e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Η Εκκλησία της Ρωσίας μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας: Από το «Russkii Mir» στη νέα εκκλησιαστική γεωπολιτική της Ευρασίας

Η γέννηση μιας νέας εκκλησιαστικής γεωπολιτικής

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν σήμανε μόνο την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Σήμανε και την κατάρρευση ενός ολόκληρου ιδεολογικού συστήματος, το οποίο για περισσότερες από επτά δεκαετίες είχε επιχειρήσει να περιθωριοποιήσει τη θρησκεία από τη δημόσια ζωή. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία είχε υποστεί σκληρούς διωγμούς κατά τη σοβιετική περίοδο, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε μια ιστορική πρόκληση: να επαναπροσδιορίσει τη θέση της σε μια κοινωνία που αναζητούσε νέα συλλογική ταυτότητα.

Η δεκαετία του 1990 υπήρξε περίοδος βαθιάς πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής αβεβαιότητας για τη Ρωσία. Η κατάρρευση της κρατικής ιδεολογίας δημιούργησε ένα ιδεολογικό κενό, το οποίο δεν μπορούσε να καλυφθεί μόνο από τους νέους δημοκρατικούς θεσμούς ή την οικονομία της αγοράς. Η ανάγκη για μια νέα αφήγηση ιστορικής συνέχειας έγινε ολοένα και πιο έντονη.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ανέκτησε σταδιακά τη δημόσια παρουσία της. Αναστηλώθηκαν χιλιάδες ναοί, αναβίωσαν μοναστικές αδελφότητες, επανήλθε η θεολογική εκπαίδευση και η Εκκλησία απέκτησε εκ νέου σημαντικό ρόλο στον δημόσιο βίο. Η εξέλιξη αυτή, από μόνη της, δεν συνιστούσε κάτι ασυνήθιστο. Παρόμοια φαινόμενα παρατηρήθηκαν και σε άλλες μετακομμουνιστικές κοινωνίες.

Στη ρωσική περίπτωση, όμως, η αναγέννηση της εκκλησιαστικής ζωής συνέπεσε με την αναζήτηση μιας νέας εθνικής και γεωπολιτικής ταυτότητας. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο γεννήθηκε ένα από τα σημαντικότερα ιδεολογικά σχήματα της σύγχρονης Ρωσίας: το Russkii Mir, ο «Ρωσικός Κόσμος».

Τι είναι πραγματικά το «Russkii Mir»;

Ο όρος Russkii Mir δεν επιδέχεται εύκολες μεταφράσεις. Κυριολεκτικά σημαίνει «Ρωσικός Κόσμος», όμως το περιεχόμενό του είναι πολύ ευρύτερο από μια απλή εθνική αναφορά.

Στην αρχική του διατύπωση, χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως πολιτισμική έννοια. Περιέγραφε την κοινότητα των ανθρώπων που συνδέονται με τη ρωσική γλώσσα, τον ρωσικό πολιτισμό, την ιστορική μνήμη και την ορθόδοξη παράδοση που αναπτύχθηκε γύρω από το Βάπτισμα των Ρως του Κιέβου το 988.

Ως πολιτισμική ιδέα, το Russkii Mir δεν διέφερε ουσιαστικά από άλλες έννοιες πολιτισμικής κοινότητας που συναντώνται στη διεθνή πολιτική. Πολλά κράτη επενδύουν στην πολιτιστική τους κληρονομιά ως μορφή ήπιας ισχύος (soft power), επιδιώκοντας να διατηρήσουν δεσμούς με τη διασπορά τους ή να ενισχύσουν τη διεθνή επιρροή τους μέσω της γλώσσας, της ιστορίας και του πολιτισμού.

Η συζήτηση άρχισε να αποκτά διαφορετικές διαστάσεις όταν το Russkii Mir έπαψε να παρουσιάζεται αποκλειστικά ως πολιτισμική πραγματικότητα και άρχισε να αποκτά σαφέστερο πολιτικό και γεωστρατηγικό περιεχόμενο.

Σταδιακά, η έννοια χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει όχι μόνο έναν κοινό πολιτισμικό χώρο, αλλά και μια ιδιαίτερη ιστορική και πολιτισμική αποστολή της Ρωσίας ως φορέα ενός ξεχωριστού πολιτισμού, ο οποίος όφειλε να αντισταθεί στις αξίες του φιλελεύθερου δυτικού κόσμου. Μέσα σε αυτή τη νέα αφήγηση, η Ορθοδοξία, η ιστορική μνήμη και η κρατική ισχύς άρχισαν να παρουσιάζονται ως αλληλένδετα στοιχεία μιας ενιαίας πολιτισμικής ταυτότητας.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο αρχίζει και η σύγχρονη γεωπολιτική συζήτηση.

Μια έννοια ανάμεσα στην εκκλησιολογία και τη γεωπολιτική

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αποφευχθεί μια συνηθισμένη παρεξήγηση.

Δεν ταυτίζεται κάθε αναφορά στον «Ρωσικό Κόσμο» με τη σημερινή πολιτική χρήση του όρου. Υπάρχουν θεολόγοι, ιστορικοί και διανοούμενοι που χρησιμοποιούν την έννοια αποκλειστικά για να περιγράψουν μια ιστορική και πολιτισμική πραγματικότητα, χωρίς καμία γεωπολιτική προέκταση.

Παράλληλα, όμως, τα τελευταία χρόνια, σημαντικός αριθμός ερευνητών των διεθνών σχέσεων, της πολιτικής θεολογίας και της ορθόδοξης εκκλησιολογίας έχει επισημάνει ότι το Russkii Mir απέκτησε σταδιακά και μια δεύτερη διάσταση: χρησιμοποιήθηκε ως ιδεολογικό πλαίσιο που συνέδεε την πνευματική παράδοση της Ρωσίας με ευρύτερες κρατικές και γεωπολιτικές επιδιώξεις.

Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική.

Δεν εξετάζουμε εάν η ρωσική πολιτισμική παράδοση είναι θεμιτή ή αθέμιτη. Εξετάζουμε κατά πόσο μια πολιτισμική έννοια μετασχηματίστηκε σε γεωπολιτικό αφήγημα και ποιες συνέπειες είχε αυτή η εξέλιξη για την Ορθόδοξη Εκκλησία και τις διεθνείς σχέσεις.

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο τη Ρωσία. Στην ιστορία του χριστιανισμού, πολλές φορές πολιτισμικές ή θεολογικές έννοιες απέκτησαν πολιτικό περιεχόμενο, καθώς κράτη και αυτοκρατορίες επιχείρησαν να αντλήσουν νομιμοποίηση από τη θρησκευτική παράδοση. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να αντιμετωπιστεί η ρωσική περίπτωση ως μοναδική εξαίρεση, αλλά να κατανοηθεί ως μέρος ενός ευρύτερου ιστορικού φαινομένου: της διαρκούς αλληλεπίδρασης μεταξύ εκκλησιαστικής ζωής και γεωπολιτικής ισχύος.

Μια νέα εποχή για τη Ρωσική Εκκλησία

Στις αρχές του 21ου αιώνα, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία βρισκόταν πλέον σε μια εντελώς διαφορετική θέση από εκείνη που κατείχε λίγες δεκαετίες νωρίτερα.

Από μια Εκκλησία που είχε επιβιώσει μέσα από τις διώξεις και τους περιορισμούς του σοβιετικού καθεστώτος, εξελίχθηκε σε θεσμό με σημαντική δημόσια παρουσία, αυξανόμενη διεθνή δραστηριότητα και ιδιαίτερη επιρροή στη ρωσική κοινωνία.

Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε νέες δυνατότητες, αλλά και νέα διλήμματα.

Πώς μπορεί μια Εκκλησία να διατηρήσει την πνευματική της αυτονομία όταν αποκτά αυξανόμενη εγγύτητα με την κρατική εξουσία;

Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στη θεμιτή συνεργασία Εκκλησίας και Πολιτείας και στον κίνδυνο η εκκλησιαστική αποστολή να ταυτιστεί με μια συγκεκριμένη κρατική στρατηγική;

Τα ερωτήματα αυτά δεν ήταν θεωρητικά. Έμελλε να αποκτήσουν δραματική επικαιρότητα με τις εξελίξεις που ακολούθησαν στην Ουκρανία.

Η ουκρανική κρίση δεν δημιούργησε αυτά τα ερωτήματα· τα ανέδειξε με τρόπο που δεν μπορούσε πλέον να αγνοηθεί.

Από τη μετασοβιετική αναγέννηση στη σύγκρουση της Ουκρανίας

Η δεκαετία που ακολούθησε την ανάκαμψη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας χαρακτηρίστηκε από μια ολοένα στενότερη συνεργασία με το ρωσικό κράτος. Η συνεργασία αυτή δεν προέκυψε αιφνιδίως ούτε αποτελούσε ιστορική ιδιομορφία. Σε ολόκληρη τη χριστιανική ιστορία, οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας υπήρξαν πάντοτε σύνθετες, άλλοτε δημιουργικές και άλλοτε προβληματικές.

Στη ρωσική περίπτωση, όμως, η συνεργασία αυτή απέκτησε σταδιακά ιδιαίτερο ιδεολογικό βάθος.

Μετά από δεκαετίες κρατικού αθεϊσμού, η Ρωσική Εκκλησία αντιμετωπίστηκε ως φορέας ιστορικής συνέχειας και εθνικής συνοχής. Από την άλλη πλευρά, το κράτος βρήκε στην Εκκλησία έναν θεσμό που μπορούσε να συμβάλει στην ανασυγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας μιας κοινωνίας η οποία είχε εξέλθει τραυματισμένη από τη σοβιετική κατάρρευση.

Η συνεργασία αυτή, από μόνη της, δεν συνιστά ιδιαιτερότητα. Αντίστοιχα παραδείγματα στενών σχέσεων μεταξύ κράτους και Εκκλησίας υπάρχουν σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν υπάρχει συνεργασία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο είναι το όριό της.

Από τη «συμφωνία» στη σύγχρονη πολιτική θεολογία

Η βυζαντινή παράδοση γνώριζε την έννοια της «συμφωνίας» μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας (συμφωνία), δηλαδή μιας αρμονικής συνεργασίας δύο διαφορετικών θεσμών με διακριτές αποστολές.

Η Εκκλησία δεν κυβερνούσε το κράτος. Το κράτος δεν καθόριζε το δόγμα της Εκκλησίας.

Η θεωρητική αυτή ισορροπία υπήρξε ασφαλώς δύσκολη στην πράξη και η ιστορία γνωρίζει πολλές αποκλίσεις από το ιδεώδες της.

Στη σύγχρονη Ρωσία, όμως, το ερώτημα τέθηκε διαφορετικά. Δεν αφορούσε μόνο τις σχέσεις δύο θεσμών. Αφορούσε τη διαμόρφωση μιας κοινής αφήγησης για τη θέση της Ρωσίας στον κόσμο.

Σταδιακά, η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, η προστασία των «παραδοσιακών αξιών» και η ανάδειξη της Ρωσίας ως ιδιαίτερου πολιτισμικού πόλου άρχισαν να παρουσιάζονται ως στοιχεία ενός ενιαίου αφηγήματος.

Αυτό το αφήγημα απέκτησε ιδιαίτερη απήχηση τόσο στο εσωτερικό της Ρωσίας όσο και σε συντηρητικούς κύκλους του εξωτερικού, οι οποίοι αναζητούσαν ένα εναλλακτικό πρότυπο απέναντι στις κοινωνικές και πολιτισμικές εξελίξεις της Δύσης.

Η εξέλιξη αυτή εξηγεί γιατί το Russkii Mir δεν περιορίστηκε σε ένα ακαδημαϊκό ή πολιτισμικό σχήμα, αλλά μετατράπηκε σταδιακά σε σημείο αναφοράς της δημόσιας συζήτησης.

Το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα πριν από τον πόλεμο

Συχνά δημιουργείται η εντύπωση ότι η εκκλησιαστική κρίση στην Ουκρανία άρχισε με τη ρωσική εισβολή του 2022. Στην πραγματικότητα, οι ρίζες της είναι πολύ παλαιότερες.

Το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα συνδέεται με την ιστορική εξέλιξη της Μητροπόλεως Κιέβου, τις σχέσεις της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τη μεταγενέστερη de facto υπαγωγή της στη δικαιοδοσία της Μόσχας, ένα ζήτημα που εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαφορετικών ιστορικών και κανονικών ερμηνειών.

Μετά την ανεξαρτησία της Ουκρανίας το 1991, αναπτύχθηκαν ισχυρά αιτήματα για εκκλησιαστική αυτονόμηση, τα οποία εντάθηκαν μετά το 2014, όταν η προσάρτηση της Κριμαίας και η σύγκρουση στο Ντονμπάς επιδείνωσαν δραματικά τις σχέσεις Μόσχας και Κιέβου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα του αυτοκεφάλου έπαψε να αποτελεί αποκλειστικά κανονικό ή εκκλησιολογικό θέμα. Απέκτησε αναπόφευκτα και γεωπολιτική διάσταση.

Η απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Η χορήγηση του Τόμου Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2019 αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιαστικά γεγονότα του 21ου αιώνα.

Η απόφαση αυτή έγινε δεκτή με διαφορετικό τρόπο από τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες. Ορισμένες την αναγνώρισαν. Άλλες επέλεξαν στάση αναμονής. Άλλες διαφώνησαν έντονα.

Η επίσημη θέση του Πατριαρχείου Μόσχας υπήρξε ιδιαίτερα έντονη, οδηγώντας στη διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και, στη συνέχεια, με ορισμένες ακόμη Εκκλησίες που αναγνώρισαν το ουκρανικό αυτοκέφαλο.

Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις στην πανορθόδοξη ενότητα μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το 2016.

Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι οι διαφορετικές θέσεις των Τοπικών Εκκλησιών δεν μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά από γεωπολιτικά κριτήρια. Κάθε Εκκλησία επικαλέστηκε συγκεκριμένα κανονικά και εκκλησιολογικά επιχειρήματα.

Παρά ταύτα, είναι εξίσου σαφές ότι η ευρύτερη διεθνής συγκυρία επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο οι αποφάσεις αυτές προσλήφθηκαν από την κοινή γνώμη και εντάχθηκαν στον παγκόσμιο γεωπολιτικό ανταγωνισμό.

Η εισβολή του 2022 ως σημείο καμπής

Η 24η Φεβρουαρίου 2022 αποτέλεσε σημείο καμπής όχι μόνο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια αλλά και για την παγκόσμια Ορθοδοξία. Ο πόλεμος άλλαξε ριζικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξεταζόταν μέχρι τότε η εκκλησιαστική κρίση. Ζητήματα που προηγουμένως συζητούνταν κυρίως σε επίπεδο κανονικού δικαίου και εκκλησιολογίας βρέθηκαν πλέον στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.

Ταυτόχρονα, η δημόσια υποστήριξη συγκεκριμένων επιλογών της ρωσικής πολιτικής από την ηγεσία της Ρωσικής Εκκλησίας προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον διεθνή θεολογικό χώρο.

Ιδιαίτερη σημασία είχε η δημοσίευση της «Διακήρυξης για τη Διδασκαλία του Russkii Mir» (Declaration on the “Russian World” Teaching) το 2022, την οποία υπέγραψαν εκατοντάδες ορθόδοξοι θεολόγοι από πολλές χώρες. Το κείμενο υποστήριξε ότι η μετατροπή του Russkii Mir σε θεολογική κατηγορία συνιστά σοβαρή εκκλησιολογική εκτροπή, επειδή συγχέει την καθολικότητα της Εκκλησίας με εθνικές και πολιτικές επιδιώξεις.

Ανεξάρτητα από το αν κανείς συμφωνεί ή διαφωνεί με τα συμπεράσματα της Διακήρυξης, η δημοσίευσή της κατέδειξε ότι η συζήτηση είχε πλέον υπερβεί τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και είχε εισέλθει στον πυρήνα της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας.

Ένα νέο εκκλησιολογικό τοπίο

Μετά το 2022, η συζήτηση γύρω από τη Ρωσική Εκκλησία δεν αφορά πλέον μόνο τον πόλεμο. Αφορά τη θέση της μέσα στον παγκόσμιο ορθόδοξο χώρο. Αφορά τις σχέσεις της με τις άλλες Τοπικές Εκκλησίες. Αφορά τη δυνατότητά της να λειτουργήσει ως δύναμη ενότητας σε μια περίοδο βαθιάς πόλωσης.

Και, κυρίως, αφορά ένα θεμελιώδες ερώτημα που θα απασχολήσει πιθανότατα την Ορθοδοξία για πολλά ακόμη χρόνια: Μπορεί μια Εκκλησία να διατηρήσει την οικουμενικότητα της μαρτυρίας της όταν η δημόσια εικόνα της ταυτίζεται τόσο στενά με τις στρατηγικές επιλογές ενός κράτους;

Η Ρωσική Εκκλησία απέναντι στον υπόλοιπο ορθόδοξο κόσμο

Αν ο πόλεμος στην Ουκρανία άλλαξε ριζικά τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Ευρώπης, προκάλεσε αντίστοιχα βαθιές ανακατατάξεις και στο εσωτερικό της παγκόσμιας Ορθοδοξίας.

Οι συνέπειες αυτές δεν περιορίζονται στις σχέσεις μεταξύ της Ρωσικής Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αφορούν συνολικά τον τρόπο με τον οποίο οι Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες αντιλαμβάνονται σήμερα την ενότητα, την κανονική τάξη και τον ρόλο τους μέσα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη γεωπολιτική πόλωση.

Η έννοια της πανορθόδοξης ενότητας, η οποία μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητος στόχος όλων των Εκκλησιών, δοκιμάζεται σήμερα από μια πραγματικότητα στην οποία οι εκκλησιαστικές αποφάσεις ερμηνεύονται συχνά μέσα από το πρίσμα των διεθνών σχέσεων.

Η κρίση της εμπιστοσύνης

Ίσως η σημαντικότερη συνέπεια των τελευταίων ετών να μην είναι η διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας με ορισμένες Εκκλησίες. Οι διακοπές κοινωνίας, όσο επώδυνες κι αν είναι, έχουν υπάρξει και στο παρελθόν. Η βαθύτερη πρόκληση είναι η κρίση εμπιστοσύνης.

Για πολλές Τοπικές Εκκλησίες, το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο τη διαφωνία γύρω από το ουκρανικό αυτοκέφαλο. Αφορά το κατά πόσο η ηγεσία της Ρωσικής Εκκλησίας και η επίσημη δημόσια παρουσία του Πατριαρχείου Μόσχας μπορούν να λειτουργήσουν ως παράγοντας εκκλησιαστικής ενότητας όταν η δημόσια εικόνα που εκπέμπουν συνδέεται τόσο στενά με τις στρατηγικές επιλογές του ρωσικού κράτους.

Η παρατήρηση αυτή δεν προϋποθέτει αξιολογική κρίση ούτε αμφισβητεί την πνευματική ζωή εκατομμυρίων πιστών της Ρωσικής Εκκλησίας. Αφορά αποκλειστικά τη διεθνή πρόσληψη του θεσμού.

Στη γεωπολιτική, όπως και στη διπλωματία, η αντίληψη που διαμορφώνεται διεθνώς μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την ίδια την πραγματικότητα.

Οι διαφορετικές στάσεις των Τοπικών Εκκλησιών

Ένα από τα χαρακτηριστικά της σημερινής περιόδου είναι ότι η Ορθοδοξία δεν αντέδρασε ενιαία. Κάθε Τοπική Εκκλησία αξιολόγησε τις εξελίξεις μέσα από το δικό της ιστορικό, κανονικό και ποιμαντικό πλαίσιο.

Ορισμένες αναγνώρισαν το αυτοκέφαλο της Ουκρανίας. Άλλες διαφώνησαν. Άλλες απέφυγαν να λάβουν οριστική θέση.

Η διαφορετικότητα αυτή δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην ένδειξη διάσπασης. Αντανακλά και τη συνοδική φυσιογνωμία της Ορθοδοξίας, όπου δεν υπάρχει ένας υπερεθνικός μηχανισμός που να επιβάλλει ομοιόμορφες αποφάσεις σε όλες τις Εκκλησίες.

Ταυτόχρονα, όμως, η πολυφωνία αυτή καθιστά δυσκολότερη τη διαμόρφωση κοινής στάσης απέναντι σε γεγονότα με έντονο γεωπολιτικό χαρακτήρα.

Η νέα θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών ανέδειξαν ακόμη περισσότερο τον ιδιαίτερο ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η χορήγηση του Τόμου Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές αξιολογήσεις που προκάλεσε, υπενθύμισε ότι το Φανάρι εξακολουθεί να ασκεί συγκεκριμένες κανονικές αρμοδιότητες μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Παράλληλα, όμως, το κατέστησε και κεντρικό παράγοντα μιας διεθνούς αντιπαράθεσης.

Το γεγονός αυτό ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη διεθνή ορατότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ταυτόχρονα, υπενθύμισε ότι θεσμοί χωρίς κρατική ισχύ μπορούν να ασκούν σημαντική επιρροή στις διεθνείς εξελίξεις μέσω του κανονικού και ιστορικού τους κύρους.

Την ίδια στιγμή, αύξησε και τις πιέσεις που δέχεται από διαφορετικές πλευρές. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα όσων αναλύσαμε στο πρώτο άρθρο της σειράς: «Η νέα γεωπολιτική της θρησκείας: Πώς διαφορετικά ιδεολογικά δίκτυα συγκλίνουν πέρα από τις δογματικές διαφορές στη νέα αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσης».

Οι εκκλησιαστικοί θεσμοί δεν παύουν να είναι πνευματικοί οργανισμοί. Όμως, όταν οι αποφάσεις τους επηρεάζουν ευρύτερες διεθνείς ισορροπίες, αποκτούν αναπόφευκτα και γεωπολιτική διάσταση.

Η διεθνής θεολογική συζήτηση

Ένα στοιχείο που συχνά παραβλέπεται στη δημόσια συζήτηση είναι ότι η αντιπαράθεση γύρω από το Russkii Mir δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως.

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ένας ιδιαίτερα έντονος διάλογος μέσα στην ίδια τη διεθνή ορθόδοξη θεολογία. Πανεπιστημιακοί, κληρικοί και ερευνητές από διαφορετικές χώρες έχουν δημοσιεύσει μελέτες που εξετάζουν τα όρια μεταξύ θεμιτής πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας και πολιτικής θεολογίας.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η συζήτηση αυτή δεν διεξάγεται μόνο στην Ευρώπη. Συμμετέχουν θεολόγοι από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Μέση Ανατολή, την Αυστραλία και την Αφρική.

Το γεγονός αυτό δείχνει ότι το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα έχει πλέον υπερβεί κατά πολύ τα όρια μιας περιφερειακής διαφωνίας. Έχει εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες εκκλησιολογικές συζητήσεις της σύγχρονης Ορθοδοξίας.

Η Αφρική και η νέα εκκλησιαστική γεωγραφία

Μία από τις λιγότερο προβεβλημένες αλλά ιδιαίτερα σημαντικές συνέπειες της κρίσης αφορά την αφρικανική ήπειρο.

Η απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας να συγκροτήσει δική του εκκλησιαστική δομή στην Αφρική, επικαλούμενο αιτήματα κληρικών που επιθυμούσαν να αποχωρήσουν από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας μετά την αναγνώριση της Εκκλησίας της Ουκρανίας, δημιούργησε νέα δεδομένα στην ορθόδοξη εκκλησιαστική γεωγραφία.

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε σοβαρές κανονικές αντιδράσεις, καθώς άγγιξε μια από τις θεμελιώδεις αρχές της ορθόδοξης εκκλησιολογίας: την εδαφική δικαιοδοσία των Τοπικών Εκκλησιών.

Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές αξιολογήσεις, το γεγονός αυτό κατέδειξε ότι η κρίση δεν περιορίζεται πλέον στην Ανατολική Ευρώπη. Οι συνέπειές της επεκτείνονται ήδη σε άλλες ηπείρους.

Πέρα από τον πόλεμο

Ίσως, τελικά, το σημαντικότερο ζήτημα να μην είναι ο ίδιος ο πόλεμος. Οι πόλεμοι, όσο τραγικοί κι αν είναι, κάποτε τελειώνουν. Οι εκκλησιαστικές σχέσεις, όμως, οικοδομούνται σε βάθος αιώνων.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για τη Ρωσική Εκκλησία ενδέχεται να μην είναι η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ κρατών. Ενδέχεται να είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μέσα στον ίδιο τον ορθόδοξο κόσμο. Και αυτή είναι μια διαδικασία που απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο από οποιαδήποτε πολιτική συμφωνία.

Ακριβώς γι’ αυτό, η σημερινή κρίση δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως συνέπεια του πολέμου. Αποτελεί έκφραση ενός βαθύτερου ερωτήματος, το οποίο θα συνεχίσει να απασχολεί την Ορθοδοξία πολύ μετά το τέλος των πολεμικών συγκρούσεων: Πώς μπορεί να διαφυλαχθεί η καθολικότητα της Εκκλησίας σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο πολυπολικός, ανταγωνιστικός και γεωπολιτικά κατακερματισμένος;

Μπορεί να επιβιώσει το όραμα του «Ρωσικού Κόσμου»;

Από την αρχή του παρόντος άρθρου επιχειρήσαμε να αποφύγουμε μία εύκολη αλλά παραπλανητική προσέγγιση: να ερμηνεύσουμε τις σύγχρονες εκκλησιαστικές εξελίξεις αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας.

Η ιστορία της Εκκλησίας είναι πάντοτε μεγαλύτερη από την ιστορία των κρατών. Γι’ αυτό και το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι εάν ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε μια βαθιά κρίση στις σχέσεις της Ρωσικής Εκκλησίας με τον υπόλοιπο ορθόδοξο κόσμο. Αυτό είναι πλέον προφανές.

Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Ποια θα είναι η θέση της Ρωσικής Εκκλησίας όταν η σημερινή γεωπολιτική κρίση θα αποτελεί πλέον παρελθόν; Η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό

Στη δημόσια συζήτηση υπάρχει συχνά η εντύπωση ότι η σημερινή κρίση θα λήξει αυτόματα όταν τερματιστεί ο πόλεμος ή όταν μεταβληθούν οι διεθνείς πολιτικοί συσχετισμοί.

Η ιστορία των Εκκλησιών δείχνει ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Οι πολιτικές συμμαχίες μεταβάλλονται σχετικά γρήγορα. Οι εκκλησιαστικές σχέσεις, όμως, διαμορφώνονται μέσα σε ιστορικούς χρόνους.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ Τοπικών Εκκλησιών απαιτεί πολύ περισσότερα από μια διπλωματική συμφωνία ή μια πολιτική αλλαγή. Απαιτεί χρόνο. Απαιτεί θεολογικό διάλογο. Απαιτεί κυρίως τη βεβαιότητα ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με εκκλησιολογικά και όχι γεωπολιτικά κριτήρια.

Αυτό ακριβώς είναι και το μεγαλύτερο διακύβευμα της επόμενης ημέρας.

Η δοκιμασία της εκκλησιολογικής αξιοπιστίας

Καμία μεγάλη Εκκλησία δεν μπορεί να ασκήσει ουσιαστική πνευματική επιρροή αποκλειστικά μέσω του ιστορικού της κύρους. Η επιρροή αυτή στηρίζεται πρωτίστως στην εμπιστοσύνη.

Η Ρωσική Εκκλησία εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, με τεράστια πνευματική, λειτουργική, μοναστική και θεολογική παράδοση. Κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν αναιρείται από τις σημερινές εξελίξεις.

Το ερώτημα αφορά κάτι διαφορετικό: Πώς προσλαμβάνεται πλέον διεθνώς ο δημόσιος λόγος της εκκλησιαστικής ηγεσίας της;

Η εικόνα που διαμορφώνεται στον υπόλοιπο ορθόδοξο κόσμο επηρεάζει αναπόφευκτα την ικανότητά της να λειτουργεί ως συνομιλητής, ως παράγοντας συνεννόησης και ως φορέας κοινής μαρτυρίας.

Στη διεθνή πολιτική χρησιμοποιείται συχνά ο όρος «ήπια ισχύς» (soft power) για να περιγράψει την επιρροή που ασκεί ένας δρών χωρίς καταναγκασμό. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι και στον εκκλησιαστικό χώρο υπάρχει μια αντίστοιχη μορφή πνευματικής αξιοπιστίας.

Αυτή δεν επιβάλλεται. Κατακτάται. Και μπορεί να χαθεί πολύ πιο γρήγορα από όσο αποκτήθηκε.

Η μετά τον πόλεμο εποχή

Είναι αδύνατον να προβλέψει κανείς πότε και με ποιον τρόπο θα τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Ακόμη δυσκολότερο είναι να προβλέψει ποια θα είναι η πολιτική φυσιογνωμία της Ρωσίας τα επόμενα χρόνια.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να εντοπίσουμε ορισμένα ερωτήματα που θα παραμείνουν ανοιχτά ανεξάρτητα από τις πολιτικές εξελίξεις:

  • Θα μπορέσει η Ρωσική Εκκλησία να επανεκκινήσει τον διάλογο με τις Εκκλησίες που σήμερα βρίσκονται σε κατάσταση έντονης διαφωνίας;
  • Θα υπάρξουν νέες πανορθόδοξες πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της ενότητας;
  • Θα αναζητηθούν νέες μορφές συνοδικής συνεργασίας;
  • Ή μήπως η σημερινή πολυδιάσπαση θα παγιωθεί ως μόνιμο χαρακτηριστικό της ορθόδοξης πραγματικότητας;

Κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί να απαντηθεί σήμερα. Το γεγονός όμως ότι τίθενται ήδη δείχνει το βάθος της κρίσης.

Η Ορθοδοξία σε έναν πολυπολικό κόσμο

Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση να μην αφορά αποκλειστικά τη Ρωσική Εκκλησία. Η παγκόσμια Ορθοδοξία εισέρχεται συνολικά σε μια νέα εποχή.

Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι περισσότερες Τοπικές Εκκλησίες καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα διεθνές σύστημα που χαρακτηρίζεται από την επιστροφή του ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.

Η Ευρώπη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Κίνα, η Μέση Ανατολή και οι αναδυόμενες περιφερειακές δυνάμεις διαμορφώνουν ένα περιβάλλον πολύ πιο σύνθετο από εκείνο των προηγούμενων δεκαετιών.

Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, οι Εκκλησίες θα δεχθούν αναπόφευκτα πιέσεις. Άλλοτε να ταυτιστούν με εθνικές στρατηγικές. Άλλοτε να λειτουργήσουν ως φορείς πολιτισμικής επιρροής. Άλλοτε να χρησιμοποιηθούν ως μέσα άσκησης ήπιας ισχύος.

Η πρόκληση αυτή δεν αφορά μόνο τη Μόσχα. Αφορά όλες τις μεγάλες χριστιανικές Εκκλησίες.

Και ακριβώς εδώ επανερχόμαστε στη βασική θέση που διατυπώσαμε στο πρώτο άρθρο της σειράς: Η γεωπολιτική δεν δημιουργεί την πίστη. Μπορεί όμως να επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει τις θρησκευτικές ταυτότητες για να υπηρετήσει ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις.

Ένα ερώτημα για ολόκληρη την Ορθοδοξία

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο δίδαγμα της ουκρανικής κρίσης να μην αφορά αποκλειστικά τη Ρωσική Εκκλησία. Αφορά ολόκληρη την Ορθοδοξία.

  • Πώς μπορεί να διατηρηθεί η συνοδικότητα όταν οι γεωπολιτικές διαιρέσεις γίνονται ολοένα βαθύτερες;
  • Πώς μπορεί να προστατευθεί η καθολικότητα της Εκκλησίας όταν οι εθνικές ταυτότητες επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο;
  • Και, κυρίως, πώς μπορεί η Εκκλησία να παραμείνει φορέας συμφιλίωσης όταν οι κοινωνίες στις οποίες απευθύνεται βιώνουν ολοένα εντονότερες μορφές πολιτικής και πολιτισμικής πόλωσης;

Τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν μόνο τη σημερινή συγκυρία. Είναι πολύ πιθανό να αποτελέσουν τα κεντρικά εκκλησιολογικά ζητήματα του 21ου αιώνα.

Η Ρωσική περίπτωση ως προειδοποίηση για την Ορθοδοξία του 21ου αιώνα

Οι μεγάλες ιστορικές κρίσεις δεν αφήνουν πίσω τους μόνο πολιτικές ή στρατιωτικές συνέπειες. Συχνά μεταβάλλουν βαθύτερα τις αντιλήψεις, τις θεσμικές ισορροπίες και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες κατανοούν τον ίδιο τους τον εαυτό.

Κάτι αντίστοιχο φαίνεται να συμβαίνει σήμερα και στην παγκόσμια Ορθοδοξία. Η κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ δύο κρατών ούτε ακόμη και στις σχέσεις μεταξύ δύο Εκκλησιών.

Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να μαρτυρήσει την καθολικότητά της μέσα σε έναν κόσμο που επιστρέφει σταδιακά στη λογική των ανταγωνιστικών γεωπολιτικών μπλοκ.

Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο δίδαγμα της σημερινής συγκυρίας.

Η επιστροφή της θρησκείας στη διεθνή πολιτική

Για αρκετές δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου επικράτησε η αντίληψη ότι η παγκοσμιοποίηση θα περιόριζε σταδιακά τη σημασία των θρησκευτικών ταυτοτήτων στη διεθνή πολιτική. Η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετικά.

Σήμερα παρατηρούμε ότι η θρησκεία επιστρέφει στο προσκήνιο όχι μόνο ως προσωπική πίστη αλλά και ως στοιχείο πολιτισμικής ταυτότητας, κοινωνικής συνοχής και διεθνούς επιρροής.

Αυτό δεν αφορά μόνο την Ορθοδοξία. Το βλέπουμε στον καθολικό κόσμο, στον ευαγγελικό προτεσταντισμό των Ηνωμένων Πολιτειών, στον ισλαμικό κόσμο, αλλά και στην πολιτική αξιοποίηση της θρησκευτικής κληρονομιάς από κράτη που επιδιώκουν να ενισχύσουν τη διεθνή τους παρουσία.

Η επιστροφή αυτή δημιουργεί νέες δυνατότητες αλλά και νέους κινδύνους. Η θρησκεία μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα επικοινωνίας. Μπορεί όμως να μετατραπεί και σε εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης ή πολιτισμικής αντιπαράθεσης.

Το διαχρονικό δίλημμα των Εκκλησιών

Η ιστορία δείχνει ότι κάθε μεγάλη Εκκλησία, αργά ή γρήγορα, έρχεται αντιμέτωπη με το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: Πώς μπορεί να συνεργάζεται με την πολιτική εξουσία χωρίς να ταυτίζεται μαζί της;

Η απάντηση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ίδια σε όλες τις εποχές. Η Εκκλησία δεν υπάρχει έξω από την ιστορία. Ζει μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνίες, συνομιλεί με κράτη, υπερασπίζεται τους πιστούς της και παρεμβαίνει συχνά στον δημόσιο διάλογο. Όμως η αποστολή της δεν εξαντλείται σε καμία πολιτική συγκυρία.

Από τη στιγμή που η εκκλησιαστική ταυτότητα αρχίζει να ταυτίζεται πλήρως με τη στρατηγική ενός κράτους, δημιουργείται αναπόφευκτα ο κίνδυνος να αποδυναμωθεί η οικουμενικότητα της μαρτυρίας της.

Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τη Ρωσική Εκκλησία. Αποτελεί ιστορικό μάθημα που ισχύει για όλες τις Εκκλησίες, ανεξάρτητα από χώρα, παράδοση ή μέγεθος.

Η γεωπολιτική της θρησκείας ως πεδίο μελέτης

Το παράδειγμα της Ρωσίας επιβεβαιώνει και κάτι ακόμη. Η σχέση θρησκείας και γεωπολιτικής δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως περιφερειακό ή δευτερεύον θέμα. Αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της μελέτης των διεθνών σχέσεων.

Οι θρησκευτικοί θεσμοί δεν είναι κράτη. Δεν διαθέτουν στρατούς ούτε οικονομική ισχύ αντίστοιχη των μεγάλων δυνάμεων. Διαθέτουν όμως κάτι διαφορετικό. Διαθέτουν ιστορική μνήμη. Διαθέτουν πολιτισμική επιρροή. Διαθέτουν ηθικό κύρος. Και, κυρίως, διαμορφώνουν την αυτοσυνειδησία εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί αποτελούν πλέον αντικείμενο αυξανόμενου ενδιαφέροντος όχι μόνο για θεολόγους και εκκλησιαστικούς ιστορικούς αλλά και για διεθνολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και αναλυτές ασφαλείας.

Το πραγματικό διακύβευμα

Ίσως, τελικά, το σημαντικότερο ερώτημα να μην είναι αν η Ρωσική Εκκλησία θα ανακτήσει τη θέση που κατείχε πριν από την ουκρανική κρίση.

Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι διαφορετικό: Μπορεί η παγκόσμια Ορθοδοξία να διαφυλάξει την ενότητά της σε μια εποχή όπου οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις διεισδύουν ολοένα βαθύτερα στην εκκλησιαστική ζωή;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μόνο από τη διπλωματία. Ούτε μόνο από την πολιτική.

Θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των Τοπικών Εκκλησιών να διατηρήσουν τη συνοδικότητα, να συνεχίσουν τον θεολογικό διάλογο και να διακρίνουν με σαφήνεια τα όρια ανάμεσα στην ποιμαντική αποστολή και στις επιδιώξεις της κρατικής ισχύος.

Κατακλείδα

Η περίπτωση της Ρωσικής Εκκλησίας δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στην ιστορία των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Αποτελεί έναν καθρέφτη μέσα στον οποίο ολόκληρη η Ορθοδοξία καλείται να αντικρίσει τα δικά της διαχρονικά διλήμματα.

Η πρόκληση δεν είναι να επιλέξει κανείς ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Η πρόκληση είναι να διαφυλαχθεί η ελευθερία της εκκλησιαστικής μαρτυρίας απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής εργαλειοποίησης.

Η γεωπολιτική θα συνεχίσει να επηρεάζει τις διεθνείς εξελίξεις. Οι συμμαχίες θα αναδιαμορφώνονται. Η αποστολή της Εκκλησίας, όμως, δεν μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τους συσχετισμούς ισχύος.

Ίσως αυτό να είναι και το σημαντικότερο δίδαγμα της ουκρανικής κρίσης: Ότι η δύναμη της Εκκλησίας δεν μετριέται από την εγγύτητά της προς την εξουσία, αλλά από την ικανότητά της να διατηρεί την πνευματική της ελευθερία ακόμη και όταν βρίσκεται στο επίκεντρο των μεγαλύτερων γεωπολιτικών αναταράξεων.

______________

Σημείωση του συγγραφέα: Το παρόν άρθρο αποτελεί γεωπολιτική και εκκλησιολογική ανάλυση. Βασίζεται σε επίσημα εκκλησιαστικά κείμενα, ακαδημαϊκή βιβλιογραφία και διεθνείς αναλύσεις. Όπου διατυπώνονται αξιολογικές κρίσεις, αυτές αποτελούν ερμηνευτικές προσεγγίσεις του συγγραφέα επί τεκμηριωμένων γεγονότων και όχι ισχυρισμούς περί προθέσεων ή κινήτρων προσώπων και θεσμών.

______________

Ενδεικτικές πηγές και περαιτέρω μελέτη

Πρωτογενείς πηγές

  • Ecumenical Patriarchate. The Ecumenical Throne and the Church of Ukraine: The Documents. Constantinople, 2018–2019.
  • Moscow Patriarchate. The Basis of the Social Concept of the Russian Orthodox Church. Jubilee Bishops’ Council, Moscow, 2000. (Διαδικτυακή έκδοση: The Basis of the Social Concept)
  • Moscow Patriarchate. Basic Principles of the Russian Orthodox Church’s Attitude toward the Other Christian Confessions. Moscow Patriarchate, 2000 (με μεταγενέστερες επικαιροποιήσεις). (Διαδικτυακή έκδοση: Basic Principles of the Attitude toward the Other Christian Confessions)
  • Declaration on the “Russian World” (Russkii Mir) Teaching. Public Statement by Orthodox Theologians, 13 March 2022. (Διαδικτυακή έκδοση: Public Orthodoxy – Declaration on the “Russian World” Teaching)

Επιλεγμένη βιβλιογραφία και ερευνητικές μελέτες

  • Cyril Hovorun. Political Orthodoxies: The Unorthodoxies of the Church Coerced. Fortress Press, 2018.
  • John Chryssavgis. Light Through Darkness: The Orthodox Church and the World Today. Orbis Books, 2020.
  • Antoine Arjakovsky. Theology after the “Russian World”: Reflections on the Future of Orthodox Theology. Cascade Books, 2023.
  • Carnegie Endowment for International Peace. Αναλύσεις για τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, τη θρησκεία και τη ρωσική εξωτερική πολιτική.
  • Chatham House. Μελέτες για τις σχέσεις θρησκείας, κρατικής ισχύος και ρωσικής στρατηγικής.
  • Orthodox Christian Studies Center – Fordham University. Δημοσιεύσεις και αναλύσεις για το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, τη συνοδικότητα και τη σύγχρονη ορθόδοξη εκκλησιολογία.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: