e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γεώργιος Τσέτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γεώργιος Τσέτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Ο Σύνδεσμος Μουσικοφίλων Πέραν για τον Μεγάλο Πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Τσέτση

 ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΦΙΛΩΝ  ΠΕΡΑΝ 

ΨΗΦΙΣΜΑ 

Ἅμα τῷ ἀκούσματι τοῦ θλιβεροῦ ἀγγέλματος τῆς εἰς Κύριον ἐκδημίας τοῦ πολιοῦ, μουσικοτραφοῦς, μακαριστοῦ π. Γεωργίου Τσέτση, Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, Ἐπιτίμου Προέδρου τοῦ καθ΄ ἡμᾶς Συνδέσμου Μουσικοφίλων Πέραν, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον αὐτοῦ συνῆλθεν καὶ ἀπεφάσισεν ὁμοφώνως ὅπως:

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024

World Council of Churches gives thanks for the life of Fr Georgios Tsetsis

The World Council of Churches (WCC) has announced with deep sorrow the passing of Fr Georgios Tsetsis, a distinguished and dedicated servant of the Ecumenical Patriarchate and the ecumenical movement:

Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

Η ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης για την εκδημία του Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση

ΨΗΦΙΣΜΑ

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2024

Με βαθιά οδύνη πληροφορηθήκαμε την εις Κύριον εκδημία του αειμνήστου Μέγα Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, π. Γεώργιου Τσέτση, κορυφαίου Καθηγητού και Ακαδημαϊκού. 

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Φανάρι: Τρισάγιο Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση


Σήμερα, Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2024, απουσιάζοντος του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου στο εξωτερικό, η Αυτού Σεβασμιότης ο Πατριαρχικός Επίτροπος Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ τέλεσε τρισάγιο στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του μακαριστού Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας Γεωργίου Τσέτση. 

Στην αιωνιότητα ο Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης (1934-2.6.2024)


Εκοιμήθη ο Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Τσέτσης, σε ηλικία 90 ετών.

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Η ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ 1920. ΤΑ ΔΙΑΜΕΙΦΘΕΝΤΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΕΞΑΠΟΛΥΣΕΩΣ ΑΥΤΗΣ

Γεώργιος Τσέτσης, Μέγας  Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Παναγιώτατε Δέσποτα,

Ευσεβάστως και εκ βάθους καρδίας ευχαριστώ την Υμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα διά την πρόφρονα πρόσκληση να συμμετάσχω στην Ημερίδα αυτή, παρουσιάζοντας συνάμα και μια ομιλία σχετικά με την περιώνυμη Συνοδική Εγκύκλιο του 1920, της οποίας  εορτάζουμε σήμερα την εκατονταετία.

            Λυπούμαι διότι λόγω προβλημάτων υγείας, αδυνατώ να ταξιδεύσω για να ευρίσκομαι στο πλευρό Σας και εν μέσω όσων συμμετέχουν στην οφειλετική αυτή εκδήλωση. Ωστόσον, ευχαρίστως αποστέλλω την αιτηθείσα ομιλία, η οποία, τρόπον τινά, επέχει τόπον  εισαγωγής στο κύριο θέμα της Ημερίδος. Βασίζεται, κυρίως,  σε Πρακτικά συνεδριών της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, σε πληροφορίες και σχόλια τα οποία δημοσιεύθηκαν στο επίσημο περιοδικό του Πατριαρχείου «Εκκλησιαστική Αλήθεια» κατά τα έτη 1919, 1920 και 1921, ως και σε πραγματείες και άρθρα που είχαν δει το φως της δημοσιότητος την εποχή εκείνη.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση: Σκέψεις γύρω από ένα βιβλίο περί του Ουκρανικού Αυτοκεφάλου

O λόγος για το πρόσφατο σύγγραμμα του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρου, τιτλοφορούμενο «Το σύγχρονο Ουκρανικό ζήτημα και η κατά τους θείους και ιερούς κανόνες επίλυσή του». Ένα βιβλίο το οποίο, ουσιαστικά, θέτει ένα διπλό ερώτημα. Τουτέστιν, α) αν το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει το δικαίωμα του χορηγείν Αυτοκεφαλίες και β) αν το, πρωτοβουλίᾳ αυτού, και άνευ Πανορθοδόξου Συνοδικής διαγνώμης, χορηγηθέν Αυτοκέφαλο στην Εκκλησία της Ουκρανίας,  έχει οποιοδήποτε Ιεροκανονικό έρεισμα. 

Μια πρόγευση του περιεχομένου του πονήματος αυτού, είχε δώσει το Ανακοινωθέν τεσσάρων Ιεραρχών της Εκκλησίας Κύπρου (των Μητροπολιτών Λεμεσού, Κύκκου, Ταμασού και του ΕπισκόπουΑμαθούντος) στις 24 παρελθόντος Οκτωβρίου, ευθύς μετά την μνημόνευση από τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου  Χρυσόστομο, του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Κιέβου Επιφανίου, ως Προκαθημένου της νεοσυστάτου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας Ουκρανίας.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

«Εισπηδήσεις» και «Κανονικά εδάφη». Απορίες και σχόλια στον απόηχο του Ουκρανικού Αυτοκεφάλου

Του Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση

Δεν θα είναι υπερβολή αν λεχθεί ότι στο πολύκροτο ζήτημα της Ουκρανικής Αυτοκεφαλίας, η Εκκλησία της Ρωσίας έπεσε στο λάκκο τον οποίο έσκαβε εδώ και πολύ καιρό, προκειμένου να θάψει, ευκαιρίας δοθείσης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και εξηγούμαι. 

Είναι γνωστό πως, καλώς ή κακώς, μια νέα διαδικασία απονομής Αυτοκεφαλίας σε μια τοπική Ορθόθοξο Εκκλησία είχε ξεκινήσει το 1976 ήδη και εγκριθεί το 2009, με ομόφωνο Διορθόδοξο απόφαση, κατόπιν πολλών κόπων και μόχθων. Αλλά, να μη λημονηθεί, και με την φιλάδελφη και θυσιαστική χειρονομία της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, η οποία, προκειμένου να διασφαλίσει την Πανορθοδόξο ενότητα, έστρεξε να αναστείλει το επί αιώνας ολόκληρους ισχύσαν και λειτουργήσαν κανονικό της προνόμιο, βάσει του οποίου, κατακερματίζοντας το εαυτής σώμα, είχε προβεί κατά διαστήματα στην χειραφέτηση των Ορθοδόξων λαών που διαβιούσαν βορείως και δυτικώς της Κωνσταντινουπόλεως, χορηγώντας σ’ αυτούς Αυτοκεφάλο καθεστώς. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν, κατά την καρκινοβατούσα προπαρασκευαστική φάση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου περί τα τέλη του 20ού και τις αρχές του 21ου αιώνος, δεν υπήρχε η ατέρμον και σχολαστική εκείνη συζήτηση περί του «τρόπου υπογραφής» του εκδοθησομένου Τόμου Αυτοκεφαλίας, τουτέστιν αν οι Προκαθήμενοι των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών «συναποφαίνονται» ή «αποφαίνονται» όπως ο Οικουμενικός Πατριάρχης, το θέμα περί του «Τρόπου Ανακηρύξεως Αυτοκεφάλου» θα εντασσόταν στην Ημερησία Διάταξη της Συνόδου, η δε χορήγηση Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας θα ελάμβανε μιαν εντελώς άλλη διάσταση και δεν θα είχαμε την νοσηρή κατάσταση που βιώνουμε τον τελευταίο καιρό. 

Η επιμονή των ρώσων αντιπροσώπων, και μερικών συνοδοιπόρων τους, στη χρήση του ρήματος «αποφαίνομαι» αντί του «συν-αποφαίνομαι», δεν ήταν καθόλου αθώα. Ηλίου φαεινότερον ήταν πως αποσκοπούσε στην αμφισβήτηση και τον υποβιβασμό του ρόλου του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως στα Διορθόδοξως δρώμενα, με υπόβαθρο την νεοφανή, ισοπεδωτική και αιρετίζουσα εκκλησιολογική αντίληψη του Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνος, (την οποία συχνά-πυκνά επαναλαμβάνει), σύμφωνα με την οποία η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξος Εκκλησία, που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, είναι απλώς μία «Ομοσπονδία» (sic) τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, επικεφαλής της οποίας δεν ευρίσκεται καμιά υπεροχική Αρχή. 

Πολύς λόγος έγινε επ’ εσχάτων αν το Πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο, Μήτηρ Εκκλησία όλων των μη Πρεσβυγενών κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, είχε ή όχι το κανονικό δικαίωμα να δεχθεί το Έκκλητον του πάλαι ποτέ Μητροπολίτου Κιέβου Φιλαρέτου Ντενισένκο και των συν αυτώ, και να προβεί εν συνεχεία στη χορήγηση Αυτοκεφαλίας σε ένα ευρύ τμήμα του Ορθοδόξου Ουκρανικού λαού, ο οποίος από πολύ καιρό αποζητούσε τον απογαλακτισμό του από την Εκκλησία της Ρωσίας. Ως εκ τούτου, παρέλκει οποιαδήποτε αναφορά στην πτυχή αυτή του ζητήματος. Έπειτα μάλιστα από την δημοσίευση σειράς όλης εμπεριστατωμένων μελετών που εκπόνησαν διακεκριμένοι ιστορικοί και κανονολόγοι. 

Ωστόσο, θα ήθελα να αναφερθώ στους όρους «εισπήδηση» και «κανονικό έδαφος» που κατά κόρον χρησιμοποιούνται από ρωσικής πλευράς στην αντιπαράθεση αυτή, και ακολούθως να θίξω την πολιτική διάσταση του Ουκρανικού ζητήματος με το οποίο βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι. 

Περί «εισβολής» της Κωνσταντινουπόλεως σε κανονικά εδάφη της Εκκλησίας Ρωσίας, αρχικά είχε κάμει λόγο ο Μητροπολίτης Αγίας Πετρουπόλεως Βαρσανούφιος, τον Σεπτέμβριο του 2018 στα Ιεροσόλυμα, όπου βρισκόταν ως προσκυνητής. «Μετά την επανάσταση (του 1917)», έλεγε, «η Κωνσταντινούπολις μας άρπαξε (sic) τη Φινλανδία, την Πολωνία, την Εσθονία, και τώρα πλέον αγωνίζεται να αποσπάσει την Ουκρανία», δηλώνοντας συνάμα ότι το Πατριαρχείο Μόσχας δεν θα επιτρέψει τις αντικανονικές ενέργειες της Κωνσταντινουπόλεως, του «Πάπα της Ανατολής», δοθέντος ότι «όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είναι ισότιμες, όπως ισότιμοι κατά την εξουσία τους είναι όλοι οι Πατριάρχες και συνεπώς αδυνατούν να παρεμβαίνουν στα των κατά τόπους Εκκλησιών». (βλ. «Bήμα Ορθοδοξίας» 20.9.2018) 

Στα ίδια μήκη κύματος, και με την ίδια σχεδόν ορολογία, είχε ομιλήσει τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους και ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος, δηλώνοντας ότι «η δημιουργία Αυτοκέφαλης Εκκλησίας στην Ουκρανία, αποτελεί αντικανονική και επιθετική παρέμβαση της Κωνσταντινούπολης στην εσωτερική ζωή της Ρωσικής Εκκλησίας», προσθέτοντας ότι «τον καιρό που η Ρωσία αντιμετώπιζε αθεϊστικές διώξεις, η Κωνσταντινούπολη έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να «αρπάξει»(sic) τμήματα που της ανήκαν: Εσθονία, Φινλανδία, Πολωνία και Λετονία» (βλ. «Ρομφαία», 21.12. 2018) 

Από την πλευρά του, ο εκ των σημαντικοτέρων παραγόντων της Ρωσικής Ιεραρχίας Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίων έσπευσε να χαρακτηρίσει ως «άνομη πράξη» την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείο να παράσχει Αυτοκεφαλία στην Εκκλησία Ουκρανίας. Κατά την άποψή του, «η απόφαση του Φαναρίου, παραβιάζει κατάφορα τους ιερούς κανόνες, περιφρονεί την ενότητα της παγκόσμιας Ορθοδοξίας και τεκμηριώνει την "εισβολή" του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο κανονικό έδαφος της Ρωσικής Εκκλησίας». (βλ. «Ρομφαία», 11.10.2018) 

Έπειτα από τις ανωτέρω αιτιάσεις, γεννάται ένα εύλογο ερώτημα. Από πότε και με ποια Κανονική Εκκλησιαστική Πράξη η Πολωνία, η Φιλλανδία, η Λεττονία και η Εσθονία κατέστησαν «κανονικό έδαφος» της Εκκλησίας της Ρωσίας; Τα όρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας είχαν καθορισθεί το 1593 από την Μείζονα Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως και ταυτίζονταν προς εκείνα του Ρωσικού κράτους. Κατά συνέπεια, ο Προκαθήμενός της αναγνωριζόταν μόνον ως «Πατριάρχης Μοσχόβου και πάσης Ρωσίας και των υπερβορείων μερών». Και καθώς είναι γνωστό, στα υπερβόρεια αυτά μέρη δεν συμπεριλαμβάνονταν ούτε η Πολωνία, ούτε η Φιλλανδία, ούτε οι χώρες της Βαλτικής. Να μη λησμονείται ότι την εποχή κατά την οποία η Εκκλησία της Ρωσίας αποκτούσε την Αυτοκεφαλία της, το ήμισυ του Εσθονικού χώρου ανήκε στην Σουηδία και το έτερο ήμισυ στην Πολωνία. 

Αποτελεί φαιδρότητα το να κατηγορείται σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο για «εισπήδηση» σε ξένα κανονικά εδάφη από μια σχετικά νεοφανή Αυτοκέφαλο Εκκλησία, η οποία κατά τον ρου τής βραχύχρονης, σε σύγκριση με τα πρεβυγενή Πατριαρχεία, ιστορίας της, διηύρυνε με κάθε ευκαιρία τα από τον Τόμο Αυτοκεφαλίας της θεσπισθένα όριά της, εισπηδώντας σε εδάφη άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, ελέω Τσαρικών στρατευμάτων ή Σοβιετικών τεθωρακισμένων. 

Τι άλλο, αν όχι εισπήδηση, αποτελούσε η κατάργηση το 1811 της από τον τέταρτο αιώνα υφιστάμενης Εκκλησίας της Γεωργίας και η ενσωμάτωσή της στο Πατριαρχείο Μόσχας, έπειτα από την κατοχή της χώρας αυτής του Καυκάσου από τον Τσαρικό Στρατό; Αλλά και σήμερα, τι άλλο από εισπήδηση είναι η μετά τον Ρωσο-Γεωργιανό πόλεμο του 2008 εξ αποστάσεως διαποίμανση από τον ρώσο Αρχιεπίσκοπο Μαϊκόπ και Αδιγένι Τύχωνα της χηρεύουσας Επαρχίας Αμπχαζίας, που από αρχαιοτάτων χρόνων είναι κανονικό έδαφος της παλαίφατης Γεωργιανής Εκκλησίας; 

Τι έτερο από στυγνή εισβολή ήταν η ενσωμάτωση των Ορθοδόξων Ρουμάνων της Μολδαβίας-Βεσσαραβίας στο Πατριαρχείο Μόσχας, μάλιστα δις στην ιστορία, το 1812 (Τσαρική κατοχή) και το 1944 (Σοβιετική κατοχή), με συνέπεια η Επισκοπή Κίσιναου και πάσης Μολδαβίας να λειτουργεί σήμερα ως ένα είδος αυτόνομης Μητροπόλεως της Εκκλησίας της Ρωσίας; (Να σημειωθεί ότι η Μητρόπολις Μολδαβίας είχε συσταθεί το 1386, με αναφορά στην Κωνσταντινούπολη, τρεις αιώνες προτού χορηγηθεί το Αυτοκέφαλο στην Εκκλησία της Ρωσίας!) 

Δεν αποτελούσε, άραγε, ένα είδος εισπηδήσεως και η οικειοποίηση ή μάλλον αρπαγή (για να χρησιμοποιήσω την Βαρσανούφειον ορολογία) από το Πατριαρχείο Μόσχας τού από έλληνες Εθνικούς Ευεργέτες ανεγερθέντος Ιερού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Βουδαπέστη (τον 18ο αιώνα), έπειτα από την Συμφωνία της Γιάλτας και την υπαγωγή της Ουγγαρίας στο Σοβιετοκρατούμενο «Ανατολικό Μπλοκ»; 

Η Κωνσταντινούπολις δεν εισέβαλε σε κανένα ξένο κανονικό έδαφος. Ούτε δικές της Επαρχίες ίδρυσε, ούτε και Θυσιαστήρια έπηξε. Απλώς, ασκώντας τα από Οικουμενικές Συνόδους θεσπισθέντα δικαιώματά της ως Πρωτοθρόνου Εκκλησίας, ανταποκρίθηκε σε αιτήματα τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών που ταλαιπωρούνταν από έριδες και κανονικές αταξίες, και της ζητούσαν να κομίσει ειρήνη και να θεραπεύσει τα κακώς έχοντα στην Εκκλησία τους. 

Είναι ενδιαφέρουσα η διαπίστωση ότι μετά την εξάντληση των ιστορικο-κανονικών επιχειρημάτων της Εκκλησίας της Ρωσίας σχετικά με τους πνευματικούς δεσμούς και την κανονική σχέση της Κωνσταντινουπόλεως με την Ουκρανία και την Ρωσία, εγκαινιάσθηκε από την Μόσχα μια επιχείρηση αποσκοπούσα στην «πλύση εγκεφάλου» της κοινής γνώμης, στην παρότρυνση (ενίοτε με υπονοούμενες απειλές) των Ορθοδόξων Εκκλησιών να μη αναγνωρίσουν το Ουκρανικό Αυτοκέφαλο, αλλά και στην εμπλοκή του Αγίου Ὀρους στο Ουκρανικό imbroglio. (Σημειωθήτω ότι άριστη ήταν, η προ ημερών τοποθέτηση της Αθωνικής Πολιτείας ότι «η Ιερά Κοινότητα έχει τη σοφία και την εμπειρία, ώστε το Άγιον Όρος να μην γίνει εργαλείο και μοχλός πίεσης για αλλότριους σκοπούς». Η Αθωνική αυτή κατάθεση ήταν μια άμεση αντίδραση στα προπετώς λεχθέντα από τον Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ στο Jesus–portal.ru, ότι ελπίζει το Άγιον Όρος να λάβει την ορθή απόφαση όσον αφορά στο θέμα της Ουκρανικής Αυτοκεφαλίας).  

Στην επιχείρηση αυτή επιστρατεύθηκαν Ιεράρχες, κληρικοί και λαϊκοί, όχι μόνο από την Ρωσία και την Ουκρανική Εξαρχία της, αλλά και από άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, (Αντιοχείας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Πολωνίας, Τσεχίας/Σλοβακίας, ενδεχομένως δε και της Ελλάδος), προκειμένου να καυτηριάσουν την πρωτοβουλία του Φαναρίου, να προβάλουν την πολιτική, κυρίως, διάσταση των εκκλησιαστικών ανακατατάξεων στην Ουκρανία και να συνηγορήσουν υπέρ της συγκλήσεως μιας Πανορθοδόξου Συνόδου προς επίλυση του Ουκρανικού προβλήματος. Χωρίς, βεβαίως, να διευκρινίζουν ποίος θα είναι ο συγκαλών την Σύνοδο! 

Χαρακτηριστική επί του προκειμένου ήταν η δήλωση του Πατριάρχου Αντιοχείας Ιωάννου ότι δηλ. «οσάκις η πολιτική επεμβαίνει στο εσωτερικό της εκκλησιαστικής ζωής, τότε δυστυχώς, έχουμε αυτό που συμβαίνει στην Ουκρανία. Η πολιτική παρέμβαση δεν είναι αποδεκτή. Πρέπει να αναζητήσουμε μια εκκλησιαστική λύση σ’ όλα τα προβλήματα» (βλ. «Sputnik», 5.2.2019). Παράδοξη όντως δήλωση. Ωσάν να μην έχουν πολιτική χροιά και διάσταση η συμπόρευση του Πατριαρχείου Αντιοχείας με την «δυναστεία» Ασάντ επί 45 ολόκληρα χρόνια, ή ο πρόσφατος εναγκαλισμός της με την «Συριοσώτειρα» Ρωσία, έπειτα από την έναρξη του πολυδιάστατου και αιματηρού πολέμου στην Συρία.

Στην χορεία εκείνων που έδωσαν έμφαση στην πολιτική διάσταση του Ουκρανικού Αυτοκεφάλου δεν δίστασε να προστεθεί και ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαδίμηρος Πούτιν, για να φανεί προφανώς αλληλέγγυος του Πατριαρχείου Μόσχας, αλλά κυρίως για να υπομνήσει urbi et orbi πως για την Ρωσία, η Ουκρανία έχει μείζονα γεωπολιτική σπουδαιότητα και συνεπώς η μελλοντική της υφή και πορεία στην διεθνή σκακιέρα δεν είναι ζήτημα διαπραγματεύσιμο. Έτσι, κατά την 14η ετήσια Συνέντευξη Τύπου τον παρελθόντα Δεκέμβριο, ενώπιον 1700 δημοσιογράφων ο Πρόεδρος Πούτιν ανεφέρθη στο ζήτημα της Ουκρανικής Αυτοκεφαλίας, παρατηρώντας ότι αυτή σχετίζεται με τις προεδρικές εκλογές στην Ουκρανία. «Οι λόγοι είναι καθαρώς πολιτικοί» δήλωσε. «Το γεγονός ότι ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών σχολίασε θετικά την χορήγηση Αυτοκεφαλίας, είναι κάτι αδιανότητο και εντελώς ανεπίτρεπτο» (βλ. «Sputnik», 26.12. 2018). 

Η τοποθέτηση αυτή του Ρώσου Προέδρου δεν αποτελούσε κεραυνόν εν αιθρία. Εντασσόταν στα πλαίσια των όσων είχαν διαδραματισθεί ευθύς μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως και την δημιουργία, τον Δεκέμβριο του 1991, της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Να μη λησμονηθεί ότι στις 15 Μαρτίου 1996, η Ρωσική Βουλή είχε επικυρώσει την νομιμότητα ενός δημοψηφίσματος τον Μάρτιο του 1991, το οποίο είχε ταχθεί υπέρ της διατηρήσεως, θεωρητικά τουλάχιστον, των συνόρων της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ενώσεως. Τούτο σημαίνει ότι, παρά την ίδρυση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η Ρωσική Βουλή θεωρούσε πως στη συνείδηση του ρωσικού λαού, η Σοβιετική Ένωση δεν καταργήθηκε, αλλά συνεχίζει να υπάρχει! 

Θα ήθελα να ολοκληρώσω την σύντομη αυτή αναδρομή με μια περίεργη τοποθέτηση του Αρχιεπισκόπου Νιζίνσκι Κλήμεντος, που είναι ενδεικτική του κομπασμού και της νοοτροπίας των ρώσων αδελφών. Σε συνέντευξή του με τον Ανδρέα Λουδάρο, υπεύθυνο της ιστοσελίδας «Ορθοδοξία.info», ο Αρχιεπίσκοπος Κλήμης, αφού πρώτα κατηγορούσε τον Οικουμενικό Πατριάρχη για υποκρισία και προσωπικές φιλοδοξίες, τον καλούσε με περισσή έπαρση «να θυμηθεί πως Βυζάντιο δεν υπάρχει εδώ και 500 χρόνια και πως τα προνόμια του είναι αυτά μιας ανύπαρκτης αυτοκρατορίας» (βλ. «Ορθοδοξία.info» 5.11.2018). 

Ασφαλώς, «η Πόλις εάλω» και με την πτώση της εξέλιπε από προσώπου της γης η κραταιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αγνοεί, όμως, η Πανιερότης του ότι οι Ιεροί Κανόνες, όπως και οι αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, που διέπουν σήμερα, και θα διέπουν εσαεί, την οικουμενική Ορθοδοξία, έχουν διαχρονική αξία και ισχύ; Λησμονεί πως η Εκκλησία της Ρωσίας έλαβε αυτοκέφαλη υπόσταση 140 χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, χάρις στα διά μέσου των αιώνων συνεχιζόμενα και Συνοδικώς κατοχυρωμένα προνόμια του Οικουμενικού Πατριάρχου; Προφανώς, ναι! Αλλά τι να περιμένει κανείς από μια Εκκλησία που δεν έχει βιώσει την Συνοδική εμπειρία της πρώτης μ.Χ. χιλιετίας και η οποία νομίζει πως η ιστορία της Ορθοδοξίας αρχίζει από τότε που απέκτησε αυτή Αυτοκέφαλη υπόσταση και ο Προκαθήμενός της περιεβλήθη την Πατριαρχική αξία;

Πέμπτη 10 Μαΐου 2018

Η τελετή αναγόρευσης του Μεγάλου Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Τσέτση σε Επίτιμο Διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ [πλήρες video]


Κεντρική Αίθουσα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Τετάρτη 9 Μαΐου 2018. Τελετή αναγόρευσης του Μεγάλου Πρωτοπρεσβύτερου του Οικουμενικού Πατριαρχείου π. Γεωργίου Τσέτση, σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου.

Το πρόγραμμα της τελετής αναγόρευσης είχε ως εξής: 
- Προσφώνηση από τον Αναπληρωτή Πρύτανη Διοικητικών Υποθέσεων του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγητή Ναπολέοντα Ν. Μαραβέγια. 
- Παρουσίαση του έργου και της προσωπικότητας του τιμωμένου από την Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Θεολογίας Βασιλική Η. Σταθοκώστα. 
- Αναγόρευση του τιμωμένου:  
* Ανάγνωση των κειμένων του Ψηφίσματος της Σχολής, της Αναγόρευσης και του Διδακτορικού Διπλώματος από τον Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας, Καθηγητή Θωμά Α. Ιωαννίδη. 
* Περιένδυση του τιμωμένου με την τήβεννο της Σχολής από τον Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής, Καθηγητή Απόστολο Β. Νικολαΐδη. 
- Ομιλία του τιμωμένου με τίτλο: «Οικουμενισμού ακτινογράφημα».

Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Ο Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Γεώργιος Τσέτσης αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών


Ρεπορτάζ: Μάκης Αδαμόπουλος | Φωτογραφίες: Χρήστος Μπόνης

Παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου πραγματοποιήθηκε το απόγευμα η τελετή αναγόρευσης του Μ. Πρωτοπρεσβύτερου του Οικουμενικού Πατριαρχείου π. Γεωργίου Τσέτση, σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η τελετή πραγματοποιήθηκε στη Μεγάλη Αίθουσα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παρέστησαν ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, ο Πρύτανης, Ακαδημαϊκοί, φοιτητές, κλήρος και λαός.

Μετά την ανάγνωση των κειμένων του ψηφίσματος και την περιένδυση του τιμωμένου με την Τήβεννο της Σχολής ακολούθησε η ομιλία του π. Γεωργίου με Θέμα: «Οικουμενισμού ακτινογράφημα».














Φαναριώτικα της 9ης Μαΐου 2018

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ 
Ἐκκλησιαστικαί εἰδήσεις 

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐδέξατο εἰς ἀκρόασιν: 
Tόν Πανοσιολ. Μ. Ἀρχιδιάκονον κ. Θεόδωρον, παρουσιάσαντα Αὐτῷ τόν πρότριτα χειροτονηθέντα Πατριαρχικόν Διάκονον Ἱερολογ. κ. Ἀλέξανδρον Κούτσην, ὑπόβαλόντα σέβη καί ἐξαιτησάμενον τήν ἁγίαν Πατριαρχικήν εὐχήν καί εὐλογίαν ἐπί τῇ εἰσόδῳ του εἰς τήν ἱερωσύνην, πρός ὅν Οὗτος ηὐχήθη εὐλογημένην παρά Θεοῦ καί καρποφόρον ἐν πᾶσι διακονίαν εἰς τήν Πατριαρχικήν Αὐλήν. 

* * * 

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐξεπροσωπήθη: 
- Ὑπό τοῦ Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Ἀβύδου κ. Κυρίλλου, Καθηγητοῦ, κατά τήν τελετήν ἀναγορεύσεως τοῦ Αἰδεσιμολ. Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου τῆς Μ.τ.Χ.Ε. κ. Γεωργίου Τσέτση εἰς Ἐπίτιμον Διδάκτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐν τῇ Μεγάλῃ Αἰθούσῃ αὐτοῦ, τήν Τετάρτην, 9ην Μαΐου. 
- Ὑπό τοῦ Πανοσιολ. Μ. Ἀρχιμανδρίτου κ. Βησσαρίωνος, Ἀρχειοφύλακος τῶν Πατριαρχείων, κατά τήν δοθεῖσαν ὑπό τοῦ Ἐντιμ. κ. Yosef Levi Sfari, Γεν. Προξένου τoῦ Ἰσραήλ ἐν τῇ Πόλει, δεξίωσιν, ἐπί τῇ 70ῇ ἐπετείῳ ἀπό τῆς ἱδρύσεως τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ξενοδοχείῳ «Hilton», τήν Τρίτην, 8ην τ.μ..
-Ὑπό τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτου κ. Ἀγαθαγγέλου Σίσκου, Βιβλιοφύλακος τῶν Πατριαρχείων, κατά τήν διοργανωθεῖσαν ὑπό τοῦ ἐνταῦθα Γεν. Προξενείου τῆς Ἑλλάδος, ἐν συνεργασίᾳ μετά τοῦ Κέντρου Ἐρεύνης Ὕστερης Ἀρχαιότητος καί Βυζαντινῶν Σπουδῶν τοῦ Πανεπιστημίου Koç, ἐκδήλωσιν, ἐπί τοῦ θέματος «Ὁ Ἀρχαιολογικός χῶρος τῶν Φιλίππων: Μνημεῖο κοινῆς πολιτιστικῆς κληρονομίας», ἐν τῷ Σισμανογλείῳ Μεγάρῳ, τήν Τετάρτην, 9ην ἰδίου. 
- Ὑπό τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτου κ. Εἰρηνάρχου Θεοδώρου, Κληρικοῦ τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, κατά τήν κηδείαν τῆς ἀειμνήστου Μαρίας Χάτσου, τελευταίας Διευθυντρίας τοῦ Ὀρφανοτροφείου τῆς Πριγκήπου, ἐκ τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίων Θεοδώρων τοῦ Δημοτικοῦ Κοιμητηρίου Καλλιθέας, αὐθημερόν.

Παρασκευή 27 Απριλίου 2018

«Λειτουργική ευταξία και σύγχρονοι προβληματισμοί» από τον π. Γεώργιο Τσέτση [video]


Πηγή: Πεμπτουσία

Ο αιδεσιμολογιώτατος δρ. Θ. π. Γεώργιος Τσέτσης, Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου, μιλάει στην τέταρτη συνάντηση του μεταπτυχιακού Colloquium Λειτουργικής για το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018 που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Εργαστηρίου Λειτουργικών Μελετών του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, την Τετάρτη 18 Απριλίου 2018, στην Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Θέμα της ομιλίας του είναι: «Λειτουργική ευταξία και σύγχρονοι προβληματισμοί».

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Σκιαγράφημα των «ου κατ' επίγνωσιν» νεο-ζηλωτών

Του Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση 


«Τον μη κατ᾿ επίγνωσιν ζηλωτήν χαρακτηρίζει μίσος προς τους ετεροθρήσκους ή ετεροδόξους, ο φθόνος και ο επίμονος θυμός, η εμπαθής αντίστασις προς το αληθές πνεύμα του θείου νόμου, η παράλογος επιμονή εν τη υπερασπίσει των ιδίων φρονημάτων, ο παράφορος ζήλος προς κατίσχυσιν εν πάσιν, η φιλοδοξία, η φιλονικία, η έρις, και το φιλοτάραχον. Ο μη κατ᾿επίγνωσιν ζηλωτής εύχεται τω Θεώ να ρίψη πυρ εξ ουρανού και να κατακαύση πάντας τους μη δεχομένους τας αρχάς και πεποιθήσεις αυτού». 

Μη νομισθεί πως οι ως άνω αφορισμοί προέρχονται από την γραφίδα κάποιου αιρετίζοντος σύγχρονου Φαναριώτου, Αλεξανδρινού, Αθηναίου, Κυπρίου ή Ρουμάνου «οικουμενιστού»! Είναι στοχασμοί του εν Αγίοις Πατρός ημών Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως του Θαυματουργού (Βλ. «Το Γνώθι σαυτόν, ήτοι μελέται θρησκευτικαί και ηθικαί», Αθήναι 1962, σελ. 179. Πρβλ. και «Το γνώθι σαυτόν-Κείμενα αυτογνωσίας», Εκδόσεις Άθως, Αθήνα 2012, σελ. 322 εξ.). Είναι ρήσεις του δημοφιλέστερου Αγίου της Ορθοδόξου Ελλάδος κατά τον εικοστό αιώνα, ο οποίος φαίνεται πως επ' εσχάτων λησμονήθηκε από τους ποικίλους αυτόκλητους «αμύντορες»» της Ορθοδοξίας του Ελλαδικού χώρου, αφ' ης στιγμής εμφανίσθηκαν νεοφανείς οσιακές μορφές από την Σερβία και την Ελλάδα, τα αντιδυτικά αποφθέγματα των οποίων προβάλλονται πλέον οιωνεί ως «δόγματα» της Ορθοδόξου Εκκλησίας και χρησιμοποιούνται ως τροχοπέδη σε οποιαδήποτε Πανορθόδοξη προσπάθεια καταλλαγής των χριστιανών. Ευεξήγητη η λησμοσύνη αυτή, μιας και φαίνεται πως απαρέσκει στους ζηλωτές η ανεκτική και φιλάδελφη συμπεριφορά του πράου αυτού εκλεκτού σκεύους του Θεού. Ο οποίος, σημειωθήτω, παρ΄όλον ότι στηλίτευε το κοσμικό φρόνημα των Ρωμαιοκαθολικών της εποχής του, δεν δίσταζε να ομιλεί περί «Παπικής Εκκλησίας» και περί «Εκκλησίας της Ρώμης» (Βλ. Αγίου Νεκταρίου, «Περί Ανεξιθρησκείας», Εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλου, Αθήναι 2000, σελ. 70 και 73). 

Αναγινώσκοντας τα ανωτέρω, δεν απέφυγα τον πειρασμό να σκεφθώ πως οι μύδροι αυτοί του Αγίου Νεκταρίου φωτογραφίζουν ως άριστα τους σύγχρονους «ου κατ' επίγνωσιν» ζηλωτές και θεμελιοκράτες, οι οποίοι επ' εσχάτων, ιδίως δε μέσα στα γενικώτερα πλαίσια της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ενέσκηψαν ως σμήνος ακρίδων στο εκκλησιαστικό προσκήνιο, επιχειρούντες παντοιοτρόπως να εκβάλουν εις το «σκότος το εξώτερον ....» (Ματθ. 25,41), όχι μόνο ετεροδόξους και ετεροθρήσκους, αλλά και τους μετ΄αυτών διαλεγομένους Ορθοδόξους. 

Οι σύγχρονοι «ζηλωταί» και οι συνοδοιπορούντες με αυτούς θεμελιοκράται, δεν αποτελούν ομοιογενή μάζα. Προέρχονται από διάφορα στρώματα του Εκκλησιαστικού σώματος, κινούνται δε από διαφορετικά, ο καθείς, ελατήρια. Κάποια υποτυπώδη οργάνωση φαίνεται να είχε η ούτω καλουμένη «Σύναξις Ορθοδόξων Κληρικών και Μοναχών», η οποία, ενεργώντας ενίοτε και ως ομάδα κρούσεως του εν Πειραιεί «Σανχεδρίν», είχε αναλάβει ανηλεή αγώνα στην Ελλάδα, τα Βαλκάνια, την Ανατολική Ευρώπη και τον Καύκασο, με σκοπό την διαβολή και ει δυνατόν την ακύρωση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, την οποία, λαϊκιστικώ τω τρόπω, προεδίκαζε ως «αντικανονική», «οικουμενιστική» «ανορθόδοξη» και «ληστρική»! Η οποία «Σύναξις», διελύθη αδόξως λίγο μετά την λήξη των εργασιών της Συνόδου, λόγω της ιταμής και επικίνδυνης για την ενότητα της Εκκλησίας συμπεριφοράς του ηγήτορός της. 

Το φάσμα των περί ων ο λόγος ζηλωτών και των ποικίλης φύσεως «υπερμάχων στρατηγών» που ανέλαβαν την άμυνα της δήθεν «κινδυνεύουσας από την Δύση Ορθοδοξίας» περιλαμβάνει, εν πρώτοις, μια δράκα αυτονομημένων (ελέω Προεδρικού Διατάγματος;) Ιεραρχών, που δραστηριοποιούνται ανεξέλεγκτα και χωρίς καμιά αναφορά στο Συνοδικό Σώμα της Εκκλησίας στην οποία κανονικώς ανήκουν, και καταλαμβάνουν ευκαίρως-ακαίρως το προσκήνιο, προκειμένου να δώσουν την εντύπωση ότι μεταξύ των 80 και πλέον Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος που Θεοφιλώς και αθορύβως ποιμαίνουν τους πιστούς των, αυτοί μόνον μάχονται για να περιφρουρήσουν την Ορθοδοξία από την λύμη του οικουμενισμού, ευφραινόμενοι προφανώς με τις επιδοκιμασίες των οπαδών τους (fan) και τα «πες τα, Δεσπότη μου» που τους απευθύνουν οσφυοκάμπτες υποτελείς τους. Παρ' αυτοίς υπάρχει μια μαχητική ομάδα παροπλισμένων πανεπιστημιακών, οι οποίοι είχαν ενδεχομένως την εντύπωση πως θα διεδραμάτιζαν κεντρικό ρόλο την Εκκλησία και θα ρύθμιζαν τα Διορθόδοξα και Διαχριστιανικά δρώμενα, αλλά μείναντες έξω του νυμφώνος, εκδικούνται σήμερα αυτούς που θεωρούν υπαίτιους του παραμερισμού των. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που ορέγονται υψηλά εκκλησιαστικά αξιώματα και οι οποίοι με καταιγισμό συγγραμμάτων και πραγματειών επιχειρούν να εμφανίσουν τους τυχόν αντιπάλους των αθεολόγητους και «σκάρτους». Υφίστανται, όμως, και αδέσποτοι Καλόγηροι, που αντί να μονάζουν στη Μονή της μετανοίας των προσευχόμενοι για την σωτηρία της ψυχής των, περιφέρονται ανά τας ρύμας και τας αγυιάς των Βαλκανίων και της Εσπερίας προκειμένου να πείσουν ανίδεους ορθοδόξους χριστιανούς ότι αιρετικά και ανορθόδοξα είναι όσα εθέσπισε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος- όπως υπάρχουν και μέλη του Εφημεριακού κλήρου, που αντί να διακονούν το ποίμνιό τους (να μη λησμονείται ότι γι' αυτό ακριβώς το λειτούργημά τους μισθοδοτούνται από το Ελληνικό Δημόσιο!) αναλίσκουν τον χρόνο τους σε «διαφωτιστικές» εξορμήσεις εκτός Ελλάδος ή στη συγγραφή αντιαιρετικών βιβλίων, με την φιλοδοξία να αποκτήσουν φήμην μεγάλου Θεολόγου! Στο φάσμα, όμως, αυτό των ζηλωτών συγκαταλέγονται και νεήλυδες προσήλυτοι, οι οποίοι αφού διήλθαν από διάφορες Δικαιοδοσίες όπου δεν ρίζωσαν, κατέληξαν στην Ελλάδα και, παρουσιαζόμενοι «βασιλικότεροι του βασιλέως», επιχειρούν να δίδουν μαθήματα Ορθοδόξου Θεολογίας σε Πατριάρχες, Αρχιερείς και καταξιωμένους Πανεπιστημιακούς. Όπως δεν λείπουν και κύκλοι ευσεβιστικοί, οι οποίοι επί δεκαετίες ολόκληρες προέβαλλαν Δυτικότροπες πιετιστικές αρχές ως πρότυπα «χριστιανικής ζωής» του Έλληνα, αλλά σήμερα λοιδορούν αυτούς που κάποτε «θαύμαζαν» και σπεύδουν να προσκομίσουν διαπιστευτήρια Ορθοδοξίας. Φυσικά στην ενορχηστρωμένη αντι-Συνοδική αυτή εκστρατεία βρέθηκαν παρόντες ουκ ολίγοι αρθρογράφοι και εκδόται ορισμένων εντύπων «εκκλησιαστικής επικαιρότητος», για τους οποίους η κριτική κατά της Εκκλησίας και ειδικώτερα κατά του Οικουμενικού Θρόνου, κατέληξε να είναι βιοποριστικό επάγγελμα. 

Εκείνο που κάμει εντύπωση στην όλη αντι-Δυτική κινητοποίηση των ζηλωτών και των συνοδοιπόρων τους είναι ότι ενώ καταγγέλλουν τις κακοδοξίες των ετεροδόξων και «μάχονται» για την προστασία της Ορθοδοξίας από την λαίλαπα της «Παναιρέσεως του Οικουμενισμού», δεν φαίνεται να αρθρώνουν με τον ίδιο ζήλο και μαχητικότητα κάποιο θεολογικό ή ποιμαντικό λόγο, προκειμένου να ελέγξουν και αναχαιτίσουν τις αιρετίζουσες συμπεριφορές του «Ορθόδοξου» Έλληνα. 

Την αξιοπιστία και εγκυρότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (την οποία, σημειωτέον, δεν θεωρούν ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη, ούτε καν Σύνοδο) θα την κρίνει, ισχυρίζονται, ο πιστός λαός. Ποιός λαός αδελφοί; Αυτός που βρίσκεται σε βαθύ σκότος σε ό,τι αφορά την πίστη την οποία λέγει ότι πρεσβεύει; Αυτός που έχει μετατρέψει τα Μυστήρια της Εκκλησίας σε φιέστα και κοσμικίζουσα κοινωνική εκδήλωση; Αυτός που μετά την περιφορά του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή στρώνει φαγοπότια δίκην «μακαριάς» στον ενταφιασθέντα Χριστό; Αυτός που υποδέχεται μεν με φανφάρες και τιμές Αρχηγού Κράτους το Άγιο Φως που μας έρχεται από τον Πανάγιο Τάφο Εκείνου που είπε ότι «η βασιλεία η εμή ου εστιν εκ του κόσμου τούτου», αλλά εξαφανίζεται «ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός» μόλις ηχήσει το «Χριστός Ανέστη» και απαξιοί να συμμετάσχει στην Πασχάλια Θεία Λειτουργία προκειμένου να μεταλάβει Σώμα Χριστού, να γίνει σύσσωμος και όμαιμος του Αναστάντος Κυρίου; 

Μήπως, αδελφοί, με την λέξη «λαός» εννοείτε μόνο τους οπαδούς και θαυμαστάς σας;;; Συγγνώμην που θα το είπω, αλλά ο «αντιαιρετικός» αγώνας σας, όζει Δονκιχωτισμού!

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Ολίγα τινά περί «Αράσωτων»

Του Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΕΤΣΗ | Φως Φαναρίου


Είχε καιρό να ασχοληθεί με την αφεντιά μου ο υπερπόντιος και εις το όνομα Παναγιώτης Τελεβάντος ακούων αυτοπροσδιόριστος «κριτής της οικουμένης»! Με αφορμή μια φωτογραφία που ελήφθη κατά την πρόσφατη επίσκεψη της Α.Θ.Π., του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, και στην οποία εμφανίζομαι με κοσμική περιβολή, ερωτά γιατί δεν φορώ ράσο. «Για να κυκλοφορείτε, παρατηρεί, αράσωτοι στην Τουρκία, προφασίζεστε την απαγόρευση του Τουρκικού Κράτους. Ποιος σας απειλεί στην Ελβετία και κυκλοφορείτε αράσωτοι; Προφανώς κανείς δεν σας απειλεί». Και περαίνει τον λόγο του με την εξής αποστροφή: «Μόνον το οικουμενιστικό και νεωτεριστικό σας φρόνημα και ο λίβας της εκκοσμίκευσης που κατέκαψε την ικμάδα της ψυχής σας, σας οδηγεί να κυκλοφορείτε αράσωτοι». 

Θέλω, λοιπόν, να καθησυχάσω τον εν λόγω «ιεροεξεταστή», και μαζί μ’αυτόν όσους θέτουν το ίδιο ερώτημα. Ουδείς μας απειλεί στην Ελβετία. Ούτε στην Τουρκία εξάλλου. Αν κυκλοφορούμε στην Γενεύη με κοσμική αμφίεση, είναι από νομιμοφροσύνη προς τα κρατούντα στη Δημοκρατία και το Καντόνιο της Γενεύης το οποίο, με νόμο που ψηφίσθηκε από το Κοινοβούλιό του το 1875, απαγόρευσε την εκτός χώρων λατρείας ρασοφορία. Τούτο ισχύει και για τους χριστιανούς κληρικούς και για τους ιμάμηδες και για τους Ραββίνους. Η ρασοφορία, επιτρέπεται μόνο στους επικεφαλής των διαφόρων θρησκευμάτων και στους διερχόμενους επισκέπτες. Όπως συμβαίνει και στην Τουρκία.

Χάριν εκείνων που αγνοούν ενδεχομένως την ιστορία του απαγορευτικού αυτού μέτρου, πληροφορώ ότι τούτο έχει σχέση με το Kulturkampf, τουτέστι την διαμάχη που είχαν τον 19ο αιώνα τα ευρωπαϊκά κράτη με τον Πάπα έπειτα από το «αλάθητο» που του είχε αναγνωρίσει η Α΄ Βατικανή Σύνοδος (1869-1870). Ο οποίος Πάπας Πίος Θ΄, με βάση το Συνοδικό αυτό θέσπισμα, ήγειρε την αξίωση όπως στο εξής οι Ρωμαιοκαθολικοί πιστοί είναι υποτεταγμένοι σ' αυτόν και όχι στις Κυβερνητικές Αρχές των χωρών όπου διαβιούσαν. Πράγμα το οποίο ήταν αδιανόητο στην Γενεύη, την «πόλη του Καλβίνου»! Σημειωτέον ότι μαζί με την απαγόρευση της ρασοφορίας, στη Γενεύη είχαν διαλυθεί τα Ρωμαιοκαθολικά Μοναστικά Τάγματα, με πρώτο εκείνο των Ιησουϊτών, και με απόφαση της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης είχε απελαθεί από την Ελβετία ο Βοηθός Επίσκοπος Γενεύης (μετέπειτα δε Καρδινάλιος) Gaspard Mermillod. 

Έπειτα από την διευκρίνηση αυτή, ας μου επιτραπεί να θέσω ένα απλό ερώτημα σε όσους τείνουν να αναγάγουν το ζήτημα της ρασοφορίας σε «θέμα πίστεως» και φρονούν ότι άξιοι του ιερατεύειν είναι μόνο οι «παραδοσιακοί» κληρικοί, ήτοι οι ρασοφορούντες και, μάλλον, οι έχοντες «αλογοουρά» και γενειάδα μέχρι τον ομφαλό! 

Λοιπόν, αδελφοί, από πότε το ράσο, η κατ΄εξοχήν καλογηρική αυτή ενδυμασία, επεβλήθη στον εν τω κόσμω ζώντα και διακονούντα εφημεριακό κλήρο; Αγνοείτε ότι στην πρωτογενή Εκκλησία, μέχρι τον δ΄ αιώνα οι κληρικοί δεν φορούσαν ράσα, παρά μόνο απλά ενδύματα όπως ο λοιπός κόσμος; Ή δεν γνωρίζετε ότι το Ευχολόγιο του Goar σημειώνει πως οι εφημεριακοί κληρικοί μετά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας απεκδύονταν τα άμφιά τους και φορούσαν κοινά ενδύματα. Ουδέποτε ακούσατε η αναγνώσατε ότι επί τουρκοκρατίας ο εφημεριακός κλήρος της Ελλάδος, κυρίως στη ύπαιθρο, φορούσε φουστανέλλες, βράκες και φέσια, και ότι η απόπειρα του Νεοφύτου Δούκα να επιβάλει το ράσο στους Έλληνες κληρικούς, είχε χαρακτηρισθεί από τον Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο ως «μεταρρύθμιση»; 

Στην Ελλάδα το καλογηρικό ράσο για τούς εκτός Μονών διαβιούντας και εφημερεύοντας κληρικούς επεβλήθη το 1855 με Συνοδική Εγκύκλιο. Έχει δηλ. ιστορία μόλις 162 ετών! Διά τούτο παύσατε, αγαπητοί, να ομιλείτε λαϊκιστικώ τω τρόπω περί «παραδόσεως» και «παραδοσιακών» κληρικών. Εξάλλου «τα ράσα δεν κάμουν τον παπά», καθώς λέγει το γνωστό λόγιο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ποιμαίνει αυτός τους πιστούς που του ενεπιστεύθη η Εκκλησία. Ὁσο για την αποστροφή του προαναφερθέντος επιτιμητού, ότι δηλ. εκείνο που με οδηγεί στο να κυκλοφορώ αράσωτος είναι «το οικουμενιστικό και νεωτεριστικό μου φρόνημα και ο λίβας της εκκοσμίκευσης που κατέκαψε την Ορθόδοξη ικμάδα της ψυχής μου», απλώς λέγω ότι τούτο θα το κρίνει ο «ετάζων καρδίας και νεφρούς» Θεός, και όχι οι παντός είδους «Τελεβάντοι», ούτε οι πάσης φύσεως, αποτειχισμένοι ή μη, «ορθοδοξισταί».

Δύο Ρουμελιώτες ιερείς, συναγωνιστές στον ΕΛΑΣ, ο παπά-Χολέβας και ο παπά-Ανυπόμονος. 
Ο ένας με ράσα, ο άλλος χωρίς.  Φωτ. Σπύρος Μελετζής