e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μηνάς Στραβοπόδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μηνάς Στραβοπόδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

Ασυνήθιστες εκφάνσεις της αγάπης

Γράφει ο ΜΗΝΑΣ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗΣ
απόφοιτος Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς


Η Αγάπη είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό της Ευτυχίας. Μπορεί να είναι κάτι πολύ ασαφές, μα και πολύ συγκεκριμένο. Η Αγάπη -και ίσως αυτό να ακουστεί επαναστατικό- δεν είναι μόνο άυλη, είναι και υλική, έχει πολλές εκδοχές, εκφάνσεις, τάσεις και εντάσεις, μα στο τέλος της ημέρας η Αγάπη είναι το ισχυρότερο και το σπουδαιότερο συναίσθημα που μπορεί να νιώσει ο άνθρωπος. Με την Αγάπη, ο άνθρωπος γίνεται γεμάτος, ολοκληρωμένος, ισορροπημένος και άρα ευτυχισμένος. Η Αγάπη είναι το μοναδικό συναίσθημα στον κόσμο ολόκληρο που προτεραιότητα έχει ο άλλος και όχι ο εκάστοτε εαυτός. Με την Αγάπη μαθαίνεις να παραμερίζεις τα εγωιστικά στοιχεία του χαρακτήρα σου, γιατί ο άλλος έχει μεγαλύτερη σημασία από την ίδια σου την ύπαρξη. Με την Αγάπη μαθαίνεις να συμβιβάζεσαι, να αποδέχεσαι τον άλλον, την άποψη του, όποια και αν είναι αυτή, ακόμη και εάν εσύ είσαι τελείως αντίθετος με αυτήν. Με την αγάπη μαθαίνεις να αποδέχεσαι και να αγκαλιάζεις την διαφορετικότητα του άλλου, τα πλεονεκτήματά του, αλλά κυρίως τα ελαττώματά του. Στην αγάπη δεν υπάρχει χώρος για συγκρίσεις. Κανείς δεν είναι καλύτερος ή χειρότερος από τον άλλον γιατί πολύ απλά είναι μαζί, τα όρια των δύο υπάρξεων ξεθωριάζουν, απαλύνονται εάν δεν εξαλείφονται ολοκληρωτικά. Το «Εγώ» και το «Εσύ» χάνεται πίσω από το «Εμείς».

Όπως ανέφερα πριν, η Αγάπη μπορεί να πάρει και υλική υπόσταση. Για παράδειγμα, Αγάπη είναι μια κρέπα με  τυρί, μπέικον και μαγιονέζα, ιδίως όταν αυτός που την φτιάχνει δεν ξέρει να την φτιάχνει, απλά θέλει να ευχαριστήσει τον άλλον, ο οποίος, για παράδειγμα, θα έχει μια πολύ κουραστική μέρα και θα γυρίσει σπίτι κουρασμένος και νηστικός. Έτσι απλοϊκά, λοιπόν, η κρέπα αυτή είναι Αγάπη. Όταν ο σκοπός του ατόμου είναι η ευχαρίστηση του άλλου και μόνο, ανεξαρτήτως προσωπικού κόστους, τότε αυτό είναι Αγάπη. Αγάπη είναι όταν χορταίνει κάποιος με την κρέπα που έφτιαξε για τον άλλον. Αγάπη μπορεί να είναι ένας χυμός που σιχαίνεσαι, αλλά πας στο σουπερμάρκετ και είναι το πρώτο πράγμα που παίρνεις, μόνο και μόνο γιατί αρέσει στον άλλον. Αγάπη είναι όταν φτιάχνεις το αγαπημένο γλυκό του άλλου και επειδή δεν ξέρεις να το φτιάξεις, αυτό δεν βγαίνει επιτυχημένο. Σε αυτήν την όχι και τόσο ωραία γεύση κρύβεται η ωραιότερη γεύση του κόσμου, είναι αυτή της Αγάπης, είναι αυτή της αγωνίας και της προσπάθειας του άλλου να κάνει τα πάντα για να σε ικανοποιήσει, ακόμα και εάν το αποτέλεσμα δεν είναι το επιθυμητό. Αυτό το μη επιθυμητό αποτέλεσμα είναι που ενδυναμώνει πολλές φορές την Αγάπη, διότι επιχειρείς κάτι για την ικανοποίηση του άλλου και δεν σε νοιάζει εάν θα εκτεθείς, απλά προσπαθείς.

Αγάπη, μπορεί να είναι και ένα ολόκληρο μέρος. Για παράδειγμα, το Ναύπλιο, η Ρόδος ή η Ύδρα. Αγάπη μπορεί να είναι ο ήχος των πατημασιών δύο ανθρώπων στα κατάλευκα σοκάκια της Ύδρας στις δώδεκα το βράδυ. Αγάπη μπορεί να είναι η ανάβαση στο Παλαμήδι ή μια βόλτα στην παλιά πόλη της Ρόδου, στο δρόμο των Ιπποτών. Αγάπη μπορεί να είναι ένα παγκάκι στην άκρη του γκρεμού με δύο ανθρώπους αγκαλιά και έναν κατακόκκινο ήλιο να βυθίζεται στην καταγάλανη θάλασσα. Αγάπη είναι ένα γέλιο, ένα βλέμμα, ένα χάδι ένα φιλί μα και ένας καυγάς. Αγάπη τελικά, είναι η αλληλεπίδραση δύο εντελώς διαφορετικών ανθρώπων, που στο τέλος ο ένας συμπληρώνει αριστουργηματικά τον άλλον. Πρόκειται, ίσως για το πιο δύσκολο μα και πιο απλό πάζλ του κόσμου, χρειάζεται μόνο δύο κομμάτια, μα πρέπει να βρεις το κατάλληλο κομμάτι έχοντας να διαλέξεις από 7δις κομμάτια, κρυμμένα σε όλο το μήκος και το πλάτος του πλανήτη.

Η Αγάπη είναι αυτή που σε μαθαίνει το πιο δύσκολο πράγμα, να μοιράζεσαι. Να μοιράζεσαι φαγητό, χρήματα, στιγμές, συναισθήματα, αναμνήσεις. Συγκεκριμένα, οι αναμνήσεις έχουν αξία γιατί είναι κοινές, τα συναισθήματα έχουν αξία γιατί είναι κοινά. Με την Αγάπη γίνεσαι ώριμος, ανεκτικός και αλληλέγγυος. Βλέπεις τον κόσμο που ξετυλίγεται γύρω σου με διαφορετικά μάτια, πιο αισιόδοξα, πιο χαρούμενα, ευτυχισμένα. 

Μα η Αγάπη, για να είναι αληθινή, προϋποθέτει δύναμη. Η δύναμη αυτή δεν έγκειται τόσο στο γεγονός του να δώσω, αλλά να δεχθώ. Όλες αυτές τις εκδοχές Αγάπης που ανέφερα παραπάνω, απαιτούν δύο άτομα αυτόν που θα δώσει, αλλά και αυτόν που θα δεχθεί, όπου βέβαια στο τέλος της ημέρας αυτά τα δύο άτομα θα γίνουν ένα. Συγκεκριμένα, στην Αγάπη το δυσκολότερο είναι ακριβώς αυτό, η μη ύπαρξη αυτής της δύναμης για να δεχθείς την προσφορά του άλλου. Αυτή η προσφορά άνευ όρων είναι που πολλές φορές κομματιάζει τον δέκτη, ίσως εξαιτίας χαμηλής αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης ή ίσως εξαιτίας εγωκεντρισμού και φόβου για την ανάληψη κάποιου είδους δέσμευσης. Διότι, η αμοιβαιότητα είναι αυτή που διατηρεί την φλόγα της Αγάπης, ωστόσο η αυθόρμητη αμοιβαιότητα, ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος δίνει, επειδή περιμένει ότι θα πάρει, αυτό γίνεται αυτόματα και αυθόρμητα. Η έλλειψη, λοιπόν, αυτής της δύναμης, που επί της ουσίας πρόκειται για αμιγώς προσωπικό ζήτημα του ατόμου, σκοτώνει την Αγάπη, μόνο και μόνο γιατί το ένα άτομο θεωρεί ότι δεν είναι ικανό να δεχθεί αυτήν την προσφορά Αγάπης, ή ότι αδυνατεί να την ανταποδώσει. Λείπει η μαγεία του αυθορμητισμού και της αυθεντικότητας. Άπαξ και μια κίνηση, μια πράξη ή μια κουβέντα φιλτραριστεί πριν γίνει ή ειπωθεί, τότε σε αυτό το φίλτρο μένει και η Αγάπη και αυτό που βγαίνει μετά είναι κάτι διαφορετικό, ίσως μια καλή απομίμησή της, η οποία όμως δεν κρατά για πολύ, χρησιμεύει μόνο για να ξεγελά τα υποκείμενα και να νομίζουν πως όντως νιώθουν το συναίσθημα της Αγάπης. Μα δεν είναι έτσι.

Πέραν όμως από την δύναμη αυτή που αναφέραμε. Η Αγάπη έχει ανάγκη και το αδερφάκι της για να υπάρξει και να μακροημερεύσει, την Εμπιστοσύνη. Η σιγουριά για τον άλλον, χωρίς όμως να τον θεωρείς και δεδομένο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Αγάπης. Όταν υπάρχει Εμπιστοσύνη, τότε αυτομάτως παύει μια σχέση να αποτελεί περιορισμό και αυτό ξεχωρίζει μια αληθινή σχέση από μια περιστασιακή και εφήμερη. Το πρόβλημα του περιορισμού, είναι υπαρκτό σε πολλές σχέσεις και συνήθως οφείλεται στην έλλειψη αυτοπεποίθησης και χαμηλής αυτοεκτίμησης του ατόμου που τους θέτει. Οπότε αν μη τι άλλο, το να θέτεις περιορισμούς στον άλλον είναι μια βαθύτατα υποτιμητική πράξη για τον εαυτό σου. Όταν, λοιπόν, υπάρχει Εμπιστοσύνη, όλα είναι αυτοματοποιημένα, γνωρίζεις ότι ο άλλος, ό,τι και να γίνει δεν θα διαρρήξει αυτή την Εμπιστοσύνη. Ο λόγος που υπάρχει πραγματική Εμπιστοσύνη είναι, διότι και ο ένας και ο άλλος γνωρίζουν βαθύτατα ότι κανείς τους δεν πρόκειται να εκμεταλλευτεί αυτήν την Εμπιστοσύνη. Παρ' όλα αυτά, δεν συμφωνώ με την φράση: «Η εμπιστοσύνη χτίζεται για χρόνια και γκρεμίζεται σε μια στιγμή». Μια στιγμή δεν μπορεί να είναι ικανή, ούτε για να γκρεμίσει, ούτε καν για να αξιολογήσει την Εμπιστοσύνη. Άτυχες στιγμές μπορεί να υπάρξουν, δεύτερες ευκαιρίες οφείλουμε όλοι να δίνουμε, κανείς δεν έχει το αλάθητο. Η αυστηρότητα είναι προτιμότερο να υπάρχει για τον ίδιο μας τον εαυτό, όχι για τον άλλον ή εάν υπάρχει για τον άλλον, τουλάχιστον να υπάρχει πρώτα για τον εκάστοτε εαυτό.

Διαλλακτικότητα, μετριοπάθεια, συμβιβασμός, αποφυγή ακραίων θέσεων είναι έννοιες που κερδίζεις από την Αγάπη και τολμώ να πω πως μόλις οι έννοιες αυτές γίνουν κτήμα του εαυτού σου, τότε καταλαβαίνεις το μεγάλο κέρδος τους.  Οι εγωισμοί είναι πολύ μικροί και λίγοι για να συνυπάρχουν με την Αγάπη. Η Αγάπη σε κάνει να καταλαβαίνεις πως εσύ δεν είσαι το κέντρο του κόσμου, πως εσύ δεν ασχολείσαι με το πιο σημαντικό πράγμα του κόσμου και οι άλλοι με ανοησίες, αντίθετα πως υπάρχουν άνθρωποι διαφορετικοί με τελείως διαφορετικές δυνατότητες και ασχολίες, οι οποίοι δεν υπολείπονται σε αξία σε σχέση με εσένα, ούτε στο ελάχιστο. Αντίθετα, αυτή η τόσο μεγάλη διαφορετικότητα αποτελεί έναν εκρηκτικό συνδυασμό Ευτυχίας, καθώς ο ένας καλύπτει τα κενά του άλλου, βελτιώνει ο ένας τις αδυναμίες του άλλου και τις κάνει πλεονεκτήματα και επειδή οι αδυναμίες και τα πλεονεκτήματα του καθένα είναι διαφορετικά, το αποτέλεσμα είναι πιο άρτιο και ισορροπημένο. Αντίθετα, όταν δύο άνθρωποι είναι μαζί και έχουν ίδια ενδιαφέροντα, ικανότητες και ασχολίες, τότε τα πλεονεκτήματα τους, αλλά και οι αδυναμίες τους είναι παρόμοια. Το γεγονός αυτό είναι προβληματικό, διότι ο ένας δεν καλύπτει τα κενά του άλλου και δεν βελτιώνει τα ελαττώματα του άλλου. Απόρροια αυτού είναι η δημιουργία ενός μεγάλου χάσματος μεταξύ αδυναμιών και πλεονεκτημάτων στο οικοδόμημα αυτό. Το μη ισορροπημένο αυτό οικοδόμημα, δεν είναι αδύνατο να υπάρξει, ωστόσο οι ισορροπίες είναι πολύ εύθραυστες και η Αγάπη ευάλωτη. Αυτή άλλωστε είναι η μαγεία της φύσης. Πίσω από το διαφορετικό κρύβεται η Αγάπη, πίσω από το διαφορετικό και το απλό.

Όλοι μας την έχουμε ανάγκη, είναι η κινητήριος δύναμη που μας τροφοδοτεί με ζωή. Η Αγάπη είναι το πλέον ουσιαστικότερο και απαραίτητο συστατικό της ζωής. Χωρίς αυτό, όλοι είμαστε αδύναμοι, ευάλωτοι και τρωτοί στην πραγματικότητα, που πολλές φορές είναι σκληρή. Με άλλα λόγια, η Αγάπη είναι μια υπαρκτή εξιδανικευμένη ουτοπία μέσα σε μια σκληρή πραγματικότητα. Είναι η ουσία της ύπαρξης. Κλείνοντας, παραθέτω μια φράση του Ν. Καζαντζάκη που περιγράφει αυτήν την έννοια της Αγάπης πολύ εύγλωττα και πολύ κοντά στην δική μου προσέγγιση: « Τι είναι αγάπη; Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη. Στην συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονά και αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει και αυτός που δέχεται. Μα στην αγάπη είναι ένα. Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ και εσύ αφανίζονται. Αγαπώ θα πει χάνομαι…»

Αγάπα, λοιπόν, και μην φοβάσαι αν χαθείς, αυτό που θα προκύψει θα είναι σίγουρα πολύ καλύτερο. Αγάπα και μην φοβάσαι αν εκτεθείς. Βρες την δύναμη να αντέξεις την Αγάπη, να αγκαλιάσεις την διαφορετικότητα του άλλου και τότε, στο τέλος της ημέρας, μια νέα ζωή, πιο όμορφη, θα ξετυλιχθεί στα πόδια σου και εκείνη την φοβερή στιγμή θα είσαι πιο έτοιμος από ποτέ για να την ζήσεις.

[Εικαστικό σχόλιο κειμένου: Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, Στην Αυλή, 1944, λάδι σε κοντραπλακέ]

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Υπερκερνώντας τον Χώρο και τον Χρόνο

Γράφει ο ΜΗΝΑΣ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗΣ


Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί μονάχα μια στιγμή της ιστορίας. Αυτή η στιγμή, είναι η μοναδική ευκαιρία του ανθρώπου, για να κερδίσει την αιωνιότητα. Πως κερδίζεις την αιωνιότητα; Βασική προϋπόθεση είναι να δίνεις στις πράξεις σου, πρωτίστως, και δευτερευόντως στα λόγια σου αξία. Πως μπορεί να γίνει αυτό; Αυτό μπορεί να συμβεί, όταν προσδίδεις στις πράξεις σου διαχρονικό χαρακτήρα. Μα και πάλι το να ξεπεράσει κάποιος μόνο τον Χρόνο δεν είναι αρκετό, οφείλει, λοιπόν, οι πράξεις του να μπορούν πέραν από τον Χρόνο, να ξεπεράσουν και τον Χώρο. Επομένως, οποιαδήποτε ανθρώπινη ενέργεια οφείλει να απευθύνεται σε όλες τις μεταγενέστερες γενιές (γιατί όχι και τις προηγούμενες) σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
          Η λογική θέτει φραγμούς σε ένα τέτοιου είδους φιλόδοξο εγχείρημα και πράγματι είναι πολύ δύσκολο για τον άνθρωπο να το καταφέρει. Θα έλεγα πως είναι σχεδόν αδύνατο, ωστόσο εάν το έλεγα αυτό θα παραγνώριζα ένα πολύ βασικό συστατικό του ανθρώπου, την ψυχή, ιδίως δε όταν έρχεται σε συνδυασμό με τη λογική, η οποία είναι αυτή που της θέτει φραγμούς. Αυτή, λοιπόν, η υπονόμευση της ψυχής από την λογική είναι που δίνει αυτήν την μοναδική δυνατότητα στον άνθρωπο να κερδίσει την αιωνιότητα. Αυτή η διαμάχη μεταξύ ορθολογισμού και συναισθήματος αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου από τα υπόλοιπα όντα του πλανήτη.
          Η ανθρώπινη ύπαρξη, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, θυμίζει μάλλον κάτι αδύναμο, μα πίσω από αυτήν την αδυναμία που πολλές φορές επιδεικτικά προβάλλει, κρύβει δύο θηρία που είναι ικανά να καταφέρουν τα πάντα, την Ψυχή και το Πνεύμα. Το Πνεύμα είναι αυτό που δίνει την Ιδέα, ενώ η Ψυχή είναι αυτή που δίνει την Ρώμη για να υλοποιηθεί αυτή η Ιδέα, Το ένα χωρίς το άλλο χάνονται για πάντα, χρειάζονται και τα δύο, για να καταφέρει ο άνθρωπος να ισορροπήσει σε αυτό που κάποιοι ονόμασαν ζωή.
          Ο ρόλος της Ιδέας είναι πάρα πολύ σημαντικός. Πολλές φορές η Ιδέα είναι αυτή που μετατρέπει την λογική σε κάτι παράλογο, μα με την δύναμη του συναισθήματος, αυτό το παράλογο ξαναγίνεται λογικό εκ του αποτελέσματος. Σε όλη την διαδρομή ο άνθρωπος δεν είναι σίγουρος εάν θα τα καταφέρει, μα εκεί κρύβεται και όλη η μαγεία, ίσως αυτή είναι και η μυστική συνταγή της επιτυχίας. Όταν έχεις το θάρρος να ξεκινήσεις κάτι και να μην είσαι σίγουρος εάν θα τα καταφέρεις, τότε τα έχεις ήδη καταφέρει. Αυτή η συμπεριφορά αποδεικνύει πως οι προδιαγραφές για την επιτυχία πληρούνται. Έτσι, λοιπόν, η Ιδέα, τρυπώνει στον νου του ανθρώπου και δεν τον αφήνει σε ησυχία. Η Ιδέα αυτή λειτουργεί αενάως σαν ένα ζουζούνι που σου τρώει το μυαλό και δεν σε αφήνει να ηρεμήσεις έως ότου η Ιδέα αποκρυσταλλωθεί σε Πράξη. 
          Η σημαντικότητα της Ιδέας έγκειται στο γεγονός ότι σου αλλάζει τον τρόπο σκέψης σου και άρα τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα γύρο σου. Η Ιδέα προσδίδει από το πουθενά, πολλές φορές και αυθαίρετα, νέες προοπτικές και νέες δυνατότητες στην ήδη υπάρχουσα πραγματικότητα. Μαζί όμως με αυτές τις προοπτικές προκύπτουν και προκλήσεις, οι οποίες οφείλουν να αντιμετωπιστούν, ούτως ώστε να μην καταρρεύσει το οικοδόμημα αυτό της Ιδέας. Παρατηρείται, λοιπόν, πως η Ιδέα μπορεί να μεταβάλλει κάτι που με αντικειμενικούς όρους είναι αμετάβλητο, την πραγματικότητα. Το στοιχείο αυτό είναι ικανό να μας δώσει ένα πολύ μικρό δείγμα για την ισχύ που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, καθώς αυτός, χωρίς να αλλάξει τίποτα στο εξωτερικό περιβάλλον έχει αλλάξει εξ ολοκλήρου τα πάντα.
          Εάν, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως η νίκη απέναντι στον Χώρο και τον Χρόνο αποτελείται από δύο στάδια, τότε το πρώτο είναι αυτό του Πνεύματος, προϊόν του οποίου αποτελεί η Ιδέας. Το δεύτερο στάδιο, αποτελείται από την Ψυχή, προϊόν της οποίας αποτελεί η Ρώμη. Η Ρώμη αυτή προκύπτει μόνο εάν η Ιδέα φαίνεται ανορθολογική, καθώς εάν η Ιδέα φαίνεται ανορθολογική, μπορεί να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη μεταξύ ορθολογισμού και συναισθήματος. Η στιγμή αυτή είναι που η λογική υπονομεύει το συναίσθημα, και το δεύτερο για να επιβιώσει της πρώτης αναπτύσσει αυτή τη Δύναμη που όμοιά της δεν μπορεί να υπάρξει. Έτσι, λοιπόν, ο ίδιος ο ανορθολογισμός είναι η πηγή του συναισθήματος, μα και της Ρώμης που προκύπτει από αυτό. Το παράδοξο όμως αυτού είναι πως η αφετηρία του ανορθολογισμού προκύπτει από κάτι αμιγώς ορθολογικό, το Πνεύμα, από το οποίο προκύπτει η Ιδέα. Ο περίπλοκος αυτός μηχανισμός είναι ο μόνος που μπορεί να πετύχει κάτι αδύνατο, την νίκη απέναντι στον Χώρο και τον Χρόνο, την νίκη απέναντι στην αιωνιότητα μέσα σε αυτή την στιγμή που διαθέτει.
          Επί της ουσίας, λοιπόν, ο άνθρωπος αναζητά και καταφέρνει το αδύνατο καθώς καταφέρνει μέσα σε περιορισμένο Χώρο και Χρόνο (ζωή) να καταφέρει να κερδίσει τον απεριόριστο Χώρο και Χρόνο (αιωνιότητα). Ο άνθρωπος, κρύβει μέσα του μια ακατάλυτη δύναμη που ούτε ο ίδιος δεν γνωρίζει ότι έχει. Η δύναμη αυτή μπορεί και πρέπει να τον κάνει να αντέξει το βάρος κάθε ευθύνης και συνάμα να απομακρύνει από κοντά του κάθε είδος δικαιολογίας που «δηλητηριάζει» την αξία στην ζωή του. Μεγαλύτερος εχθρός την προαναφερθείσας Ισχύος είναι η δικαιολογία. Ο άνθρωπος βρίσκει πολύ βολικό να απαγκιστρωθεί από κάθε είδους ευθύνης και να αποδώσει την ευθύνη για την εγκατάλειψη της ευθύνης σε κάποιον άλλον. Σε αυτό το σημείο η δημιουργία δικαιολογιών είναι αυτή που στρεβλώνει τον νου του ανθρώπου. Η δικαιολογία έχει την εξής λειτουργία: αντί να διορθώσει ένα μικρό σφάλμα της ανθρώπινης ύπαρξης (όπου είναι πιθανό να οδηγήσει σε μία πρόσκαιρη αποτυχία), αλλάζει ολόκληρη την πραγματικότητα γύρο από αυτό το σφάλμα, ούτως ώστε να δημιουργήσει μία ουτοπική πραγματικότητα, εντός της οποίας το σφάλμα, όχι απλά δεν θα υπάρχει, αντιθέτως θα αποτελεί και το ορθότερο στοιχείο της προσωπικότητάς αυτής. Κατά συνέπεια, επειδή το σφάλμα θα είναι πλέον ορθό, θα διογκωθεί υπέρμετρα και μαζί με αυτό και η ουτοπική πραγματικότητα με αποτέλεσμα η ανθρώπινη ύπαρξη να οδεύει στο χείλος της καταστροφής και στην διαιώνιση ενός καταστροφικού φαύλου κύκλου. Η μόνη λύση σε αυτήν την πορεία είναι η ολοκληρωτική καταστροφή της ουτοπικής πραγματικότητας που θα προκύψει από την καταστροφή και εκ νέου ανοικοδόμηση της ταυτότητας του ατόμου.
          Μετά, λοιπόν, από όλη αυτή τη νοητική διαδρομή, μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα πολύ βασικό συμπέρασμα. Τα πάντα είναι θέμα επιλογής. Ο άνθρωπος διαθέτει τα εργαλεία και την δύναμη να καταφέρει το καθετί. Το μόνο πράγμα που μπορεί να κρίνει την επιτυχία ή την αποτυχία για το εάν θα μπορέσει να καταφέρει τα πάντα έγκειται στον τρόπο που θα αξιοποιήσει την δύναμη και τα εργαλεία που διαθέτει. Εν τέλει όλα είναι θέμα οπτικής και βούλησης και άρα επιλογής. Όχι απλής επιλογής, αλλά επιλογής της θέσης και του ρόλου που θέλει ο καθένας να έχει σε αυτήν την στιγμή που διαθέτει. Είναι στο χέρι σου τι είδους αποτύπωμα θα αφήσεις στην Γη, είναι στο χέρι σου ακόμα και το εάν θα αφήσεις αποτύπωμα, εάν θα είσαι πραγματικός άνθρωπος την μαγική αυτή στιγμή ή αν θα είσαι μια σκιά του εαυτού σου, άβουλη, άοσμη και τελικά αδρανοποιημένη, δέσμια πάντα του Χώρου και του Χρόνου και άρα των περιστάσεων.
          Σκοπός, της ανθρώπινης ύπαρξης ήταν πάντα ένας, η ελευθερία, μα όχι η πρόσκαιρη, η εφήμερη, αυτή που τελειώνει με τον θάνατο. Όχι! Αυτή είναι απλά μια ψευδαίσθηση. Σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η ελευθερία η μόνιμη, αυτή που θα συνθλίψει τα όρια του Χώρου και του Χρόνου, θα συνθλίψει κάθε μορφή ορίου και άρα και τον θάνατο. Είναι αυτή που θα αποδείξει την ασυμβατότητα μεταξύ ανθρώπινης φύσης και κάθε μορφής ορίου. Είναι αυτή που θα υπερκεράσει τα όρια!
          Εάν ο κόσμος είναι μια κάμπια κλεισμένη στο κουκούλι της, ας είσαι η δύναμη που θα την μετατρέψει σε πεταλούδα!


Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

Γνώση που κατασπαράζει, μα σώζει!

Γράφει ο ΜΗΝΑΣ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗΣ, φοιτητής 


Περπατούσα στα πλακόστρωτα σοκάκια της Πλάκας, ήρεμος, χαμένος και ευτυχισμένος. Ο ίσκιος της Ακρόπολης βαραίνει τις πλάτες μου καθώς περπατώ, μα το βάρος αυτό μου αρέσει. Το βάρος αυτό είναι η ευθύνη. Και ένας βασιλιάς έχει ευθύνες, μα είναι βασιλιάς. Σαν βασιλιάς, λοιπόν, περιφέρομαι στα σοκάκια της Πλάκας, ευχαριστημένος και αλαζόνας. 

Ξάφνου, πίσω από ένα όμορφο ανακαινισμένο νεοκλασικό κτήριο, υπάρχει ένα άλλο, παλιό κτήριο, ετοιμόρροπο, που εκπέμπει όμως μια τρομερή δύναμη, η οποία με έλκει προς αυτό. Πάνω από την πόρτα της εισόδου, μια ξεθωριασμένη από τον ήλιο ταμπέλα, γεμάτη σκόνη και ιστούς από αράχνες γράφει: «Το Βιβλιοπωλείο της Αθήνας». Το κτήριο μετά βίας κρατιέται όρθιο, μάλιστα εάν άκουγε κάποιος λίγο πιο προσεκτικά, σχεδόν θα ένιωθε την βαριά ανάσα του κτηρίου, το οποίο κρατά στις πλάτες του το βαρύ του φορτίο.

Προσπάθησα να ανοίξω την κολλημένη από τον χρόνο πόρτα, δεν άνοιξε. Κάνω δύο βήματα δεξιά, και παρατηρώ αυτό που άλλοτε θα ήταν η βιτρίνα του μαγαζιού. Δεν υπάρχει τίποτα σε αυτήν εκτός από κάτι. Πάνω στο σκονισμένο και βρώμικο δάπεδο, στέκεται περήφανα ένα βιβλίο, για να εκπληρώνει τον ιερό σκοπό του. Στο κέντρο της επιφάνειάς του με χρυσά γράμματα ο τίτλος: «Οιδίπους Τύραννος». Οι δύο αυτές λέξεις λειτούργησαν σαν σειρήνες και με αφύπνισαν από μια τρομερά ελκυστική κατάσταση, αυτή του συμβιβασμού. 

Ξαφνικά, όλα άλλαξαν γύρω μου. Αυτό το βιβλίο με μια μεταφυσική δύναμη με έκανε να μάθω, με έκανε να δω πραγματικά τον κόσμο που μέχρι τώρα απλά κοίταζα.

Κατασπαραγμένος, περιφέρομαι στα σοκάκια της Πλάκας σαν Οιδίποδας, σαν Οιδίποδας που ξέρει όμως, όχι σαν Οιδίποδας-βασιλιάς όπως πριν, αλλά σαν την πιο τραγική φιγούρα της ανθρωπότητας. Τα μάτια μου αιμορραγούν, είμαι τώρα τυφλωμένος και τραγικός, μα όλα πλέον τα βλέπω ξεκάθαρα.

Το βιβλίο αυτό, έδρασε καταλυτικά πάνω μου. Εν τέλει, βγήκα από την «ευτυχισμένη» ουτοπία μου, που η άγνοιά μου απλόχερα μου χάριζε απλώνοντας ένα πέπλο σε καθετί πραγματικό  και είδα την ωμή πραγματικότητα, που με κατασπάραζε, μα ταυτόχρονα με έσωζε. Η Γνώση τράβηξε το πέπλο της Άγνοιας και είδα, έμαθα.

Τα σοκάκια της Πλάκας έχουν πλέον αδειάσει, ο ήλιος έχει πλέον βασιλέψει, η Ακρόπολη ακίνητη και πανίσχυρη φυλά την πόλη. Ο ήχος των παπουτσιών μου κατακερματίζει την υφιστάμενη σιωπή. Σαν τυφλωμένος και γεμάτος τύψεις Οιδίποδας, γυρίζω στο βασίλειό μου, στο σπίτι μου. Μα, αν και δικό μου, θα είναι η πρώτη φορά που θα το δω πραγματικά με τα φαινομενικά τυφλά μου μάτια.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

Όταν η ιδεολογία προσκρούει στην πραγματικότητα

Γράφει ο ΜΗΝΑΣ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗΣ, φοιτητής 


Το ξυπνητήρι μόλις είχε ξεκινήσει να εκπληρώνει τον σκοπό του. Με ξυπνάει. Κοιτάζω την ώρα, ήταν 7:30. Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018. Εάν και γενικώς δυσκολεύομαι πολύ το πρωί να σηκωθώ, κάθε Πέμπτη το έργο μου αυτό γίνεται πιο εύκολο. Μα και βέβαια! Γνωρίζω τον λόγο. Κάθε Πέμπτη πρωί έχω το αγαπημένο μου μάθημα στο Πανεπιστήμιο, «Στρατηγική Ανάλυση».

Σηκώνομαι, λοιπόν, σχετικά εύκολα. Φτιάχνω έναν καφέ. Εάν και σχεδόν πάντα φτιάχνω κρύο καφέ, αυτή την φορά έφτιαξα ζεστό. Ήμουν λίγο κρυωμένος και ο ζεστός καφές βελτίωνε την κατάσταση του λαιμού μου. Εάν και ήμουν λίγο άρρωστος, η διάθεσή μου ήταν πολύ ευχάριστη. Η θέληση για να μάθω πράγματα ασκούσε πάνω μου μια  μεταφυσική δύναμη, η οποία κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε με έσπρωχνε πιο κοντά στο Πανεπιστήμιο, στην αίθουσα που είχε γραμμένο επάνω στην πόρτα της το νούμερο «108».

«Τι όμορφο συναίσθημα να ξυπνάς και να πηγαίνεις στο Πανεπιστήμιο, για να μάθεις καινούργια πράγματα», σκέφτηκα. Το Πανεπιστήμιο είναι ο χώρος, όπου λαμβάνει χώρα μια ιδιότυπη μορφή κατάκτησης, που έχει πάντα έναν νικητή, εμένα. Εγώ είμαι ο ένας πόλος, ο άλλος η Γνώση, το Πανεπιστήμιο είναι η ευκαιρία που μου δίνεται, για να την κατακτήσω. Σαφέστατα, είναι αδύνατον μια τέτοια έννοια να κατακτηθεί εξ ολοκλήρου, ας κατακτήσω, τουλάχιστον, ένα μέρος της. Τι να κάνω; Γεννήθηκα άνθρωπος, πάει να πει αρχή  και τέλος, αντίθετα η Γνώση έχει ως βασικό χαρακτηριστικό το άπειρο, το απεριόριστο, το ακριβώς αντίθετο από την αρχή και το τέλος του ανθρώπου. Εφόσον, λοιπόν, είμαι αναγκασμένος να περιοριστώ στις περιστάσεις, οι οποίες καθημερινά με περικυκλώνουν, συμβιβάζομαι. Συμβιβάζομαι με την ιδέα πως δεν θα καταφέρω, δεν θα προλάβω να κατακτήσω τη Γνώση ολόκληρη, παρά μόνο ένα κομμάτι της, το μικρότερο από όλα. Κάτι, όμως, είναι και αυτό. Ένα μικρό κομμάτι, είναι κάτι, ενώ ταυτόχρονα αυτό το κάτι, αυτό το μικρό δείγμα Γνώσης με κάνει γρήγορα να αντιληφθώ πως δεν πρέπει να τρέφω αυταπάτες, η γνώση μου θα παραμείνει περιορισμένη, σκοπός απλά να την πάω όσο πιο μακριά γίνεται.

Πέρασε η ώρα, έφτασε κιόλας 8:20, 8:30 ξεκινούσε το μάθημα, πρέπει να ξεκινήσω. Ευτυχώς το Πανεπιστήμιο είναι μόλις πέντε λεπτά με τα πόδια. Βγήκα έξω από την πολυκατοικία, ο ανοιξιάτικος ήλιος ζέστανε το πρόσωπό μου, τα πρώτα δείγματα ότι το καλοκαίρι βρίσκεται προ των πυλών. Ανεβαίνω την ανηφόρα -όπως κάθε πρωί- που οδηγεί στο Πανεπιστήμιο. Πάντα λαχανιάζω λίγο, μα η ικανοποίηση όταν φτάνω στην κορυφή αυτής της ανηφόρας και αντικρίζω το Πανεπιστήμιο, το οποίο βρίσκεται στο βάθος του δρόμου, ξεπερνά δύο και τρεις φορές την κούραση  του ανηφορίσματος. Φτάνω στην αίθουσα, η καθηγήτριά μας, πάντα εκεί, στην ώρα της, έτοιμη να μας εφοδιάσει, ή καλύτερα, να μας οπλίσει, για να μην βγούμε ανέτοιμοι και ευάλωτοι στην ωμή πραγματικότητα, την οποία γνωρίζει, ενώ εμείς δεν έχουμε ιδέα πως είναι.

Κάθομαι στην συνηθισμένη μου θέση, στην δεύτερη σειρά. Σήμερα κάποιοι συμφοιτητές μου, είχαν ετοιμάσει κάποιες εργασίες, οπότε το μάθημα θα αποτελούνταν από δύο μέρη: την παρουσίαση εργασιών και την διάλεξη  της καθηγήτριάς μας. Οι δύο φίλοι μου, δεν είχαν φανεί, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καθίσω μόνος μου.

Έβγαλα από την τσάντα το μπλοκ σημειώσεών μου, όπως κάνω σε κάθε μάθημα. Στο συγκεκριμένο μάθημα, λέμε τόσα πολλά και καινούργια πράγματα, όπου κάθε φορά κρατάω πολλές σελίδες σημειώσεις. Ανοίγω το μπλοκ, γράφω πάνω αριστερά τον τίτλο του μαθήματος: «Στρατηγική Ανάλυση» και πάνω δεξιά την ημερομηνία: «15-3-18». Αφήνω το στυλό πάνω στο έδρανο και περιμένω να ξεκινήσει το μάθημα. Κάπου εκεί, σε αυτό το κενό, άρχισε να αλλάζει ο κόσμος γύρω μου, έπαψα να τον βλέπω, όπως νόμιζα ότι είναι και τον είδα λίγο ρεαλιστικότερα (και νόμιζα πως ήμουν ήδη ρεαλιστής).

Κλείνουν οι πόρτες, η παρουσίαση των συμφοιτητών μου έχει μόλις ξεκινήσει, όταν ο κρότος του απότομου ανοίγματος της πόρτας της αίθουσας κατακερματίζει την ήρεμη ατμόσφαιρα που υπήρχε, κατακερματίζει κάθε πανεπιστημιακό στοιχείο που είχε η ατμόσφαιρα και στην θέση του ένα άλλο απρόσωπο και δειλό στοιχείο εμφανίζεται. «Διακόπτουμε το μάθημα», φωνάζει με μένος μια γυναίκα που μόλις έχει εισβάλει στην αίθουσα. Από πίσω της ακολουθούν άτομα με μάσκες, κουκούλες, μαντήλια ή χαρακιές, για να κρύβουν τα πρόσωπά τους. Εισέβαλαν, επιτέθηκαν, έφυγαν. Ο λόγος; Το ότι ο καθένας μπορεί να εκφράσει ελεύθερα την άποψή του και να οικοδομήσει, όπως θέλει την προσωπικότητά του και τις πράξεις του. Ενώ εμείς, δεν τους στερήσαμε να εκφράσουν την γνώμη τους, αυτοί δεν δέχονταν, παρά μόνο την σύμπλευση με την γνώμη τους από όλους εμάς. Σε αυτό, λοιπόν, το σημείο την ειδοποιό διαφορά την δημιουργεί το Πανεπιστήμιο, που οι ίδιοι του οι κανόνες το υπονομεύουν. Εδώ είναι που επανέρχεται η έννοια της Γνώσης, μα μπλέκεται με μία άλλη έννοια, αυτή της γνώμης. Εάν ακολουθηθεί η σωστή πορεία, τότε κανένα πρόβλημα δεν θα υπάρξει ποτέ σε καμία κοινωνία, και όταν λέω κοινωνία, εννοώ την πραγματική αλληλεγγύη και συλλογικότητα, εννοώ αυτήν που δεν χρησιμοποιεί απλά την συλλογικότητα για την επιβίωσή της, μα για να ξεπεράσει την επιβίωσή της, για να βελτιώσει τις υφιστάμενες καταστάσεις. Ποια είναι η σωστή πορεία; Πρώτα κατακτάς αυτό το μικρό κομμάτι Γνώσης και τότε από αυτό σχηματίζεις την γνώμη σου. Εάν το μέγεθος της Γνώσης είναι περιορισμένο, εξαιτίας των περιστάσεων, τότε το μέγεθος της γνώμης πρέπει να είναι ακόμα μικρότερο, αλλά και ευέλικτο. Δεν σημαίνει πως άπαξ και διαμορφωθεί η γνώμη, δεν μπορεί να αλλάξει, αντιθέτως πρέπει να αλλάξει και να αλλάζει, πρέπει να υπάρχει διαλλακτικότητα, όχι αδιαλλαξία. Τότε η γνώμη μετατρέπεται σε άποψη.

Όταν, όμως, η πορεία είναι αντίθετη, όταν η γνώμη σχηματίζεται πρώτη, έχει ως αποτέλεσμα η Γνώση, η οποία έπεται, να μην είναι πραγματική, αντίθετα να είναι αποσπασματική και μη έγκυρη. Τότε αυτή η ημιμάθεια γίνεται κίνδυνος, δημόσιος κίνδυνος, η κοινωνία διασπάται, δημιουργούνται ιδεολογίες, ο καθένας πιστεύει στην δική του έχοντας ο καθένας διαφορετικές ερμηνείες για διάφορες έννοιες, αρχές και αξίες, όπως η αλληλεγγύη. Για παράδειγμα, για κάποιους αλληλεγγύη είναι το να μοιραστείς το φαγητό σου με κάποιον που δεν έχει φαγητό, ενώ για άλλους, αλληλεγγύη σημαίνει η καταστροφή και ο βανδαλισμός μικροεπιχειρήσεων απλών ανθρώπων, ή η χρήση οποιασδήποτε μορφής βίας προς ικανοποίηση δική τους και τον φίλων τους. Δεν θέλω να πω ποιο από αυτά τα δύο είναι ορθό και ποιο όχι, εάν και για μένα η απάντηση είναι προφανής. Για κάποιους άλλους, όμως, δεν είναι προφανής και για κάποιους τρίτους είναι επίσης προφανής, πιστεύοντας όμως το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πιστεύω εγώ ως προφανές.

Κάπου μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης επιλογής βρίσκει το κενό, βρίσκει το χάσμα και τρυπώνει η ιδεολογία. Η Ιδεολογία δρα καταλυτικά στο μυαλό του ανθρώπου, είναι αυτή που στρεβλώνει το νου, τις σκέψεις και άρα τις πράξεις των ανθρώπων. Η Ιδεολογία είναι η στρέβλωση της σκέψης.

Θέλοντας να κάνω, λίγο πιο κατανοητές τις σκέψεις μου θα φέρω ως παράδειγμα την ματαιότητα του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα μεταπολεμικά. Όταν το 1944 ο Τσόρτσιλ και ο Στάλιν μοίρασαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής, το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα (μόλις είχε ξεκινήσει ο εμφύλιος) είχε το πάνω χέρι, σίγουρα σε αυτό, σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζε και η εξωτερική βοήθεια που δεχόταν από την Σοβιετική Ένωση. Όμως τότε, το 1944, στην «συμφωνία των ποσοστών» η Ελλάδα πέρασε στην δυτική σφαίρα επιρροής, ως αντάλλαγμα η Σοβιετική Ένωση πήρε στην σφαίρα επιρροής της την Ρουμανία και την Βουλγαρία. Έτσι, σταμάτησε η χρηματοδότηση από την μία πλευρά και ξεκίνησε η χρηματοδότηση από την άλλη πλευρά. Το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτο. Παρ’ όλα αυτά η ιδεολογία τύφλωσε την Ελλάδα, η οποία δεν αντιλαμβανόταν πως οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί, εν τούτοις συνεχιζόταν για πέντε χρόνια ένας μάταιος εμφύλιος πόλεμος, του οποίου το αποτέλεσμα είχε κριθεί από τις γενέθλιες ώρες του. Όταν, λοιπόν, η ιδεολογία προσκρούει στην πραγματικότητα (για να γνωρίζεις την πραγματικότητα, απαιτείται το μικρό αυτό κομμάτι της Γνώσης) τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά. Κάτι παρόμοιο συνέβη και στην αίθουσα 108 του Πανεπιστημίου αυτό το ανοιξιάτικο πρωινό.

Δεν είναι τυχαίο που η Ελλάδα ταλανίζεται συνεχώς, από έναν εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος διαρκώς υποβόσκει, όταν δεν βρίσκεται σε κατάσταση έξαρσης. Η Ελλάδα, όχι μόνο δεν ήταν ικανή να συγκροτήσει μια πραγματική κοινωνία, δηλαδή την κοινωνία που δεν έχει ως σκοπό την επιβίωση, αλλά την υπέρβαση της επιβίωσης, αντίθετα δεν ήταν ικανή ούτε για την συγκρότηση ενός μηχανισμού συνασπισμού συμφερόντων, που σκοπό έχει την επιβίωση των ατόμων (και μόνο) εντός αυτού του συνασπισμού. Η Ελλάδα δεν ήταν και εξακολουθεί να μην είναι ικανή για την διασφάλιση της κοινωνικής επιβίωσής της, για τον λόγο αυτό συνεχώς καταστρέφεται από εμφυλίους πολέμους. Όσα μαθήματα και αν της δώσει η ιστορία της, η Ελλάδα θα είναι ο χειρότερος μαθητής και θα ξανά κάνει τα ίδια λάθη και θα περιφέρεται ατέρμονα μέσα σε ένα φαύλο κύκλο που η ίδια έχει δημιουργήσει. Η αλήθεια είναι πως η ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία τείνει να προσηλυτίσει και όχι να διδάξει τους νέους ιστορία (προϋπόθεση για την δημιουργία φαύλου κύκλου).

Κάπου χαμένος, ανάμεσα στις κόκκινες μπογιές και στα χαρτάκια που έχουν πάνω τους το σύμβολο της αναρχίας, μαζεύω τα, εν τέλει, αχρησιμοποίητα πράγματά μου. Γυρίζω σπίτι κατασπαραγμένος από θυμό και λύπη, αφήνω την τσάντα στην καρέκλα, βγάζω το μπλοκ σημειώσεων, ανοίγω την πρώτη σελίδα. Η σελίδα αυτή έγραφε μόνο πάνω αριστερά τις λέξεις: «Στρατηγική Ανάλυση» και πάνω δεξιά τα νούμερα: «15-3-18», όλη η υπόλοιπη σελίδα ήταν κενή, μα και οι λέξεις και τα νούμερα που ήταν ήδη γραμμένα, άδειασαν και αυτά. Οι εν δυνάμει γνώσεις δεν γράφτηκαν ποτέ στο χαρτί. Ο χρόνος, αν και δεν σταμάτησε, τελικά σταμάτησε και εγώ χαμένος στις σκέψεις μου χαζεύω την ματαιότητα των πραγμάτων και το κενό στην κοινωνία και στις καρδιές των ανθρώπων. Όλα διαγράφονται πλέον ξεκάθαρα στο κατά τα άλλα κενό χαρτί που βρίσκεται μπροστά μου.

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Μια τελευταία συζήτηση…

Γράφει ο φοιτητής ΜΗΝΑΣ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗΣ
Σκοτάδι στους δρόμους, ησυχία. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι σε έναν από αυτούς. Κοιτάω το ρολόι μου, τι ώρα είναι; Οι δείκτες του ρολογιού, αν και δείκτες δεν δείχνουν, γυρίζουν σαν τρελοί γύρω-γύρω. Που βρίσκομαι; Άγνωστο το τοπίο, ρημαγμένα κτήρια στο διάβα μου. Κοιτάζω αριστερά, κοιτάζω δεξιά, γκρίζο και θολό το τοπίο. Προχωρώ λίγα μέτρα παραπέρα. Ένας ψίθυρος ακούγεται, ο οποίος εν αγνοία μου με κατευθύνει προς αυτόν. Μπροστά μου μια μεταλλική, μαύρη και κρύα καγκελόπορτα. Προσπαθώ να την ανοίξω, δεν μπορώ, έχει κολλήσει από την σκουριά. Τέλος, τα καταφέρνω. Ακούγεται ο ανατριχιαστικός ήχος του τριξίματος της πόρτας και ο ήχος αυτός σπάει σε κομμάτια την εκκωφαντική αυτή σιωπή. Η κατακερματισμένη σιωπή μαζεύει τα κομμάτια της και επαναφέρει το περιβάλλον στην αρχική του κατάσταση.
Μπαίνω μέσα, λάσπες γεμίζουν τα παπούτσια μου, μια λακκούβα γεμάτη βρώμικο νερό μπροστά μου και ο ψίθυρος να μεγαλώνει. Ξαφνικά, το βλέμμα μου σταματά σε κάτι γκρίζο, σηκώνω λίγο το κεφάλι, ένας σκονισμένος και μαυρισμένος από τον χρόνο τάφος ορθώνεται απέναντί μου. Πάνω του στέκεται μια ξεθωριασμένη και ξεκολλημένη από την βάση της φωτογραφία. Βρίσκομαι σε νεκροταφείο. Όλων τα μάτια τα νιώθω καρφωμένα πάνω μου, είναι των νεκρών, είναι αυτών που κάποιοι παράτησαν εκεί να σαπίσουν. Οι ξεχασμένες φωτογραφίες με κοιτάζουν με τρόμο! Θέλουν να με κατασπαράξουν! Κάνω ένα βήμα πίσω να φύγω, σκοντάφτω στην λακκούβα με το βρώμικο νερό, ο ψίθυρος γίνεται βοή, ανυπόφορη, δεν την αντέχω, θέλω να φύγω! Σηκώνομαι, αρχίζω να τρέχω. Ψάχνω να βρω την έξοδο, δεν υπάρχει. Ψάχνω να βρω την αρχή και το τέλος, δεν υπάρχουν. Υπάρχει μονάχα το «τώρα» και ο αγώνας και πρέπει αριστοτεχνικά να τα συνδέσω, για να βρω τη λύση. Σαν από μηχανής θεός εμφανίζεται πάλι η ίδια μεταλλική μαύρη και κρύα καγκελόπορτα, η οποία μου ζητά απεγνωσμένα να εκπληρώσει τον ιερό σκοπό της. Την ανοίγω και βγαίνω και χάνομαι…
Άνοιξα τα μάτια μου. Ένα λευκό ταβάνι. Ήμουν σπίτι μου. Ήμουν ιδρωμένος και αναστατωμένος. Με είχε πάρει ο ύπνος. Ένα απαλό αεράκι δρόσιζε το κορμί και την ψυχή μου. Ξαφνικά ένας ήχος, έμοιαζε σαν ένα ραδιόφωνο, που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει συχνότητα. Μια την έβρισκε, μία την έχανε. Τέλος, σταθεροποιήθηκε. Ακουγόντουσαν τα τοπικά νέα. Σηκώθηκα, ήθελα να δω από πού έρχεται αυτός ο ήχος, βγήκα στο μπαλκόνι. Ο καλοκαιρινός ήλιος τύφλωσε αρχικά τα μάτια μου, μα αυτά εύκολα προσαρμόστηκαν. Κοίταξα απέναντι. Γνώριμη εικόνα, γνώριμη φυσιογνωμία. «Αδύνατον!», σκέφτηκα. Κοίταξα καλύτερα. Όλα εκεί. Η κληματαριά με τα ώριμα σταφύλια της να κρέμονται από πάνω της, έχοντας αυτά εναποθέσει όλες τους τις ελπίδες στο κλαδάκι που τα ένωνε με την υπόλοιπη κληματαριά, για να μην βρεθούν στο έδαφος και η δουλειά ενός ολόκληρου χρόνου πάει χαμένη. Πίσω από αυτήν στέκεται αγέρωχα ένα λευκό, παλιό, μα φιλόξενο σπιτάκι. Κάτω από την κληματαριά ένα άσπρο τραπεζάκι, πάνω σε αυτό, το μαύρο, παλαιού τύπου ραδιόφωνο να παίζει τον σκοπό του, τυλιγμένο μέσα σε δύο γέρικα και ροζιασμένα χέρια πολύ οικεία. Σήκωσα λίγο το βλέμμα μου. Πίσω από το τραπεζάκι, σε μια καρέκλα, καθόταν ένας γεράκος με λιγοστά μαλλιά στο κεφάλι, ένα μικρό μουστάκι, γκρίζο και βλέμμα που να αστράφτει. Ήρεμος και σίγουρος ατένιζε τον κάμπο της Ζακύνθου, ενώ παράλληλα άκουγε από το ραδιόφωνο τα νέα. «Ο αγαπημένος μου παππούς!»
Κατέβηκα γρήγορα τις σκάλες του σπιτιού, είχα μια πολύ έντονη επιθυμία να του μιλήσω. Βγήκα έξω, πολύ ζέστη, ο Αύγουστος είχε φτάσει σχεδόν στο τέλος του, μα η ζέστη δεν έλεγε να φύγει. Μάλλον περνούσε καλά εδώ. Περπάτησα μέσα από το χωράφι που ενώνει τα δύο σπίτια. «Παππού!» φώναξα, «εγγονάκι μου!» φώναξε και σηκώθηκε και αγκαλιαστήκαμε.
Πήρα μια καρέκλα και κάθισα απέναντί του. Ο παππούς πάντα με το που με έβλεπε, έβρισκε ευκαιρία να μου δίνει συμβουλές και εγώ πάντα έψαχνα αφορμή, για να μου τις δώσει και να τις αξιοποιήσω. Το πρόσωπό του σήμερα ήταν λίγο σκοτεινιασμένο. «Παππού, τι έχεις;» ρώτησα. «Τι να έχω πουλάκι μου, αυτό το χαζοκούτι» κι έδειξε το ραδιόφωνο «μόνο δυσάρεστα λέει. Από πού να αρχίσω; Πυρκαγιές, τροχαία, πολιτικά. Μα πιο πολύ δεν στεναχωριέμαι για αυτά, αυτά είναι εφήμερα και περνάνε, τα παίρνει μαζί του ο χρόνος, δεν έχουν δύναμη να αντισταθούν. Στεναχωριέμαι για σας, την γενιά σας που τώρα κάνει τα πρώτα της βήματα. Εμείς κουτσά-στραβά τα καταφέραμε, ναι είχαμε και εμείς δυσκολίες, μα άλλες οι εποχές τότε. Στεναχωριέμαι για τον κόσμο που σας παραδίδουμε εγγονάκι μου, προσωπικά ντρέπομαι δεν είναι κοινωνία αυτή.» Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε «Δύο τύποι ανθρώπων είναι οι χειρότεροι να ξέρεις, ο ρουφιάνος και ο ψεύτης, η κοινωνία μας; Γεμάτη! Βούρκος σκέτος! Κοίτα να μην παρασυρθείς, το μόνο όπλο σου σε αυτά είναι η γνώση, με αυτήν θα τα καταφέρεις.»
Σταμάτησε για λίγο να μιλά. Κοίταξα κάτω, είχε δίκιο ο παππούς, το αντίδοτο σε όλα είναι η γνώση. Η γνώση πλαταίνει τον νου του ανθρώπου, τόσο που μπορεί να κυριέψει τον κόσμο ολόκληρο και αν όχι τον υλικό, τον άυλο σίγουρα. Στην τσιμεντένια αυλή, ρόγες από σταφύλι κείτονταν και κάπου εκεί ανάμεσα μια σειρά από δεκάδες μυρμήγκια δούλευαν ακατάπαυστα και ακούραστα για τα προς το ζην. Άλλα κουβαλούσαν ψίχουλα, άλλα κουβαλούσαν άλλα μυρμήγκια, κάποια άλλα, τα πιο δυνατά μάλλον, κουβαλούσαν ακόμα και ψόφιες σφήκες. Εργαζόντουσαν σκληρά, ήταν ζήτημα επιβίωσης για αυτά.
«Ωστόσο πουλάκι μου», συνέχισε ο παππούς, «η γνώση μόνη της δεν φτάνει, χρειάζεται και η κρίση. Η κρίση είναι αυτή που θα σε κάνει να κρίνεις σωστά, άρα να επιλέγεις σωστά και άρα να πράττεις σωστά. Η επιλογή, κατά βάση, είναι η ειδοποιός διαφορά, έτσι ξεχωρίζεται η ήρα από το στάρι. Όταν ήμουν γύρω στα είκοσι και κατοχικά στρατεύματα είχαν καταλάβει το νησί, εγώ επέλεξα να αντισταθώ σε αυτό, μαζί με μια ομάδα ανθρώπων, δεν επέλεξα να γίνω προδότης, όπως κάποιοι έπραξαν. Είχαμε, λοιπόν, σαν ομάδα αντίστασης στα κατοχικά στρατεύματα μια αποστολή να φέρουμε εις πέρας, η οποία θα πρόσθετε ένα μικρό λιθαράκι στο οικοδόμημα που όλοι οι Έλληνες μαζί χτίζαμε και το ονομάζαμε: "Ελευθερία της Ελλάδας". Η αποστολή ήταν απλή, να καταστρέψουμε ένα γερμανικό άρμα μάχης. Στήσαμε, λοιπόν, μια ενέδρα, λίγο έξω από την πόλη. Μία μέρα πριν, όμως, είχα ως προσωπική αποστολή να θάψω κάποια όπλα στην ρίζα της πολύ μεγάλης ελιάς που έχουμε λίγο έξω από το χωριό, για να τα πάρει από εκεί ένας άλλος που θα τα μετέφερε στο σημείο που έπρεπε. Εκείνη την νύχτα όμως, εντελώς τυχαία, Γερμανοί ήρθαν στο σπίτι μου για έλεγχο, τα όπλα τα είχα κρυμμένα μέσα σε ένα τοίχο που είχα σκάψει, με αποτέλεσμα να μην τα βρουν. Με πίεσαν να τους πω ό,τι ήξερα γενικά, επέλεξα να μην πω λέξη, να μην προδώσω, ευτυχώς με πίστεψαν, λίγο αργότερα τα όπλα ήταν θαμμένα εκεί που έπρεπε. Εκπλήρωσα και εγώ και αυτά εν τέλει την αποστολή μας. Θα μπορούσα να είχα μιλήσει και αστραπιαία να είχαν πεθάνει όλοι οι υπόλοιποι με τους οποίους οργανώσαμε την ενέδρα. Δεν το έκανα, βρήκα το σθένος να μην το κάνω, είχα το χρέος να σώσω την Ελλάδα, ήταν ο μόνος τρόπος για να σώσω τον εαυτό μου».
Σταμάτησε πάλι να μιλά, το πρόσωπό του ήταν πολύ σκεπτικό. Πάνω στο τραπεζάκι δίπλα από το ραδιόφωνο, το οποίο τώρα είχε σταματήσει να παίζει, υπήρχε ένα λευκό και λιτό φλιτζανάκι με ελληνικό καφέ. Το φλιτζανάκι άχνιζε ακόμα. Μάλλον η γιαγιά θα του το είχε φέρει δευτερόλεπτα πριν πάω. Με είδε που κοίταζα το φλιτζάνι με τον καφέ και είπε: «Το έχω συνήθεια μετά το φαγητό να πίνω ένα φλιτζανάκι καφέ, πες το συνήθεια, πες το αρρώστια, πες το σίγουρα πάντως ανελευθερία. Ξέρεις τι θα πει να εξαρτάσαι πάνω από εξήντα χρόνια, την ώρα μετά το φαγητό, από ένα φλιτζανάκι με ζεστό καφέ ζουμί; Μην σε ξεγελά έτσι απλό και ακίνητο που στέκεται στο τραπέζι. Η δύναμη του είναι θανατηφόρα. Κάθε αντικείμενο όταν συνδυάζει τις ιδιότητές του με την επανάληψη γίνεται ανίκητο. Απόρροια; Η ανελευθερία του ανθρώπου. Έτσι και αλλιώς είναι τόσο άνθρωπος για να είναι ελεύθερος, δέσμιος όλων, αντικειμένων, προσώπων και περιστάσεων. Κοίταξε εσύ να έχεις πάθη, μα να βρίσκεις το σθένος να λευτερώνεσαι από αυτά. Ίσως το χειρότερο και πιο επικίνδυνο από όλα να είναι το χρήμα. Να θυμάσαι, το χρήμα είναι το μέσο, όχι αυτοσκοπός. Όποιοι το βλέπουν ως αυτοσκοπό καταστρέφονται, μπορεί όχι σωματικά, σίγουρα πάντως ψυχικά».
Σηκώθηκε πήγε για λίγο μέσα στο σπίτι και ύστερα γύρισε. «Να, πάρε αυτό», μου είπε και μου έδωσε μια μικρή, μεταλλική, χρυσή σφυρίχτρα, «μου την είχε δώσει ο δικός μου παππούς και την κρατώ από τότε σαν ενθύμιο. Ποτέ δεν κατάφερα να ελευθερωθώ από αυτήν. Πάρ’την και σου δίνω και την συμβουλή κάποια μέρα να βρεις την δύναμη να την πετάξεις, να απελευθερωθείς από αυτήν, εγώ δεν τα κατάφερα».
Σταμάτησε απότομα την φράση του. «Τι έγινε παππού;» ρώτησα. «Αχ εγγονάκι μου, τι είναι ζωή; Ένα παίξιμο των βλεφάρων σου. Τι είναι ο άνθρωπος; Ό,τι προλάβεις να δεις σε αυτό το χρονικό διάστημα που παίζουν τα βλέφαρά σου. Μα αυτό, το εφήμερο συμβαίνει μόνο στο σώμα. Η ψυχή ποτέ δεν χάνεται. Τι είναι ο θάνατος; Μια πολύ βαθιά εκπνοή, για να ελευθερωθεί η ψυχή, η στερνή πνοή κάθε ανθρώπου, η πιο βαθιά και η πιο ευτυχισμένη…»
Το ξυπνητήρι χτυπούσε σαν τρελό μαζί με την καρδιά μου. Ώστε ήταν όνειρο; Μα φυσικά, πάνε σχεδόν τέσσερα χρόνια από τον θάνατο του παππού. Πόσο ωραίο όνειρο, μια συζήτηση που πραγματικά μου έχει λείψει και θα μου λείψει. Έκατσα λίγο στο κρεβάτι, κάτι με ενοχλούσε στο παντελόνι της πιτζάμας μου, μα δεν έδωσα σημασία, σηκώθηκα. Ένας μεταλλικός γδούπος ακούστηκε στο ξύλινο πάτωμα. Φοβήθηκα και κοίταξα τρομαγμένος. Ήταν η σφυρίχτρα! Αδύνατον! Την κράτησα στα χέρια μου, ένιωθα πάνω της τα ζεστά αποτυπώματα από τα ροζιασμένα χέρια του παππού μου, συγκλονίστηκα και τότε το αποφάσισα, βγήκα στο μπαλκόνι τη φίλησα και την πέταξα όσο πιο μακριά μπορούσα. Δεν έχει ο άνθρωπος ανάγκη υλικά για να θυμάται. Όλα βρίσκονται στην καρδιά και το νου. Ο παππούς ήταν υπερήφανος, εγώ ήμουν ελεύθερος και μαζί με εμένα, έγινε και αυτός.
[Στη σχολιαστική φωτό: Τα πρώτα μαθήματα, έργο Νικολάου Γύζη]

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

Θάνατος ή Δρόμος προς την Ελευθερία

Γράφει ο φοιτητής ΜΗΝΑΣ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗΣ

Θάνατος! Θάνατος; Τι είναι ο θάνατος; Τι να σημαίνει ο θάνατος; Πόσοι πολλοί είναι οι άνθρωποι που έχουν αναρωτηθεί κάτι τέτοιο. Οι περισσότεροι και ίσως λιγότερο σοφοί βλέπουν τον θάνατο σαν κάτι σκοτεινό, άσχημο, κακό. Άλλοι πάλι, λιγότεροι αυτοί, βλέπουν τον θάνατο σαν το απόλυτο τίποτα, μετά την ζωή δηλαδή δεν υπάρχει τίποτα. Άλλοι, πολλοί λίγοι αυτή τη φορά, βλέπουν τον θάνατο σαν μετάβαση της ψυχής από ένα σώμα σε ένα άλλο, δηλαδή σαν μια συνέχεια της ζωής. Εγώ πάλι, βλέπω τον θάνατο σαν κάτι φωτεινό, σαν την αρχή της ζωής, την αρχή της ελεύθερης ζωής, σαν την πραγματική ελευθερία, ελευθερία της ψυχής.
Βλέπεις τον ουρανό και θες να πετάξεις, απλώνεις τα χέρια ψηλά για να φύγεις, μα δεν μπορείς. Αν ρώταγα κάποιον, τι είναι αυτό που μας κρατάει στο έδαφος, πιθανότατα θα έλεγε: «το σώμα». Λάθος, αυτό που μας κρατάει στο έδαφος είναι η λογική. Μάθε πως όρια δεν υπάρχουν, παρά μόνο στο μυαλό μας, μάθε πως ο άνθρωπος τα μπορεί όλα, αρκεί να πιστέψει πως τα μπορεί. Όπως λέει και ο Νίκος Καζαντζάκης: « ό,τι δεν έγινε ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά». Πολλοί, λοιπόν, βλέπουν τον θάνατο σαν όριο, ότι η ζωή του ανθρώπου φτάνει μέχρι τον θάνατο. Λένε πως ο θάνατος έρχεται φυσιολογικά, όταν οι λειτουργίες του ανθρώπου βρίσκονται σε πλήρη παρακμή. Εγώ προσωπικά πιστεύω πως ο θάνατος του ανθρώπου έρχεται την στιγμή της ακμής, και μάλιστα, όταν φτάνει στην κορυφή αυτής, διότι τη στιγμή ακριβώς που πεθαίνεις, έχεις ζήσει όλες τις εμπειρίες που ήταν δυνατό να ζήσεις, έχεις ζήσει το μέγιστο αριθμό στιγμών, λεπτών, ωρών, ημερών, μηνών, χρόνων. Τη στιγμή του θανάτου η ζωή σου βρίσκεται στην κορύφωσή της, είναι η τελειότερη στιγμή της! Πως θα μπορούσε να μην είναι άλλωστε; Διότι, μόνο εάν η ζωή βρισκόταν στην τελειότερη φάση της, θα μπορούσε ο άνθρωπος να βαδίσει στον δύσκολο δρόμο της ελευθερίας, αλλά και να καταφέρει να την κατακτήσει, να γίνει ελεύθερος.
Ναι! Εγώ πιστεύω πως ο θάνατος είναι το μόνο πράγμα, που μπορεί να μας οδηγήσει στην πραγματική ελευθερία. Θα ονόμαζα, λοιπόν, την ζωή: «αγώνας για να φτάσει ο άνθρωπος στην τελειότερη φάση του». Θα ονόμαζα τον θάνατο: «δρόμο προς την ελευθερία». Τέλος, θα ονόμαζα την μεταθανάτια ζωή: «ελευθερία».
Μια καθηγήτρια μου, μου είχε πει πως ο άνθρωπος είναι το τραγικότερο ον που υπάρχει στην φύση, διότι είναι το μοναδικό ον, το οποίο έχει επίγνωση του θανάτου του και παρ’ όλα αυτά δημιουργεί. Εκείνη την ημέρα, θυμάμαι, της απάντησα πως ακριβώς για τον ίδιο λόγο θεωρώ πως ο άνθρωπος είναι άξιος θαυμασμού. Της απάντησα πως ο λόγος που δημιουργεί είναι, διότι κατά βάθος, ασυνείδητα, ξέρει πως ο θάνατος δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή ενός εφήμερου τέλους, της ζωής. Η συζήτηση σταμάτησε εκεί. Μια άλλη φορά ένας φίλος μου, μου είχε πει πως θάνατος σημαίνει: «ποτέ πια». Δεν μπορούσα βέβαια να αρνηθώ, διότι, όντως ο θάνατος σημαίνει «ποτέ πια», αλλά για τους ζωντανούς, για τον ίδιο τον νεκρό ίσως να σημαίνει: «τώρα πια».
Κάποιοι άλλοι πάλι, χαρακτηρίζουν το σώμα ως φυλακή της ψυχής μας. Μα γιατί; Το σώμα μας είναι ένα εφήμερο κομμάτι της ψυχής μας και πολύ σημαντικό, το οποίο μας βοηθάει να κάνουμε πράξη όλα αυτά, που η ψυχή μας ποθεί, για παράδειγμα, τώρα εγώ που γράφω. Πριν αποφασίσω να γράψω αυτό το δοκίμιο, η ψυχή μου παλλόταν μέσα μου, κάποια στιγμή ένιωσα να την κρατάω με τα δόντια μου και να την γυρίζω πίσω. Μαχόταν να εκφράσει όλα αυτά που σκεφτόταν. Το σώμα μου, λοιπόν, είναι τώρα αυτό, που την βγάζει από το αδιέξοδο και ήδη την νιώθω να έχει καταλαγιάσει στο στήθος μου, την αγαπημένη της θέση. Ας μην, λοιπόν, υποτιμούμε την αξία του σώματος, καθώς είναι αυτό, το οποίο στο διάστημα αυτό της ζωής μας, μας βοηθά να καταλάβουμε τι είναι η ζωή. Τι σημαίνει ο αγώνας αυτός. Μέσω του σώματος νιώθουμε, την χαρά, την λύπη, τον πόνο, τον έρωτα. Χωρίς αυτό, αυτά θα υπήρχαν μόνο ως ιδέες, αυτό όμως τα υλοποιεί, τους δίνει υπόσταση. Είναι άδικο οπότε να το υποτιμούμε.
Για αυτόν, λοιπόν, τον λόγο, θάνατος δεν σημαίνει ελευθερία της ψυχής από το σώμα, μέσα στο οποίο είναι εγκλωβισμένη, αλλά σημαίνει δρόμος προς την ελευθερία. Αυτό που ζεις τώρα είναι η προετοιμασία, για να διαβείς αυτόν τον δρόμο και να φτάσεις στην ελευθερία.
Πιστεύω, λοιπόν, πως είναι συνετό να ζεις την ζωή σου με πάθος και να δημιουργείς, ό,τι μπορείς. Κοίταξε, όμως, τα δημιουργήματά σου να είναι σωστά, να αποβλέπουν στο συλλογικό όφελος, διότι αυτά τα δημιουργήματα, στον δρόμο αυτόν για την ελευθερία, μετατρέπονται σαν βοήθειες ή εμπόδια, ανάλογα με το τι θα επιλέξεις να κάνεις. Μην νομίζεις πως όλοι οι άνθρωποι φτάνουν στην ελευθερία, όχι λάθος, κάποιοι χάνονται για πάντα στον δρόμο αυτόν τον δύσβατο. Κάποιοι, ναι, περιπλανιούνται αιώνια ώσπου ξεχνούν τι αναζητούν και μένουν για πάντα εκεί, χαμένοι. Μάθε, λοιπόν, πως η λύτρωση δεν έρχεται με τον θάνατο, μα μόλις ξεπεράσεις τον θάνατο και φτάσεις εκεί που ο άνθρωπος ανήκει, στην ελευθερία!
Κάποιοι ίσως να αναρωτηθούν: «πως είναι δυνατόν να χρειάζονται όλα αυτά, για να φτάσει κάποιος στην ελευθερία, αφού εγώ τώρα νιώθω ελεύθερος, είμαι ελεύθερος;». Για την ακρίβεια δεν είναι ακριβώς έτσι, ίσως αυτή η ελευθερία που κατά διαστήματα νιώθουμε να είναι μια μικρή γεύση της ελευθερίας, μα κατά κύριο λόγο, είναι δυστυχώς μια ψευδαίσθηση. Στην εφήμερη ζωή σου, δυστυχώς, είσαι δέσμιος του καιρού και των περιστάσεων, στην καλύτερη περίπτωση. Η ελευθερία, είναι το ανώτατο αγαθό για τον άνθρωπο, θα ήταν λοιπόν παράδοξο να μπορούμε έτσι εύκολα να την αποκτήσουμε. Δυστυχώς, κανείς δεν γνωρίζει τι πρέπει να κάνει κάποιος, για να εξασφαλίσει μετά τον θάνατό του την ελευθερία. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι γιατί το άγνωστο αποτελεί πρόκληση για το ανθρώπινο γένος, αυτό οδηγεί κατά βάθος στην επιτυχία. Για αυτό λοιπόν, μην ρωτάς, πάλευε, όσο χρόνο και αν έχεις, πάλευε για ό,τι εσύ θεωρείς σωστό, πάλευε, η ζωή είναι ένας αγώνας, θυμάσαι; Όσο πιο πολύ παλέψεις, τόσο πιο εύκολα θα γίνεις ελεύθερος. Ζήσε, λοιπόν, με πάθος, μην αφήνεις στιγμή να πάει χαμένη και μην ανησυχείς η επαγρύπνηση αυτή δεν θα πάει χαμένη, στο τέλος θα κερδίσεις το ανώτατο αγαθό, την ελευθερία.

Ο θάνατος, λοιπόν, είναι η μοναδική ευκαιρία που σου δίνεται άνθρωπε, για να κατακτήσεις την ελευθερία. Με μια προϋπόθεση όμως, όταν καταλαβαίνεις πως τώρα, στην ζωή αυτή παρεκκλίνεις, τότε να προσπαθείς να επανέρχεσαι στο σωστό μονοπάτι, διότι αλλιώς θα περιπλανιέσαι για πάντα στο ενδιάμεσο στάδιο του θανάτου, μέχρι που θα ξεχάσεις τα πάντα, ποιος είσαι, που πηγαίνεις και ποιος είναι ο σκοπός σου. Ζήσε, λοιπόν, με πάθος, δημιούργησε και ο δρόμος αυτός της ελευθερίας θα σε οδηγήσει από μόνος του εκεί που αξίζει να βρίσκεται ο άνθρωπος μαχητής, στην ελευθερία, ζώντας πια ελεύθερος!

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Πανδαμάτωρ Χρόνος

Γράφει ο ΜΗΝΑΣ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗΣ, φοιτητής

Περπατώ, εκεί που άλλοτε περπατούσα με παρέα, εκεί που οι φωνές και τα γέλια αντιλαλούσαν στους άδειους δρόμους, εκεί που το σκοτάδι έπεφτε και όλα νόμιζες πως κοιμόντουσαν, κι όμως, οι φωνές και τα γέλια μιας παρέας φίλων έδειχνε πως υπήρχε κάτι ζωντανό μέσα στην φαινομενικά νεκρή, σκοτεινή πόλη, στους άδειους, σκοτεινούς και βρώμικους δρόμους.
Τώρα, είμαι πάλι εκεί στους ίδιους γνώριμους δρόμους, περπατώ, μα μόνος, όλα έχουν αλλάξει, όμως όλα ίδια δείχνουν! Πέρασα από αυτούς τους δρόμους όμως πίσω από εμένα, χωρίς ποτέ να το αντιληφθώ, βάζω στοίχημα ακόμα και τώρα, περνούσε και ο Χρόνος. Που μυαλό να γυρίσω να του πω να σταθεί λίγο, να περιμένει, να ζήσω λίγο περισσότερο τις στιγμές, τις όποιες στιγμές, καλές ή κακές. Αυτός ήταν πάντα εκεί να πατά στη φρέσκια πατημασιά που μόλις είχα αφήσει, είτε βάδιζα γρήγορα, είτε αργά αυτός πάντα από πίσω να σβήνει το παρόν και να το κάνει παρελθόν, να σβήνει την πραγματικότητα και να την κάνει αναμνήσεις. Πάντα βιαστικός, πάντα τόσο δυνατός, ώστε να αλλοιώνει οτιδήποτε στο διάβα του.
Αν, λοιπόν, μου γινόταν ποτέ η ερώτηση: «Ποιος πιστεύεις πως κυβερνά, κυριαρχεί και διαμορφώνει τον κόσμο;» θα απαντούσα δίχως δεύτερη σκέψη: «Μα φυσικά ο Χρόνος!». Ο Χρόνος είναι ανελέητος, ακόρεστος και ακούραστος, σου «ρουφάει» τις στιγμές πριν καν διανοηθείς ότι τις ζεις. Ζει μέσα από μένα και από σένα, εμείς του δίνουμε δύναμη να κυβερνά, να κυριαρχεί και να διαμορφώνει τον κόσμο. Έτσι και αλλιώς, άλλη επιλογή δεν έχουμε.
Περπατώ πάνω στην άσφαλτο μόνος! Για πρώτη φορά νομίζω πως τον ακούω. Σταματώ. Γυρνώ να κοιτάξω πίσω. Τίποτα! Περπατώ, κοντοστέκομαι μπας και ξεχαστεί και πέσει πάνω μου. Τίποτα! Κι όμως είναι εκεί. Πρέπει να είναι εκεί.
Πριν χρόνια περνούσα πάλι από το δρομάκι αυτό με τα εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά. Να! Αυτό εκεί δεξιά, το γαλάζιο, πριν κάποια χρόνια, ο τοίχος στην μπροστά δεξιά γωνία υπήρχε, τώρα ο μισός έχει γκρεμιστεί. Πριν κάποια χρόνια ένας πιτσιρικάς ξεπρόβαλε από το σπίτι στ’ αριστερά με μια τσάντα μεγαλύτερη από τον ίδιο. Τώρα από την ίδια πόρτα βγαίνει ένας νεαρός κρατώντας στο ένα χέρι την τσάντα του laptop του. Πριν κάποια χρόνια τα ονόματα στα κουδούνια ήταν οικεία, τώρα όλα είναι παντελώς άγνωστα. Ποιος, λοιπόν, ευθύνεται για όλα αυτά; Ποιος αποφασίζει ποιος θα πεθάνει και ποιος θα γεννηθεί; Ποιος αποφασίζει ποιος θα μείνει στο σπίτι που άλλοτε ζούσε κάποιος άλλος; Μα φυσικά ο Χρόνος! Αυτός είναι που πλάθει την κατασκευή που εμείς, ίσως απλοϊκά, αποκαλούμε πραγματικότητα.
Περπατώ, κοιτάζω τον ουρανό τώρα, γκρίζα σύννεφα αγκάλιασαν την πόλη, βρεγμένο το οδόστρωμα, βράχηκαν τα παπούτσια μου, άσχημο συναίσθημα. Κοιτώ ευθεία τώρα, γνώριμη η εικόνα, προκαλεί συναισθήματα. Μια απορία μου γεννιέται και στριφογυρίζει στο νου μου. Η εικόνα που βλέπω, είναι πραγματικά η εικόνα που βλέπω; Είναι απλά, τα σιωπηλά, σκονισμένα κτήρια που ορθώνονται μπροστά μου; Αν ναι, τότε γιατί αυτά να μου διεγείρουν συναισθήματα; Μήπως η εικόνα που βλέπει ο νους μου απλά περιλαμβάνει και την εικόνα που βλέπουν τα μάτια μου; Πιο ζωντανή μοιάζει στο νου μου. Τα ίδια κτήρια, ο ίδιος δρόμος μα και οικεία πρόσωπα, πολλά. Να τώρα γυρίζω από την σχολή με τους φίλους μου και συζητάμε για την κοπέλα που αρέσει στον έναν από αυτούς, ήταν η πρώτη φορά που μιλήσανε. Να τώρα πηγαίνουμε στη σχολή, πάλι με τους φίλους μου, και συζητάμε για το ποδόσφαιρο που είδαμε χθες. Να τώρα γυρνώ με την κοπέλα μου σπίτι. Να τώρα τρέχουμε για να προλάβουμε το λεωφορείο που περνάει από την στάση λίγο πιο κάτω. Ο ίδιος ακίνητος δρόμος που θωρούν τα μάτια μου ζωντανεύει όταν τον κοιτά το μυαλό μου. Μα τώρα, όντας λίγο πιο προσεκτικός παρατηρώ πως πίσω από κάθε γέλιο, κάθε λέξη, κάθε βήμα, κάθε τρεχάλα κρύβεται μια σκιά, η ίδια σκιά, πάντα εκεί κρυμμένη καλά, έτσι ώστε να μην γίνεται αντιληπτή αμέσως, μα αν κοιτάξεις προσεκτικά θα καταφέρεις να την διακρίνεις. Ο Χρόνος.
Περπατώ, τρέχω, σταματώ, γελώ, κλαίω, υπάρχω ακόμα. Μα για πόσο; Για πόσο θα μου δίνει τη δύναμη ο Χρόνος να μουτζουρώνω το τετράδιό μου με ανούσιες σκέψεις ενός απλού ανθρώπου που σε κάποια χρόνια δεν θα υπάρχει πια στη Γη, θα ‘χει φύγει, μα όλα θα ‘ναι εκεί. Πώς γίνεται να φεύγει κάποιος απ τη Γη, μα όλα αυτά που έζησε να μένουν εκεί;
Μέσα, λοιπόν, απ’ όλα αυτά, αν μπορούμε να πούμε πως καταλήξαμε σε ένα συμπέρασμα αυτό είναι το εξής: Ζήσε και ευχαριστήσου το τώρα, πριν η σκιά στο πάρει και το κάνει τότε! Μην σκέφτεσαι το πριν και το μετά, απελευθερώσου από αυτά. Δίνε αξία στα πιο μικρά πράγματα, σε αυτά που δεν είναι πράγματα. Ζήσε ελεύθερα προτού φύγεις και συνειδητοποιήσεις πως, εν τέλει, όλη σου τη ζωή δεν ζούσες εσύ, μα η σκιά σου!

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Παρελθόν, Παρόν, Μέλλον: Εχθροί ή σύμμαχοι;

Άρθρο του φοιτητή ΜΗΝΑ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗ
Πολλοί είναι οι άνθρωποι που φοβούνται το μέλλον, πάρα πολλοί. Θα έλεγα πως η στάση αυτή είναι κάπως επιπόλαιη και βιαστική. Το μέλλον βρίσκεται στα χέρια σου, υπό μία, βέβαια, προϋπόθεση: να είσαι κυρίαρχος του εαυτού σου. Εάν, λοιπόν, πληρείται αυτή η προϋπόθεση, τότε υπάρχει η δυνατότητα το μέλλον να το διαμορφώσεις αποκλειστικά και μόνο εσύ, στα δικά σου γούστα, ούτως ώστε να καλύπτεις τις ανάγκες σου, είτε συναισθηματικές, είτε υλικές. Εσύ θα είσαι αυτός, που ανάλογα με τους στόχους και τις επιδιώξεις που έχεις, θα διαμορφώσεις τη ζωή σου. Μετρά, φυσικά, και η θέληση. Όσο πιο πολύ θες κάτι, τόσο μεγαλύτερο σθένος αποκτάς για να το κατακτήσεις, με άλλα λόγια είναι αυτό που, πολύ ορθά, περιέγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης σε μία φράση: «ό,τι δεν έγινε ποτέ είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά!». Αν, λοιπόν, αυτή τη στιγμή κάθεσαι στην καρέκλα, στην γωνίτσα του σπιτιού σου, δυστυχισμένος για την αποτυχία σου, τότε μάθε πως εσύ και μόνο δεν θέλησες να ευτυχήσεις, δεν ήσουν κυρίαρχος του εαυτού σου, δεν σήκωσες κεφάλι σε οτιδήποτε ξένο σου πασάρανε και σε διατάζανε να το ενστερνιστείς. Δεν φταίει το μέλλον που έρχεται και δεν μπορείς να το διαχειριστείς, φταίει η αδυναμία σου, για αυτό άλλωστε σε αποκαλούν: άνθρωπο. Άνθρωπος = αδύναμος.
Είναι όμως έτσι; Μήπως άνθρωπος σημαίνει δυνατός; Μήπως εν τέλει καθοριστικό ρόλο σε αυτό έχει η θέληση; Εσύ διαλέγεις τι θα γίνεις, η βούλησή σου είναι αυτή που θα σε κάνει δυνατό ή αδύναμο. Μην, λοιπόν, φοβάσαι το μέλλον, εκτός αν πραγματικά θες να δυστυχήσεις. Εάν όχι, τότε κάθε βήμα που θα κάνεις, φρόντισε να είναι πιο σταθερό σε αυτό το ασταθές έδαφος που ονομάζεται μέλλον και πίστεψέ με, όσο πιο σίγουρο είναι κάθε βήμα σου, τόσο πιο σταθερό θα γίνεται και το έδαφος που πατάς.
Κάποιοι άλλοι ασχολούνται, όχι με το μέλλον, αλλά με το παρελθόν. Είτε με τον χρόνο τον χαμένο, ο οποίος είναι δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να αναπληρωθεί, είτε για ευτυχισμένες αναμνήσεις που πλέον δεν υπάρχουν και είναι και αδύνατον να ξαναδημιουργηθούν. Τους ανθρώπους αυτούς, ίσως, να μπορώ να τους καταλάβω λίγο περισσότερο.
«Αχ, πόσο θα ήθελα να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να αλλάξω κάποια γεγονότα, να αλλάξω την ροή τους, να σβήσω κάποια παντελώς από τον κόσμο και το νου μου, να μην υπάρχουν, για να μην ντροπιάζουν τον κόσμο και τον εαυτό μου! Μα τι λέω; Απαρνιέμαι τον εαυτό μου; Στο παρελθόν οφείλω αυτό που είμαι τώρα και δεν μπορώ να πω πως δεν είμαι ευχαριστημένος, οπότε καλώς έγιναν τα λάθη που έγιναν, δεν χρειάζεται να αναπληρωθεί κανένας χαμένος χρόνος για αυτά. Τι γίνεται όμως με τις ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος, οι οποίες δεν έχουν απολύτως καμία ελπίδα να ξαναδημιουργηθούν, καθώς οι συνθήκες είναι απαγορευτικές; Θέλω να τις ξαναζήσω!»
Πιο ταιριαστή απάντηση από αυτήν που δίνει και πάλι με μια φράση ο Νίκος Καζαντζάκης δεν υπάρχει: «η εξάρτηση από το παρελθόν, όσο ευχάριστη και αν είναι, το μόνο που κάνει είναι να κομματιάζει το παρόν». Σκεπτόμενος, λοιπόν, τις ευχάριστες αυτές αναμνήσεις, ξεχνάς το παρόν, μένεις αδρανής και μην ξεχνάς, ζωή θα πει κίνηση, ενέργεια, πράξη. Είσαι ένας ζωντανός-νεκρός, δίχως ίχνος διεξόδου στον λαβύρινθο που έφτιαξες ζώντας στο παρόν σου το παρελθόν σου.
Λάθος! Ίχνος διεξόδου υπάρχει! Μέσα σου βρίσκεται και αυτό. Σήκω από την καρέκλα σου, βγες έξω και δημιούργησε, κάνε πράγματα, νιώσε, ζήσε το παρόν, ζήσε τις στιγμές που περνάνε σαν αστραπή από τα μάτια σου, κάνε κάθε μία από αυτές τις στιγμές μοναδική, συμπλήρωσε κομμάτι-κομμάτι το μοναδικό αυτό παζλ της προσωπικότητάς σου και ύστερα κάνε ένα-δύο βήματα πίσω αντίκρισε αυτό που έχεις φτιάξει, κλείσε τα μάτια και φύγε. Τότε θα νιώσεις ευτυχία. Εάν όχι, τότε πάει να πει πως δεν έζησες με πάθος, δεν έκανες όσα έπρεπε.
Άδραξε την κάθε στιγμή - Carpe diem, όπως λέει και ο καθηγητής Κίτινγκ στην ταινία «ο κύκλος των χαμένων ποιητών». Το αποτέλεσμα; Το παζλ θα δείξει κατά πόσο ακολούθησες αυτή τη συμβουλή. Α! και αν θες και άλλη μία: Άσε στην άκρη το παρελθόν, πάρε απλά μάθημα από αυτό, μην προσπαθείς να το γυρίσεις πίσω, κοίτα το παρόν, επικεντρώσου σε αυτό και άλλαξε ό,τι δεν σου αρέσει και μπορείς να αλλάξεις από αυτό, έτσι θα σε περιμένει μετά την στροφή ένα μέλλον ευχάριστο, το οποίο θα το έχεις διαμορφώσει με δικό σου αγώνα και κόπο, θα είναι η ώρα που θα δικαιωθείς για αυτόν σου τον κόπο. Εάν δεν είναι ευχάριστο το μέλλον, τότε φταις! Δικαιολογίες για τον άνθρωπο δεν υπάρχουν! Αδύνατο δεν υπάρχει, γιατί όρια δεν υπάρχουν!

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Είμαστε οι επιλογές μας!

Γράφει ο φοιτητής ΜΗΝΑΣ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗΣ
Σειρήνες πολέμου με ξυπνούν από τον ύπνο του συμβιβασμού. Τι είμαι; Άνθρωπος. Πού ζω; Στον κόσμο. Γιατί; Γιατί έτσι το επέλεξαν. Ποιοί; Δεν έχει σημασία, μην ρωτάς.
Αν μπορούσε να περιγραφεί η εικόνα του κόσμου σήμερα, τότε μια παρτίδα σκάκι θα ήταν αρκετή για να την περιγράψει. Εμείς, οι απλοί πολίτες, είμαστε τα στρατιωτάκια, τα οποία πάντα θυσιάζονται, για να εξυπηρετήσουν στρατηγικές που πολλές φορές ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης σκέψης. Εσύ θυσιάζεσαι, για να ανοίξει ο δρόμος και να «σκοτώσει» κάποιος άλλος το άλογο, εγώ θυσιάζομαι, για να «σκοτώσει» κάποιος τον αξιωματικό, αυτός είναι ο ρόλος μας. Είμαστε τα εξιλαστήρια θύματα των «τεράστιων» πολιτικών σκοπιμοτήτων. Έτσι δεν είναι, άνθρωπε; Σου αρέσει να έχεις τον ρόλο του θύματος, σου αρέσει η ιδέα της ύπαρξης ενός «γιγάντιου παιχνιδιού», στο οποίο εγώ και εσύ είμαστε απλοί κομπάρσοι. Σου αρέσει, γιατί έτσι δικαιολογείς την αδράνεια και την οκνηρία σου, ε, άνθρωπε; Φτιάξε κι άλλα τέτοια «παιχνίδια» στο μυαλό σου, για να περνάς την ώρα σου σαν κακομοίρης, έως ότου η Γη ελαφρώσει απ’ το αβάσταχτο βάρος σου, καθώς μόνο αυτό θα είσαι, ένα βάρος πάνω στη Γη, τίποτα άλλο.
Συνεχίζοντας την παρτίδα σκάκι, οι δρόμοι ανοίχτηκαν, τα εξιλαστήρια θύματα έκαναν την δουλειά τους, τώρα ο αξιωματικός «σκοτώνει» το άλογο και η βασίλισσα τον αξιωματικό, ο βασιλιάς την βασίλισσα και ο άλλος βασιλιάς, τον βασιλιά. Τώρα φαίνεται πως και ο αξιωματικός, εξιλαστήριο θύμα ήταν και η βασίλισσα, ακόμη και ο βασιλιάς που έχασε. Όλοι αυτοί βοήθησαν στην εκπλήρωση της νίκης του «βασιλιά-νικητή». Βαφτίστε τον όπως θέλετε, σημασία έχει ότι νίκησε πατώντας επί πτωμάτων, έφτασε στην κορυφή, μα δεν υπάρχει πλέον κάποιος να του το αναγνωρίσει. Γυρνά από τη μια μεριά, μετά απ’ την άλλη, κανείς! Είναι νικητής μιας ομάδας πτωμάτων. Είναι ο νικητής των ηττημένων, ούτε όμως οι ηττημένοι δεν μπορούν να δουν τη νίκη του. Σπουδαία νίκη! Εγκλωβισμένος ο «βασιλιάς-νικητής» στην ίδια του τη νίκη, αποτελεί τον μεγαλύτερο ηττημένο της παρτίδας, είναι το θύμα του ίδιου του εαυτού του.
Κανείς δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον άλλον, μα και κανείς δεν σε εμποδίζει να γίνεις όποιος ρόλος θες εσύ. Δεν έχει σημασία, αν την παρούσα χρονική στιγμή βρίσκεσαι σε υποδεέστερη θέση από κάποιον άλλον. Σημασία έχει πως αυτό, εσύ, και μόνο εσύ, μπορείς να το ανατρέψεις και την επόμενη στιγμή να είσαι εσύ αυτός που θα βρίσκεται σε θέση ισχύος. Μην ξεχνάς όμως πως η ισχύς τροφοδοτείται και αν κάνεις κατάχρηση της ισχύος σου, χάνουν όλοι πολλά, εσύ μάλιστα είσαι αυτός που χάνει τα περισσότερα. Έτσι, αμέσως, οι θέσεις αλλάζουν πάλι και βρίσκεσαι τελευταίος. Αυτή η τελευταία θέση είναι απόρροια της ισχύος σου. Δεν σου βγήκε σε καλό, ε, άνθρωπε; Μήπως η απληστία σου, η αλαζονεία σου ή οι ιμπεριαλιστικές τάσεις σου, σε οδήγησαν στον πάτο του βαρελιού (είσαι τυχερός, άλλα βαρέλια δεν έχουν ούτε πάτο), να κάνεις παρέα με όλους τους αρνητές της ευθύνης που βρίσκονται εκεί; Έχετε όμως κάτι κοινό, είστε και οι δύο βουτηγμένοι μέσα στη ουτοπία που έχει φτιάξει το μυαλό σας. Ο μεν στην ουτοπία του «γιγάντιου παιχνιδιού», που νομίζει πως πάντα κάποιος άλλος κινεί τα νήματα. Ο δε στην ουτοπία της κατάκτησης της Γης ολόκληρης, ακόμη και της τελευταίας πέτρας.
Να ποιο είναι το ανθρώπινο γένος, μέσα σε μια ουτοπία γαλουχημένο, αρνούμενο να τραβήξει το πέπλο από το πρόσωπό του και να αντικρίσει με τα δικά του μάτια, όχι με τα μάτια που άλλοι του τοποθέτησαν και τα νομίζει δικά του, τον κόσμο.
-Να ορίστε! Σου τραβάω το πέπλο για να δεις, τι βλέπεις;
-Αντικρίζω τον ήλιο, τα πουλιά, την θάλασσα, τα κτήρια, τους ανθρώπους, τα σκουπίδια, ανθρώπους να ψάχνουν σε αυτά, νεκρούς ανθρώπους, νεκρά παιδιά. Τι κατάλαβα που τα είδα; Πιο ευχάριστη ήταν η ουτοπία μου.
-Ναι, άνθρωπε, η ουτοπία είναι πάντα πιο ευχάριστη, αυτό όμως δεν σημαίνει πως η πραγματικότητα παύει να υπάρχει. Τα νεκρά παιδιά, οι νεκροί άνθρωποι, όλα αυτά, υπάρχουν χρόνια ολόκληρα στον κόσμο τούτο και ξέρεις γιατί; Γιατί κανείς δεν τα έχει παρατηρήσει. Σκέψου μια κοινωνία, στην οποία ο καθένας ζει στον δικό του κόσμο και στην πόρτα του καθενός βρίσκεται ένα παιδί που πεθαίνει και η πόρτα αυτή ανοίγει συνεχώς, μα όλοι περνούν από πάνω του.
Για αυτό, λοιπόν, σου τραβάω το πέπλο για να δεις. Να δεις, να νοιώσεις και να καταλάβεις, άνθρωπε. Γιατί αν καταλάβεις, μπορείς να το αλλάξεις. Ξεκίνα λοιπόν. Μην στέκεσαι. Ξεκίνα να τραβάς τα πέπλα από τα πρόσωπα των ανθρώπων. Ξεκίνα. Να! Πάρε και αυτά, πινέλα και μπογιές, όπως είχε πει και ο Καζαντζάκης. Μοίραζέ τα σε αυτούς, από τους οποίους τραβάς τα πέπλα. Ξεκινήστε όλοι μαζί, έρχομαι και εγώ. Πάμε να φτιάξουμε έναν κόσμο καλύτερο. Και πρόσεξε, μόλις ανοίξεις την πόρτα, σήκωσε το παιδί που βρίσκεται κάτω, και αν το προλάβεις ζωντανό, δώσ’ του λίγο ψωμί και νερό και αν ύστερα το δεις να στέκεται στα πόδια του, δώσε και σε αυτό πινέλο και μπογιές. Όλοι έχουμε δικαίωμα στην ανοικοδόμηση του κόσμου. Ας μην χάνουμε καιρό, ας ξεκινήσουμε! Ξεκινήσαμε! Επιλέξαμε τον ρόλο μας στον κόσμο τούτο!

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Βόλτα στο παρελθόν

Γράφει ο ΜΗΝΑΣ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗΣ, φοιτητής

Μια ηλιόλουστη μέρα του Σεπτέμβρη ήταν η αιτία να με παροτρύνει να βγω από το σπίτι μου. Είχα ραντεβού με την φύση και τις αναμνήσεις.
Κατέβηκα την σκάλα του σπιτιού μου και ένα ευχάριστο αεράκι αγκάλιασε και χάιδεψε το πρόσωπο και τα μαλλιά μου, ενώ ταυτόχρονα δυο χελιδόνια, που δεν είχαν φύγει ακόμα, με καλημέρισαν με το ευχάριστο κελάηδημα τους. Τους απάντησα με μια υπόκλιση, υποκλίθηκα στην ελευθερία τους. Μακάρι και το σώμα μου να έβγαζε δύο φτερά, για να μπορέσω να τα ακολουθήσω στην ελευθερία τους. Ευτυχώς, όμως, το μυαλό μου έχει αρχίσει και βγάζει φτερά, έχει αρχίσει να διεκδικεί την ελευθερία του.
Μπαίνω στο ασφαλτόστρωτο δρομάκι, το ελαφρύ αυτό αεράκι, το οποίο «παίζει» με την φύση, μαθαίνει στον ευκάλυπτο του παππού μου νέες φιγούρες, καθώς το ένα κλαδί μπλέκεται με το άλλο, δημιουργώντας κάθε τόσο διαφορετικά σχήματα, τα οποία τα συνοδεύει μια μελωδία, που δεν είναι άλλη από ένα απαλό θρόισμα των φύλλων του ευκαλύπτου. Με αυτόν τον τρόπο η φύση μου προσφέρει μια εντυπωσιακή παράσταση.
Δύο-τρία μέτρα παρακάτω αντικρίζω τον κήπο του σπιτιού του παππού μου, με τις αμυγδαλιές σκαρφαλωμένες στην κορυφή του χαντακιού, να έχουν «πιάσει συζήτηση» με τις μουριές που στέκονται λίγο πιο δίπλα. Φαίνεται πως περνούν καλά. Παρακεί η κυδωνιά, η οποία έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα εκατό χρόνια, στέκεται κουρασμένη πια και παρακολουθεί την «συζήτηση», γερμένη πάνω στις λεύκες, οι οποίες με το σθένος της νεότητας, νομίζουν πως οι ρίζες τους θα καλύψουν την Γη ολόκληρη. Λίγο πιο δίπλα είναι και τα εσπεριδοειδή, οι πορτοκαλιές και οι λεμονιές, η μυρωδιά του λεμονανθού μου «έσπασε» την μύτη, μάλλον αυτό θα μύρισαν και οι τριανταφυλλιές και άνοιξαν τα μπουμπούκια τους, για να μυρίσουν καλύτερα αυτό το υπέροχο άρωμα.
Πίσω από αυτό το μεγαλείο της φύσης στέκεται ένα άσπρο μικρό σπιτάκι με κατακόκκινα παράθυρα. Μπροστά στην πόρτα υπάρχει ένα μικρό, άσπρο, κυκλικό τραπεζάκι και ακριβώς δίπλα μια άσπρη πλαστική καρέκλα, η οποία με την πρώτη ματιά μοιάζει άδεια, κοιτάζοντας, όμως, λίγο πιο προσεκτικά η καρέκλα αυτή γεμίζει με αναμνήσεις, εικόνες και ήχους. Να τώρα, για παράδειγμα, είναι ο παππούς μου εκεί και ο πεντάχρονος εαυτός μου, ο οποίος αδυνατεί να μάθει ποδήλατο. «Δεν πειράζει που έπεσες, σημασία έχει να ξανασηκωθείς και να προσπαθείς μέχρι να τα καταφέρεις, αυτό θα πει άνθρωπος» μου έλεγε ο παππούς μου. Εγώ έκλαιγα λίγο, αλλά μου περνούσε αμέσως μόλις έβλεπα την γιαγιά μου να μου φέρνει κάποια λιχουδιά. Να το πάλι, τώρα πάλι ο παππούς με τον αδερφό μου και τον εννιάχρονο εαυτό μου να φυτεύουμε εποχιακά λουλούδια «για να δώσουμε χρώμα στην αυλή», όπως έλεγε ο παππούς. Και άλλες τόσες πολλές αναμνήσεις που θα χρειαζόμουν μήνες ολόκληρους, για να τις αποτυπώσω στο χαρτί.
Συνεχίζω τον δρόμο μου σε αυτό το ασφαλτόστρωτο δρομάκι. Το δεντρολίβανο που απολαμβάνει και αυτό το αεράκι, μου κουνάει ευχάριστα τα κλαδιά του για να μυρίσω το δικό του ξεχωριστό άρωμα. Η παράσταση της φύσης συνεχίζει να με εντυπωσιάζει. Κάθε κομματάκι της ασφάλτου έχει πάνω της την πατημασιά μου, είτε αυτήν που ήμουν τριών χρονών, είτε αυτήν που ήμουν δέκα χρονών, είτε αυτήν που ήμουν δεκαπέντε χρονών, είτε την σημερινή. Πάντα εκεί να βλέπει τον κόσμο γύρω της να προοδεύει, μένοντας αυτή ακίνητη εκπληρώνοντας τον δικό της ιερό σκοπό.
Περπατάω, περνάω και άλλα σπίτια, δέντρα, λουλούδια και ζώα. «Ζούμε σε δύσκολες φαινομενικά εποχές» σκέπτομαι καθώς περπατάω «κι όμως, οι εποχές δεν είναι δύσκολες, είναι αυτές που επιλέγουμε να είναι. Καμιά φορά τα καθημερινά προβλήματα που έχει ένας Έλληνας σήμερα, υπερκαλύπτουν τα πάντα μέσα στο μυαλό του και ξεχνά πως υπάρχουν τόσο όμορφα πράγματα, όπως είναι ένα χαμόγελο του παιδιού του, ένα φιλί της γυναίκας του, μια κουβέντα με τον γείτονα, ένα κελάηδημα ενός πουλιού. Το λάθος του ανθρώπου σήμερα είναι, να κάνει σημαντικά τα ασήμαντα και εκείνα που είναι πραγματικά σημαντικά να τα θεωρεί δεδομένα. Με άλλα λόγια, να θεωρεί πως τα χρήματα καθορίζουν την ευτυχία, ενώ πραγματικά το μόνο πράγμα που καθορίζει την ευτυχία είναι η αγάπη. Η αγάπη για την οικογένεια, η αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους, η αγάπη προς την φύση. Σε μια κοινωνία που διέπεται από τον ωφελιμισμό και το χρήμα, μιλώ εγώ για αλτρουισμό και αλληλεγγύη, ίσως φαίνεται παράδοξο, όμως υπάρχει στην κοινωνία μας σήμερα. Μόλις τραβήξουμε τον μανδύα του ωφελιμισμού και του χρήματος, θα αναδειχθούν οι πραγματικές βάσεις της κοινωνίας μας».
Καθώς, όμως, ταλαιπωρούσα το μυαλό μου με αυτές τις σκέψεις, συνέχιζα τον περίπατό μου μέσα στα δρομάκια του Βανάτου και ευχαριστιόμουν αυτήν την ηρεμία και την γαλήνη που αγκάλιαζε όλο το χωριό. Να μπροστά μου το νηπιαγωγείο του χωριού, στο οποίο υπήρξα και εγώ «μικρός μαθητής» για δύο έτη. Παρακάτω διάφορα σπίτια γνωστών και αγνώστων. Η μυρωδιά του κοκκινιστού που υπήρχε διάχυτη σε ένα δρομάκι, μου άνοιξε την όρεξη. Πίσω από τα σπίτια στεκόταν υπερήφανα το καμπαναριό της «Πάνω εκκλησίας» του χωριού, όπως την αποκαλούμε στο χωριό και ακριβώς δίπλα ο κυρίως ναός. Σκόρπιες έρχονται οι αναμνήσεις από πολλά ανοιξιάτικα βράδια που ανηφόριζα με την οικογένειά μου κρατώντας την λαμπάδα μου στο χέρι, όντας πολύ υπερήφανος για αυτήν. Κάθε χρόνο, στόχος μου ήταν να πάρω πρώτος από τον παπά του χωριού το «Άγιο φώς», μερικές φορές το επιτύχαινα, άλλες όχι.
Κατηφορίζω τώρα, σιγά-σιγά βγαίνω πάλι από το χωριό. Στα δεξιά μου το παλιό καφενείο του χωριού, το οποίο τώρα είναι ερμητικά κλειστό, μπροστά και αριστερά το μπακάλικο του χωριού, στο οποίο ο παππούς μου, τον καιρό που ερχόταν να με πάρει από το νηπιαγωγείο, πάντα σταματούσε και ο μπακάλης του χωριού, ο «κυρ’ Χρήστος» όπως τον φώναζε ο παππούς μου, με κερνούσε ένα γλειφιτζούρι με γεύση ξινόμηλο, ενώ ο παππούς μου καθόταν και κουβέντιαζε με τους παππούδες του χωριού. Τέλος στην άκρη του χωριού, μπροστά και δεξιά -όπως προχωρώ- ορθώνεται μεγαλόπρεπα η «Κάτω εκκλησία» του χωριού.
Βγαίνοντας από το χωριό τα κτήρια αντικαθίστανται από ελιές και αμπέλια, ο πολιτισμός αντικαθίσταται από την φύση. Στην ουσία, αυτός είναι ο κόσμος μας σήμερα, φύση που έχει μικρά διαλείμματα πολιτισμού. Φτάνω και εγώ σιγά-σιγά σπίτι πάλι γεμάτος αισιοδοξία, γυρίζω πλουσιότερος από αυτήν την βόλτα στο παρελθόν, η οποία με βοήθησε να ανακαλύψω νέες πτυχές του εαυτού μου, καθώς το παρελθόν είναι αυτό που θα με καθοδηγήσει για το μέλλον, με γνώμονα αυτό θα πορευθώ σταθερά και αποφασιστικά στο μέλλον. Ύστερα από την βόλτα αυτή, που με έκανε να θυμηθώ τις ρίζες μου και την αφετηρία μου, τα φτερά του νου μου είναι λίγο πιο μεγάλα. Είμαι ένα βήμα πιο κοντά στην ελευθερία της ψυχής.

[Εικονογράφηση: Χαρακτικό της Βασιλικής Κολιπέτσα, "Σπόροι σε υδάτινο στοιχείο"]