e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Απάντηση στις ιστορικές ακροβασίες του Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ περί της Μητροπόλεως Κιέβου


Ιερομόναχος Νικήτας Παντοκρατορινός
 

1686: Όταν μία εκκλησιαστική άδεια παρουσιάζεται ως αιώνιος τίτλος κυριότητος. Μία απάντηση στις ιστορικές ακροβασίες του Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ περί της Μητροπόλεως Κιέβου

Σε πρόσφατο δημοσίευμα διαβάσαμε ότι ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Αντώνιος στα εγκαινία της έκθεσης «Τα ονόματα της ρωσικής διπλωματίας: Εμελιάν Ουκράιντσεφ», χαρακτήρισε τη μεταβίβαση της Μητροπόλεως Κιέβου το 1686 ως «αποκατάσταση της ιστορικής δικαιοσύνης», αναφερόμενος βεβαίως, στο κείμενο της Συνοδικής Πράξης του 1686 με την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης παραχωρεί επ’ αδείας στον Πατριάρχη Μόσχας το δικαίωμα να χειροτονεί τον εκλεγμένο Μητροπολίτη Κιέβου (ἔχῃ ἐπ' ἀδείας χειροτονεῖν Κιόβου Μητροπολίτην). Αξίζει να σημειωθεί ότι στην έκθεση αυτή ένα από τα εκθέματα είναι και η πρωτότυπη Συνοδική Πράξη του 1686. Παρ’ όλο όμως, αυτό το γεγονός, είναι πολύ εμφανές ότι ο Μητροπολίτης δεν γνωρίζει το περιεχόμενό της. Παρουσιάζει την ιστορία επιλεκτικά, αποσπώντας από το εκκλησιαστικό κείμενο το ιστορικό του πλαίσιο και κάνει μια προσπάθεια να εμφανίσει μια συγκεκριμένη ερμηνεία ως την μοναδική δυνατή αλήθεια. Προσπαθεί, λοιπόν, να μετατρέψει την εκκλησιαστική ιστορία σε εργαλείο για την επιβεβαίωση σύγχρονων εκκλησιαστικών ή πολιτικών θέσεων. Όμως, η Συνοδική Πράξη υπάρχει. Και όταν την διαβάσει κανείς ολόκληρη και με προσοχή, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από αυτήν που παρουσιάζεται.

 Ας βάλουμε, λοιπόν, τα πράγματα σε μια σειρά. Ας ξεκινήσουμε από κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Το 1686 ο Οικουμενικός Πατριάρχης παραχώρησε στον Πατριάρχη Μόσχας την άδεια να χειροτονεί τον Μητροπολίτη Κιέβου. Ποιός ήταν ο λόγος για την παραχώρηση αυτής της αδείας; Η ίδια η πατριαρχική Συνοδική Πράξη αναφέρει τη μεγάλη απόσταση και τις συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των δύο βασιλείων (ρωσικής και οθωμανικής αυτοκρατορίας), οι οποίες καθιστούσαν πρακτικά δυσχερή την πραγματοποίηση της χειροτονίας από τον Οικουμενικό Θρόνο. (διὰ τὸ ὑπερβολικὸν τοῦ τόπου διάστημα, καὶ διὰ τὰς μεταξὺ τῶν δύο μεγίστων Βασιλειῶν συμβάσας μάχας). Η Μόσχα, βέβαια, είχε ζητήσει κάτι πολύ περισσότερο από μια τέτοια άδεια. Το 1685-1686 δεν υπήρξε απλώς ένα ουδέτερο αίτημα για πρακτική διευκόλυνση. Η Μόσχα επιδίωκε την υπαγωγή της Μητροπόλεως Κιέβου στη δική της εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Αυτό είναι ιστορικό γεγονός. Και ακριβώς γι' αυτό έχει σημασία τι είναι αυτό που τελικά παραχωρήθηκε. Διότι άλλο είναι: «Παραδίδω οριστικά την κανονική δικαιοδοσία» και άλλο: «Επιτρέπω, λόγω των περιστάσεων, στον Πατριάρχη Μόσχας να χειροτονεί τον Μητροπολίτη που θα εκλεγεί στο Κίεβο». Αυτές οι δύο προτάσεις δεν είναι ταυτόσημες.

Και εδώ βρίσκεται η λεπτομέρεια που κάποιοι θα ήθελαν να ξεχαστεί. Ο Μητροπολίτης Κιέβου δεν επρόκειτο να διορίζεται ελεύθερα από τη Μόσχα. Η Συνοδική Πράξη προβλέπει ότι ο Μητροπολίτης θα εκλεγόταν από τους αρμοδίους της Μητροπόλεως Κιέβου, σύμφωνα με την τοπική εκκλησιαστική παράδοση, και κατόπιν θα αποστελλόταν στη Μόσχα για τη χειροτονία. (ὅντινα ἂν ἐκλέξωσι οἱ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ταύτῃ ὑποκείμενοι, κατὰ τὸ ἐκδοθὲν γράμμα τοῖς ὑποκειμένοις τῇ Κιόβου Ἐπαρχίᾳ). Αυτό έχει τεράστια σημασία. Διότι εάν το 1686 είχε δοθεί στη Μόσχα πλήρης και απεριόριστη δικαιοδοσία επί της Μητροπόλεως, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ, τότε γιατί η ίδια η διαδικασία εκλογής του Μητροπολίτη παρέμενε στην τοπική Εκκλησία; Γιατί δεν ανέθεσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης στη Μόσχα το δικαίωμα να διορίζει όποιον εκείνη επιθυμούσε; Γιατί διατηρήθηκε η εκλογή; Η απάντηση είναι απλή: Επειδή η χειροτονία και η πλήρης διοικητική δικαιοδοσία δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Εκτός αυτών, στο γράμμα μετέπειτα, αναφέρεται η μνημόνευση. Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ηχηρό σημείο. Ο Μητροπολίτης Κιέβου όφειλε να μνημονεύει κατά τη Θεία Λειτουργία πρώτα τον Οικουμενικό Πατριάρχη και κατόπιν τον Πατριάρχη Μόσχας. (ἡνίκα ὁ Μητροπολίτης Κιόβου ἱερουργῶν εἴη τὴν ἀναίμακτον καὶ θείαν μυσταγωγίαν ἐν τῇ παροικίᾳ ταύτῃ, μνημονεύοι ἐν πρώτοις τοῦ σεβασμίου ὀνόματος τοῦ παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου). Και δεν πρόκειται για μία τυπική λεπτομέρεια. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η μνημόνευση των Προκαθημένων έχει εκκλησιολογικό περιεχόμενο. Φανερώνει την κοινωνία και την κανονική αναφορά του επισκόπου και της τοπικής Εκκλησίας. Έτσι η μνημόνευση του Οικουμενικού Πατριάρχη από τον εκλεγμένο Μητροπολίτη Κιέβου δηλώνει την Εκκλησιαστική αρχή στην οποία υπάγεται, ενώ η μνημόνευση του Πατριάρχη Μόσχας συνδέεται με το γεγονός ότι αυτός είχε πραγματοποιήσει τη χειροτονία.  Αυτό είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό. Διότι εάν η Μητρόπολη είχε μεταβιβασθεί πλήρως και αμετακλήτως στη Μόσχα, γιατί να εξακολουθεί ο Μητροπολίτης Κιέβου να μνημονεύει πρώτον τον Οικουμενικό Πατριάρχη; Εάν το γράμμα του 1686 ήταν μία πλήρης και οριστική μεταβίβαση, πού βρίσκεται η καθαρή πράξη παραίτησης του Οικουμενικού Θρόνου από την κανονική του δικαιοδοσία επί της Μητροπόλεως Κιέβου; Διότι μία τόσο σημαντική εκκλησιαστική μεταβολή δεν μπορεί να στηρίζεται σε υπονοούμενα. Εάν ο Οικουμενικός Πατριάρχης εγκατέλειπε οριστικά την κανονική του δικαιοδοσία, αυτό θα έπρεπε να προκύπτει με τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο.

Επομένως, όταν κάποιος επικαλείται το 1686 ως μία απλή, πλήρη και αμετάκλητη «προσάρτηση» της Μητροπόλεως Κιέβου στη Μόσχα, οφείλει να απαντήσει πρώτα σε ένα απλό ερώτημα: Γιατί υπήρχαν αυτοί οι συγκεκριμένοι όροι και οι εκκλησιολογικές προϋποθέσεις στην Πράξη αυτή; Δεν μπορεί κανείς να κρατά μόνο το μέρος ενός ιστορικού κειμένου που τον εξυπηρετεί και να αγνοεί το υπόλοιπο, όπως πράττει ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ.

Στην Συνοδική Πράξη του 1686 λύνονται όλα τα μυστήρια. Αναφέρονται λεπτομέρειες από τις οποίες μαθαίνουμε: γιατί δόθηκε η άδεια, σε ποιόν δόθηκε, τι ακριβώς επιτράπηκε, ποιός εξέλεγε τον Μητροπολίτη, ποιοί όροι τέθηκαν, ποιόν μνημόνευε ο Μητροπολίτης, ποιά προνόμια διατηρούσε, και ποιά ήταν η πραγματική εφαρμογή της Πράξεως.

Όμως, ακόμη σημαντικότερο είναι να εξετάσουμε όχι μόνο τι γράφτηκε το 1686, αλλά και τι συνέβη στην πράξη τα επόμενα χρόνια, διότι η ιστορία της Μητροπόλεως Κιέβου δεν σταμάτησε το 1686. Η ιστορία λέει, ότι η Μόσχα σταδιακά περιόρισε ή κατήργησε βασικά προνόμια της Μητροπόλεως Κιέβου, επενέβη στη διαδικασία εκλογής των Μητροπολιτών και έπαυσε τη μνημόνευση του Οικουμενικού Πατριάρχη. Έπαψαν να τηρούνται οι όροι του Συνοδικού γράμματος. Μία εκκλησιαστική Πράξη όμως, δεν ερμηνεύεται μόνο από το πώς την παρουσιάζει ο ισχυρότερος εκ των υστέρων, αλλά από τους όρους με τους οποίους πραγματοποιήθηκε και από τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι όροι εφαρμόστηκαν. Διότι ακόμη και η πιο ευνοϊκή ερμηνεία ενός ιστορικού κειμένου δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να παραβιάζει τους όρους του.

Η Εκκλησία δεν είναι γεωπολιτικός χάρτης. Οι Πατριαρχικοί Θρόνοι δεν είναι αυτοκρατορίες. Οι Μητροπόλεις δεν είναι εδάφη τα οποία αγοράζονται, πωλούνται ή κατακτώνται. Η Εκκλησία λειτουργεί με τους Ιερούς Κανόνες, με την κανονική τάξη, με την αποστολική παράδοση και, πάνω απ' όλα, μέσα στο μυστήριο της ενότητος του Σώματος του Χριστού. Γι' αυτό και δεν είναι θεολογικά ορθό να μεταφέρουμε στην Εκκλησία τη λογική των κρατικών συνόρων. Το Κίεβο δεν είναι απλώς μία γεωγραφική περιοχή. Είναι μία από τις αρχαιότερες κοιτίδες του βαπτισμένου ρωσικού και ανατολικοσλαβικού κόσμου, με τεράστια εκκλησιαστική ιστορία και παράδοση. Και ακριβώς επειδή η ιστορία του είναι τόσο σημαντική, κανείς δεν δικαιούται να την απλουστεύει. Το γεγονός ότι πολιτικά εδάφη πέρασαν υπό τη Μόσχα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μαζί τους μετακινήθηκαν και τα κανονικά όρια της Εκκλησίας (παρ’ όλο που αυτό είναι μια σταθερή τακτική ανά τους αιώνες για την Μόσχα). Η πολιτική κυριαρχία και η εκκλησιαστική δικαιοδοσία δεν είναι το ίδιο πράγμα. Εάν ήταν το ίδιο, τότε κάθε αλλαγή συνόρων θα δημιουργούσε αυτομάτως και νέα κανονική δικαιοδοσία. Αυτό, όμως, θα μετέτρεπε τους Ιερούς Κανόνες σε παράρτημα των πολιτικών χαρτών. Και αυτό δεν έχει καμία σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία.

Ο λόγος, λοιπόν, που βγήκε από το στόμα του Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ «αποκατάσταση της ιστορικής δικαιοσύνης» είναι πολύ βαρύς και παραπλανητικός. Για ποιά δικαιοσύνη μιλάει; Την δικαιοσύνη της αποστάσεως; Την δικαιοσύνη των πολέμων; Την δικαιοσύνη της εκλογής Μητροπολίτου από την τοπική Εκκλησία; Την δικαιοσύνη της πρώτης μνημονεύσεως του Οικουμενικού Πατριάρχη; Ή μήπως την δικαιοσύνη μιας μεταγενέστερης ερμηνείας, σύμφωνα με την οποία μια πράξη του 1686 μετατρέπεται σε αμετάκλητο εκκλησιαστικό τίτλο για τους επόμενους αιώνες;

Και ποια ακριβώς ιστορική αδικία αποκαταστάθηκε; Η μόνη ιστορική αδικία που αποκαταστάθηκε έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2018 με την ανάκληση της ισχύς του Συνοδικού γράμματος του 1686, που ούτως ή άλλως ποτέ δεν εφαρμόστηκαν οι όροι του. Με αυτήν την απόφαση άνοιξε ο δρόμος για την απόδοση Αυτοκεφαλίας στην εκκλησία της Ουκρανίας.

Παρακάτω ο Μητροπολίτης αναφέρεται στις διώξεις που υφίσταται σήμερα από τις ουκρανικές αρχές η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία υπό τον Μητροπολίτη Ονούφριο. Εάν ο όρος "διώξεις" χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατάσταση της Εκκλησίας του Μητροπολίτου Ονουφρίου, τότε ο ίδιος όρος δεν μπορεί να παύει να ισχύει όταν τα θύματα ανήκουν στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Στην κατεχόμενη Κριμαία, κληρικοί της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις ενορίες τους και το τελευταίο ορθόδοξο παρεκκλήσι της κατεδαφίστηκε. Στα κατεχόμενα του Ντονέτσκ καταγράφεται η διάλυση των τελευταίων ενοριών της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας και η κράτηση κληρικών. Αυτά δεν είναι επίσης "διώξεις"; Δεν μπορεί να υπάρχει επιλεκτική ευαισθησία για την εκκλησιαστική ελευθερία. Αν καταγγέλλουμε την καταπίεση των πιστών του Ονουφρίου τότε πρέπει να έχουμε το ίδιο θάρρος να καταγγείλουμε την εκδίωξη κληρικών και την εξάλειψη ενοριών της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας στα κατεχόμενα. Και όχι μόνο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, διότι εάν υπερασπιζόμαστε την κανονική ελευθερία της Εκκλησίας του Ονουφρίου, τότε πρέπει να εξηγήσουμε και τι συνέβη στις επισκοπές της ίδιας Εκκλησίας που βρέθηκαν υπό ρωσική κατοχή. Δεν είναι δυνατόν να καταγγέλλεται η κρατική παρέμβαση στην Εκκλησία όταν προέρχεται από το Κίεβο και να αποσιωπάται η αντίστοιχη παρέμβαση όταν προέρχεται από τη Μόσχα. Δεν είναι θεολογικά συνεπές να επικαλούμαστε το 1686 για να αποδείξουμε ότι η Μόσχα έχει κανονικά δικαιώματα στην Ουκρανία και ταυτόχρονα να αποφεύγουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα εάν η ίδια η Μόσχα, το 2022 και μετά, σεβάστηκε τα εκκλησιαστικά όρια της Εκκλησίας του Ονουφρίου στα εδάφη που κατέλαβε η Ρωσία.

Δεν είναι όμορφο να μετατρέπουμε την Εκκλησία σε πεδίο εθνικών αντιπαραθέσεων. Η Μόσχα δεν είναι η Εκκλησία. Ούτε το Κίεβο είναι η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού. Και όποιος αγαπά πραγματικά την Εκκλησία δεν αναζητά τρόπους για να δικαιώσει εκ των υστέρων τη δική του παράταξη. Αναζητά την αλήθεια. Και η αλήθεια δεν φοβάται τα ιστορικά έγγραφα. Δεν φοβάται την έρευνα. Δεν φοβάται ούτε καν την αυτοκριτική. Γι' αυτό, πριν χαρακτηρίσουμε το 1686 ως «αποκατάσταση ιστορικής δικαιοσύνης», ας ανοίξουμε τα ίδια τα κείμενα, ας τα διαβάσουμε ολόκληρα και ας αφήσουμε την ιστορία να μιλήσει. Διότι στην Εκκλησία του Χριστού δεν χρειάζεται να φωνάζουμε για να αποδείξουμε ότι έχουμε δίκαιο. Χρειάζεται να έχουμε και να ζούμε με την αλήθεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: