όσο μπορούσε καλύτερους ανθρώπους.

Σάββατο 18 Απριλίου 2009

Η Εξομολόγηση

Γραμμένο από τον Δάσκαλο Νικ. Χ. Κοντονή

Ήταν παραμονή του Πάσχα. Εφημέριος στο Μπανάτο ήταν ο Πατέρας μου, ο παπα-Μπάμπης. Εμείς τα παιδιά ετοιμαζόμαστε με δέος και πίστη να κοινωνήσουμε την ημέρα του Πάσχα. Έπρεπε όμως να πάμε να εξομολογηθούμε. Περιμέναμε λοιπόν καμιά δεκαριά παιδοβόλια στο προαύλιο της Παναγούλας να βρεθεί κάποιο κενό, από εξομολογούμενους, για να μπούμε και μεις στην εκκλησία, για να εξομολογηθούμε. Κάποια στιγμή λοιπόν, που μπόρεσε ο παπάς, μας κάλεσε όλους μέσα στην εκκλησία. Μας έβαλε στη σειρά και άρχισε να μας ρωτά διάφορα έναν-έναν με σειρά.
«Ακούς τους γονείς σου; Κάνεις την προσευχή σου; Λες ψέματα; Κάνεις κακές πράξεις; Ακούς τη Δασκάλα σου; Διαβάζεις τα μαθήματά σου; Ορκίζεσαι; Βλαστημάς;»
Αυτές ήταν οι συνηθισμένες ερωτήσεις με το μέρος μας, λέγοντας και κάποιο θείο και φοβισμένο ψεματάκι.
Όλα μάς τα συγχωρούσε ο παπάς και Πατέρας μου. Ήταν όμως αυστηρός, σε όσα παιδιά δεν άκουγαν ή στενοχωρούσαν τους γονείς τους και τη δασκάλα τους και ακόμη αυστηρότερος σε όσα βλαστημούσαν. Τα περισσότερα αμαρτήματά μας τα ήξερε βέβαια ο πνευματικός μας. Γιατί ό,τι γινόταν στο χωριό ταξίδευε με μεγάλη ταχύτητα κι έτσι είχε για τον καθένα γνώση των πράξεών μας ο Παπάς μας.
Εξομολογήθηκε λοιπόν ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος και ήλθε η σειρά του τέταρτου, που συν τοις άλλοις, ήταν και λίγο βλάστημος. Αφού του έγιναν οι παραπάνω ερωτήσεις, τού έγινε και η πιο σημαντική:

- Βλαστημάς; 
- Ε, καμιά φορά,απάντησε το παιδί. 
- Και τι βλαστημάς; τον ρώτησε ο Παπάς. 
- Ε, Δέσποτά μου, ρίχνω καμία Παναγία και κάνα Χριστό. 

Δεν πρόλαβε να τελειώσει και δέχτηκε από το βαρύ χέρι του Παπά ένα γερό χαστούκι. Τότε, λες κι είμαστε όλα τα παιδιά συνεννοημένα, αρχίσαμε να τρέχουμε κι άλλα βγαίναμε από τη βορεινή πόρτα της εκκλησίας, που τότε αυτή ήταν η κυρία είσοδος και άλλα από την πόρτα, που βλέπει προς το νεκροταφείο. Ακόμα και σήμερα, όταν θυμάμαι αυτή την εξομολόγηση, γελάω με την ψυχή μου, με τον τρόπο που φύγαμε από την εκκλησία.
Μοιάζαμε σαν μια φλότα τρυγόνια, που δέχτηκε το σμπάρο του κυνηγού. Το Πάσχα όμως όλοι κοινωνήσαμε από το χέρι του Παπα-Μπάμπη. Αυστηρός ήταν, αλλά μας αγαπούσε, κι εμείς, όσοι ακόμη υπάρχουμε, τον θυμόμαστε και μιλάμε όμορφα γι’ αυτόν.

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Η πείνα

Γραμμένο από τον Δάσκαλο Νικ. Χ. Κοντονή

Όταν, στις 28 Oκτωβρίου 1940, άρχισε ο πόλεμος με τους Ιταλούς στα ελληνοαλβανικά σύνορα, ήμουν τριών χρόνων. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Απ’ αυτή την περίοδο δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Ό,τι όμως θυμάμαι το θυμάμαι πολύ καλά. Έτσι δεν ξέχασα ποτέ τον τρόμο μου από το θόρυβο των εχθρικών αεροπλάνων, που κατά διαστήματα μας επισκέπτονταν και κυρίως όταν βομβάρδισαν την πόλη της Ζακύνθου.

Ο πατέρας μου είχε φροντίσει και είχε κατασκευάσει ένα μεγάλο και βαθύ τράφο, μπροστά από το σπίτι μας και μόλις ακούγαμε αεροπλάνο τρέχαμε και πέφταμε μέσα σ’αυτόν τον τράφο,για να σωθούμε, σε περίπτωση βομβαρδισμού. Εμένα, μικρό παιδάκι, μ’ έπαιρνε από το χέρι η αδελφή μου, η Κούλα, με ξάπλωνε στον τράφο κι αυτή έπεφτε από πάνω μου, χωρίς να με πιέζει, για να με προστατέψει ακόμη περισσότερο.
Επίσης, δεν ξεχνώ πόσο φοβισμένος, μαζί με την αδελφή μου την Κούλα και κρυμμένοι πίσω από τις πυκνές ροδιές, που τότε υπήρχαν στο μουράγιο του Σκλιτσέικου, στον κεντρικό δρόμο του χωριού, παρακολουθήσαμε την είσοδο και εγκατάσταση των Ιταλών κοκορόφτερων καραμπινιέρων στο χωριό μας.
Ακόμα ακούω το βηματισμό τους κι ακόμα βλέπω τον οπλισμό τους.
Η ιταλική καραμπινιερία στεγαζόταν στο χωριό μας στο σημερινό σπίτι του Βασίλη Καποδίστρια (γιος του Αλέκου).
Εκείνο όμως που μου άφησε σημάδια πόνου και εκμηδενισμού ήταν η πείνα που ακολούθησε τον πόλεμο. Θυμάμαι την πονεμένη έκφραση του προσώπου της Μάνας μου όταν έλεγα:
-Μάνα, πεινάω... Και δεν είχε η καημένη ούτε μια μπουκιά ψωμί να μού δώσει.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Ιερεύς Χαράλαμπος Κοντονής ή Παπα-Κουμπούρας

Γραμμένο από τον Νικ. Χ. Κοντονή, Δάσκαλο
Εγεννήθη στο Βανάτο Ζακύνθου το έτος 1887. Υιός του Παναγιώτου και της Μαργαρίτας Κοντονή και εγγονός του Ιερέως Σπυρίδωνος και της Πρεσβυτέρας Αναστασίας Κοντονή.

Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Βανάτου και το Σχολαρχείο (Γυμνάσιο) Πύργου, ευρισκόμενος εκεί, υπό την προστασία και το μεγάλο ενδιαφέρον του θείου του ιατρού Χαραλάμπους Κοντονή, του οποίου είχε και το όνομα.
Νυμφεύτηκε την Μαγδαληνή, το γένος Γιατρά, από το χωριό Παντοκράτορας (Πισινόντας), με την οποία απέκτησε έξι (6) τέκνα: Την Κούλα δασκάλα, τον Δημήτριο παντοπώλη, τον Σπυρίδωνα ιερέα, τον Παναγιώτη αξιωματικό του Πυροσβεστικού Σώματος, τον Ελπιδοφόρο αστυνομικό και τον Νικόλαο δάσκαλο.

Από μικρός είχε δείξει την αγάπη του στην Εκκλησία, επηρεασμένος ίσως από τον Νόνο του ιερέα Σπυρίδωνα και τον πατέρα του Παναγιώτη ιεροψάλτη. Έτσι στην αρχή ήτο και αυτός ιεροψάλτης, αλλά και Γραμματέας της Κοινότητας Βανάτου.
Στη συνέχεια, την 1η Μαρτίου 1918, χειροτονήθηκε Διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Ζακύνθου Διονύσιο Πλέσσα και στις 21 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, ημέρα των Εισοδίων της Θεοτόκου, από τον ίδιο Μητροπολίτη, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στη Φανερωμένη του Βανάτου, που τότε η εκκλησία αυτή ήταν παρεκκλήσιο της Παναγούλας Βανάτου. Σ' αυτή την εκκλησία τοποθετήθηκε ιερεύς, την οποία με ενέργειές του και εράνους έφτιαξε, όπως είναι σήμερα. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι το καμπαναριό της, που ήταν μονό, σαν της Παναγούλας. Αυτό καταστράφηκε, με τους σεισμούς του Αυγούστου του 1953. Έτσι το Βανάτο, για πρώτη φορά είχε δύο ενοριακούς ναούς: την Παναγούλα, με ιερέα τον Ιωάννη Ζαρκάδη και την Φανερωμένη, με ιερέα τον Χαράλαμπο Κοντονή, τον Παπα-Μπάμπη.
Η ωραία του φωνή αλλά και το τυπικό, που ακολουθούσε, κατά την τέλεση της θείας Λειτουργίας και όλων των άλλων ιερών ακολουθιών εγέμιζαν τη Φανερωμένη από κόσμο, που δεν ήταν μόνο Μπανατιώτες. Διακόνησε την εκκλησία του Βανάτου επί 50 χρόνια και δεν θέλησε ποτέ να εγκαταλείψει το χωριό του, παρά τις επίζηλες προτάσεις που είχε, ιδίως από τον τότε Μητροπολίτη Χρυσόστομο Δημητρίου. Όταν, για λόγους υγείας, παραιτήθηκε ο παπά Γιάννης Ζαρκάδης, τότε, με απόφαση τού Μητροπολίτη Χρυσοστόμου, ορίσθηκε εφημέριος όλου του χωριού και με ενέργειες του οι δύο ενορίες ενώθηκαν σε μία, με Βασιλικό Διάταγμα και ονομάσθηκαν «Ηνωμένοι Ιεροί Ναοί Βανάτου».
Έχαιρε ιδιαίτερης αγάπης και εκτίμησης από τους προϊσταμένους του Μητροπολίτες Διονύσιο Πλαίσα, Χρυσόστομο Δημητρίου, Αλέξιον Ιγγλέση και Απόστολο Παπακωνσταντίνου. Είχαν εκτιμήσει όλοι την τιμιότητά του, την ντομπροσύνη του και τη γενναιότητά του σε δύσκολες στιγμές.



Τιμήθηκε απ’ όλους, με όλα τα οφίκια της Εκκλησίας μας. Ήταν Γενικός Αρχιερατικός Αντιπρόσωπος του τέως Δήμου Ψωφίδος, Τελετάρχης των εορτών του Αγίου μας Διονυσίου, Μέγας Οικονόμος και Σταυροφόρος της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου.


Υπήρξε ελεήμων, βοηθός και συμπαραστάτης των αδυνάτων, μεγάλος πατριώτης, φιλόξενος και πνευματικός Πατέρας όλων των Μπανατιωτών και όχι μόνο.

Ήλθε όμως η ώρα, που ο Θεός αποφασίζει και έτσι απεβίωσε στις 31 Οκτωβρίου 1967, στο σπίτι του γιου του Νικολάου, πίσω ακριβώς από το Μητροπολιτικό Μέγαρο και την 1η Νοεμβρίου κηδεύτηκε στην Παναγούλα του Μπανάτου. Ο επικήδειός του έγινε από τον τότε Μητροπολίτη Ζακύνθου κ. Απόστολο, νυν Κιλκισίου. Ήταν πολύ θερμά και επαινετικά τα λόγια του Δεσπότη, όπως θερμά ήταν τα δάκρυα των παιδιών του και η συμμετοχή του άμετρου κόσμου, που τον συνόδεψε στην τελευταία του κατοικία.