Δρ. Χρήστου Ἀθ. Τερέζη, πρώην Κοσμήτορα τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν
Ἡ ἀνάγνωση καί ἡ ἑρμηνεία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης στήν σύγχρονη ἐποχή ὁριοθετεῖται καί σχεδόν ἐξαντλεῖται μέ κριτήριο τίς ὠφελιμιστικές διεκδικήσεις καί τίς οἰκονομικές διευρύνσεις. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δηλαδή καταξιώνεται στό μέτρο πού ἐξασφαλίζει τήν ἀτομική ἄνεσή του καί αὐξάνει τήν ἀποτελεσματικότητά του καί τήν παραγωγικότητά του ὑπό τις προκείμενες ἑνός ἀνεξάντλητου πλουτισμοῦ. Ἀποκτᾶ ἐπίσης καί τήν φήμη τοῦ ἠθικοῦ καί τοῦ κοινωνικά λειτουργοῦντος ἀτόμου, μέ τό νά ἀναφέρεται τό ὄνομά του στά ἔντυπα ἤ στά ἠλεκτρονικά μέσα ἐνημέρωσης ὡς χρηματοδοτήσαντος κοινωφελῆ ἔργα, τά ὁποῖα ὄντως καί εἶναι ἀπαραίτητα καί εὐπρόσδεκτα, ἀλλά ἀπαιτεῖται καί μιά ἰδιαίτερη πνευματικότητα ἡ ὁποία θά τά τροφοδοτεῖ καθώς καί ἡ ἀπουσία τῆς πρόθεσης γιά φορολογικές ἐλαφρύνσεις. Ἡ ὅποια πράξη τελεῖται, μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς ἠθικῶς φερόμενη, μόνον ἐάν ὁρίζεται συνειδητῶς ὡς καθῆκον, δηλαδή χωρίς ὅρους ἀντιμισθίας καί ὑποκειμενικῆς σκοπιμότητας.
Πέραν μάλιστα ἀπό τά ἀνωτέρω, οὐδείς ἐρεθισμός ἀναδύεται γιά τήν τραγική πορεία τῶν ἱστορικῶν γεγονότων καθώς ἐπίσης οὐδεμία πνευματική ἀνησυχία γιά τίς ὀδυνηρά ραγισθεῖσες οὐσιώδεις ἀνθρώπινες ἀλήθειες. Ἀκόμη καί ὁ στοιχειώδης προβληματισμός γιά τήν ὑφή τῶν γενομένων καί τῶν παρόντων εἶναι τραγικά ἀπών. Ἔτσι, ὁ σύγχρονος πολιτισμός φορτίζει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί φορτίζεται ἀπό αὐτήν μέ κριτήρια τήν ἀπουσία τῆς ἀξιακῆς συνείδησης καί τήν ἔλλειψη ἱστορικότητας, ὡς ποιοτικῆς συγκρότησης καί ἔκφρασης τοῦ προσωπικῶς ὑπάρχειν. Μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ λοιπόν, μέ τήν κυριολεκτική σημασία τοῦ ὅρου, πολιτισμός ὅ,τι συναντᾶμε στήν ἐπικαιρότητά μας; Ὡς ἐκ τούτου, θά ἀποτελοῦσε εἰρωνεία ἡ ἀναζήτηση τοῦ προφητικοῦ καί τοῦ προορατικοῦ χαρίσματος. Ὁρισμένοι λησμονημένοι ἀσκητές στήν ἔρημο τοῦ μοναχισμοῦ ἤ ἀκόμη καί τοῦ θεσμικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος διασώζουν καί συγκεφαλαιώνουν στό πρόσωπό τους τήν ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἄνευ ὅρων διεκδίκηση γιά πραγμάτωση τῆς πνευματικότητας. Ἡ ἐσωτερική γιγαντομαχία γιά τά «πρῶτα καί τά ἔσχατα» τοῦ βίου, ὀδυνηρό προνόμιο πλέον τῶν ἐλαχίστων, ἠχεῖ ἐπώδυνα ὡς διαπίστωση ἀπουσίας ἀπό τήν σέ προκεχωρημένον βαθμό πλειοψηφία, ἡ ὁποία τέρπεται μέ τό ἀκριβῶς ἀντίθετο, ἤ τοὐλάχιστον μέ τήν ἐξασφαλιστική καί χωρίς ἐπισπεύδουσες πρωτοβουλίες οὐδετερότητα.
Βεβαίως τά ἀνωτέρω ἐγγράφονται καί στό ἑρμηνευτικό πρίσμα ὑπό τό ὁποῖο προσεγγίζονται. Σημειωτέον ὅμως ὅτι κάθε εἴδους ἑρμηνεία ἀποτελεῖ ἕνα κεφαλαιῶδες πρόβλημα. Καί αὐτό συμβαίνει, διότι ἑρμηνεία δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ μεταφορά μέ ἄλλους λόγους ἤ μέ ποικίλους ἐκφραστικούς τρόπους ἑνός γεγονότος, ἑνός κειμένου ἤ ἑνός λεκτικοῦ σχήματος, ἀλλά πρό πάντων ὁ ἰδιαίτερος τρόπος διά τοῦ ὁποίου ἀκονίζεται ἡ εὐαισθησία μας στούς ἐρεθισμούς καί στά μηνύματα πού αὐτά τά ἐξωτερικά δεδομένα ἐκπέμπουν καί ἐνεργοποιοῦν ἀναλόγως, ἀκόμη καί μέ διακινδυνεύσεις, τά δημιουργικά ἀντανακλαστικά μας. Ὡστόσο, δέν πρέπει νά παραλειφθεῖ καί ἡ ἀντίστροφη ἐκδοχή. Νά ἐμπεριέχεται δηλαδή στήν ἑρμηνεία ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἄν συναντᾶται ἡ οὐσιαστική καί ἡ γόνιμη ἀνταπόκριση τῶν παρόντων δεδομένων -καί παρά τό ὅτι αὐτά εἶναι ἀναποφεύκτως φορτισμένα μέ ἕνα ἰδιαίτερο συγχρονικό ὕφος- στίς ἐτυμολογικές, στίς φυσικές καί στίς, ἑπομένως, πραγματολογικές προϋποθέσεις ἐκεῖνες πού δημιουργοῦν μέ ἀνανεωτικόν ἱστορικῶς τρόπο τά γεγονότα καί τίς λέξεις οἱ ὁποῖες μέ ἐμβριθῆ τρόπο τά περιγράφουν. Ἄν ἡ ἀνωτέρω διττῆς λειτουργίας ἀνταπόκριση δέν συμβαίνει, τότε δέν ἀναφερόμεθα σέ ἑρμηνεία, ἀλλά σέ παρερμηνεία ὡς ἀτευξία, ἡ ὁποία φέρεται παρελκυστικά ἀπέναντι στά κεφαλαιώδη.
Μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση τό ἀνωτέρω γίνεται πρόδηλο, ἄν ἀναζητήσουμε τήν ἐτυμολογική προέλευση τῆς λέξης «ἄνθρωπος». Κατά τήν πλέον παραδεκτή ἀνάλυση, εἶναι σύνθετη λέξη ἀπό τό ἐπίρρημα «ἄνω» καί ἀπό τό ρῆμα «θρώσκω», τό ὁποῖο σημαίνει μέ αὐστηρά τυπολογικούς ὅρους: πηδῶ ὁρμητικά. Ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος ὁρίζεται προπάντων ἀπό τήν μανική (ἄς ἐπιτραπεῖ τό ἐπίθετο) τάση του νά ἀναφέρεται σέ πραγματικότητες οἱ ὁποῖες ὑπερβαίνουν ὀντολογικά καί ἀξιολογικά τήν ὕπαρξή του. Ἡ ἀνωτέρω δυναμοκρατική ἔκσταση σημαίνει ὅτι ἀναιρεῖ τήν προσκόλλησή του στό γεῶδες καί ὅτι νοηματοδοτεῖ τήν ὕπαρξή του μέ τήν τάση του νά πορεύεται, μέ ἀνανεωτικούς ὅρους, ἀνοδικά. Ἡ λεκτική καί ἡ νοηματοδοτική αὐτή δόμηση τῆς λέξης «ἄνθρωπος» συναντᾶ μία ἀπό τίς ἀκριβεῖς προοπτικές της στίς πραγματεῖες τοῦ Γάλλου ὑπαρξιστῆ φιλοσόφου Gabriel Marcel, ὁ ὁποῖος τονίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος καθίσταται προσωπική ὕπαρξη ὑπερβαίνοντας τόν ἑαυτό του. Ἐντός αὐτῆς τῆς διάστασης τοποθετεῖται-καί μάλιστα χωρίς μόνον τήν καθαρά θεολογική προοπτική της- ἡ ἔννοια «ἐπέκτασις» (Περί κατασκευῆς ἀνθρώπου, βλ. PG 44, col. 200) τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, μέ τήν σημασία τῆς διαρκοῦς καί ἀνανεωτικῆς μετάβασης τοῦ τρόπου τῆς ὕπαρξής μας πρός ἕναν μεταποιητικό καί νοηματοδοτικό σκοπό, δηλαδή πρός τήν διεύρυνση τῶν ὑπαρξιακῶν ὁριζόντων μας.
Ἡ ὡς ἄνω θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου τροφοδοτεῖται ἰδιαιτέρως ἄνετα καί δομεῖται λειτουργικά μέ τόν κλασικό ὁρισμό (τόν φαινομενικά γνωσιολογικό, ἀλλά κατ’ οὐσίαν ὀντολογικό μέ τελολογικές προβολές) τοῦ Ἀριστοτέλη «πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι φύσει ὀρέγονται». Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή ἔχει ἀπό τήν φύση του μιά ἐμπρόθετη τάση νά κινεῖται σέ συνεχῆ προοπτική δυναμοκρατικά πρός τήν θέα τοῦ εἴδους -δηλαδή τῶν πυρηνικῶν καί τῶν εἰδητικῶν προκείμενων-τῶν πραγμάτων. Μέ ἄλλους λόγους, νά φέρεται ἐπιστημονικά καί νά φιλοσοφεῖ ἐπί τῶν ἐρευνητικῶν προϊόντων του. Δύο εἶναι οἱ κορυφωτικές στιγμές τοῦ ὡς ἄνω ὁρισμοῦ: Α: τό ρῆμα «ὀρέγονται», δηλαδή, μέ πάθος ἐπιθυμοῦν καί Β: τό ἀπαρέμφατο «εἰδέναι» (τοῦ ρήματος «οἶδα»), τό ὁποῖο ἀναφέρεται σέ μιά ἐκ βαθέων γνώση, ἡ ὁποία ἐνέχει καί συγκεκριμένες ἀνατατικές συνέπειες ποιοτικῆς ἀνοικτότητας στόν ἠθικο-πραξιακό τρόπο ὕπαρξης. Μιά ἐρωτική μανία διαπνέει τό παρατεθέν ἐδάφιο, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν ἐγκατάλειψη τῆς ἐγωκεντρικῆς καί τῆς μονοδιάστατης αὐτοαναφορικῆς προσκόλλησης καί τήν ἐξόρμηση γιά τήν διαλεκτική συνάντηση μέ ὅ,τι εὑρίσκεται ἤ τεκταίνεται στό περιβάλλον, στό ὁρατό ἤ στό ἀόρατο. Ἑπομένως, ἡ ἀνθρώπινη ὑπόσταση ὁρίζεται ὡς πρός τήν ἔξοδό της ἀπό τό «ἐγώ» της καί ὡς πρός τήν, κατά προέκταση, ὑπερβασιακή ἀναφορικότητά της. Διά τοῦ ἀνωτέρω τρόπου πραγματώνεται ὡς πρόσωπο καί καταξιώνεται ὡς πρός τίς στοχαστικές διεργασίες της, οἱ ὁποῖες παράγουν πνευματικά καί ἐφηρμοσμένα γεγονότα πρός τό ἐπί τά βελτίω διαβιῶναι.
Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν ὁρίζει τήν ὕπαρξή του καί ὁρίζεται ὡς ὕπαρξη στόν λειτουργισμό τῆς φιλοσοφικῆς ἐξόδου, ἡ ὁποία πάντως δέν ἐξαντλεῖται στό νοησιαρχικό πεδίο. Ἀνακαλύπτει καί ἀναδεικνύει τήν προσωπική ἰδιαιτερότητά του καί ἀναδεικνύεται ἀποκαλυπτικά ὡς πρόσωπο ἀναφορικά καί ὑπερβασιακά. Δηλαδή ὑπερβαίνει ἐκστατικά τήν ὑπόστασή του μέ τήν ἐκδηλούμενη προθετικότητά του γιά νά συναντήσει τόν Θεόν, τούς συνανθρώπους του, τό φυσικό περιβάλλον καί τό ἱστορικό γίγνεσθαι. Καί στήν ἐκτύλιξη αὐτοῦ τοῦ μυσταγωγικοῦ ὀργασμοῦ γίνεται βαθμιαῖα «φιλόσοφος», ἐραστής τῆς σοφίας καί ἐκφραστής ἑνός κορυφαίου κοινωνεῖν ἀμοιβαιοτήτων καί ἀλληλοπεριχωρήσεων.
Ἡ προαναφερθεῖσα ἐρωτική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν σοφία λαμβάνει μία κορυφωτική διάσταση στούς μυστικούς, ἀλλά καί ὁριστικῆς τάξης λόγους τοῦ Πλάτωνα: «τὸ μὲν σοφὸν καλεῖν ἔμοιγε μέγα εἶναι δοκεῖ καὶ Θεῷ μόνῳ πρέπειν» (βλ. Φαῖδρος 278 d). Κινούμενοι στό ὀργανόγραμμα τῆς καταφατικῆς Θεολογίας θά κατευθυνθοῦμε λοιπόν στό νά ὁρίσουμε τήν σοφία ὡς ὑποστατικό ἰδίωμα καί τρόπον ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀποκλειστικό ὀντολογικό κτῆμα τῆς ἀνώτατης αὐτῆς Ἀρχῆς αὐτοϊδρυτικῶς. Ὑπό αὐτήν τήν προοπτική, ὁ ἄνθρωπος φιλοσοφώντας (ὄχι δηλαδή ὡς κατέχων, ἀλλά ὡς φερόμενος ἀνεξάντλητα πρός τήν σοφία) ὁρίζεται καί ἀναγιγνώσκεται ὡς ὕπαρξη ἐγγύτατα κείμενη πρός τό θεῖον, χωρίς βεβαίως νά ἀναδεικνύονται οὐσιακές μεταξύ τους ἀφομοιώσεις, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν ἀδήριτα στόν πανθεϊσμό. Ἐπιπλέον, ἡ ἐν λόγῳ συνάντηση δέν συνιστᾶ μία εἰδική στιγμή τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά εἶναι οὐσιολογικό γνώρισμα σύνολης τῆς ὕπαρξής του, διότι ἀπό τήν φύση του ἤ ἀπό τίς ὀντολογικές προκείμενές του εἶναι φιλόσοφος, δηλαδή μία ὕπαρξη ἀπροσμέτρητη ἀνοικτότητας.
Στό σύνολό τους ὡστόσο τά ὅσα ἐξετάσαμε, θά ἐστεροῦντο μιᾶς ἀνανεούμενης στό συνεχές μεταμορφωτικῆς διάστασης, ἐάν δέν τά ἐμβαπτίζαμε στίς θεοειδεῖς ἀστραπές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «Σοφία δὲ αληθὴς ὁ Θεός ἐστίν, ἡ οὖν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν αὕτη ἐστὶν ἀληθὴς φιλοσοφία» (Dialectica sive Capita philosophica, κεφ. 3). Ἡ αὐθεντική φιλοσοφία λοιπόν εἶναι τελικά ἡ ἐκ βαθέων, καί ὑπερβαίνουσα κάθε ὀνοματολογικόν προσδιορισμό, φορά πρός τήν Ἁγία Τριάδα. Στό ὡς ἄνω ἀπόσπασμα εἶναι σαφής ὁ ἐσχατολογικός (ἀλλά καί ἀδιάκοπα συγχρονικός) ὁριστικοῦ τύπου προσανατολισμός. Φιλοσοφοῦμε μέ τό -ἀνανεούμενο προφανῶς-γεγονός τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Θεόν καί ὁριοθετοῦμε τήν ἑκάστοτε ὑπαρξιακή ἱστορικότητά μας στήν πορεία μας γιά τό «καθ’ ὁμοίωσιν», καθώς «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν» καί ὄχι ἁπλῶς ἀγαπᾶ.
Εἶναι ἀναντίλεκτο πάντως ὅτι ἡ ἀλήθεια καί ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου προσεγγίζονται κατ' ἐξοχήν μέ βιωματικούς τόνους καί ἐπιτονισμούς. Τά κείμενα ἐκφράζουν ἁπλῶς τά ὅρια στά ὁποῖα ἑκάστοτε ἐξικνεῖται ἡ ἀνθρώπινη σκέψη καί ὁ ἀνθρώπινος λόγος. Πέραν τῶν ὁρίων αὐτῶν ἀπαιτεῖται μιά μυστική καί μέ ἐκ βαθέων καθάρσεις πορεία, μιά γιγαντομαχία ἐσωτερική γιά νά φανερωθεῖ μέ μιά ἐνορατική-αὐτογνωσιακή θέα τό ἄρρητο βάθος τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀνθρώπου, ἡ πραγματικότητα τῆς ἀσύγκριτης μοναδικότητάς του ὡς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ. Καί τελικά ὁ ἄνθρωπος στήν φλόγα αὐτή τῶν ὡς ἄνω καταστάσεων θά οἰκοδομήσει δοξολογικά τήν ὕπαρξή του καί τούς ποικίλους τρόπους τῆς ἔκφρασής της, μέ τούς ὅρους τῆς προσωπικῆς ἱστορικότητάς του νά εἶναι σέ διηνεκῆ κλίμακα διάχυτη καί κατά τήν χριστιανική Θεολογία νά ἐκφράζεται ἐκκλησιαστικά μέ τό μυστήριο τῶν λατρευτικῶν πράξεων.
Πηγή: ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου