«Τα έξοχα κείμενα των Τριών Ιεραρχών, η θεολογία, η ευσέβεια, το εκκλησιαστικό τους φρόνημα, η ανθρωπολογική τους σοφία και οι παιδαγωγικές τους ιδέες έχουν εντυπωσιακή επικαιρότητα», τόνισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος εκφωνώντας τον πανηγυρικό λόγο στην Τελετή εορτασμού των Τριών Ιεραρχών, που πραγματοποιήθηκε σήμερα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Οι Τρεις Ιεράρχες, όπως ανέφερε στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ, κατόρθωσαν να διατυπώσουν με μοναδικό τρόπο την εμπειρία της εν Χριστώ σωτηρίας, χρησιμοποιώντας την ελληνική φιλοσοφική ορολογία και με τον λόγο και τη γραφίδα τους, ο Χριστιανισμός απευθύνθηκε με αξιώσεις στο πολιτισμικό περιβάλλον που ήταν άρρηκτα δεμένο με την ελληνική γλώσσα και παιδεία, εξέφρασε με δυναμισμό την ευαγγελική διδασκαλία και εμπλούτισε τόσο τη θεολογία όσο και την ελληνική φιλοσοφία.
«Η μνήμη των μεγάλων Πατέρων δεν είναι αναφορά στο παρελθόν, αλλά σε μια διαρκώς ζώσα εκκλησιαστική παράδοση θεωρίας και πράξης, η οποία φωτίζει το παρόν και αποτελεί οδοδείκτη για την πορεία μας στο μέλλον», επισήμανε ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξηγώντας ότι χαρακτηριστικό του πνεύματος των Τριών Ιεραρχών είναι πως η παιδεία βρίσκεται στο κέντρο της σκέψης και της δράσης τους. «Η παιδεία όντως προϋποθέτει πάντοτε την ελευθερία του ανθρώπου, απευθύνεται σε αυτήν και επιδιώκει να την κατευθύνει προς το ‘’αγαθόν’’. Δεν υπάρχουν αυτοματισμοί στον εξανθρωπισμό του ανθρώπου. Η ελευθερία είναι πάντοτε χρέος, επιδίωξη και σκοπός, faciendum, όχι factum», υπογράμμισε.
Παρατηρώντας ότι η εμπειρία των αιώνων διδάσκει ότι η διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς είναι εγχείρημα δύσκολο και ιδιαίτερα απαιτητικό ο κ. Βαρθολομαίος σημείωσε ότι στα εγγενώς σύνθετα προβλήματα του παιδαγωγικού έργου προστίθενται σήμερα πρωτόγνωρες περιστασιακές δυσκολίες, όπως η κυριαρχία των νέων τεχνολογιών και των οικονομικών κριτηρίων στον χώρο της εκπαίδευσης.
«Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι ένα θαυμαστό εργαλείο και στο σχολείο, όμως επιβάλλει ευχερώς την άτεγκτη, τετραγωνική λογική του, τη μετατροπή των πάντων, ακόμη και των προσώπων, σε δεδομένα. Η μετατροπή των σχολείων σε “ παραδείσους των νέων τεχνολογιών” δεν επιλύει το πρόβλημα της παιδείας. Αλυσιτελής είναι και η προσέγγιση και η οργάνωση της εκπαίδευσης αποκλειστικά στη βάσει οικονομικών κριτηρίων», είπε.
Σε ό,τι αφορά τη ραγδαία ανάπτυξη και παγκόσμια κυριαρχία του τεχνολογικού πολιτισμού, τόνισε ότι αυτή δεν καθιστά ασήμαντα και ανενεργά τα όσα γνωρίζουμε για τον άνθρωπο, την ελευθερία του και την ανθρώπινη κατάσταση, καθώς όσο «η φύση των ανθρώπων παραμένει η ίδια», η αγωγή και η παιδεία θα ασκούν τον ανθρωποποιητικό τους ρόλο, θα αναφέρονται στην επιβίωση και στο ευ ζην, στη γνώση και στην πίστη, στην οικείωση της παράδοσης και στη συμβολή μας στον πολιτισμό, στη συμβίωση με τους συνανθρώπους μας και στην πολιτική ζωή, στην προσωπική ευθύνη και στη νοηματοδότηση της ύπαρξης, θα εκπροσωπούν δηλαδή αυτό που ο άνθρωπος «οφείλει να γίνει».
Στο πλαίσιο αυτό ο κ. Βαρθολομαίος υπενθύμισε πως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας διακήρυξε ότι «η επιστημονική γνώση δεν κινητοποιεί την ηθική βούληση του ανθρώπου, ο οποίος, αν και γνωρίζει τους κινδύνους, συνεχίζει να δρα σαν να μην τους γνώριζε».
«Η πνευματικότητα και η υπεύθυνος ελευθερία δεν αναπτύσσονται αυτομάτως και παραλλήλως προς την επιστημονική κατάρτιση και την τεχνογνωσία. Απαιτούνται ηθική και θρησκευτική αγωγή, παιδεία πνευματικών αξιών, οι οποίες θα αντλούν εκ της ακενώτου πηγής της πίστεως, του ήθους και του πολιτισμού της Ορθοδοξίας», τόνισε, εξηγώντας ότι στην εποχή μας, στην οποία η επιστημονική γνώση και η τεχνολογία είναι η μεγάλη δύναμη, που αλλάζει ριζικώς τη ζωή σε όλες τις πτυχές της και η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί μια βαθιά και πρωτόγνωρη τομή στην ιστορία του πολιτισμού, η θρησκευτική πίστη αναδεικνύεται ως η ετέρα «μεγάλη δύναμις», εκπρόσωπος όσων ίδιος άνθρωπος «δεν μπορεί να δώσει στον εαυτό του όπως και της αληθείας ότι το ανθρώπινον πρόσωπον είναι πάντοτε περισσότερον από αυτό πού δύναται να συλλάβει η επιστήμη» και στη βάση αυτή «η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας εμφανίζεται ως αποκάλυψις της ισχύος, αλλά και των ορίων της ανθρώπινης γνώσεως». Στο πλαίσιο αυτό, όπως κατέληξε, η θρησκευτική πίστη και η θεολογία αναγνωρίζουν τη δύναμη της επιστημονικής γνώσεως, «παραπέμπουσαι εν ταυτώ μετ’ εμφάσεως εις το πέραν της γνώσεως».
«Η παιδεία δεν είναι μόνο ζήτημα γνώσης, αλλά πρωτίστως σχέση, ευθύνη και στάση ζωής. Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπήρξαν δάσκαλοι που γνώριζαν σε βάθος την επιστήμη και τη φιλοσοφία της εποχής τους, αλλά ταυτόχρονα δίδαξαν με το προσωπικό τους παράδειγμα ότι η αληθινή γνώση φωτίζεται και ολοκληρώνεται από την πνευματική καλλιέργεια και αποκτά νόημα μόνον όταν όταν υπηρετεί τον άνθρωπο», τόνισε στον χαιρετισμό του ο πρύτανης του ΑΠΘ, καθ. Κυριάκος Αναστασιάδης.
Απευθυνόμενος στον Πατριάρχη επισήμανε ότι η συμμετοχή του στην τελετή εορτασμού στο ΑΠΘ «προσδίδει σ΄αυτήν ιδιαίτερη βαρύτητα και υψηλό συμβολισμό, καθόσον η εορτή των Τριών Ιεραρχών, αποτελεί διαχρονικό σημείο αναφοράς για την ελληνική και την οικουμενική παιδεία».
Στην εκδήλωση, που ολοκληρώθηκε με την κοπή πίτας του ΑΠΘ για το νέο έτος, παρέστησαν εκπρόσωποι της κυβέρνησης, του κοινοβουλίου, κομμάτων, της αυτοδιοίκησης, των ενόπλων δυνάμεων, της ιεραρχίας και της πανεπιστημιακής κοινότητας του ΑΠΘ. Χαιρετισμούς απηύθυναν ο υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Νίκος Παπαϊωάννου, ο υφυπουργός Εσωτερικών (τομέας Μακεδονίας Θράκης), Κωνσταντίνος Γκιουλέκας και ο υφυπουργός Ανάπτυξης, Σταύρος Καλαφάτης.
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ:
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Θεσσαλονίκης κύριε Φιλόθεε, Ποιμενάρχα τῆς θεοσώστου ταύτης Ἐπαρχίας,
Τιμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί Ἱεράρχαι,
Ἐξοχώτατοι,
Ἐλλογιμώτατοι, κύριε Πρύτανι, κύριοι Ἀντιπρυτάνεις, κύριοι Κοσμήτορες καί Πρόεδροι Τμημάτων, κύριοι Καθηγηταί, κυρίαι Καθηγήτριαι,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι,
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχῶν,
Προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ φοιτηταί καί φοιτήτριαι,
Κυρίαι καί Κύριοι,
Ἐκφράζομεν θερμάς εὐχαριστίας πρός τάς Πρυτανικάς Ἀρχάς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διά τήν εὐγενῆ καί λίαν τιμητικήν πρόσκλησιν νά ἐκφωνήσωμεν τόν Πανηγυρικόν Λόγον ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Τριῶν Ἱεραχῶν, τῶν «Προστατῶν τῶν Ἑλληνικῶν καί Χριστιανικῶν Γραμμάτων». Ἐπαναλαμβάνομεν καί ἐνώπιόν σας, ὅτι κάθε τιμή πρός ἡμᾶς διαβαίνει ἐπί τήν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, τήν πάμπολλα καί ἀνεκτίμητα προσενεγκοῦσαν εἰς τήν παιδείαν τοῦ Γένους. Αὐτήν τήν Ἐκκλησίαν διακονοῦμεν ὡς κληρικός ἐπί σχεδόν ἑξήκοντα πέντε ἔτη, ἐξ ὧν τά τριάκοντα πέντε ὡς Προκαθήμενος αὐτῆς. Δοξάζομεν τόν φιλάνθρωπον Δοτῆρα παντός ἀγαθοῦ δι᾿ ὅσα ἐπεδαψίλευσεν εἰς τό ταπεινόν ἡμῶν πρόσωπον. Αὐτά τά ὁποῖα θά εἴπωμεν, ἐν συνεχείᾳ, ἐκφράζουν τό πνεῦμα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τήν ἀνύστακτον μέριμνάν της διά τόν πνευματικόν πολιτισμόν, ὅπου καρποφορεῖ ἡ πολύτιμος παρακαταθήκη τῶν Μεγάλων Ἱεραρχῶν, τῶν «τριῶν μεγίστων φωστήρων τῆς τρισηλίου θεότητος».
Ἔχει ζωτικήν σημασίαν νά γνωρίζουν οἱ νέοι καί αἱ νέαι μας τήν ἀσύγκριτον προσφοράν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου πρός τό Γένος, τόν κεντρικόν ρόλον του εἰς τήν διάσωσιν τῆς ταυτότητός μας, καθώς καί τήν παγχριστιανικήν καί πανανθρωπίνην ἀποστολήν του. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἔσωσε κυριολεκτικῶς τήν πνευματικήν καί πολιτισμικήν ἰδιοπροσωπίαν καί τήν γλῶσσαν μας, ἐν καιροῖς δυστήνοις, διά τῆς ἱδρύσεως καί λειτουργίας σχολείων καί Ἀκαδημιῶν, διά τῆς ἐπιλογῆς καί προσκλήσεως σοφῶν διδασκάλων, διά τῆς προαγωγῆς τῆς θύραθεν καί τῆς ἐν Χριστῷ παιδείας, ἀλλά καί διά τοῦ παιδευτικοῦ, τοῦ μορφωτικοῦ καί μεταμορφωτικοῦ ἔργου, τό ὁποῖον ἐπιτελεῖ ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ θεία λατρεία, ἡ πνευματικότης, ἡ φιλανθρωπία καί ἡ ἀλληλεγγύη, τό ἐκκλησιαστικόν ἦθος, πού εἶναι νίκη ἐναντίον ὅλων τῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦν τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τήν ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας. Δέν ἐπαρκοῦν ἡ ἐπιστημονική γνῶσις, ἡ τεχνολογική ἐγγραμματοσύνη, ἡ οἰκονομική πρόοδος καί αἱ σύγχρονοι ἰδέαι διά τήν συγκρότησιν καί διαφύλαξιν τῆς ταυτότητός μας, εἰς τόν πυρῆνα τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ πνευματικός πολιτισμός μας.
Τιμῶμεν σήμερον τούς τρεῖς «οἰκουμενικούς διδασκάλους», τόν οὐρανοφάντορα θεολόγον, τόν φιλόθεον ἀσκητήν, τόν προστάτην τῶν ἐν ἀνάγκαις καί «νέον σιτοδότην» Μέγαν Βασίλειαν, τόν Γρηγόριον τόν Θεολόγον, τόν «θερμότατον ὑπέρμαχον τῆς Τριάδος» καί «ἄκρον εἰς παιδείαν παντοίαν», διά τῆς βαθυστοχάστου θεολογικῆς σοφίας τοῦ ὁποίου θεολογοῦμεν μέχρι τῆς σήμερον, ἀλλά καί ψάλλομεν καί προσευχόμεθα διά τῶν ἐξόχων ποιητικῶν του λόγων, καί τόν Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον, τόν ἔνθερμον κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου, τόν «διδάσκαλον τῆς Θείας Εὐχαριστίας», τόν ἀριστέα τῆς εὐσεβείας, τόν ἀγωνιστικώτατον καί θυσιαστι-κώτατον.
Τούς θαυμάζομεν διά τήν ἄνευ ὅρων ἀφοσίωσίν των εἰς τόν Χριστόν καί εἰς τήν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας Του, διά τήν ἑλληνικήν καί κατά Χριστόν παιδείαν των, διά τήν εὐρύτητα τοῦ πνεύματός των, διά τόν τρόπον καί τό βάθος τοῦ θεολογεῖν, εἰς τό ὁποῖον συνδυάζεται «μέ ἁρμονικόν τρόπον ἡ λογία καί ἡ χαρισματική θεολογία». Τούς εὐγνωμονοῦμεν διά τόν ἀγῶνα των κατά τῶν αἱρέσεων καί τῆς ἀλλοτριώσεως τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους, διά τό ζωηρόν ἐνδιαφέρον των διά τήν νεότητα, τήν ἔνθεον παίδευσιν καί τήν προκοπήν της, διά τήν σύζευξιν Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, ἡ ὁποία, ὅπως γράφει ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, παλαιός καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου σας, «ἔκρινε ὁριστικά καί εὐεργετικά τήν πορεία ὄχι μόνο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς παγκόσμιας ἱστορίας»[1].
Οἱ Μεγάλοι Πατέρες κατώρθωσαν νά διατυπώσουν μέ μοναδικόν τρόπον τήν ἐμπειρίαν τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας διά τῆς χρήσεως τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφικῆς ὁρολογίας. Διά τοῦ λόγου καί τῆς γραφίδος των, ὁ Χριστιανισμός ἀπηυθύνθη μέ ἀξιώσεις εἰς τό συνυφασμένον μέ τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν καί παιδείαν πολιτισμικόν περιβάλλον, ἐξέφρασε μέ δυναμισμόν τήν εὐαγγελικήν διδασκαλίαν καί ἐνεπλούτισε τόσον τήν θεολογίαν, ὅσον καί τήν ἑλληνικήν φιλοσοφίαν. Κατά τήν ἄποψιν τοῦ μακαριστοῦ Βασιλείου Τατάκη, διατελέσαντος καί αὐτοῦ καθηγητοῦ τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, «μέσα στή χριστιανική διδασκαλία καί μέ αὐτήν ὁλοκληρώνεται ὁ ἑλληνικός λόγος, ἀφοῦ ὕστερα ἀπό τήν ἀναφορά του κατά τήν ἀρχαιότητα στά ῾κατά κόσμον᾽, τώρα κυρίως ἀναφέρεται στά ῾ὑπέρ κόσμον᾽ καί ῾ὑπέρ λόγον᾽»[2]. «Ἡ γάρ πίστις τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς λόγου πλήρωσις», λέγει ἐπιγραμματικά ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος[3]. Ἡ πίστις εἰς Χριστόν δέν ἀπαιτεῖ τό sacrificium intellectus, τήν θυσίαν τοῦ λόγου, ἀλλά ἐμβαθύνει, ἐμπλουτίζει καί μεταμορφώνει τόν λόγον.
Ἡ συνάντησις τῆς χριστιανικῆς θεολογίας μέ τήν ἑλληνικήν φιλοσοφίαν δέν ἦτο διά τούς μεγάλους Πατέρας ἁπλῶς θεωρητική ὑπόθεσις, ἀλλά εἶχεν ἄμεσον σχέσιν μέ τό θέμα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶχον μελετήσει ἐπισταμένως τήν φιλοσοφίαν καί προέβησαν εἰς τό «καινοτομεῖν τά ὀνόματα», ἔδωκαν δηλαδή νέον περιεχόμενον εἰς τάς φιλοσοφικάς ἐννοίας, μέ σκοπόν νά ἐκφράσουν δι᾿ αὐτῶν τό Εὐαγγέλιον τῆς ἐν Χριστῷ ἐλθούσης Χάριτος. Ἐπρόκειτο περί ἑνός πραγματικοῦ ἄθλου, ὁ ὁποῖος ἐχαρακτηρίσθη ὡς «θαῦμα». Τό ἑλληνικόν πνεῦμα, ἐγκεντρισμένον πλέον εἰς τόν κορμόν τοῦ χριστιανικοῦ οἰκουμενικοῦ πολιτισμοῦ, ηὔξησε τήν ἐμβέλειάν του. Ἀποτελεῖ δέ ἀδιαμφισβήτητον γεγονός, ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνέβαλαν μεγάλως εἰς τήν διάδοσιν τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος καί δικαίως χαρακτηρίζονται ὡς συνεχισταί του. Κάθε ἀναφορά εἰς τήν σημασίαν τῶν Πατέρων διά τήν ταυτότητά μας, ἐμπεριέχει καί τήν συμβολήν των εἰς αὐτήν τήν σύζευξιν, ἐκ τῆς ὁποίας τρέφεται ἡ ἰδιοπροσωπία μας. Ἔχομεν τήν ἀκλόνητον βεβαιότητα, ὅτι τά πολυτιμότερα στοιχεῖα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἐνεσωματώθησαν εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, ἀπέκτησαν πνοήν αἰωνιότητος, ἐνῶ ἡ Ἑλληνική γλῶσσα, ὡς γλῶσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τῶν Πατέρων, τῆς λατρείας καί τῆς ὑμνογραφίας, ἀπέδειξεν ἐκ νέου τήν ρωμαλεότητα, τόν ἐκφραστικόν της πλοῦτον καί τήν ἀδιάσπαστον ἑνότητά της. «Ὁ Ἑλληνισμός ὁλοκληρώθηκε μέσα στήν Ἐκκλησία· τέτοια εἶναι ἡ ἱστορική σημασία τῆς πατερικῆς θεολογίας», σημειώνει ὁ ἀποκληθείς «πρύτανις τῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων» τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ[4].
Τά ἔξοχα κείμενα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἡ θεολογία, ἡ εὐσέβεια, τό ἐκκλησιαστικόν των φρόνημα, ἡ ἀνθρωπολογική των σοφία καί αἱ παιδαγωγικαί των ἰδέαι ἔχουν ἐντυπωσιακήν ἐπικαιρότητα. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ μνήμη τῶν μεγάλων Πατέρων δέν εἶναι ἀναφορά εἰς τό παρελθόν, ἀλλά εἰς μίαν ἀεί ζῶσαν ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν θεωρίας καί πράξεως, ἡ ὁποία φωτίζει τό παρόν καί ἀποτελεῖ ὁδοδείκτην διά τήν πορείαν μας πρός τό μέλλον. Διά τόν λαόν τοῦ Θεοῦ δέν ὑπῆρξε «χθές» καί δέν ὑπάρχει «σήμερον» χωρίς σύνδεσιν μέ τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν πνευματικήν παρουσίαν καί μαρτυρίαν των. Εἶναι αὐτονόητον, ὅτι καί τό αὔριον τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ θά εἶναι «Πατερικόν».
Ἡ Θεολογία τῶν Πατέρων παραμένει πρότυπον θεολογικῆς ἐργασίας, πρωτίστως ὡς πρός τήν μέθοδον καί τόν ποιμαντικόν προσανατολισμόν. Εἶναι μία θεολογία ὑπαρξιακή καί συγκεκριμένη, ποτέ ἄσαρκος καί νοησιαρχική. Αὐτή ἡ ἐμπειρική καί ἐκκλησιοτραφής θεολογία συνδέει τήν πίστιν μέ τήν ζωήν, ὁμιλεῖ πάντοτε ἐστραμμένη πρός τόν σύγχρονον ἄνθρωπον, ἄνευ ἐπιδεικτικῆς σοφίας καί ἐπιτηδευμένης εὐγλωττίας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀπορρίπτει τήν ὑπερβολικήν προσκόλλησιν τῆς θεολογίας εἰς τήν ρητορείαν καί εἰς τήν «σοφίαν τήν ἐν λόγῳ κειμένην καί στροφαῖς λέξεων»[5]. Ὁ «ἀποδείξει λόγου» θαρρῶν μετατρέπει τήν θεολογίαν εἰς «τεχνολογίαν»[6] καί ὑποβιβάζει τό «μέγα μυστήριον» τῆς χριστιανικῆς πίστεως εἰς «τεχνύδριον»[7]. Καί εἰς τήν θεολογίαν των οἱ Πατέρες δίδουν τήν μαρτυρίαν των ὡς «τῶν ἁλιέων μαθηταί»[8].
Εἰς τούς Μεγάλους Πατέρας, ἡ πιστότης εἰς τήν παράδοσιν τῆς Ἀληθείας καί ἡ ἀνοικτοσύνη πρός τόν κόσμον καί τόν πολιτισμόν ἀλληλοπεριχωροῦνται καί ἀλληλοεμπλουτίζονται. Καί ἡ συνάντησις μέ τόν σύγχρονον κόσμον καί τάς πολλάς νέας προκλήσεις, ὀφείλει νά ἐκτυλίσσεται ἐν πιστότητι πρός τόν «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου» χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας καί ἐν ἐπιγνώσει τῶν νέων ἱστορικῶν δεδομένων. Ὅπως ἔλεγεν ὁ μακαριστός πνευματικός ἡμῶν πατήρ Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων, ἡ Ἐκκλησία «δέν εἶναι δυνατόν νά νοηθῇ ὡς ἄσχετη πρός τή ζωή, πρός τούς καιρούς, πρός τήν ἀγωνίαν αὐτῆς τῆς ὥρας, πρός τά φλέγοντα προβλήματα αὐτῆς τῆς στιγμῆς»[9]. Διά δέ τήν θεολογίαν ἀποτελεῖ βασικήν ἀρχήν ὅτι δέν πρέπει νά εἶναι «ἀμυντική», ὡς νά ἐστρέφοντο ὅλαι αἱ τρέχουσαι ἐξελίξεις ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ σύνδεσις τῆς ζωῆς μας μέ ἀπορρίψεις καί φοβικά σύνδρομα, μέ κλειστότητα καί ἀδιαφορίαν διά τήν ἱστορίαν καί τόν πολιτισμόν, δέν δύναται νά στηριχθῇ εἰς τήν θεολογίαν τῶν Πατέρων. Ὁ Χριστιανός εἶναι δυναμικός καί κοινωνικός, ἀνοικτός πρός τόν συνάνθρωπον καί τόν κόσμον, «Θεοῦ συνεργός», «φλεγόμενος» ἄνθρωπος. Προξενεῖ εὔλογον ἔκπληξιν τό γεγονός ὅτι διάφοροι νεώτεροι στοχασταί ἐταύτισαν τήν χριστιανικήν ἐλευθερίαν μέ παθητικότητα καί «ἦθος τῶν ἀδυνάτων». Πρόκειται περί οἰκτρᾶς πλάνης. Εἶναι ἀδιανόητον ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τόν περιγράφει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ἄνθρωπος, ὁ «πλεκτός ἐξ ἀμφοτέρων, οὐρανίων χθονίων τε», ὁ «ἐπίγειος καί οὐράνιος», ὁ «ἐλευθερίᾳ τετιμημένος», τό «θεούμενον ζῷον», ὁ «πρόσκαιρος καί ἀθάνατος», νά εἶναι ὑποτονικός, ἀδιάφορος διά τήν ζωήν καί διά «τά τῶν ἀνθρώπων πράγματα». Τό ἄτοπον τοῦ μνημονευθέντος ἰσχυρισμοῦ ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τό ὅτι οἱ Πατέρες ἔδωκαν ἰδιαιτέραν ἔμφασιν εἰς τό κοινωνικόν περιεχόμενον τῆς ἐλευθερίας, εἰς τήν κοινωνίαν τῆς ζωῆς καί τήν ἀδελφοσύνην. Ὁ πιστός, ὁ ζῶν ἐκ Χριστοῦ, ἐν Χριστῷ καί εἰς Χριστόν, τόν διαπρύσιον Κήρυκα τῆς ἀδιασπάστου ἑνότητος τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί τῆς ἀγάπης πρός τόν πλησίον, εἶναι ἀδιανόητον νά ἀδιαφορῇ διά τόν ἀδελφόν. Ὁ «κλειστός ἄνθρωπος» ἐκπροσωπεῖ ἐδῶ μίαν κατ᾿ ἐξοχήν ἠλλοτριωμένην μορφήν ἀνθρωπίνου εἶναι.
Εἶναι χαρακτηριστικόν δι᾿ αὐτό τό πνεῦμα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὅτι ἡ παιδεία εὑρίσκεται εἰς τό κέντρον τῆς σκέψεως καί τῆς δράσεώς των. Ἡ παιδεία ὄντως προϋποθέτει πάντοτε τήν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου, εἰς αὐτήν ἀπευθύνεται, αὐτήν θέλει νά στρέψῃ πρός τό «ἀγαθόν». Δέν ὑπάρχουν αὐτοματισμοί εἰς τόν ἐξανθρωπισμόν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐλευθερία εἶναι πάντοτε χρέος, ἐπιδίωξις καί σκοπός, faciendum ὄχι factum.
Ἡ πεῖρα τῶν αἰώνων διδάσκει ὅτι ἡ διαπαιδαγώγησις τῆς νέας γενεᾶς εἶναι ἐγχείρημα δυσχερές καί ἰδιαιτέρως ἀπαιτητικόν. Εἰς τά ἐγγενῶς περίπλοκα προβλήματα τοῦ παιδαγωγικοῦ ἔργου ἔρχονται σήμερον νά προστεθοῦν πρωτόγνωροι περιστασιακαί δυσκολίαι, εἰς τάς ὁποίας ἀνήκει ἡ κυριαρχία τῶν νέων τεχνολογιῶν καί τῶν οἰκονομικῶν κριτηρίων εἰς τόν χῶρον τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ ἠλεκτρονικός ὑπολογιστής εἶναι θαυμαστόν ἐργαλεῖον καί εἰς τό σχολεῖον, ἐπιβάλλει ὅμως εὐχερῶς τήν ἄτεγκτον τετράγωνον λογικήν του, τήν μεταβολήν τῶν πάντων, καί τῶν προσώπων, εἰς data, εἰς «δεδομένα». Ἡ μετατροπή τῶν σχολείων εἰς «παραδείσους τῶν νέων τεχνολογιῶν» δέν λύει τό πρόβλημα τῆς παιδείας. Ἀλυσιτελής εἶναι καί ἡ προσέγγισις καί ὀργάνωσις τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀποκλειστικῶς ἐπί τῇ βάσει οἰκονομικῶν κριτηρίων. Τό νά καταστοῦν οἱ ὅροι σχολεῖον, ἐκπαιδευτικός καί μαθητής «οἰκονομικαί κατηγορίαι», ἴσως νά ἀνταποκρίνεται εἰς τό πνεῦμα τῶν καιρῶν, δέν ἐκφράζει ὅμως τήν ἀλήθειαν τῆς παιδείας. Τό παιδαγωγικῶς «δέον» δέν συμπίπτει κατ᾿ ἀνάγκην μέ τήν κυρίαρχον εἰς μίαν ἐποχήν ἀνθρωποεικόνα. Αὐτή λειτουργεῖ ὡς πρόκλησις διά τήν λυσιτελεστέραν λειτουργίαν τῆς παιδείας, ὄχι ὅμως ὡς κανονιστική ἀρχή της.
Συνάρτησιν τῶν νέων δεδομένων εἰς τόν χῶρον τῆς παιδείας ἀποτελεῖ καί τό γεγονός ὅτι ἡ καλλιέργεια τῶν πνευματικῶν ἐπιστημῶν ὑποχωρεῖ ἐνώπιον τῆς κυριαρχίας τῆς θετικῆς, τῆς τεχνολογικῆς καί οἰκονομικῆς ἐπιστη-μονικῆς γνώσεως. Ἡ χρηστική γνῶσις ἐκτοπίζει τήν ἀνθρω-πιστικήν καί πνευματικήν παιδείαν, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ αὐτό πού ὑπερβαίνει τό ἁπλῶς «χρήσιμον». Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐξέλιξις αὐτή ἀποτελεῖ ἀνθρωπολογικήν καί παιδαγωγικήν ἀστοχίαν. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι «δεμένος στόν πάσαλο τῆς στιγμῆς», δέν ἐγκλωβίζεται εἰς τό παρόν, ἡ ὑπαρκτική ὁλοκλήρωσίς του δέν ταυτίζεται μέ τήν ἱκανοποίησιν τῶν βασικῶν ἀναγκῶν του. Ὅταν ὁ μέγας φιλόσοφος Ἀριστοτέλης ὁ Σταγειρίτης ὁρίζῃ τόν ἄνθρωπον ὡς «ζῶον λόγον ἔχον», κατονομάζει τήν ἔντασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τήν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν, μεταξύ τῆς βιολογικῆς μας ὑποστάσεως καί τῆς διαστάσεως τοῦ «λόγου», δηλαδή τῆς σκέψεως, τῆς γλώσσης καί τῆς ἐπικοινωνίας. Ὑπάρχει ὅμως μία τρίτη διάστασις: ὁ «λόγος ὑπάρξεως», ὁ σκοπός καί τό νόημα τῆς ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος δέν δύναται νά ζήσῃ ἄνευ νοηματοδοτήσεως τῆς ὑπάρξεώς του. Ἡ γνησία παιδεία, ὡς «ἀνθρωποποιΐα», εἶναι ἀδιανόητον νά παραμελῇ τήν ἀνάπτυξιν τῆς πνευματικῆς διαστάσεως.
Εἰς τήν Πατερικήν παράδοσιν, ὁ σκοπός αὐτός τῆς ἀγωγῆς συνδέεται μέ τήν παιδείαν ὡς «μετάληψιν ἁγιότητος»[10], ὡς ἀνάδειξιν τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ «περιαγωγή τῆς ψυχῆς» πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἐνισχύει τήν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἀντιμετωπίσῃ τάς ἀπαιτήσεις τοῦ ἐπιγείου βίου καί τάς ὁριακάς καταστάσεις, ἐνῷ ἡ συρρίκνωσις καί ὁ ἐγκλωβισμός τῆς ὑπάρξεώς μας εἰς τήν ἐνθαδικότητα συμπίπτει μέ ὑπαρκτικήν ἐξασθένησιν. Ἐάν βλέπωμεν τήν ζωήν ὡς Σισύφειον ἔργον καί τόν θάνατον ὡς τό ὁριστικόν τέλος, τότε ἡ ὕπαρξίς μας βυθίζεται εἰς τόν φόβον καί τήν ἀπαισιοδοξίαν.
Ἡ ραγδαία ἀνάπτυξις καί ἡ παγκόσμιος κυριαρχία τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ δέν θά καταστήσῃ ἀσήμαντα καί ἀνενεργά ὅσα γνωρίζομεν διά τόν ἄνθρωπον, τήν ἐλευθερίαν του καί τήν condition humaine, ἔστω καί ἄν ἀσόφως πολλάκις διαδίδονται τοιαῦται θεωρήσεις. Ὅσον «ἡ αὐτή φύσις ἀνθρώπων ᾖ», ἡ ἀγωγή καί ἡ παιδεία θά ἀσκοῦν ἀνθρωποποιητικόν ρόλον, θά ἀναφέρωνται εἰς τήν ἐπιβίωσιν καί τό εὖ ζῆν, εἰς τήν γνῶσιν καί τήν πίστιν, εἰς τήν οἰκείωσιν τῆς παραδόσεως καί εἰς τήν συμβολήν μας εἰς τόν πολιτισμόν, εἰς τήν συμβίωσιν μετά τῶν συνανθρώπων μας καί εἰς τήν πολιτικήν, εἰς τήν εὐθύνην μας ὡς προσώπων καί εἰς τήν νοηματοδότησιν τῆς ὑπάρξεώς μας, θά ἐκπροσωποῦν αὐτό τό ὁποῖον «ὀφείλει» νά γίνῃ ὁ ἄνθρωπος.
Λίαν εὐστόχως ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν συμπλήρωσιν δεκαετίας ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς ὁποίας τιμῶμεν ἐφέτος, διεκήρυξεν, ὅτι «ἡ ἐπιστημονική γνῶσις δέν κινητοποιεῖ τήν ἠθικήν βούλησιν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, καίτοι γνωρίζει τούς κινδύνους, συνεχίζει νά δρᾷ ὡς ἐάν δέν ἐγνώριζεν»[11]. Ἡ πνευματικότης καί ἡ ὑπεύθυνος ἐλευθερία δέν ἀναπτύσσονται αὐτομάτως καί παραλλήλως πρός τήν ἐπιστημονικήν κατάρτισιν καί τήν τεχνογνωσίαν. Ἀπαιτοῦνται ἠθική καί θρησκευτική ἀγωγή, παιδεία πνευματικῶν ἀξιῶν, αἱ ὁποῖαι θά ἀντλοῦν ἐκ τῆς ἀκενώτου πηγῆς τῆς πίστεως, τοῦ ἤθους καί τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκλεκτή ὁμήγυρις,
Ἡ ταυτότης μιᾶς κοινωνίας κρίνεται ὄχι μόνον ἐπί τῇ βάσει τῆς τεχνολογικῆς καί οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, τῆς ὀργανώσεως τῆς κοινωνικῆς καί πολιτικῆς ζωῆς, ἀλλά καί ἀπό τήν παρουσίαν ἐκείνων τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπενθυμίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνον πολίτης τοῦ κόσμου ἀλλά καί πνευματικόν ὄν, τό ὁποῖον ἀφουγκράζεται τήν φωνήν τοῦ οὐρανοῦ καί ποθεῖ τήν αἰωνιότητα. Εἰς τάς ἐκκοσμικευμένας κοινωνίας, ἡ «λήθη τοῦ Ὑπερβατικοῦ» δέν ἔφερεν αἰσιοδοξίαν, ἀλλά παρήγαγε «λήθην τῆς ἐλπίδος». Προφανῶς, οὔτε ἡ ἄρνησις τοῦ τελικοῦ νοήματος τῆς ζωῆς καί τοῦ κόσμου, οὔτε ἡ τοποθέτησις τοῦ περιεχομένου τῆς ἐλευθερίας ὅπου καί ὅπως ὁ καθείς νομίζει, ἀποτελοῦν αὐθεντικήν ὑπαρκτικήν ἔκφρασιν.
Ἔχει λεχθῆ ὅτι τόν ἄνθρωπον «τόν τρομάζει ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι μόνον ῾ἐκ τοῦ κόσμου τούτου᾿». Εἶναι ἐξόχως ἀποκαλυπτικόν, ὅτι είς τήν ἐποχήν μας, εἰς τήν ὁποίαν ἡ ἐπιστημονική γνῶσις καί ἡ τεχνολογία εἶναι ἡ «μεγάλη δύναμις», πού ἀλλάζει ριζικῶς τήν ζωήν εἰς ὅλας τάς πτυχάς της, καί ἡ τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεῖ μίαν βαθεῖαν καί πρωτόγνωρον τομήν εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ θρησκευτική πίστις ἀναδεικνύεται ὡς ἡ ἑτέρα «μεγάλη δύναμις», ἐκπρόσωπος ὅσων ὁ ἴδιος ἄνθρωπος «δέν μπορεῖ νά δώσῃ στόν ἑαυτό του», ὡς καί τῆς ἀληθείας ὅτι τό ἀνθρώπινον πρόσωπον εἶναι πάντοτε «περισσότερον ἀπό αὐτό πού δύναται νά συλλάβῃ ἡ ἐπιστήμη». Ἐπί τῆς βάσεως αὐτῆς, ἡ πρόοδος τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας ἐμφανίζεται ὡς ἀποκάλυψις τῆς ἰσχύος ἀλλά καί τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως. Ἡ θρησκευτική πίστις καί ἡ θεολογία ἀναγνωρίζουν τήν δύναμιν τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσεως, παραπέμπουσαι ἐν ταὐτῷ μετ᾿ ἐμφάσεως εἰς τό «πέραν τῆς γνώσεως».
Μέ αὐτάς τάς σκέψεις καί τά αἰσθήματα, εὐχαριστοῦντες καί αὖθις διά τήν πρόσκλησιν καί τήν τιμήν, μεταφέρομεν εἰς πάντας ὑμᾶς τούς παρόντας καί εἰς τούς ἠγαπημένους σας τήν εὐλογίαν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἐπικαλούμενοι ἐφ᾿ ὑμᾶς, πρεσβείαις τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τῶν πυρσευσάντων πᾶσαν τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων, τήν ζείδωρον χάριν καί τό ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ τῆς σοφίας καί τῆς ἀγάπης.
-----------------------------------------
1. Ἰωάννου Ζηζιούλα, «Ἑλληνισμός καί Χριστιανισμός», Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τόμος ΣΤ’, Ἀθήνα 1976, σ. 559.
2. Βασιλείου Τατάκη, Ἀπομνημονεύματα, ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 1993, σ. 512.
3. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΚΘ’, ΒΕΠΕΣ 59, σ. 250,30.
4. π. Γ. Φλωρόφσκυ, «Οἱ δρόμοι τῆς ρωσσικῆς θεολογίας», εἰς τό ἔργον τοῦ ἰδίου: Θέματα Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 227.
5. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΙΣΤ’, Β’, ΒΕΠΕΣ 59, σ. 92, 26-28.
6. Ὅ.π., Λόγος ΛΑ’, ΙΗ’, σ. 274, 39.
7. Ὅ.π., Λόγος ΚΖ’, Β’, σ. 213, 29-214,1.
8. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος Ε’, ΚΕ’, ΒΕΠΕΣ 58, σ. 345, 4-5.
9. Χαλκηδόνια. Μνήμη Μελίτωνος Χατζῆ, Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος (1913-1989), Σύνδεσμος τῶν ἐν Ἁθήναις Μεγαλοσχολιτῶν, Ἀθήνα 1999, σ. 457.
10. Ἰωάννου Χρυστοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολήν, ΚΘ’, γ’, PG 63, 205.
11. Ἐγκύκλιος, § 11.
Φωτό: Δημοσθένης Τσαβδαρίδης


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου