Του π. Δημητρίου Μπόκου
Κοντοστάθηκε στὰ Προπύλαια, ἔκοψε τὴ φόρα του, σάρωσε μὲ τὴ ματιά του τὴν πλατεία. Κοίταξε τὸ ρολόι του, χαμογέλασε. Δὲν ἦταν ἀκόμα ἡ ὥρα. Ἦρθε νωρίτερα, δέκα ὁλόκληρα λεπτά. Βιάστηκε. Μὰ γινόταν κι ἀλλιῶς; Πέμπτο ραντεβοὺ σήμερα μὲ τὴν Ἀλίκη καὶ δὲν πάταγε στὴ γῆ.












