Στο επίκεντρο του Παγκοσμίου Αποστολικού Συνεδρίου περί Ελέους βρέθηκε η παρέμβαση του Παναγιωτάτου, ο οποίος συνέδεσε τον διαχριστιανικό διάλογο με τις προκλήσεις της εποχής, από την ιστορική μνήμη έως την ψηφιακή απομόνωση και την κλιματική κρίση.
Επιμέλεια κειμένου - παρουσίαση: π. Παν. Καποδίστριας - Νυχθημερόν
Σημαντικό σταθμό στην επίσημη επίσκεψή του στη Λιθουανία αποτέλεσε η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου στις εργασίες του Παγκοσμίου Αποστολικού Συνεδρίου περί Ελέους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε στο Βίλνιους. Ο Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας προσκλήθηκε να απευθύνει κεντρική ομιλία ενώπιον εκκλησιαστικών ηγετών, θεολόγων και εκπροσώπων χριστιανικών κοινοτήτων από πολλές χώρες της Ευρώπης και του κόσμου.
Η παρέμβασή του κινήθηκε γύρω από το θέμα της σχέσης μεταξύ οικουμενικού διαλόγου και ελέους, προσεγγίζοντας με ιδιαίτερη έμφαση τα τραύματα που έχουν αφήσει οι ιστορικές διαιρέσεις στον χριστιανικό κόσμο. Ο Παναγιώτατος ανέδειξε την ανάγκη να αντιμετωπισθεί με ειλικρίνεια το γεγονός της διαίρεσης μεταξύ των Εκκλησιών, υπογραμμίζοντας ότι η μακροχρόνια απομόνωση και η καχυποψία δεν μπορούν να αποτελούν μόνιμη κατάσταση για όσους καλούνται να μαρτυρούν το Ευαγγέλιο της συμφιλίωσης.
Κατά την ανάπτυξη των σκέψεών του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης επισήμανε ότι η ιστορία εξακολουθεί να επηρεάζει βαθιά τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης. Αναφέρθηκε στα γεγονότα που σημάδεψαν τους αιώνες της αποξένωσης και στις πληγές που άφησαν στη συλλογική μνήμη των χριστιανικών κοινοτήτων, τονίζοντας ότι η μνήμη αποκτά αληθινό νόημα όταν οδηγεί στη θεραπεία και όχι όταν μετατρέπεται σε μηχανισμό διατήρησης παλαιών αντιπαραθέσεων. Σύμφωνα με τον Παναγιώτατο, η Εκκλησία καλείται να μεταμορφώνει το ιστορικό τραύμα σε ευκαιρία συμφιλίωσης και όχι να το διατηρεί ως στοιχείο αυτοπροσδιορισμού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στη θεολογική διάσταση της ενότητας, υπογραμμίζοντας ότι η κοινωνία των προσώπων αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ίδιας της αποκάλυψης του Τριαδικού Θεού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διαρκής αποξένωση μεταξύ χριστιανών συνιστά πρόκληση όχι μόνο εκκλησιολογική αλλά και υπαρξιακή, καθώς επηρεάζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο. Όπως επεσήμανε, όταν οι πιστοί και οι κοινωνίες βλέπουν τους χριστιανούς να αδυνατούν να υπερβούν τις μεταξύ τους αντιθέσεις, αποδυναμώνεται η δύναμη του μηνύματος που καλούνται να μεταφέρουν.
Σημαντικό μέρος της ομιλίας αφιερώθηκε στις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Ο Πατριάρχης αναφέρθηκε στην αυξανόμενη ψηφιακή απομόνωση, στην κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και στη δυναμική των αλγορίθμων που συχνά ενισχύουν τον διχασμό και την πόλωση. Παράλληλα, μίλησε για την κλιματική κρίση ως μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες της εποχής μας, επισημαίνοντας ότι η κοινή δράση των χριστιανών για την προστασία της δημιουργίας μπορεί να αποτελέσει γόνιμο πεδίο συνεργασίας και συνάντησης.
Στο ίδιο πνεύμα, τόνισε ότι το έλεος δεν αποτελεί μια απλή συναισθηματική στάση ή μια πράξη διπλωματικής ευγένειας μεταξύ Εκκλησιών. Αντίθετα, συνιστά θεμελιώδη έκφραση της ζωής του Θεού μέσα στον κόσμο και βασικό κριτήριο για την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης. Η θεραπεία των πληγών του παρελθόντος, σημείωσε, απαιτεί πνευματική ωριμότητα, αυτοκριτική και διάθεση υπέρβασης στερεοτύπων που έχουν παγιωθεί επί αιώνες.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε ακόμη στη σταθερή συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στους διμερείς και πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους, επισημαίνοντας ότι η παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις διεργασίες αυτές εκπορεύεται από τη βαθιά επίγνωση της ευθύνης της έναντι της χριστιανικής μαρτυρίας στον κόσμο. Υπογράμμισε παράλληλα ότι η πορεία προς την ενότητα δεν συνεπάγεται εκπτώσεις σε ζητήματα πίστεως, αλλά προϋποθέτει πιστότητα στην εκκλησιαστική παράδοση και ταυτόχρονα ανοιχτότητα στον διάλογο.
Ξεχωριστή θέση στην ομιλία κατείχε η αναφορά στην ιστορική συνάντηση του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα με τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄ και στην από κοινού απόφαση για την άρση των αναθεμάτων του 1054. Ο Παναγιώτατος χαρακτήρισε εκείνη την πρωτοβουλία πράξη μεγάλου θάρρους, η οποία άνοιξε νέους ορίζοντες στις σχέσεις μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, δείχνοντας ότι η δύναμη του ελέους μπορεί να υπερβεί ακόμη και τις πιο μακροχρόνιες ιστορικές αντιθέσεις.
Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κάλεσε τις Εκκλησίες να δώσουν από κοινού μαρτυρία ελπίδας σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από πολέμους, κοινωνικές συγκρούσεις, αποξένωση και αβεβαιότητα. Η ενότητα, σημείωσε, δεν αποτελεί επικράτηση της μίας πλευράς επί της άλλης, αλλά κοινή πορεία μέσα στην αλήθεια και την αγάπη του Αναστάντος Χριστού, ο οποίος καλεί όλους τους ανθρώπους σε κοινωνία και συμφιλίωση.
Μετά την ομιλία του στο Συνέδριο, ο Οικουμενικός Πατριάρχης μετέβη στο Μέγαρο της Κυβερνήσεως όπου είχε συνάντηση, σε εγκάρδια ατμόσφαιρα, με την Εξοχ. Πρωθυπουργό της Λιθουανίας κ. Inga Rugiene.
Το μεσημέρι, ο Παναγιώτατος, προσκληθείς από τον Εξοχ. Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας κ. Gitanas Nauseda, παρεκάθησε σε γεύμα που παρετέθη στο Προεδρικό Μέγαρο.
Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Πατριάρχης και η τιμία συνοδεία του αναχώρησαν αεροπορικώς για την Πόλη, στην οποία αφίχθησαν περί τα μεσάνυχτα. Στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Βίλνιους τους προέπεμψαν ο Πατριαρχικός Έξαρχος Θεοφιλ. Επίσκοπος Ταμισού κ. Πανάρετος, ο Εξοχ. Πρέσβυς κ. Artūras Gailiunas, εκ μέρους του Υπουργείου Εξωτερικών της Λιθουανίας, ο Εξοχ. Πρέσβυς της Ελλάδος στην χώρα κ. Γρηγόριος Καραχάλιος, ο Εντιμ. κ. Mehmet Bakici, στέλεχος της Τουρκικής Πρεσβείας εκ προσώπου της Εξοχ. Πρέσβεως, και κληρικοί της Πατριαρχικής Εξαρχίας.
***
Your Eminence Gintaras Grušas, Archbishop of Vilnius, beloved brother in the Lord,
Your Eminences, Excellencies, Graces,
Reverend Fathers,
Esteemed audience,
Conveying the fraternal blessings of the Church of Constantinople, the Ecumenical Patriarchate, to all the participants of the World Apostolic Congress on Mercy, we have a duty, touching upon the agony of divided Christianity and traversing the centuries that accumulated successive wounds upon the body of the Church, to confront reality. If we excavate the historical subsoil, attempting to understand in the end the meaning of reconciliation, we perceive that the division of the Churches was produced chiefly by the transformation of theology itself into state ideology. Suffocatingly trapped was the message of salvation within geographical and political borders. Most frequently degraded is the concept of mercy, perhaps by an imperceptible but deeply rooted habit of the centuries, into a sentimental concession in the field of ecclesiastical geopolitics, into a diplomatic courtesy among hierarchs, losing entirely its radical character. The East and the West, at various historical junctures, required alterity exclusively to define their own identity.
Stabilising the rapture of communion throughout the centuries, Christian communities have elevated the wounds of the past into structural elements of their self-consciousness. Particularly the Orthodox, who bear indelible the suffering of the Capture of Constantinople in 1204 by the Crusaders, seem to be trapped within it, at the very same time that the West is absorbed in its own resentments. No one forgets those moments of history, during which ecclesiastical administration instrumentalised dogma, submitting to the seduction of secular power. Converting the redemptive word of the Gospel into an instrument of imposition, the weight of history seems to determine our contemporary ecumenical relations. Memory degrades into a sterile museum guardian of past grandeurs, when it is entrenched within the boundaries of self-preservation. Our ecumenical course suffers, visibly by now, from an inability to manage this internal wound.
Reducing our credibility before the nations that are torn daily by military conflicts, where geopolitical power annihilates human existence and societies collapse, peace sounds discordant, insofar as we ourselves are unable to heal our own, still bleeding, wounds. The stake of our common witness passes, inescapably, through the painful resignation from the acquisitions of a sterile confessional entrenchment. The transcendence which we expect demands a radical reversal of the way in which we perceive the very nature of unity. Watching the course of the Christian world, we perceive that the fear of alteration paralyses ecumenical initiatives, raising walls there where the Holy Spirit, potentially, traces new paths of approach.
If we view the division and ongoing estrangement of Christian communities without blinkers, we understand them to constitute a purely ontological dissonance within the design of the divine Economy. The burden of pastoring, which we have shouldered in an age of fluidity, forces us, even though daily administrative anxieties often distract our gaze, to look the fact of division squarely in the face. Persistence in institutional isolation is equivalent to a denial of the truth that God Himself is revealed as a communion of three persons. We invalidate in practice our faith in the Triune God, by denying communion with our brother. When people see the Church theoretically preaching reconciliation, while she herself is torn apart daily by intra-communal strife, her discourse is stripped of every trace of soteriological persuasiveness. The obstinacy in preserving these dividing walls manifests a deep distrust towards the renewing power of Pentecost.
The familiar repetition in our liturgical assemblies of the petition “Lord, have mercy” (Psalm 123:3), contains a staggering invocation for healing. The folk etymological affinity in Greek between the words “ἔλεος” (mercy) and “ἔλαιον” (oil), driven by how similar they sound and how they have been used together symbolically in the Orthodox Christian tradition, shifts the entire weight of human failure from guilt to illness. The whole ecclesial community supplicates that the medicinal oil be poured onto the open wound, that our body be healed. A descent into a theological abyss is required. There where our institutional certainties are crushed before the need for authentic existential kenosis, the pain of division must be experienced as a personal, bodily illness. Human reason ought to fall silent before the supreme mystery of the incarnation. St John Chrysostom, describing the magnitude of this intervention within the history of the fallen world, declares that “the reconciliation of God with men has been accomplished and the chronic war has been dissolved.” This very chronic war is rekindled with tragic consistency every time Christian confessions entrench themselves behind their historical privileges, allowing the passions of human inadequacy to dictate our stance, perpetuating hostility. Our refusal to transmit the peace-making message to our separated brothers is equivalent to hybris against the passion of the Cross. Preferred is the security of dogmatic borders over the impetus of the spirit of the Resurrection.
The time has come to leave behind the illusion of our historical innocence. This process, highly painful for our institutional ego, presupposes the conscious retreat of our collective self, so that the vital space of reception may be ensured. Examining the reluctance of ecclesial organisations to make this sacrificial move, one wonders how deeply rooted has become the conviction that the yielding of space means deterministically a loss of confessional identity. Constantly projected is the danger of altering traditions and sedulously avoided is the cruciform dimension of love. Our old wounds seem to have by now been transformed into our anatomical features.
Today, we are called to approach the thorny reality of inter-Christian relations with very specific spiritual realism and conciliar responsibility. This process constitutes an eminently delicate matter, full of demands, because theological dialogue requires exhaustive labour from those who participate. We need to penetrate into a network of historical differences, dense, many times entirely impenetrable, in order to touch the very body of the revealed faith. Exactly there we seek the primary nerves which hold together the existence of the Church. The confrontation with such a heavy historical past imposes that we strictly evaluate our doctrinal arsenal, isolating the life-giving core of the Gospel from the varied historical forms which surrounded it. Thus, we acquire henceforth the possibility to manage the dialogue with terms of authentic mercy.
We experience now as a daily reality an era that is stamped, almost traumatically, by digital isolation and the advancing climate collapse. We live —and this, we think, requires no particular philosophical deepening for one to see it— in a technological landscape entirely fluid and demanding, where the very algorithm of social media operates with the exclusive, perhaps, purpose of commercialising human attention, feeding ceaselessly on polarisation and magnifying, artificially and methodically, the distance between persons. This prevailing culture of cancellation comes to stand as the most merciless opposite of evangelical mercy. A memory is created that refuses to forgive, that takes human error and digitalises it, converting it into an eternal condemnation.
The stance of the Ecumenical Patriarchate is determined over time by a deep ontological self-awareness. Our Modesty bears this self-awareness as a supreme pastoral duty towards the Orthodox faithful. With a full sense of historical responsibility, we participate actively in the bilateral and multilateral theological dialogues, depositing constantly the living testimony of the eucharistic experience of the Orthodox Church. The goal remains steadily the final restoration of unity in the right faith and love. We remain at the same time unmoved in matters which touch the essence of the saving message, a fact which the Holy and Great Council of the Orthodox Church in 2016 declared with absolute theological clarity. Our unceasing participation springs directly from the inner need of the Church to transmit the unspent wealth of her patristic heritage.
The sole path toward the restoration of this authentic ecclesiastical ethos constitutes the purification of memory. Every hesitation of ours in this course deprives humanity of a critical paradigm of forgiveness. The credibility of the evangelical message in the contemporary fragmented world hangs from the ability of the Churches to prove that mercy possesses greater power than the preservation of the wound, which, when it is transformed into complacency, leaves behind it only ruins. Bearing the weight of this inheritance, we are called to transform the pain of division into a driving force of reconciliation, offering a word that wells up from the bowels of a crucified and resurrected love, that which dares to recognise in the face of the alienated brother the very presence of God.
Bringing back to our memory the brave initiative of the lifting of the anathemas of 1054 by the ever-memorable Ecumenical Patriarch Athenagoras and Pope Paul VI in December 1965, we recognise with awe the magnitude of their courage before the unbending circles of their Churches. They committed the unthinkable, overturning a consolidated alienation of nine whole centuries. The mercy they displayed acted as a dynamic force, rupturing the watertight compartments of suspicion. Looking forward to the fulfilment of the high priestly prayer of the Lord “That they all may be one” (John 17:21), they dared to look upon the face of the other without the dry rampart of a dogmatic complacency.
Similarly in our own era, we watch with satisfaction the shift of the centre of gravity in western theological thought, exactly as it was often expressed with particular boldness by the Bishop of Elder Rome. The elevation of the protection of our common home, as a new, peculiar work of mercy, opens up immense prospects. Prospects that offer a tangible space of encounter for all Christian denominations. Common action in favour of the environment, under the crying necessity of the times, becomes gradually a common, muddy lectern for Christianity, where the faithful read the needs of the world. Spiritual emptying demands our voluntary self-limitation for the sake of the survival of the whole, lending to the movement in favour of creation clear liturgical extensions. We bear the weight of this responsibility, seeing the credibility of the message hang from our ability to transcend the algorithms of polarisation.
Beloved brothers and sisters,
Standing before the immense challenges of our age, we cannot permit ourselves the luxury of ecclesiastical self-sufficiency. History weighs heavily upon us, yet the Gospel calls us beyond the captivity of history. Mercy is not a peripheral virtue, nor merely an emotional disposition; it is the very mode by which God enters the world and restores what has been fragmented. If we truly desire to offer a credible witness before humanity, we must allow mercy to become the principle of our ecclesial life, the criterion of our relations, and the horizon of our common pilgrimage.
The future of Christianity will not be secured by the preservation of inherited antagonisms, but by the courage to transform memory into reconciliation and suffering into communion. The wounds of division must no longer be guarded as sacred possessions, but entrusted to the healing grace of the Holy Spirit. Only then shall we discover anew that unity is not the triumph of one over another, but the common participation of all in the life of the Crucified and Risen Lord.
As we continue our journey, let us pray that the God of mercy may soften hardened hearts, illumine our minds, and strengthen our resolve to walk together in truth and love. In this way, our sister Churches may become once more a living sign of hope for a world exhausted by war, conflict and alienation, proclaiming not themselves but the boundless compassion of the Triune God, to whom belong all glory, honour, and worship, unto the ages of ages. Amen.
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΝΕΠΙΣΗΜΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ:
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ
«ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ: ΥΠΕΡΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ»
ΒΙΛΝΙΟΥΣ, 8 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026
Σεβασμιώτατε Αρχιεπίσκοπε Βίλνιους κ. Gintaras Grušas, αγαπητέ εν Κυρίω αδελφέ,
Σεβασμιώτατοι, Εξοχότατοι, Θεοφιλέστατοι,
Αιδεσιμολογιώτατοι Πατέρες,
Εκλεκτοί σύνεδροι,
Μεταφέροντες προς όλους τους συμμετέχοντες στο Παγκόσμιο Αποστολικό Συνέδριο περί του Ελέους τον αδελφικό ασπασμό και τις ευλογίες της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αισθανόμεθα χρέος να αντικρύσουμε κατά πρόσωπον την πραγματικότητα, αγγίζοντας την οδύνη του διηρημένου χριστιανικού κόσμου και διατρέχοντας τους αιώνες, οι οποίοι συσσώρευσαν διαδοχικά τραύματα επί του σώματος της Εκκλησίας.
Εάν ανασκάψουμε τα βαθύτερα στρώματα της ιστορίας, επιδιώκοντας να κατανοήσουμε το αληθινό νόημα της καταλλαγής, θα διαπιστώσουμε ότι η διαίρεση των Εκκλησιών προήλθε κυρίως από τη μετατροπή της θεολογίας σε ιδεολογία κρατικής ισχύος. Το μήνυμα της σωτηρίας εγκλωβίσθηκε ασφυκτικώς εντός γεωγραφικών και πολιτικών συνόρων. Η έννοια του ελέους υποβιβάσθηκε συχνά, ίσως εξαιτίας μιας ανεπαίσθητης αλλά βαθιά ριζωμένης συνήθειας των αιώνων, σε συναισθηματική παραχώρηση στο πεδίο της εκκλησιαστικής γεωπολιτικής, σε διπλωματική ευγένεια μεταξύ εκκλησιαστικών ηγετών, απολέσασα πλήρως τον ριζοσπαστικό και μεταμορφωτικό της χαρακτήρα. Η Ανατολή και η Δύση, σε διάφορες ιστορικές περιόδους, αναζήτησαν την ετερότητα κυρίως ως μέσο προσδιορισμού της ιδίας ταυτότητός τους.
Κατά τη διάρκεια των αιώνων, οι χριστιανικές κοινότητες, παγιώνοντας τη διάρρηξη της κοινωνίας, ανήγαγαν τα τραύματα του παρελθόντος σε δομικά στοιχεία της αυτοσυνειδησίας τους. Ιδιαιτέρως οι Ορθόδοξοι, οι οποίοι φέρουν ανεξάλειπτη τη μνήμη και τον πόνο της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους το 1204, φαίνεται συχνά να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε αυτήν, την ίδια στιγμή που η Δύση παραμένει απορροφημένη στις δικές της ιστορικές πικρίες.
Κανείς δεν λησμονεί εκείνες τις στιγμές της ιστορίας κατά τις οποίες η εκκλησιαστική διοίκηση εργαλειοποίησε το δόγμα, υποκύπτοντας στη γοητεία της κοσμικής εξουσίας. Όταν ο λυτρωτικός λόγος του Ευαγγελίου μετατρέπεται σε όργανο επιβολής, τότε το βάρος της ιστορίας φαίνεται να καθορίζει και τις σύγχρονες οικουμενικές μας σχέσεις. Η μνήμη εκπίπτει σε άγονο φύλακα ενός μουσείου παρελθούσης δόξης, όταν περιχαρακώνεται στα όρια της αυτοσυντήρησης. Η οικουμενική μας πορεία πάσχει πλέον εμφανώς από αδυναμία διαχειρίσεως αυτού του εσωτερικού τραύματος.
Αποδυναμώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αξιοπιστία της μαρτυρίας μας ενώπιον των εθνών, τα οποία καθημερινώς σπαράσσονται από πολεμικές συγκρούσεις, εκεί όπου η γεωπολιτική ισχύς συνθλίβει την ανθρώπινη ύπαρξη και οι κοινωνίες καταρρέουν, ο λόγος περί ειρήνης ηχεί παράφωνος, εφόσον και εμείς οι ίδιοι αδυνατούμε να θεραπεύσουμε τα δικά μας, ακόμη αιμορραγούντα, τραύματα.
Η αξιοπιστία της κοινής χριστιανικής μαρτυρίας διέρχεται αναποφεύκτως μέσα από την επώδυνη αποδέσμευση από τα κεκτημένα μιας στείρας ομολογιακής περιχαρακώσεως. Η υπέρβαση την οποία προσδοκούμε απαιτεί ριζική μεταστροφή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμεθα την ίδια τη φύση της ενότητας. Παρακολουθούντες την πορεία του χριστιανικού κόσμου, διαπιστώνουμε ότι ο φόβος της αλλοιώσεως παραλύει τις οικουμενικές πρωτοβουλίες και υψώνει τείχη εκεί όπου το Άγιο Πνεύμα δύναται να χαράξει νέες οδούς προσεγγίσεως.
Εάν εξετάσουμε χωρίς προκαταλήψεις τη διαίρεση και τη συνεχιζόμενη αποξένωση των χριστιανικών κοινοτήτων, θα αντιληφθούμε ότι αυτές συνιστούν καθαρώς οντολογική δυσαρμονία εντός του σχεδίου της θείας Οικονομίας.
Το βάρος της ποιμαντικής ευθύνης, το οποίο επωμιζόμεθα σε μία εποχή διαρκούς ρευστότητας, μας υποχρεώνει, παρά τις μέριμνες της καθημερινής διοικήσεως που συχνά αποσπούν την προσοχή μας, να αντικρύσουμε ευθέως το γεγονός της διαίρεσης. Η επιμονή στη θεσμική απομόνωση ισοδυναμεί με άρνηση της αλήθειας ότι ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτεται ως κοινωνία τριών προσώπων. Ακυρώνουμε εμπράκτως την πίστη μας στον Τριαδικό Θεό όταν αρνούμεθα την κοινωνία με τον αδελφό μας.
Όταν οι άνθρωποι βλέπουν την Εκκλησία να κηρύττει θεωρητικώς τη συμφιλίωση, ενώ η ίδια διασπάται καθημερινώς από εσωτερικές συγκρούσεις, ο λόγος της απογυμνώνεται από κάθε ίχνος σωτηριολογικής πειστικότητας. Η εμμονή στη διατήρηση αυτών των διαχωριστικών τειχών φανερώνει βαθιά δυσπιστία έναντι της ανακαινιστικής δυνάμεως της Πεντηκοστής.
Η γνωστή επανάληψη στις λειτουργικές μας συνάξεις της δεήσεως «Κύριε, ελέησον» εμπεριέχει μία συγκλονιστική επίκληση θεραπείας. Η λαϊκή ετυμολογική συνάφεια, η οποία υφίσταται στην ελληνική γλώσσα μεταξύ των λέξεων «ἔλεος» και «ἔλαιον», εξαιτίας της ηχητικής τους συγγένειας και της συμβολικής χρήσεώς τους στην ορθόδοξη παράδοση, μεταθέτει ολόκληρο το βάρος της ανθρώπινης αποτυχίας από την περιοχή της ενοχής στην περιοχή της ασθένειας.
Ολόκληρη η εκκλησιαστική κοινότητα ικετεύει να επιχυθεί το θεραπευτικό έλαιον επί του ανοικτού τραύματος, ώστε να αποκατασταθεί η υγεία του σώματος. Εδώ απαιτείται κάθοδος σε πραγματικό θεολογικό βάθος. Εκεί όπου οι θεσμικές μας βεβαιότητες συντρίβονται ενώπιον της ανάγκης της αυθεντικής υπαρξιακής κενώσεως, ο πόνος της διαιρέσεως οφείλει να βιωθεί ως προσωπική και σωματική ασθένεια.
Η ανθρώπινη λογική καλείται να σιγήσει ενώπιον του υπερτάτου μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως. Ο ιερός Ιωάννης ο Χρυσόστομος, περιγράφοντας το μέγεθος της θείας παρεμβάσεως στην ιστορία του πεπτωκότος κόσμου, διακηρύσσει ότι «ἡ πρὸς Θεὸν καταλλαγὴ γέγονε καὶ ὁ πολυχρόνιος πόλεμος κατελύθη».
Αυτός ακριβώς ο πολύχρονος πόλεμος αναζωπυρώνεται με τραγική συνέπεια κάθε φορά που οι χριστιανικές ομολογίες οχυρώνονται πίσω από τα ιστορικά τους προνόμια, επιτρέποντας στα πάθη της ανθρώπινης αδυναμίας να υπαγορεύουν τη στάση τους και να διαιωνίζουν την εχθρότητα. Η άρνησή μας να μεταδώσουμε το ειρηνοποιό μήνυμα προς τους χωρισμένους αδελφούς μας ισοδυναμεί με ύβρη έναντι του μυστηρίου του Σταυρού. Συχνά προκρίνεται η ασφάλεια των δογματικών συνόρων αντί της δυναμικής του πνεύματος της Αναστάσεως.
Ήλθε πλέον η ώρα να εγκαταλείψουμε την ψευδαίσθηση της ιστορικής μας αθωότητας. Η διαδικασία αυτή, ιδιαιτέρως επώδυνη για το θεσμικό μας εγώ, προϋποθέτει την εκούσια υποχώρηση της συλλογικής μας αυτάρκειας, ώστε να διασφαλισθεί ο ζωτικός χώρος της προσλήψεως του άλλου.
Παρατηρώντας τη δυσκολία των εκκλησιαστικών οργανισμών να προβούν σε αυτή τη θυσιαστική κίνηση, διερωτάται κανείς πόσο βαθιά έχει ριζώσει η πεποίθηση ότι κάθε παραχώρηση χώρου συνεπάγεται αναγκαστικώς απώλεια της ομολογιακής ταυτότητας. Διαρκώς προβάλλεται ο κίνδυνος αλλοιώσεως της παραδόσεως και συστηματικώς παραθεωρείται η σταυρική διάσταση της αγάπης.
Τα παλαιά μας τραύματα φαίνεται πλέον να έχουν μεταβληθεί σε ανατομικά χαρακτηριστικά της συλλογικής μας υπάρξεως. Έχουν ενσωματωθεί σε τέτοιο βαθμό στην αυτοσυνειδησία μας, ώστε δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε πού τελειώνει η ιστορική πληγή και πού αρχίζει η αυθεντική εκκλησιαστική ταυτότητα.
Σήμερα καλούμεθα να προσεγγίσουμε την περίπλοκη πραγματικότητα των διαχριστιανικών σχέσεων με πνευματικό ρεαλισμό και συνοδική υπευθυνότητα. Πρόκειται περί έργου εξαιρετικώς λεπτού και απαιτητικού, διότι ο θεολογικός διάλογος απαιτεί εξαντλητική εργασία από όλους όσοι συμμετέχουν σε αυτόν.
Οφείλουμε να διεισδύσουμε σε ένα πυκνό δίκτυο ιστορικών διαφορών, συχνά δυσπρόσιτων και σχεδόν αδιαπέραστων, προκειμένου να αγγίξουμε το ίδιο το σώμα της αποκεκαλυμμένης πίστεως. Εκεί ακριβώς αναζητούμε τα πρωταρχικά εκείνα νεύρα που συγκρατούν την ύπαρξη και την ενότητα της Εκκλησίας.
Η αναμέτρηση με ένα τόσο βαρύ ιστορικό παρελθόν μας υποχρεώνει να εξετάσουμε με αυστηρότητα το δογματικό μας οπλοστάσιο, διακρίνοντας τον ζωοποιό πυρήνα του Ευαγγελίου από τις ποικίλες ιστορικές μορφές που τον περιέβαλαν κατά τη διαδρομή των αιώνων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο καθίσταται δυνατή η διεξαγωγή του διαλόγου υπό τους όρους του αυθεντικού ελέους, το οποίο δεν παραθεωρεί την αλήθεια, αλλά την υπηρετεί μέσα στο πνεύμα της αγάπης.
Βιώνουμε πλέον ως καθημερινή πραγματικότητα μία εποχή η οποία σφραγίζεται, σχεδόν τραυματικώς, από την ψηφιακή απομόνωση και την επιταχυνόμενη οικολογική κατάρρευση. Ζούμε σε ένα τεχνολογικό περιβάλλον εξαιρετικώς ρευστό και απαιτητικό, όπου ο ίδιος ο αλγόριθμος των μέσων κοινωνικής δικτυώσεως φαίνεται να λειτουργεί με αποκλειστικό σχεδόν σκοπό την εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης προσοχής.
Τρεφόμενος αδιαλείπτως από την πόλωση, ο μηχανισμός αυτός διευρύνει τεχνητώς και μεθοδικώς τις αποστάσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η επικρατούσα αυτή κουλτούρα της ακυρώσεως και του αποκλεισμού συνιστά μία από τις πλέον αμείλικτες αντιθέσεις προς το ευαγγελικό ήθος του ελέους. Δημιουργείται έτσι μία μνήμη που αρνείται να συγχωρήσει, μία μνήμη που μετατρέπει το ανθρώπινο σφάλμα σε ψηφιακό αποτύπωμα και το καταδικάζει σε μία σχεδόν αέναη παρουσία, χωρίς δυνατότητα λήθης ή αποκαταστάσεως.
Η στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου καθορίζεται διαχρονικώς από βαθιά οντολογική αυτοσυνειδησία. Η ημετέρα Μετριότης φέρει την αυτοσυνειδησία αυτή ως ύψιστο ποιμαντικό καθήκον έναντι των Ορθοδόξων πιστών. Με πλήρη συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης συμμετέχουμε ενεργώς στους διμερείς και πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους, καταθέτοντες αδιαλείπτως τη ζώσα μαρτυρία της ευχαριστιακής εμπειρίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Σταθερός σκοπός μας παραμένει η τελική αποκατάσταση της ενότητας εν ορθή πίστει και αγάπη. Παραλλήλως, παραμένουμε ακλόνητοι σε ζητήματα τα οποία άπτονται της ουσίας του σωτηριώδους μηνύματος της Εκκλησίας, όπως σαφώς διεκήρυξε και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας το έτος 2016. Η αδιάλειπτη συμμετοχή μας στους διαλόγους αυτούς πηγάζει από την εσωτερική ανάγκη της Εκκλησίας να μεταδώσει τον αμείωτο πλούτο της πατερικής της παραδόσεως και να καταθέσει την εμπειρία της ενώπιον του συγχρόνου κόσμου.
Η μόνη οδός προς την αποκατάσταση αυτού του αυθεντικού εκκλησιαστικού ήθους είναι η κάθαρση της μνήμης. Κάθε δισταγμός μας προς αυτή την κατεύθυνση στερεί από την ανθρωπότητα ένα καίριο παράδειγμα συγχωρήσεως. Η αξιοπιστία του ευαγγελικού μηνύματος στον σύγχρονο κατακερματισμένο κόσμο εξαρτάται από την ικανότητα των Εκκλησιών να αποδείξουν ότι το έλεος διαθέτει ισχύ μεγαλύτερη από τη διατήρηση του τραύματος.
Διότι το τραύμα, όταν μετατρέπεται σε αυτάρεσκη εμμονή, αφήνει πίσω του μόνον ερείπια. Φέροντες το βάρος αυτής της κληρονομίας, καλούμεθα να μεταβάλουμε τον πόνο της διαιρέσεως σε κινητήρια δύναμη καταλλαγής, προσφέροντες λόγο που αναβλύζει από τα σπλάγχνα της σταυρωμένης και αναστημένης αγάπης· μιας αγάπης που τολμά να αναγνωρίζει στο πρόσωπο του αποξενωμένου αδελφού την ίδια την παρουσία του Θεού.
Ανακαλώντας στη μνήμη μας τη γενναία πρωτοβουλία της άρσεως των αναθεμάτων του 1054, την οποία ανέλαβαν τον Δεκέμβριο του 1965 ο αοίδιμος Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄, αναγνωρίζουμε με δέος το μέγεθος του θάρρους που επέδειξαν ενώπιον των αμετακίνητων και δύσκαμπτων κύκλων των Εκκλησιών τους.
Ετόλμησαν το αδιανόητο, ανατρέποντας μία αποξένωση παγιωμένη επί εννέα ολόκληρους αιώνες. Το έλεος που επέδειξαν λειτούργησε ως δυναμική δύναμη, διαρρηγνύοντας τα στεγανά της καχυποψίας και της αμοιβαίας επιφυλάξεως. Προσβλέποντες στην εκπλήρωση της αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου, «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν», ετόλμησαν να αντικρύσουν το πρόσωπο του άλλου χωρίς το ξηρό προτείχισμα μιας αυτάρεσκης δογματικής αυτάρκειας.
Κατά παρόμοιο τρόπο και στη δική μας εποχή παρακολουθούμε με ικανοποίηση τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της δυτικής θεολογικής σκέψεως, όπως αυτή εκφράσθηκε συχνά με ιδιαίτερη τόλμη από τον Επίσκοπο της Πρεσβυτέρας Ρώμης.
Η ανάδειξη της προστασίας της κοινής μας οικίας ως ενός νέου και ιδιαιτέρου έργου ελέους ανοίγει ευρύτατες προοπτικές. Προοπτικές οι οποίες προσφέρουν απτό χώρο συναντήσεως για όλες τις χριστιανικές ομολογίες. Η κοινή δράση υπέρ του φυσικού περιβάλλοντος, υπό το κράτος της επιτακτικής ανάγκης των καιρών, καθίσταται σταδιακώς κοινό βήμα μαρτυρίας του χριστιανικού κόσμου, όπου οι πιστοί καλούνται να αναγνώσουν τις ανάγκες της ανθρωπότητας και της δημιουργίας.
Η πνευματική κένωση απαιτεί την εκούσια αυτοπεριοριστική μας στάση χάριν της επιβιώσεως του συνόλου της δημιουργίας, προσδίδοντας στο οικολογικό έργο σαφείς λειτουργικές και ευχαριστιακές προεκτάσεις. Φέρουμε το βάρος αυτής της ευθύνης, γνωρίζοντας ότι η αξιοπιστία του μηνύματός μας εξαρτάται από την ικανότητά μας να υπερβούμε τους αλγορίθμους της πόλωσης και του διχασμού.
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές,
Ευρισκόμενοι ενώπιον των τεραστίων προκλήσεων της εποχής μας, δεν δικαιούμεθα να επιτρέψουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια της εκκλησιαστικής αυτάρκειας. Η ιστορία βαρύνει επί των ώμων μας, το Ευαγγέλιο όμως μας καλεί να υπερβούμε την αιχμαλωσία της ιστορίας.
Το έλεος δεν αποτελεί μία περιφερειακή αρετή ούτε απλώς μία συναισθηματική διάθεση. Αποτελεί τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός εισέρχεται στον κόσμο και αποκαθιστά ό,τι έχει διαρραγεί και κατακερματισθεί. Εάν πράγματι επιθυμούμε να προσφέρουμε αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον της ανθρωπότητας, οφείλουμε να επιτρέψουμε στο έλεος να καταστεί θεμελιώδης αρχή της εκκλησιαστικής μας ζωής, κριτήριο των σχέσεών μας και ορίζοντας της κοινής μας πορείας.
Το μέλλον του χριστιανισμού δεν θα διασφαλισθεί διά της διατηρήσεως κληρονομημένων ανταγωνισμών, αλλά διά του θάρρους να μεταμορφώνουμε τη μνήμη σε καταλλαγή και τον πόνο σε κοινωνία. Τα τραύματα της διαιρέσεως δεν πρέπει πλέον να περιφρουρούνται ως ιερά κειμήλια του παρελθόντος, αλλά να εμπιστεύονται στη θεραπευτική χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Μόνον τότε θα ανακαλύψουμε εκ νέου ότι η ενότητα δεν συνιστά επικράτηση του ενός επί του άλλου, αλλά κοινή μετοχή όλων στη ζωή του Εσταυρωμένου και Αναστάντος Κυρίου.
Καθώς συνεχίζουμε την πορεία μας, ας δεηθούμε ώστε ο Θεός του ελέους να μαλακώσει τις σκληρυμένες καρδιές, να φωτίσει τους νοῦς μας και να ενισχύσει την απόφασή μας να πορευόμαστε μαζί «ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἀγάπῃ».
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι αδελφές Εκκλησίες μας δύνανται να καταστούν εκ νέου ζωντανό σημείο ελπίδος για έναν κόσμο εξαντλημένο από τους πολέμους, τις συγκρούσεις και την αποξένωση, κηρύσσοντας όχι τον εαυτό τους αλλά την άπειρη ευσπλαγχνία του Τριαδικού Θεού, στον Οποίο ανήκει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνηση εις τους αιώνας των αιώνων. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου