Του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
Θα μπορούσε ο τίτλος να είναι πιο τολμηρός: «Ιωάννης Καποδίστριας, ο τελευταίος Χριστιανός Κυβερνήτης της Ελλάδας». Μια τέτοια διατύπωση, ωστόσο, θα αδικούσε πρόσωπα της μεταγενέστερης πολιτικής μας ιστορίας που έζησαν με πίστη και χριστιανική συνείδηση. Άλλωστε, η πίστη του κάθε ανθρώπου ανήκει στα βάθη της συνειδήσεώς του και ο ιστορικός αποφεύγει να τη μετρά. Εκείνο που με ενδιαφέρει εδώ είναι διαφορετικό: ο Καποδίστριας υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, ο τελευταίος Κυβερνήτης που θέλησε να μπολιάσει την ίδια τη συγκρότηση της ελληνικής Πολιτείας με μια χριστιανική αντίληψη περί ανθρώπου, παιδείας, κοινωνίας και εξουσίας.
Αξίζει γι’ αυτό να τον ακούσουμε μέσα από τα δικά του κείμενα. Εκεί αποκαλύπτεται καθαρότερα ο τρόπος με τον οποίο σκεπτόταν. Στην περίφημη εγκύκλια επιστολή του, που γράφτηκε στην Κέρκυρα στις 6/18 Απριλίου 1819, μιλώντας για την πορεία του Ελληνισμού, σημειώνει ότι αυτή «έχει ως οδηγό τις αρχές του Ευαγγελίου» και συνδέει την πρόοδο των συμπατριωτών του με τα αγαθά «ενός ηθικού και χριστιανικού πολιτισμού», εμπιστευόμενος συγχρόνως το μεγάλο αυτό έργο στη Θεία Πρόνοια [Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τ. ΣΤ΄, Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1984, σ. 14-15].
Οι λέξεις έχουν τη σημασία τους. Το Ευαγγέλιο εμφανίζεται εδώ ως οδηγός μιας πορείας που αφορά το έθνος, την παιδεία του, την ελευθερία του και τελικά τον πολιτισμό του. Η χριστιανική πίστη του Καποδίστρια ξεπερνά, λοιπόν, τα όρια μιας ιδιωτικής ευσέβειας. Εισέρχεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την κοινωνία και την προετοιμασία ενός λαού για την ελευθερία.
Στην ίδια επιστολή συναντούμε μια σκέψη εξαιρετικά επίκαιρη. Ο άνθρωπος, γράφει ο Καποδίστριας, μπορεί εύκολα, μόλις αποτινάξει τον ζυγό, να στραφεί προς φιλελεύθερες αντιλήψεις. Για να γίνουν όμως αυτές πράξη χρειάζεται κάτι βαθύτερο: η καρδιά του ανθρώπου να είναι προικισμένη με «μια φωτισμένη αγαθότητα, όπως εκείνη που μας έχει διδάξει το Ευαγγέλιο». Διαφορετικά, οι φιλελεύθερες ιδέες κινδυνεύουν να παραμείνουν αφηρημένες ή να υπηρετήσουν τη φιλοδοξία και το προσωπικό συμφέρον [Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τ. ΣΤ΄, 1984, σ. 15-16].
Εδώ, νομίζω, βρίσκεται ένα από τα ουσιωδέστερα στοιχεία της πολιτικής του σκέψης. Η ελευθερία, για τον Καποδίστρια, χρειάζεται καλλιεργημένο άνθρωπο. Χρειάζεται συνείδηση και ήθος. Γι’ αυτό η παιδεία καταλαμβάνει τόσο μεγάλη θέση στους σχεδιασμούς του. Το νέο ελληνικό κράτος είχε ανάγκη από σχολεία, από γνώσεις και από ανθρώπους μορφωμένους, αλλά μαζί χρειαζόταν πολίτες που θα μπορούσαν να σηκώσουν το βάρος της ελευθερίας τους.
Και εδώ συναντούμε κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Ο βαθύτατα Ορθόδοξος Καποδίστριας στρέφει το βλέμμα του συγχρόνως προς διαφορετικές πλευρές της Ευρώπης και του κόσμου. Γράφει ότι οι Έλληνες μπορούν να παρατηρήσουν στη Ρωσία τη σχέση της Εκκλησίας με την εθνική ζωή, ενώ στην Ελβετία, την Αγγλία και την Αμερική μπορούν να διδαχθούν «την επιστήμη και την τέχνη της ελευθερίας» [Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τ. ΣΤ΄, 1984, σ. 18].
Αυτός ο συνδυασμός αξίζει να προσεχθεί. Ο Καποδίστριας κουβαλά την Ορθοδοξία του και ταυτόχρονα παρατηρεί τον ελεύθερο κόσμο της εποχής του. Αναζητεί παραδείγματα, συγκρίνει, μαθαίνει. Η πίστη του γίνεται ρίζα και συγχρόνως το βλέμμα του παραμένει ανοιχτό. Ο Ορθόδοξος και ο Ευρωπαίος συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο πρόσωπο.
Στην ίδια σελίδα υπάρχει μια φράση που φωτίζει ακόμη περισσότερο αυτή την ιδιοτυπία του. Οι νέοι Έλληνες, γράφει, χρειάζεται να ζήσουν ανάμεσα σε ελεύθερους ανθρώπους, ώστε να μάθουν την ελευθερία στις αρχές και στις πράξεις, όπως χρειάζεται να γνωρίσουν έναν γνήσια χριστιανικό και θρησκευτικό λαό, ώστε «να μάθουμε να είμαστε θρήσκοι από συναίσθημα κι όχι από πειθαρχία» [Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τ. ΣΤ΄, 1984, σ. 18].
Τούτη η φράση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο χριστιανικός χαρακτήρας μιας κοινωνίας, όπως τον αντιλαμβάνεται εδώ ο Καποδίστριας, αρχίζει από μέσα. Από το βίωμα, το συναίσθημα, την ελεύθερη αποδοχή. Έτσι κατανοούμε καλύτερα και τη θέση της Εκκλησίας στη σκέψη του. Στην εγκύκλιο του 1819 φθάνει να γράψει ότι η ενισχυμένη πνευματικά Εκκλησία μπορεί να καταστεί «το λίκνο του μέλλοντος» του έθνους, ενώ ζητεί μορφωμένους και υποδειγματικούς Επισκόπους και σύνδεση της δημόσιας παιδείας με την εκπαίδευση του κλήρου [Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τ. ΣΤ΄, 1984, σ. 16-17].
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι αυτή η υψηλή αντίληψη για την Εκκλησία συνοδεύεται από απαιτήσεις απέναντι στους λειτουργούς της. Ο Καποδίστριας επιθυμεί ποιμένες μορφωμένους και με καθαρότητα βίου. Η Εκκλησία που έχει κατά νου καλείται να μορφώνει συνειδήσεις και να υπηρετεί την αναγέννηση του λαού. Ο σεβασμός προς αυτήν συνοδεύεται από ευθύνη.
Η ίδια αντίληψη για την παιδεία είχε εμφανισθεί ήδη στα χρόνια της Επτανήσου Πολιτείας. Στα σχετικά κείμενα, τα οποία ο εκδότης του Αρχείου θεωρεί πολύ πιθανό ότι συντάχθηκαν από τον νεαρό τότε Καποδίστρια, η μόρφωση συνδέεται με τη δημιουργία ανθρώπων ικανών να φέρουν επάξια το ιερατικό ένδυμα και πολιτών ικανών να ζουν τον δημόσιο βίο «εν αρετή» [Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1976, σ. 226-231]. Εδώ χρειάζεται η ιστορική ακρίβεια: τα κείμενα αυτά φέρουν επισήμως άλλη υπογραφή και αποδίδονται στον Καποδίστρια από τον εκδότη ως πολύ πιθανή δική του σύνταξη. Η αναφορά τους, επομένως, λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι ως αδιαμφισβήτητη προσωπική μαρτυρία.
Όταν, χρόνια αργότερα, ο Καποδίστριας έφθασε στην ελεύθερη Ελλάδα ως Κυβερνήτης, έφερε μαζί του αυτή την πνευματική αποσκευή. Έναν άνθρωπο μορφωμένο στην ευρωπαϊκή διπλωματία, δοκιμασμένο στις μεγάλες πολιτικές υποθέσεις της εποχής του και συγχρόνως ριζωμένο στην Ορθόδοξη παράδοση. Για εκείνον η οικοδόμηση κράτους σήμαινε και οικοδόμηση ανθρώπων. Γι’ αυτό σχολείο, κοινωνική πρόνοια, διοίκηση και Εκκλησία συναντώνται πολλές φορές μέσα στην ίδια μέριμνα.
Ύστερα ήλθε το Ναύπλιο και η 27η Σεπτεμβρίου 1831.
Μπροστά στον Άγιο Σπυρίδωνα έκλεισε βίαια μια κυβερνητική πορεία ελάχιστων χρόνων. Μαζί της, κατά τη γνώμη μου, έκλεισε και μια συγκεκριμένη πρόταση για την Ελλάδα: η δημιουργία ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους που θα κουβαλούσε οργανικά μέσα του τη χριστιανική αντίληψη για τον άνθρωπο και την ορθόδοξη πνευματική του κληρονομιά.
Εδώ ακριβώς τοποθετώ τον χαρακτηρισμό του τίτλου: ο τελευταίος Κυβερνήτης μιας χριστιανικής αντίληψης της Πολιτείας. Η φράση αφορά ένα συγκεκριμένο πολιτικό και πνευματικό όραμα. Αφορά έναν κυβερνήτη που μιλούσε για το Ευαγγέλιο όταν μιλούσε για την ελευθερία, για την ηθική μόρφωση όταν μιλούσε για την παιδεία και για την Εκκλησία όταν σκεπτόταν το μέλλον του έθνους. Και όλα αυτά ταυτόχρονα με ανοιχτό βλέμμα προς την Ευρώπη και προς τους ελεύθερους λαούς.
Σχεδόν δύο αιώνες από τη δολοφονία του, ίσως αυτή να είναι μία από τις λιγότερο συζητημένες πλευρές της κληρονομιάς του. Πίσω από τον διπλωμάτη και τον Κυβερνήτη υπήρχε ένας άνθρωπος που πίστευε ότι η διακυβέρνηση ενός τόπου χρειάζεται και ψυχή. Και για τον Ιωάννη Καποδίστρια αυτή η ψυχή είχε ως οδηγό τις αρχές του Ευαγγελίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου