e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Η μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου είναι κλήση μιμήσεως - The Memory of Saint Basil the Great Is a Call to Imitation

Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα 

Η Ορθόδοξος Εκκλησία, μέσα στο αγιοπνευματικό της θησαυροφυλάκιο, ανέδειξε διαχρονικά φωτεινές μορφές, που δεν υπήρξαν απλώς θεολόγοι, αλλά ζωντανά πρότυπα πίστεως, αγάπης και διακονίας.

Η Εκκλησία δεν θεμελιώνεται σε ιδέες ή φιλοσοφικά συστήματα, αλλά σε πρόσωπα αγιασμένα, που έγιναν «ζώσες εικόνες» του Ευαγγελίου.

Μία από τις κορυφαίες και πλέον οικουμενικές μορφές της Πατερικής Παραδόσεως είναι ο Μέγας Βασίλειος, Επίσκοπος Καισαρείας, στύλος της Ορθοδοξίας, διδάσκαλος της Εκκλησίας, θεολόγος της αληθείας, ποιμένας των ψυχών και πατέρας των πτωχών.

Ο Μέγας Βασίλειος συνδύασε με μοναδικό τρόπο την σπάνια διανοητική οξύτητα με την πνευματική ταπείνωση. Προικισμένος με εξαιρετική μόρφωση, σπούδασε στην Καισάρεια, την Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα, όπου διακρίθηκε για την ευρυμάθειά του στην φιλοσοφία, την ρητορική και τις επιστήμες.

Παρά ταύτα, δεν θεώρησε ποτέ την γνώση αυτοσκοπό, αλλά εργαλείο διακονίας της αλήθειας του Ευαγγελίου.

Η ασκητική του ζωή, η εγκράτεια, η ακτημοσύνη και η αδιάκοπη προσευχή τον κατέστησαν ζωντανό υπόδειγμα επισκόπου και ποιμένος, ο οποίος πρώτα βίωνε όσα δίδασκε.

Ο ίδιος γράφει χαρακτηριστικά: «Ἐματαιώθη μοι πᾶσα ἡ ἀνθρωπίνη σοφία, ὅτε τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου ἐπέλαμψεν ἐν τῇ ψυχῇ μου.» (Επιστολή 223)

Το συγγραφικό έργο του Μεγάλου Βασιλείου είναι τεράστιο σε έκταση και ανεκτίμητο σε θεολογική αξία. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι δογματικοί του λόγοι, με κορυφαίο το έργο «Περί του Αγίου Πνεύματος», στο οποίο θεμελιώνει με ακρίβεια και σαφήνεια την θεότητα του Αγίου Πνεύματος, συμβάλλοντας καθοριστικά στην διαμόρφωση της Τριαδολογικής διδασκαλίας της Εκκλησίας.

Στο έργο «Περί του Αγίου Πνεύματος» γράφει: «Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον οὔτε κτίσμα λέγομεν, οὔτε δοῦλον, ἀλλ’ ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ.»

Εξίσου σημαντικοί είναι οι λόγοι του στην «Εξαήμερο», όπου, ερμηνεύοντας το Βιβλίο της Γενέσεως, συνδυάζει την θεολογική σκέψη με παρατηρήσεις για την φύση και την δημιουργία, αποδεικνύοντας ότι η πίστη δεν αντιστρατεύεται την λογική, αλλά την υπερβαίνει και την φωτίζει.

Διδάσκοντας για την δημιουργία, τονίζει: «Ἐθαύμασον τὸν Δημιουργόν ἐκ τῶν δημιουργημάτων· ἐκ τῶν ὁρωμένων ἀνάβηθι ἐπὶ τὸν ἀόρατον καὶ ἐκ τῶν κτισμάτων νόησον τὸν Κτίστην.»

Ο Άγιος Φώτιος ο Μέγας αργότερα θα πει: «Βασίλειος, κανὼν ὀρθοδοξίας καὶ ἀκρίβεια δογμάτων.»

Οι επιστολές του, ποιμαντικές και θεολογικές, αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο βαθιάς ευαισθησίας, ο οποίος αγωνίζεται για την ενότητα της Εκκλησίας, αντιμετωπίζοντας αιρέσεις, διοικητικές δυσκολίες και ανθρώπινες αδυναμίες, με διάκριση και αγάπη.

Ιδιαίτερη και διαχρονική είναι η προσφορά του Μεγάλου Βασιλείου στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, μέσω της Θείας Λειτουργίας που φέρει το όνομά του.

Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, τελούμενη έως σήμερα σε συγκεκριμένες ημέρες του εκκλησιαστικού έτους, διακρίνεται για το βάθος των ευχών της, τον έντονα δογματικό και σωτηριολογικό της χαρακτήρα και την μεγαλοπρέπεια της θεολογικής της γλώσσας.

Η φιλανθρωπία του Μεγάλου Βασιλείου δεν υπήρξε θεωρητική, αλλά έμπρακτη. Το κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί η περίφημη Βασιλειάδα, ένα πρωτοφανές για την εποχή του κοινωνικό συγκρότημα, που περιλάμβανε νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ξενώνες και χώρους φροντίδας για λεπρούς και ασθενείς.

Εκεί, η αγάπη του Χριστού γινόταν πράξη καθημερινή, αποδεικνύοντας ότι η Εκκλησία δεν υπάρχει μόνο για να διδάσκει, αλλά και για να θεραπεύει, να ανακουφίζει και να σώζει.

Οι ομιλίες του Μεγάλου Βασιλείου έχουν έντονο ποιμαντικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Ο λόγος του είναι παρρησιαστικός, προφητικός και ελεγκτικός απέναντι στην κοινωνική αδικία και την αδιαφορία προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο.

Σε έναν από τους κοινωνικούς του λόγους, λέγει με παρρησία: «Ὁ πλεονεκτῶν ἀδικεῖ· ὁ πλούσιος, ἐὰν μὴ μεταδιδῷ, λῃστὴς ἐστίν.» Και αλλού: «Τοῦ πεινῶντος τὸν ἄρτον κατέχεις· τοῦ γυμνοῦ τὸ ἱμάτιον φυλάσσεις.» Ο ίδιος διδάσκει: «Οὐδὲν οὕτως ἴδιον Χριστιανοῦ, ὡς τὸ ἐλεεῖν.»

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος χαρακτηρίζει τη Βασιλειάδα: «Πόλιν καινήν, φιλοπτωχίας ταμιεῖον, νόσων ἰατρεῖον καὶ πόνων καταφυγήν.»

Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μίλησαν με θαυμασμό για τον Μέγα Βασίλειο. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στενός του φίλος, τον παρουσιάζει ως «στήλην αρετής» και «κανόνα επισκόπων», ενώ υπογραμμίζει ότι στο πρόσωπό του ενώθηκαν η θεωρία και η πράξη. Εγκωμιάζοντάς τον, σημειώνει: «Λόγος ἦν αὐτῷ πράξις καὶ πράξις λόγος· φιλοσοφία ἀληθινή, οὐ λόγων σκιᾷ, ἀλλ’ ἀρετῆς ἀκριβεῖᾳ.» (Επιτάφιος Λόγος εις Βασίλειον)

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινεί την γενναιότητά του απέναντι στην εξουσία και την ακλόνητη στάση του υπέρ της Ορθοδοξίας, ακόμη και όταν αυτό σήμαινε διωγμούς και απειλές: «Οὐκ ἦν ἄνθρωπος χαριζόμενος καιροῖς, ἀλλὰ τῇ ἀληθείᾳ δουλεύων.»

Ο Μέγας Βασίλειος δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν της Εκκλησίας, αλλά και στο παρόν και το μέλλον της. Το παράδειγμά του μάς καλεί να συνδυάσουμε την ορθή πίστη με την έμπρακτη αγάπη, την θεολογική γνώση με την ταπείνωση, την λατρεία με την διακονία του πλησίον.

Μας προτρέπει, να γίνουμε θεολόγοι, όχι μόνο με το στόμα, αλλά με την καρδιά και τα έργα. Μας υπενθυμίζει ότι η ορθή πίστη χωρίς αγάπη νεκρώνεται και η αγάπη χωρίς αλήθεια χάνει τον προσανατολισμό της.

Ως γνήσιος Πατήρ της Εκκλησίας, συνεχίζει να γεννά πνευματικά τέκνα, μέσα από το έργο και την διαχρονική μαρτυρία του.

Είθε, με τις πρεσβείες του Μεγάλου Βασιλείου, να αξιωθούμε κι εμείς να ζήσουμε το Ευαγγέλιο, όχι με λόγια, αλλά ως βίωμα, μιας και η μνήμη του είναι κλήση μιμήσεως!

By His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden

The Orthodox Church, within her Spirit-filled treasury, has throughout the ages brought forth radiant figures who were not merely theologians, but living exemplars of faith, love, and ministry.

The Church is not founded upon ideas or philosophical systems, but upon sanctified persons who became “living icons” of the Gospel.

One of the foremost and most universal figures of the Patristic Tradition is Saint Basil the Great, Bishop of Caesarea; a pillar of Orthodoxy, teacher of the Church, theologian of truth, shepherd of souls, and father of the poor.

Saint Basil uniquely united rare intellectual acuity with profound spiritual humility. Endowed with exceptional education, he studied in Caesarea, Constantinople, and Athens, where he distinguished himself by his wide learning in philosophy, rhetoric, and the sciences. Yet he never regarded knowledge as an end in itself, but as an instrument in the service of the truth of the Gospel.

His ascetic life—his self-control, renunciation of possessions, and unceasing prayer—made him a living model of a bishop and shepherd who first lived what he taught. He himself writes characteristically: “All human wisdom became vanity to me when the light of the Gospel shone within my soul.” (Epistle 223)

The literary work of Saint Basil is vast in scope and invaluable in theological significance. Of particular importance are his dogmatic writings, foremost among them On the Holy Spirit, in which he establishes with precision and clarity the divinity of the Holy Spirit, contributing decisively to the formation of the Church’s Trinitarian doctrine.

He writes: “We do not call the Holy Spirit a creature, nor a servant, but consubstantial with the Father and the Son.”

Equally significant are his homilies on the Hexaemeron, where, interpreting the Book of Genesis, he combines theological reflection with observations on nature and creation, demonstrating that faith does not oppose reason, but transcends it and illumines it. Teaching about creation, he emphasizes: “Marvel at the Creator through His creations; from what is visible ascend to the Invisible, and from the created things conceive the Creator.”

Saint Photius the Great would later say of him: “Basil is the rule of Orthodoxy and the precision of dogma.”

His letters, pastoral and theological, reveal a man of deep sensitivity, who struggles for the unity of the Church, confronting heresies, administrative difficulties, and human weaknesses with discernment and love.

Of particular and enduring significance is Saint Basil’s contribution to the liturgical life of the Church through the Divine Liturgy that bears his name. The Divine Liturgy of Saint Basil the Great, celebrated to this day on specific days of the ecclesiastical year, is distinguished by the depth of its prayers, its strongly dogmatic and soteriological character, and the majesty of its theological language.

The philanthropy of Saint Basil was not theoretical, but practical. Its supreme example is the renowned Basileias, an unprecedented social complex for its time, which included hospitals, poorhouses, guesthouses, and facilities for the care of lepers and the sick. There, the love of Christ became daily action, proving that the Church exists not only to teach, but also to heal, to console, and to save.

The homilies of Saint Basil possess a strong pastoral and social character. His word is bold, prophetic, and reproving toward social injustice and indifference to the suffering neighbor.

In one of his social discourses he states with frankness: “He who exploits others commits injustice; the rich man who does not share is a robber.” And elsewhere: “You are holding back the bread of the hungry; you are keeping the garment of the naked.” He himself teaches: “Nothing is so characteristic of a Christian as showing mercy.”

Saint Gregory the Theologian describes the Basileias as: “A new city, a treasury of love for the poor, a healing place for diseases, and a refuge for suffering.”

The great Fathers of the Church spoke with admiration of Saint Basil. Saint Gregory the Theologian, his close friend, presents him as a “pillar of virtue” and a “rule for bishops,” emphasizing that in his person contemplation and action were united. Praising him, he notes: “For him, word was action and action was word; true philosophy—not in the shadow of words, but in the exactness of virtue.” (Funeral Oration for Basil)

Saint John Chrysostom praises his courage before authority and his unwavering stance for Orthodoxy, even when this meant persecutions and threats: “He was not a man who accommodated himself to the times, but one who served the truth.”

Saint Basil the Great does not belong only to the past of the Church, but also to Her present and Her future. His example calls us to unite right faith with active love, theological knowledge with humility, worship with service to our neighbor.

He exhorts us to become theologians not only with our lips, but with our hearts and our deeds. He reminds us that right faith without love becomes lifeless, and love without truth loses its direction.

As a true Father of the Church, he continues to beget spiritual children through his work and his timeless witness.

May we, through the intercessions of Saint Basil the Great, be found worthy to live the Gospel—not merely in words, but as lived experience—for his memory is indeed a call to imitation! 

Δεν υπάρχουν σχόλια: