e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Βέροια: Παρουσίαση βιβλίου για τον μακαριστό Ηγούμενο της Μονής Παναγίας Δοβρά

Το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026 το μεσημέρι πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα «Μητροπολίτης Σταυροπηγίου Αλέξανδρος» της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά η παρουσίαση αφιερωματικού τόμου για τον μακαριστό Καθηγούμενο Παντελεήμονα Κορφιωτάκη με την ευκαιρία συμπληρώσεως ενός έτους από την κοίμησή του.

Το βιβλίο με τίτλο «Γέρων Παντελεήμων Κορφιωτάκης: Ο έμψυχος στύλος της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά» αποτελεί προϊόν των εκδόσεων της ομώνυμης Ιεράς Μονής.

 Μετά την κοίμηση του μακαριστού Γέροντα, πλήθος πνευματικών του τέκνων κατέθεσαν στην αδελφότητα προσωπικές εμπειρίες από τη συμβουλευτική και ποιμαντική του δράση, καθώς και μαρτυρίες για θαυμαστά περιστατικά που βίωσαν κοντά του. Το υλικό αυτό, σε συνδυασμό με τις εμπειρίες των πατέρων της Μονής, συγκροτεί το περιεχόμενο του τόμου.

Η έκδοση διαρθρώνεται σε τρία μέρη:

Στο πρώτο Μέρος παρουσιάζεται η βιογραφία του μακαριστού Γέροντα, διανθισμένη με μαρτυρίες πατέρων και πνευματικών του τέκνων, καθώς και πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Στο δεύτερο Μέρος Δημοσιεύονται λόγοι από σημαντικές στιγμές της ζωής του, καθώς και οι επικήδειοι και επιμνημόσυνοι λόγοι που εκφωνήθηκαν κατά την κοίμησή του.

Στο τρίτο Μέρος περιλαμβάνονται αποσπάσματα επιστολών Προκαθημένων, Αρχιερέων και Καθηγουμένων, καθώς και κείμενα των πατέρων της αδελφότητας της Ιεράς Μονής.

Την έκδοση προλογίζει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων, ενώ το βιβλίο κατακλείεται με το κείμενο «αντί επιλόγου» του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά, Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Δομενίκου κ. Αθηναγόρα.

Ο  σκοπός της παρούσης εκδόσεως είναι διττός. Αφενός, επιθυμεί να προσφέρει στα πνευματικά τέκνα του μακαριστού Γέροντα την ευκαιρία να ενδιατρίψουν σε άγνωστες, έως τώρα, πτυχές της βιοτής του, φωτίζοντας εκείνες τις αθόρυβες στιγμές της καθημερινότητάς του που αποκάλυπταν το μέγεθος της ταπεινώσεώς του.

Αφετέρου, το έργο αυτό φιλοδοξεί να αποτελέσει για κάθε προσκυνητή της Ιεράς Μονής ένα ουσιαστικό ψυχοφελές ανάγνωσμα. Μέσα από τις σελίδες του αναδύεται το πρότυπο ενός σύγχρονου αγωνιστή κληρικού και μοναχού, ο οποίος, βαδίζοντας στα ίχνη των Αγίων Πατέρων, κατάφερε να μετατρέψει τη ζωή του σε μια διαρκή μαρτυρία πίστεως. Η έκδοση αυτή δεν είναι απλώς μια βιογραφία, αλλά ένας πνευματικός οδοδείκτης που καταδεικνύει πώς η χάρις του Θεού ενεργεί στον σύγχρονο κόσμο μέσα από την υπακοή και την αγάπη.

Η παρουσίαση έγινε από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονα και τον Αρχιμ. Αρσένιο Χαλδαιόπουλο, Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο της Ιεράς Μητροπόλεως και Αδελφό της Ιεράς Μονής.

Την Παρακολούθησαν οι Αρχιερείς που έλαβαν μέρος νωρίτερα στο πολυαρχιερατικό συλλείτουργο και το ετήσιο μνημόσυνο του μακαριστού Γέροντα, καθώς επίσης πολλοί ιερείς, μοναχοί, μοναχές και πνευματικά τέκνα του.

Ομιλία Σεβασμιωτάτου

«Ἐάν τε οὖν ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν».

Τόν λόγο αὐτό τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, τοῦ πρωτοκορυφαίου ἀποστόλου Παύλου, μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ σημερινή ἡμέρα μνήμης καί τιμῆς πρός τόν μακαριστό κτίτορα καί καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας Δοβρᾶ, Γέροντα Παντελεήμονα, τοῦ ὁποίου τελέσαμε πρό ὀλίγου τό ἐτήσιο μνημόσυνο.

Ἡ ζωή του, ἡ ἀναστροφή του, ἡ πορεία του μέσα στόν κόσμο καί μέσα στήν Ἐκκλησία, ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετώπισε τή δοκιμασία τῆς ἀσθενείας του, μᾶς ἔδιδαν πάντοτε τήν ἐντύπωση ὅτι ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, μία ψυχή ἀφιερωμένη ἀποκλειστικά στόν Θεό.

Ἡ κοίμησή του μᾶς τό ἐπιβεβαίωσε. Καί ὁ χρόνος πού πέρασε ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνη μέχρι σήμερα μᾶς ἀποκάλυψαν πολλά στοιχεῖα τῆς ζωῆς του πού δέν γνωρίζαμε γιά τόν μακαριστό καθηγούμενο.

Τόν συνάντησα γιά πρώτη φορά νεαρό φοιτητή τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στόν ναό τοῦ ἁγίου Δημητρίου τοῦ πολιούχου, ὅπου διακονοῦσα τότε ὡς προϊστάμενος καί πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Ἦλθε μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ μετέπειτα Μητροπολίτου Λαγκαδᾶ, λαϊκοῦ τότε καί φοιτητοῦ τῆς Θεολογικῆς, πού συνδεόταν μέ τή Χριστιανική Καταφυγή, ἡ ὁποία ἔκανε τά πρῶτα της βήματα, λέγοντάς του ὅτι ἀξίζει νά γνωρίσει αὐτό τό ἔργο καί ἐμπνευστή του.

Ὁ νεαρός Γεώργιος, ὅπως ἦταν τό λαϊκό ὄνομα τοῦ Ἡγουμένου, προερχόταν ἀπό μία εὐκατάσταση οἰκογένεια τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ὅμως δέν εἶχε ἰδιαίτερες σχέσεις μέ τήν Ἐκκλησία καί τήν πνευματική ζωή. Ἡ πρώτη του ἐξομολόγηση, ὅπως εἶπε ἀργότερα σέ κάποιους πατέρες, ἦταν ἡ πιό σημαντική στιγμή τῆς ζωῆς του. Ἄνοιξε στήν ψυχή του ἕναν νέο κόσμο, καί σέ αὐτόν τόν κόσμο θέλησε νά ζήσει.

Ἡ Χριστιανική Καταφυγή ἔγινε τό σπίτι του, ἡ οἰκογένειά του. Ἐργαζόταν μέ ἀγάπη καί ἀφοσίωση στό νεανικό ἔργο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ἐνῶ στήν ψυχή του διαμορφωνόταν ἡ κλίση γιά τήν ἀφιέρωση στόν Θεό καί τήν ἱερωσύνη. Γι᾽ αὐτό καί μετά τήν ὁλοκλήρωση τῶν σπουδῶν του καί παρά τίς οἰκογενειακές ὑποχρεώσεις πού τόν ἀνάγκαζαν συχνά νά βρίσκεται στήν Ἀθήνα καί στήν Καλαμάτα, ἀπό ὅπου καταγόταν ἡ οἰκογένειά του, προσπαθοῦσε νά βρίσκει χρόνο γιά νά εἶναι κοντά μας στή Θεσσαλονίκη, γιά νά ζεῖ τίς πνευματικές εὐκαιρίες στήν Χριστιανική Καταφυγή καί στόν Ἅγιο Δημήτριο καί νά συμμετέχει στό πνευματικό ἔργο.

Μία ἀπό αὐτές τίς φορές, μετά ἀπό μία ἀγρυπνία, πῆγε νά ξεκουραστεῖ λίγο στήν Καταφυγή μαζί μέ τόν π. Γεράσιμο Μπεκέ, λαϊκό καί ἐκεῖνον τότε καί πτυχιοῦχο τῆς Νομικῆς, γιά νά σηκωθοῦν καί νά συνεχίσουν τή διακονία τους στόν ναό. Μέσα στόν ὕπνο του ὅμως ἄκουσε ἐκείνη τή νύκτα μία φωνή πού τοῦ ἔλεγε «Δοβρᾶ, Δοβρᾶ».

Ὅταν ξύπνησε, θυμόταν ἀκόμη τή φωνή καί τή λέξη πού ἄκουσε. Δέν ἤξερε τί σήμαινε καί γι᾽ αὐτό ρώτησε τόν π. Γεράσιμο, ἄν τήν εἶχε ξανακούσει. Στήν ἀρνητική ἀπάντησή του σκέφθηκαν νά ἀνοίξουν μία ἐγκυκλοπαίδεια γιά νά μάθουν τί σήμαινε αὐτή ἡ λέξη. Πρός μεγάλη τους ἔκπληξη διαπίστωσαν ὅτι ἐπρόκειτο γιά ἕνα παλαιό μοναστήρι στή Βέροια, ὅπου εἶχε γίνει μία ἱστορική μάχη μέ τούς Τούρκους κατά τήν ἐπανάσταση τῆς Μακεδονίας τό 1822, πού ξεκίνησε σάν σήμερα στή Μονή τῆς Παναγίας Δοβρᾶ.

Οἱ Ἕλληνες εἶχαν νικήσει, ἀλλά οἱ Τοῦρκοι θέλοντας νά ἐκδικηθοῦν γιά τήν ἧττα τους εἶχαν καταστρέψει τό μοναστήρι καί εἶχαν κρεμάσει τόν Ἡγούμενο τῆς μονῆς Γεράσιμο.

Παρόλες τίς πληροφορίες πού βρῆκαν, δέν κατάλαβαν τί νόημα εἶχε τό ὄνειρο καί τί ἐννοῦσε ἡ φωνή πού ἄκουσε στόν ὕπνο του. Θά τό καταλάβαιναν μερικά χρόνια ἀργότερα, ὅταν ἡ ἐλαχιστότητά μου ἐξελέγη Μητροπολίτης Βεροίας, καί ἡ Δοβρᾶ ἀπό μία «φωνή» ἔγινε ἕνας τόπος, ἕνα διαλυμμένο μοναστήρι τῆς Παναγίας, πού εἶχε λειτουργήσει γιά 40 χρόνια ὡς Παιδούπολη καί εἶχε στή συνέχεια ἐγκαταλειφθεῖ.

Μέ τήν ἐνθρόνισή μου στή Μητρόπολη Βεροίας, στίς 10 Ἰουλίου τοῦ 1994, κάποιοι ἀπό τούς νέους τῆς Χριστιανικῆς Καταφυγῆς πού συνδεόταν μαζί μου ἀποφάσισαν νά μέ ἀκολουθήσουν καί νά πραγματοποιήσουμε τήν ἐπιθυμία μας νά συστήσουμε μία Ἀδελφότητα.

Πρῶτος ἀπό αὐτούς ὁ μακαριστός Ἡγούμενος πῆρε τήν ἀπόφαση νά ἀφιερώσει τή ζωή του στόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία, ἐνδυόμενος τό μοναχικό ράσο. Λίγες ἡμέρες μετά τήν ἐνθρόνισή μου, στίς 23 Ἰουλίου, τήν ἑπομένη τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων Διονυσίου τοῦ ρήτορος καί Μητροφάνους, τέλεσα στό σπήλαιό τους, στή Μικρή Ἁγία Ἄννα, τήν κουρά τῶν δύο πρώτων πατέρων, τοῦ Γεωργίου καί τοῦ Παναγιώτου, δίνοντάς τους τά ὀνόματα Παντελεήμων, πρός τιμήν τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος Παπαγεωργίου ἀλλά καί τοῦ τότε Μητροπολίτου Παντελεήμονος Χρυσοφάκη, καί Γεράσιμος, πρός τιμήν τοῦ Γέροντός μου καί ὁσίου πλέον Γερασίμου τοῦ Ὑμνογράφου.

Λίγες ἡμέρες πρίν ἀπό τή μοναχική του κουρά ὁ μακαριστός Ἡγούμενος εἶχε ταξιδεύσει στήν Ἀθήνα γιά νά πάρει τήν εὐχή τῆς μητέρας του, ἐνημερώνοντάς την γιά τήν ἐπιθυμία καί τήν ἀπόφασή του νά γίνει κληρικός.

Καθώς ἦταν τό μοναδικό παιδί της καί ὁ πατέρας του εἶχε ἤδη κοιμηθεῖ, ἡ μητέρα του ἦταν ἐξαιρετικά διστακτική. Προσπάθησε μέ κάθε τρόπο νά τόν μεταπείσει καί νά τοῦ ἀλλάξει γνώμη, χρησιμοποιώντας ὡς ἐπιχείρημα τό συνηθισμένο, ὅτι δῆθεν αὐτοί πού θέλουν νά σέ κάνουν κληρικό, ἀποβλέπουν στήν περιουσία σου.

Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ μακαριστοῦ Ἡγουμένου διέθετε μεγάλη ἀκίνητη περιουσία, κυρίως στήν Καλαμάτα, γιά τήν ἀποκατάσταση καί διατήρηση τῆς ὁποίας, μετά τόν καταστροφικό σεισμό τοῦ 1986 καί τόν θάνατο τοῦ πατέρα του, εἶχε μεριμνήσει ὁ ἴδιος προσωπικά.

Στήν ἐπιμονή τῆς μητέρας του ἀντέτεινε μία ἀπροσδόκητη γιά ἐκείνη παράκληση, πού τοῦ εἶχα προτείνει σέ σχετική συζήτησή μας. Γιά νά μήν ταλαιπωρεῖται ἡ μητέρα του ἀπό τέτοιες σκέψεις, τῆς πρότεινε νά τόν ἀποκληρώσει ἐπίσημα ἀπό ὅλη τήν πατρική περιουσία καί ὑποσχέθηκε ὅτι δέν θά ζητοῦσε ποτέ οὔτε τό παραμικρό. Ἔτσι καί ἔγινε.

Λίγες ἡμέρες μετά τή μοναχική του κουρά στή Μικρή Ἁγία Ἄννα, χειροτονήθηκε τήν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου πλέον ἔφερε, σέ διάκονο στή Βέροια.

Τούς δύο πρώτους πατέρες ἀκολούθησαν ἀμέσως, ἐρχόμενοι ἀπό τή Θεσσαλονίκη στή Βέροια, λαϊκοί ἀκόμη, ὁ νῦν Ἐπίσκοπος Δομενίκου Ἀθηναγόρας, ὁ νῦν πρωτοσύγκελλος π. Δημήτριος Μπακλαγής, ὁ νῦν Μητροπολίτης Σμύρνης Βαρθολομαῖος, ὁ π. Παῦλος Παπαδόπουλος, οἱ μοναχοί τώρα π. Γεώργιος καί π. Νικόδημος, καί ὁ κληρικός ἤδη τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης καί νῦν Μητροπολίτης Κίτρους Γεώργιος, ἐνῶ ἀκολούθησαν ὁ π. Ἀντώνιος καί ὁ π. Δαβίδ.

Ἡ Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου Σκήτης Βεροίας, ἡ μόνη ἐν λειτουργίᾳ ἀνδρώα Μονή τῆς Μητροπόλεως, σύντομα ἀποδείχθηκε ἀκατάλληλη γιά τήν ἐγκαταβίωση τῆς νέας Ἀδελφότητος. Τή λύση στό πρόβλημα τήν ἔδωσε ἡ Παναγία, ὅταν, μαζί μέ τόν τότε πρωτοσύγκελλο π. Ἀμβρόσιο Κυρατζῆ, ἐπισκεφθήκαμε γιά πρώτη φορά τή ἐγκαταλελειμμένη Παιδούπολη «Καλή Παναγιά».

Ἡ τοποθεσία καί τό περιβάλλον μᾶς ἐντυπωσίασε, παρότι τά μόνα πού ἦταν ὄρθια, ἄν καί σέ κακή κατάσταση, ἦταν τά σπιτάκια τῆς Παιδουπόλεως. Κτίρια τῆς Μονῆς δέν ὑπῆρχαν, μέ ἐξαίρεση τό Καθολικό τῆς πρώην Μονῆς πού βρισκόταν σέ ἄθλια κατάσταση.

Τότε μάθαμε ὅτι τό ὄνομα τῆς Μονῆς ἦταν «Παναγία Δοβρᾶ», τό ὄνομα πού πρίν ἀπό χρόνια εἶχε ἀκούσει ὁ μακαριστός Ἡγούμενος στόν ὕπνο του.

Δέν ὑπῆρχε ἀμφιβολία γιά τήν ἀπόφαση πού ἔπρεπε νά πάρουμε, ἀπόφαση πού ἦταν ἀκαριαία καί ὁμόφωνη. Ἡ ἀνασύσταση τῆς Μονῆς ἦταν ἄμεση προτεραιότητα, καί αὐτός πού θά ἀναλάμβανε τήν εὐθύνη γιά τήν πραγμάτωσή της δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τόν μακαριστό Γέροντα Παντελεήμονα.

Οἱ δυσκολίες πολλές καί ἀνυπέρβλητες γιά τά ἀνθρώπινα δεδομένα. Οἱ συνθῆκες ἀντίξοες. Ὁ ζῆλος καί ἡ διάθεση τεράστια. Ὁ ἐνθουσιασμός ὅμως περίσσευε καί ὑπερνικοῦσε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τά προβλήματα καί τούς πειρασμούς.

Πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι πού προσπάθησαν νά ἐμποδίσουν αὐτό τό ἔργο. Κάποιοι ὅμως θέλησαν νά τό ἐνισχύσουν. Ἀνάμεσα σέ αὐτούς καί ἡ μητέρα τοῦ μακαριστοῦ Ἡγουμένου.

Πληροφορήθηκε γιά τήν προσπάθεια ἀνασυστάσεως τῆς Μονῆς ἀπό τό περιοδικό τῆς Ἱερᾶς μας Μητροπόλεως, «Παύλειος Λόγος», τό ὁποῖο εἶχε ἀρχίσει νά ἑτοιμάζει ὁ π. Γεράσιμος ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς μου. Ἔτσι, ὅταν κάποια ἡμέρα ὁ μακαριστός Ἡγούμενος τήν ἐπισκέφθηκε στήν Ἀθήνα, ἐκείνη τόν ρώτησε γιά τίς ἐργασίες στή Μονή καί τοῦ ἔδωσε ἕνα φάκελο μέ χρήματα. Ὁ Ἡγούμενος ἀρνήθηκε νά τόν πάρει, μέ ἀποτέλεσμα τήν ὥρα πού ἔφευγε ἀπό τό σπίτι ἡ μητέρα του νά βάλει τόν φάκελο στήν τσέπη του.

Ὁ Ἡγούμενος ἔφθασε στή Βέροια χωρίς νά τόν ἀνοίξει καί τόν παρέδωσε στά χέρια μου. Τόν ἄνοιξα μπροστά του καί διαπιστώσαμε ἔκπληκτοι ὅτι περιεῖχε ἕνα μεγάλο χρηματικό ποσό. Tά χρήματα αὐτά συνέβαλαν στήν ἔναρξη τῆς πρώτης μεγάλης προσπάθειας γιά τήν ἀναστήλωση καί ἀνακαίνιση τῆς Παναγίας Δοβρᾶ.

Ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνη ὁ μακαριστός Ἡγούμενος καί ἡ μητέρα του διέθεσαν σιωπηλά καί διακριτικά ὅλη τήν περιουσία τους γιά τήν ὁλοκλήρωση τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς Μονῆς, συνεχίζοντας, χωρίς νά τό γνωρίζουμε, τήν ἱστορία προσφορᾶς τῆς οἰκογενείας Κορφιωτάκη, πού οἱ ρίζες της προχωροῦν πολύ βαθειά, γεγονός τό ὁποῖο ὁ ἀείμνηστος Καθηγούμενος ἀπέκρυπτε σέ ὅλη τή ζωή του ἀπό βαθειά ταπείνωση.

Πρίν ἀπό 11 χρόνια, τό ἔτος 2015, στό πλαίσιο τῶν ΚΑ´ Παυλείων πού εἶχαν ὡς θέμα: «Ὑπομονή καί καρτερία στόν σύγχρονο κόσμο κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο», εἴχαμε τήν εὐλογία νά μεταφερθεῖ στή Νάουσα, μέ τήν ἄδεια τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Κορίνθου Διονυσίου, ἡ θαυματουργός κάρα τῆς ἁγίας Ὑπομονῆς, τῆς βασιλίσσης τοῦ Βυζαντίου.

Ὅταν τελείωσε τό προσκύνημα καί ἡ χαριτόβρυτη κάρα τῆς Ἁγίας θά ἐπέστρεφε στήν Κόρινθο, ἦλθε καί στήν Ἱερά μας Μονή. Γιά νά μήν μείνει στό Καθολικό τῆς Μονῆς κατά τή διάρκεια τῆς νύκτας, εἶπα στόν Ἡγούμενο νά τήν πάρει στό κελλί του. Ἡ εὐλογία ἦταν μεγάλη καί ἡ χαρά του ἦταν ὄντως ἀπερίγραπτη.

«Τόση μεγάλη χάρη, νά φιλοξενήσω ἐγώ τήν ἁγία Ὑπομονή!» ἔλεγε. Σέ ἕναν ὅμως ἀπό τούς πατέρες ἐκμυστηρεύθηκε καί κάτι ἀκόμη, πού δικαιολογοῦσε τή μεγάλη εὐφροσύνη πού αἰσθανόταν ἀπό τήν ὑψηλή ἐπίσκεψη: «Ξέρεις», τοῦ εἶπε, «ἡ Ἁγία εἶναι συγγενής μου».

Δέν κατάλαβε ὁ ἀδελφός τί ἐννοοῦσε ὁ Ἡγούμενος, ἀλλά δέν θέλησε καί νά ρωτήσει. Θά χρειαζόταν νά περάσουν δέκα χρόνια γιά νά καταλάβει καί ἐκεῖνος καί ὅλοι μας τό νόημα τῶν λόγων τοῦ μακαριστοῦ Ἡγουμένου.

Εἶχαν περάσει λίγες ἑβδομάδες ἀπό τήν κοίμησή του, πρίν ἀπό ἕνα χρόνο, καί οἱ πατέρες τακτοποιοῦσαν τά πράγματα πού βρισκόταν στό κελλί του. Ἀνάμεσα στά ἄλλα ὑπῆρχαν καί φάκελοι μέ προσωπικά του ἔγγραφα. Καί μέσα σ᾽ αὐτά ἕνα δακτυλόγραφο ἑξασέλιδο κείμενο μέ τίτλο: Ἐφημερίς «Ἠχώ τῆς Μεσσηνίας». «Τό ἱστορικό μας ἀρχεῖο. Ἡ οἰκογένεια Κορφιωτάκη».

Τό πυκνογραμμένο κείμενο πού ἔφερε τήν ὑπογραφή «Διονύσιος Βογόπουλος, Διευθυντής» ἦταν γραμμένο τό 1958, τέσσερα χρόνια πρίν ἀπό τή γέννηση τοῦ Ἡγουμένου, καί περιέγραφε τήν ἱστορία τῆς οἰκογενείας του. Ἡ ἔρευνα τοῦ δημοσιογράφου καί διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Ἠχώ τῆς Μεσσηνίας» ἦταν βασισμένη σέ συστηματική ἔρευνα τῶν ἀρχείων τῆς Ζακύνθου, τῆς Κερκύρας καί τῆς Βενετίας, καί ἐπιχειροῦσε νά σκιαγραφήσει τήν ἱστορία τῆς οἰκογενείας Κορφιωτάκη, μιᾶς ἱστορικῆς καί ἀρχοντικῆς οἰκογενείας, γιά τήν ὁποία ὁ μακαριστός Ἡγούμενος, παρότι διαφύλαττε τά τεκμήριά της, δέν εἶχε ἀποκαλύψει ποτέ καί σέ κανέναν οὔτε τό παραμικρό.

Ἡ ἱστορία καί ἡ δράση τῆς ἱστορικῆς καί ἀρχοντικῆς οἰκογενείας του, ὅπως καί ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας της τήν χαρακτηρίζει, «ὑπῆρξε θρυλική καί περιπετειώδης».

Ὁ ἀρχηγός τῆς οἰκογενείας Ἰωάννης Καῖσαρ ἤ Καίσαρης ὑπῆρξε γόνος  εὐγενοῦς οἰκογενείας, ἡ ὁποία εἶχε δεσμούς συγγενείας μέ τήν αὐτοκρατορική οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιά ὅποιον γνωρίζει τήν ἱστορία καί ἡ συγγένεια μέ τήν ἁγία Ὑπομονή, σύζυγο τοῦ Μανουήλ Β´ Παλαιολόγου, τήν Παλαιολογίνα, στήν ὁποία εἶχε ἀναφερθεῖ τό 2015 ὁ ἀείμνηστος Ἡγούμενος. Καί αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο θελήσαμε νά φέρουμε τή χαριτόβρυτη κάρα της, μέ τήν ἄδεια καί εὐλογία τοῦ Ἁγίου Κορίνθου κ. Παύλου, στή Μονή μας γιά τό ἐτήσιο μνημόσυνό του.

Πολλοί ἀπό τούς παλαιούς γόνους τῆς οἰκογενείας Καίσαρη, κατά τή συνήθεια τῆς ἐποχῆς, κατεῖχαν ὑψηλόβαθμες ἐκκλησιαστικές καί πολιτικές θέσεις. Ἕνας μάλιστα ἀπό αὐτούς διετέλεσε καί ἡγεμόνας τῆς  Μολδοβλαχίας, ἀναγκάσθηκε ὅμως νά παραιτηθεῖ λόγω τῆς ἐθνικῆς του δράσεως καί νά ἐπιστρέψει στήν Κωνσταντινούπολη, διατηρώντας τό δικαίωμα νά φέρει τήν ἡγεμονική του στολή.

Ἡ σφοδρή ἐπιθυμία του νά ζήσει ἐλεύθερος καί νά ἐργασθεῖ γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Γένους πού στέναζε ὑπό τόν τουρκικό ζυγό, τόν ὁδήγησαν στήν ἀπόφαση νά ἐγκαταλείψει κρυφά τήν Κωνσταντινούπολη καί νά καταφύγει στήν Ἰταλία. Ἀπό τήν Ἰταλία ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰωάννη Καίσαρη πέρασε στήν Κέρκυρα, ὅπου ἀγόρασε ἕνα μεγάλο ἀκίνητο, προκειμένου νά ἐγκατασταθεῖ μόνιμα. Τό ἀκίνητο αὐτό, πού ἀπαλλοτριώθηκε ἀπό τούς Ἄγγλους, ὅταν κυριάρχησαν στό νησί, εἶναι τό μετέπειτα ἐμβληματικό ἀκίνητο του Μόν-Ρεπό.

Ὁ ἀρχικός στόχος τῆς οἰκογενείας νά παραμείνει μόνιμα στήν Κέρκυρα, τούς Κορφούς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀποδεικνύεται καί ἀπό τήν ἀλλαγή τοῦ οἰκογενειακοῦ ὀνόματος τῶν προγόνων τοῦ μακαριστοῦ Ἡγουμένου μας ἀπό Καῖσαρ-Καίσαρης σέ Κορφιωτάκης, ὅπως ὀνομάζεται καί σήμερα.

Ὁ Ἰωάννης Καίσαρης-Κορφιωτάκης ἀποφάσισε ὅμως νά μετακινηθεῖ ἐκ νέου καί νά ἐγκατασταθεῖ τό ἔτος 1735 στόν Μυστρᾶ, ἐκεῖ ὅπου ἡ οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων, στήν ὁποία ἀνῆκε, διέθετε ἀκίνητη περιουσία.

Εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό ὅτι ὁ χῶρος στόν ὁποῖο ἐγκαταστάθηκε ὁ Ἰωάννης Καίσαρης-Κορφιωτάκης, στήν περιοχή τοῦ ναοῦ τῆς Παντανάσσης, εἶναι γνωστός μέχρι σήμερα μέ τό ὄνομά του καί ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς ἀρχαιολογικός χῶρος.

Οὔτε ὅμως αὐτή τή φορά εὐδοκίμησε ἡ ἐγκατάστασή τους. Τό 1755 ἡ περιουσία τους στό Μυστρᾶ δημεύθηκε ἀπό τούς Τούρκους καί ὁ Ἰωάννης ἀναγκάσθηκε νά μετοικίσει στή Ζάκυνθο πού βρισκόταν ὑπό Βενετική διοίκηση.

Στή Ζάκυνθο ὁ Ἰωάννης νυμφεύθηκε μία γόνο τῆς ἀριστοκρατικῆς οἰκογενείας τῶν Μπενιζέλων καί ἀπέκτησε πέντε παιδιά. Ὅλα διατήρησαν τό ἐπίθετο Κορφιωτάκης καί ἕνα ἀπό αὐτά ἦταν ὁ πρωτοσύγκελλος Ἄνθιμος, ὁ ὁποῖος ἐτάφη τό 1813 ὑπό τόν ἀρχιερατικό θρόνο τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου Ὁδηγητρίας στή Ζάκυνθο. Ἡ διαθήκη του μάλιστα σωζόταν μέχρι τόν τελευταῖο σεισμό πού κατέστρεψε τή Ζάκυνθο τό 1953.

Ὁ νεώτερος υἱός τοῦ Ἰωάννη Κορφιωτάκη, ὁ Νικόλαος, ὑπῆρξε ὁ πρῶτος πού ἐγκαταστάθηκε στήν Καλαμάτα. Ἔχοντας προφανῶς μεγάλη οἰκονομική εὐχέρεια ἔκτισε τό 1785 ἕνα ἀρχοντικό «κονάκι», τόν πύργο Κορφιωτάκη, ὅπως θά μείνει γνωστός. Ὁ πύργος βρισκόταν στό κέντρο τῆς Καλαμάτας, δίπλα στό Μητροπολιτικό μέγαρο, στήν Πλατεία Ἐλευθερίας. Τό 1949 ἡ οἰκογένεια ἀποφάσισε νά τόν δωρίσει στόν μακαριστό Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο καί σ᾽ αὐτόν στεγάσθηκε ἡ Ἱερατική Σχολή.

Ὁ Νικόλαος Κορφιωτάκης ἦταν ὁ πρῶτος τῶν προεστώτων τῆς Καλαμάτας. Εὐσεβής καί ἐνάρετος, μέ μεγάλη ἀγάπη γιά τήν πατρίδα καί τήν ἐλευθερία της. Στά δύσκολα χρόνια πρίν ἀπό τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821 μυεῖται καί γίνεται μέλος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. Καί δέν ἀρκεῖται μόνο σ᾽ αὐτό. Ἐνισχύει τόν ἀγώνα τοῦ Γένους μέ μεγάλες χρηματικές δωρεές, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τίς ἀποδείξεις τοῦ Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, πού βρίσκονται στό ἀρχεῖο τῆς οἰκογενείας. Ὡς πρόξενος τῆς Γαλλίας στήν Καλαμάτα σώζει πρίν ἀπό τήν ἐπανάσταση πολλούς συμπολίτες του ἀπό τούς Τούρκους, ἐνῶ ὁ γιός του Κωνσταντίνος, πού ἀγωνιζόταν ἐναντίον τῶν Τούρκων, σκοτώθηκε στή μάχη ἐναντίον τοῦ Ἰμπραήμ τό 1825, ὅπως σημειώνει ὁ ἴδιος ὁ πατέρας του στό σημειωματάριό του.

Μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος, τό 1831, ὁ Νικόλαος Κορφιωτάκης ὁρίσθηκε ἀπό τόν τότε κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδος Ἰωάννη Καποδίστρα Δημογέρων τῆς ἐπαρχίας Καλαμάτας.

Τήν ἴδια ἐποχή ὁ πρωτότοκος γιός του Ἰωάννης πού εἶχε ἐγκατασταθεῖ στή Σπάρτη, διορίσθηκε ἀπό τήν Ἑλλνική Κυβέρνηση διοικητής τῆς Πύλου, ἐνῶ καί τά δύο παιδιά του, ὁ Ἀναστάσιος καί ὁ Νικόλαος, ἐξελέγησαν ἐπανειλημμένα βουλευτές Σπάρτης. Ὁ Νικόλαος μάλιστα διετέλεσε Ὑπουργός Οἰκονομικῶν, Παιδείας καί Ἐκκλησιαστικῶν καί Δικαιοσύνης στίς κυβερνήσεις Κωλέττη καί Κριεζῆ.

Κατά τή διάρκεια τῆς θητείας του ὡς Ὑπουργοῦ παραχωρήθηκε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἡ Αὐτοκεφαλία στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Στίς 20 Αὐγούστου τοῦ 1850, τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἀνεγνώσθη στούς ἱερούς ναούς ὁ σχετικός Συνοδικός τόμος, ὁ Ἰωάννης δολοφονήθηκε κατά τήν ἔξοδό του ἀπό τόν ναό, μετά τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας.

Ἡ δολοφονία τοῦ Νικολάου Κορφιωτάκη ὑποκινήθηκε ἀπό τούς πολιτικούς του ἀντιπάλους, τόν Λεωνίδα καί τόν Παναγιώτη Μαυρομιχάλη, πού ἐνοχλοῦντο ἀπό τήν πολιτική του ἄνοδο. Ὁ δράστης ὅμως διέφυγε στή Ρουμανία.

Ἡ τραγική ἀπώλεια τοῦ λαμπροῦ πολιτικοῦ Νικολάου Κορφιωτάκη προκάλεσε γενική ἀγανάκτηση, καθώς εἶχε τή φήμη ἐναρέτου καί δικαίου ἀνθρώπου.

Τήν πολιτική σταδιοδρομία τοῦ πατέρα του θά ἀκολουθήσει ὁ ἕνας ἀπό τούς τρεῖς γιούς τοῦ Νικολάου, ὁ Ἰωάννης, πού διετέλεσε πρόξενος τῆς Ἑλλάδος στό Κάιρο. Μέ αὐτόν τελειώνει ὁ κλάδος τῆς οἰκογενείας Κορφιωτάκη στή Σπάρτη.

Στήν Καλαμάτα ὅμως παραμένουν οἱ τρεῖς ἀδελφοί τοῦ ὑπουργοῦ Ἰωάννη Νικολάου Κορφιωτάκη, οἱ ὁποῖοι νυμφεύθηκαν γόνους ἀρχοντικῶν οἰκογενειῶν, ὅπως τῆς οἰκογενείας Καλλιέργη ἀπό τήν Κρήτη καί τῆς οἰκογενείας Μπενάκη. Ἀρκετά ἀπό τά παιδιά τους ἀκολούθησαν πολιτική σταδιοδρομία καί ἐργάσθηκαν μέ ζῆλο γιά τόν τόπο τους καί τήν πατρίδα. Μεταξύ αὐτῶν ὁ Γρηγόριος Κορφιωτάκης, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη ἐπανειλημμένα βουλευτής Καλαμάτας (1844-1874) καί ἀνεδείχθη ἕνας ἀπό τούς σπουδαιότερους πολιτικούς τῆς Μεσσηνίας πού προσέφερε μέ αὐταπάρνηση καί ἀνιδιοτέλεια πολλά στόν τόπο του.

Ἡ ἐπιρροή του ἀλλά καί ἡ ἐκτίμηση πού ἀπολάμβανε εὐρύτερα ἀποδεικνύεται ἀπό τό γεγονός ὅτι, ὅταν τό 1848 ἐξερράγη κάποια ἐπανάσταση στήν Καλαμάτα, ἡ κυβέρνηση ἀνέθεσε στόν ἴδιο, ὡς ἐκπρόσωπο τοῦ ἰσχυροτέρου πολιτικοῦ οἴκου τῆς Καλαμάτας, τή δημιουργία Σώματος Ἐθνοφυλάκων. Μέ προσωπική του δαπάνη καί μέ τή συμβολή τοῦ ἀδελφοῦ συγκροτήθηκε τό Σῶμα καί ἐπέτυχε τόν σκοπό του. Γιά τήν προσφορά του αὐτή ὁ Γρηγόριος παρασημοφορήθηκε ἀπό τόν βασιλέα Ὄθωνα το 1852 καί ἀργότερα ἀπό τόν Ὑπουργό Στρατιωτικῶν.

Ἀπό τά παιδιά τοῦ Νικολάου Κορφιωτάκη ἡ Θεανώ, ἔγινε μοναχή σέ μονή τῆς Καλαμάτας, ἐνῶ ὁ Γεώργιος σπούδασε νομικά στή Γερμανία καί νυμφεύθηκε μία ἀπόγονο τοῦ προύχοντος Πετροπουλάκη, συγγενεῖς τοῦ ὁποίου εἶχαν συμμετάσχει στόν Μακεδονικό ἀγώνα.

Ὁ ἐγγονός τοῦ Γρηγορίου Νικόλαος, ἀκολουθώντας τήν οἰκογενειακή παράδοση, σπούδασε ἐπίσης νομικά καί διακρίθηκε στόν δικαστικό κλάδο γιά τήν ἀμεροληψία καί τήν εὐθυκρισία του.

Ὡς εἰσαγγελέας Σύρου συνελήφθη κατά τό κίνημα τοῦ 1916, γιατί δέν θέλησε νά προσχωρήσει καί νά παραβεῖ τό καθῆκον του στό ὁποῖο παρέμεινε πιστός. Γιά τόν λόγο αὐτό φυλακίσθηκε ἐπί ἑπτά μῆνες στή Θεσσαλονίκη καί ἀποφυλακίσθηκε μέ τή μεσολάβηση τοῦ Ἄγγλου πρέσβυ. Κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς του τιμήθηκε μέ πολλά ἑλληνικά καί ξένα παράσημα ὡς πρότυπο δικαστοῦ καί πολίτου.

Ὡς δικαστής διέπρεψε καί ὁ ἀδελφός του Παναγιώτης, ὁ ὁποῖος ἔφθασε μέχρι τόν βαθμό τοῦ Ἀρεοπαγίτου καί τιμήθηκε μέ τόν Ἀργυρό καί Χρυσό Σταυρό τοῦ Τάγματος τῶν Ἱπποτῶν τοῦ Σωτῆρος καί μέ τό Παράσημο τῶν Ταξιαρχῶν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τοῦ Φοίνικος καί ἄλλα, γιά τίς πολύτιμες ὑπηρεσίες του στήν πατρίδα.

Σημαντική ἦταν ἡ δράση καί τοῦ υἱοῦ του, Βασιλείου, ἀπό τόν γάμο του μέ τή Σμαράγδα, δισεγγονή τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ. Καί ὁ Βασίλειος σπούδασε νομικά στήν Ἀθήνα καί τή Βιέννη. Συμμετεῖχε ἐκπροσωπώντας τήν Ἑλλάδα σέ διεθνεῖς Ἐπιτροπές γιά τή διευθέτηση θεμάτων πού προέκυψαν μετά τόν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο καί τήν ἐφαρμογή τῶν Συνθηκῶν στήν Ἀνατολική Μακεδονία, καί τιμήθηκε γιά τήν προσφορά του ἀπό τήν Ἑλλάδα καί τήν Αὐστρία.

Ὁ ἴδιος μάλιστα διετέλεσε ἀπό τό ἔτος 1936 νομάρχης Χαλκδικῆς καί στή συνέχεια, μέχρι τό ἔτος 1945, Γενικός Διοικητής τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καί ἀπό τίς δύο αὐτές θέσεις προσέφερε πολλά στή Μακεδονία, συμβάλλοντας στήν ἀνάπτυξή της καί στήν εὐημερία τῶν ἀνθρώπων, συνεχίζοντας τή μακρά παράδοση τῆς ἀρχοντικῆς οἰκογενείας Κορφιωτάκη.

Γόνος αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς οἰκογενείας, πού εἶχε τίς ρίζες της στή βασιλική οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων, καί μακρά παράδοση προσφορᾶς στούς ἀνθρώπους καί τήν πατρίδα, ἦταν καί ὁ μακαριστός Ἡγούμενος Παντελεήμων Κορφιωτάκης. Καί συνέχισε αὐτή τήν εὐγενῆ αὐτή παράδοση μέ τόν καλύτερο τρόπο, ὄχι μόνο μέ τίς σπουδές του στή Νομική ἀλλά καί μέ τήν προσφορά ὅλης τῆς οἰκογενειακῆς του περιουσίας στήν Ἐκκλησία καί στήν ἀνασύσταση τῆς ἱστορικῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας Δοβρᾶ, καί ἀκόμη μέ τήν ἐκδαπάνηση τοῦ ἑαυτοῦ του μέχρι τήν κοίμησή του στή διακονία τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καί τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων.

Τήν συνέχισε μέ τόν δικό του τρόπο, τόν ταπεινό, τόν σιωπηλό, τόν διακριτικό. Χωρίς νά πεῖ τίποτε γιά τήν ἱστορία τῆς οἰκογενείας του, χωρίς νά διεκδικήσει τίποτε γιά τόν ἑαυτό του. Προσφέροντας μόνο μέ ἀγάπη, αὐτή πού τόν συνέδεε μέ τόν Θεό, ἀγάπη πρός ὅλους μέ τά λόγια του, μέ τά ἔργα του, μέ τή ζωή του, διότι γνώριζε καί πίστευε ἀκράδαντα ὅτι «ἐάν τε ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν τοῦ Κυρίου ἐσμέν».

Καί μαζί του πιστεύουμε καί ἐμεῖς ταπεινά ὅτι βρίσκεται πλέον κοντά στόν Κύριο τῆς ἀγάπης τόν ὁποῖο ἀγάπησε ἐκ νεότητός του, συνεχίζοντας νά προσφέρει στή Μονή καί στήν τοπική μας Ἐκκλησία τίς εὐχές του.

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια: