Απογοητευμένοι, αφού ξημέρωσε, παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής με το πλοιάριό τους, να βγουν στην στεριά.
Στα πρόσωπά τους ζωγραφισμένη έντονα η κόπωση όλης της νύχτας αναμεμιγμένη με την στεναχώρια. Η απελπισία τούς κυρίευσε. Τίποτα δεν μπορούσε να τους αλλάξει πλέον την διάθεση, γιατί όλη την νύχτα «επίασαν ουδέν».
Μέσα στο σύννεφο της απελπισίας τους ακούστηκε μια γνώριμη φωνή, η οποία ήταν το φάρμακο, που θα διέλυε αυτό το σύννεφο.
















































