e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Εάν δεν γεννιόταν η Παναγία…



ΜΟΥΣΕΙΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ: Νικόλαος Δοξαράς. Η Γέννηση της Θεοτόκου. Από την ουρανία του ναού της Παναγίας Φανερωμένης πόλεως Ζακύνθου. Μέσα 18ου αιώνα.

Του π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

Παράξενο ίσως ερώτημα για την ημέρα του Γενεσίου της Θεοτόκου: Εάν δεν γεννιόταν η Παναγία; Και θεολογικά τολμηρό, εάν μείνει χωρίς την απαραίτητη εξήγηση. Γιατί ασφαλώς ο Θεός δεν είχε ανάγκη από έναν και μοναδικό τρόπο για να σώσει τον άνθρωπο. Η παντοδυναμία και η άπειρη σοφία Του δεν χωρούν στα δικά μας σχήματα ούτε εξαρτώνται από τα δημιουργήματά Του. Εάν η Μαρία δεν ερχόταν στον κόσμο, ο Θεός θα είχε τον τρόπο Του για τη σωτηρία του πλάσματός Του. Εμείς γνωρίζουμε όσα Εκείνος θέλησε και πραγματοποίησε μέσα στην ιστορία και όχι όσα θα μπορούσε να είχε πραγματοποιήσει διαφορετικά. Κι αυτό ακριβώς δίνει ακόμη μεγαλύτερο βάθος στη σημερινή εορτή: ανάμεσα σε όλους τους τρόπους που ανήκουν στην ανεξιχνίαστη σοφία Του, ο Θεός θέλησε αυτόν τον τρόπο και θέλησε τη Μαρία.

Θέλησε ο Υιός και Λόγος Του να εισέλθει πραγματικά στην ανθρώπινη ιστορία, να προσλάβει την δική μας φύση, να κυοφορηθεί και να γεννηθεί, να μεγαλώσει μέσα σε ανθρώπινη οικογένεια, να γνωρίσει την πείνα, την δίψα, την κόπωση και τον πόνο, να φθάσει μέχρι τον θάνατο και να νικήσει τον θάνατο με την Ανάστασή Του. Και μέσα σε αυτή τη θεία Οικονομία υπάρχει η κόρη του Ιωακείμ και της Άννας, η Μαρία, όχι ως άβουλο όργανο μιας προειλημμένης αποφάσεως, αλλά ως ελεύθερο ανθρώπινο πρόσωπο. Όταν θα έρθει η ώρα, θα ακούσει την πρόσκληση του Θεού, θα απορήσει, θα ερωτήσει και τελικά θα παραδώσει ελεύθερα ολόκληρη την ύπαρξή της στο θέλημά Του: «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1,38). Αυτό το «γένοιτό μοι» θα γίνει η δική της προσωπική απάντηση στη θεία κλήση και συγχρόνως η μεγάλη ανθρώπινη συγκατάθεση στο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως.

Σήμερα, βέβαια, όλα αυτά βρίσκονται ακόμη μπροστά. Ο Ευαγγελισμός αργεί, το «Χαίρε, Κεχαριτωμένη» δεν έχει ακουστεί, η Βηθλεέμ περιμένει και η φάτνη είναι ακόμη άδεια. Στο σπίτι του Ιωακείμ και της Άννας υπάρχει μονάχα η χαρά για ένα παιδί που γεννήθηκε ύστερα από μακρά προσδοκία και προσευχή. Η Εκκλησία όμως κοιτάζει αυτό το νεογέννητο κορίτσι γνωρίζοντας όσα θα ακολουθήσουν και γι’ αυτό ψάλλει από σήμερα: «Η γέννησίς σου, Θεοτόκε, χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη». Η γέννηση της Μαρίας γίνεται η αυγή μιας ημέρας που θα φθάσει στο πλήρες φως της με την παρουσία του Χριστού. Ακόμη τίποτε δεν έχει φανερωθεί, κι όμως μέσα στη μικρή αυτή οικογενειακή χαρά η Εκκλησία διακρίνει ήδη την αρχή μεγάλων πραγμάτων.

Εάν, λοιπόν, δεν γεννιόταν η Παναγία, η ιστορία που εμείς γνωρίζουμε θα ήταν διαφορετική. Θα έλειπε από αυτήν η Μαρία της Ναζαρέτ, το συγκεκριμένο εκείνο ανθρώπινο πρόσωπο που, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, πρόσφερε ελεύθερα τον εαυτό του στο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως. Εδώ ακριβώς βρίσκεται κάτι θαυμαστό στη σχέση Θεού και ανθρώπου: ο άνθρωπος μόνος του αδυνατούσε να θεραπεύσει το τραύμα της πτώσεως, ενώ ο Θεός είχε όλη τη δύναμη να τον σώσει· και όμως θέλησε να τιμήσει τόσο βαθιά την ανθρώπινη ελευθερία, ώστε μέσα στην πραγματοποίηση του σχεδίου Του να υπάρξει και η ελεύθερη ανθρώπινη συγκατάθεση. Στη Ναζαρέτ ο Θεός καλεί και η Μαρία αποκρίνεται. Έτσι η σωτηρία παραμένει ολόκληρη δωρεά της θείας Χάριτος και συγχρόνως ο άνθρωπος καλείται να ανοίξει την ύπαρξή του για να δεχθεί αυτή τη δωρεά.

Γι’ αυτό η Παναγία ποτέ δεν μπορεί να νοηθεί ως ένα παθητικό όργανο της θείας βουλής. Ο Ευαγγελισμός είναι μια πραγματική συνάντηση του Θεού με την ανθρώπινη ελευθερία. Η Μαρία ακούει, σκέπτεται, ερωτά και συγκατατίθεται, και από εκείνη ο Υιός του Θεού προσλαμβάνει πραγματική ανθρώπινη φύση. Εδώ βρίσκεται και το τεράστιο θεολογικό βάρος της λέξεως Θεοτόκος. Ο τίτλος αυτός αποτελεί πρώτα απ’ όλα ομολογία για τον ίδιο τον Χριστό: Εκείνος που κυοφορήθηκε και γεννήθηκε πραγματικά από τη Μαρία είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος έγινε αληθινός άνθρωπος χωρίς να παύσει να είναι αληθινός Θεός. Η τιμή, λοιπόν, προς τη Θεοτόκο έχει πάντοτε στο κέντρο της τον Χριστό, επειδή όλο το μεγαλείο της πηγάζει από τη μοναδική σχέση της μαζί Του.

Αν συνεχίσουμε για λίγο το αρχικό μας ερώτημα, αντιλαμβανόμαστε πόσο βαθιά έχει καθιερωθεί η μορφή της Μαρίας στην ίδια την εμπειρία της Εκκλησίας. Είναι η Μητέρα της Βηθλεέμ, που σπαργανώνει το Βρέφος και το ανακλίνει στη φάτνη, η Μητέρα που γνωρίζει πολύ νωρίς την προσφυγιά παίρνοντας τον δρόμο προς την Αίγυπτο, αλλά και η γυναίκα που μαθαίνει να κρατά μέσα της όσα υπερβαίνουν την ανθρώπινη κατανόηση. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς την περιγράφει με τρόπο λιτό και βαθύ: «Η δε Μαριάμ πάντα συνετήρει τα ρήματα ταύτα συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. 2,19). Η Μαρία φυλάσσει τα γεγονότα στην καρδιά της, τα αφήνει να ωριμάσουν μέσα στη σιωπή και πορεύεται μαζί με το μυστήριο του Υιού της, ακόμη κι όταν η ίδια καλείται να προχωρήσει πέρα από όσα μπορεί να κατανοήσει.

Αργότερα, στην Κανά, η ίδια αυτή εσωτερική λεπτότητα παίρνει μια πολύ ανθρώπινη μορφή. Μέσα στη χαρά και στον θόρυβο ενός γάμου, η Μαρία προσέχει τη δύσκολη θέση μιας οικογένειας και λέει στον Χριστό: «Οίνον ουκ έχουσι» (Ιω. 2,3). Η μικρή αυτή φράση αποκαλύπτει μια καρδιά που αντιλαμβάνεται την ανάγκη του άλλου και τη μεταφέρει διακριτικά προς τον Υιό της. Ίσως γι’ αυτό και ο χριστιανικός λαός αισθάνθηκε τόσο φυσικό επί αιώνες να της εμπιστεύεται τις δικές του ανάγκες, τις ασθένειες, τις αγωνίες για τα παιδιά, τους φόβους και τα πένθη του, ακόμη και όσα δυσκολεύεται να εκφράσει με λόγια. Η οικειότητα του πιστού προς τη Θεοτόκο γεννήθηκε μέσα από αυτή ακριβώς τη βεβαιότητα ότι η Μητέρα του Κυρίου γνωρίζει να προσλαμβάνει τον ανθρώπινο πόνο και να τον φέρνει με την πρεσβεία της προς τον Υιό της.

Και ύστερα έρχεται ο Γολγοθάς. Ο Ευαγγελιστής χρησιμοποιεί εκεί ένα ρήμα που μέσα στη λιτότητά του λέει σχεδόν τα πάντα: «ειστήκει». «Ειστήκεισαν δε παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού» (Ιω. 19,25). Η Μητέρα στεκόταν. Εκείνη που κράτησε κάποτε στην αγκαλιά της το Βρέφος της Βηθλεέμ βρίσκεται τώρα κοντά στον Εσταυρωμένο Υιό της, ενώ η προφητεία του Συμεών για τη ρομφαία που θα διαπεράσει την ψυχή της γίνεται οδυνηρή πραγματικότητα. Το «γένοιτό μοι» της Ναζαρέτ αποδεικνύεται έτσι λόγος μιας ολόκληρης ζωής. Η συγκατάθεση που δόθηκε στην αρχή συνεχίζεται μέχρι την έσχατη δοκιμασία, και η Μαρία παραμένει κοντά στον Χριστό από τη χαρά της Γεννήσεως έως τη σιωπή του Σταυρού.

Έτσι εξηγείται και η ξεχωριστή θέση που απέκτησε στη λατρεία και στην καρδιά της Εκκλησίας. Χωρίς τη Θεοτόκο η πνευματική μας γλώσσα θα ήταν αγνώριστη. Οι Χαιρετισμοί και οι Παρακλήσεις, το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», οι αναρίθμητες εικόνες της, τα μοναστήρια και τα ξωκλήσια που φέρουν το όνομά της, μαρτυρούν μια σχέση αιώνων ανάμεσα στον πιστό λαό και στη Μητέρα του Κυρίου. Ακόμη και τα αμέτρητα ονόματα που της έδωσε η εκκλησιαστική ευσέβεια —Ελεούσα, Γλυκοφιλούσα, Παραμυθία, Γοργοεπήκοος, Ελευθερώτρια, Φανερωμένη, Παντοχαρά, Πάντων Ελπίς και μύρια όσα άλλα— φανερώνουν την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει αυτή την οικειότητα. Πίσω από κάθε προσωνυμία υπάρχει μια ιστορία πίστεως, ένας τόπος, μια προσευχή, κάποτε ένα δάκρυ και κάποτε μια βαθιά ευχαριστία.

Υπάρχει όμως και κάτι που αγγίζει περισσότερο την δική μας ζωή. Η Μαρία άφησε χώρο στον Θεό και επέτρεψε στο θέλημά Του να οδηγήσει την ύπαρξή της πολύ πιο πέρα από όσα η ίδια μπορούσε ανθρώπινα να προβλέψει. Το «γένοιτό μοι» ειπώθηκε μία φορά στη Ναζαρέτ, αλλά χρειάστηκε να βιωθεί σε ολόκληρη τη ζωή της: στη Βηθλεέμ, στην προσφυγιά της Αιγύπτου, στα ήσυχα χρόνια της Ναζαρέτ, στην Κανά και, με τον πιο οδυνηρό τρόπο, κάτω από τον Σταυρό. Ίσως αυτό να είναι και ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα της σημερινής εορτής: ο Θεός έχει πάντοτε τον τρόπο Του, ενώ από τον άνθρωπο ζητά μια καρδιά διαθέσιμη να Τον εμπιστευθεί και μια ελευθερία ικανή να Του πει το δικό της «γένοιτο».

Και τώρα μπορούμε να επιστρέψουμε στο παράξενο ερώτημα, με το οποίο αρχίσαμε. Εάν δεν γεννιόταν η Παναγία; Ο Θεός θα είχε τον τρόπο Του. Η σωτηρία του ανθρώπου πηγάζει από τη δική Του αγάπη και κανένα δημιούργημα δεν μπορεί να θέσει όρια στην παντοδυναμία Του. Η πραγματική ιστορία όμως είναι αυτή που γνωρίζουμε και εορτάζουμε: η Παναγία γεννήθηκε. Και ο Θεός θέλησε ο δρόμος της Ενανθρωπήσεως να περάσει μέσα από τη δική της ανθρώπινη φύση, την πίστη και την ελεύθερη συγκατάθεσή της. Θέλησε ο Υιός Του να γίνει και Υιός της Μαρίας, ώστε Εκείνος που είναι αληθινός Θεός να γίνει αληθινός άνθρωπος και να προσλάβει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση για να τη θεραπεύσει και να την οδηγήσει στη ζωή.

Γι’ αυτό η Εκκλησία πανηγυρίζει σήμερα τη γέννηση ενός μικρού κοριτσιού σαν γεγονός που αφορά ολόκληρη την οικουμένη. Στο νεογέννητο παιδί του Ιωακείμ και της Άννας βλέπει την αυγή της μεγάλης ημέρας που πλησιάζει. Βλέπει εκείνη που θα πει το «γένοιτό μοι», που θα βαστάσει μέσα της τον Αχώρητο, που θα κρατήσει στην αγκαλιά της τον Χριστό και θα σταθεί κοντά στον Σταυρό Του. Και γι’ αυτό, αιώνες τώρα, εξακολουθεί να ψάλλει με χαρά: «Η γέννησίς σου, Θεοτόκε, χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη».

Εάν δεν γεννιόταν η Παναγία; Ο Θεός θα είχε τον τρόπο Του. Όμως η Παναγία γεννήθηκε. Και μέσα από το δικό της «γένοιτο» ο Θεός θέλησε να έρθει τόσο κοντά μας, ώστε να γίνει ένας από εμάς! Δόξα τω Θεώ, ταις πρεσβείαις Εκείνης!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: