e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Κυριακή, 5.8.2018, στον Ναό της Παναγούλας εν Βανάτω Ζακύνθου


Πρωί Κυριακής Ι΄ Ματθαίου, 5ης Αυγούστου 2018, στον Ναό της Παναγούλας Μπανάτου. Τον λειτουργό Εφημέριο π. Παναγιώτη Καποδίστρια πλαισίωσαν οι Ιεροψάλτες κ.κ. Δημήτριος Κάνδηλας και Ιωάννης Κλάδης.












































Κυριακή, 5.8.2018, στο Φανάρι και άλλες ειδήσεις από το Πατριαρχείο

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
Ἐκκλησιαστικαί εἰδήσεις 

















[Φωτορεπορτάζ: Yani Kayakoparan]

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, τήν Κυριακήν, 5ην Αὐγούστου, παρέστη συμπροσευχόμενος ἀπό τοῦ Ἱ. Βήματος τοῦ Πανσέπτου Πατριαρχικοῦ Ναοῦ, κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἰκονίου κ. Θεολήπτου.  

* * *

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐδέξατο εἰς ἀκρόασιν:
- Τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Θεοφύλακτον Βίτσον, ἐκ τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἰταλίας καί Μελίτης.
- Τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Μακάριον Νιάκαρον, Δρα Θεολογίας, ἐκ τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς, μετά τοῦ Ἐλλογ. κ. Χρήστου Ἀραμπατζῆ, Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἐπιδώσαντας Αὐτῷ τά πρότριτα ἐκδοθέντα Πρακτικά τοῦ κατά τόν Σεπτέμβριον 2017 συνελθόντος ἐν τῇ Ἱ. Θεολογικῇ Σχολῇ Χάλκης Διεθνοῦς Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου, ἐπί τοῦ θέματος «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Μιχαήλ Κωνσταντινίδης: Ἡ προσφορά του στήν Ἐκκλησία, τό Γένος καί τόν Ἑλληνισμό». 
- Τόν Ὁσιολ. Ἱερομόναχον κ. Πορφύριον Μπικουβαράκην, ἐκ τῆς Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Κυρίας τῶν Ἀγγέλων Γουβερνέτου Κρήτης. 
- Τόν Ὁσιώτ. Ἱερομόναχον κ. Τιμόθεον, ἐκ τοῦ ἐν τῇ Πόλει Μετοχίου τῆς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος, ὑποβαλόντα τήν παράκλησιν εἰς τόν Πατριάρχην νά χοροστατήσῃ ἐν αὐτῷ ἐπί τῇ μνήμῃ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος κατά τό ἰουλιανόν ἡμερολόγιον.
- Τόν Ἱερολ. Πατριαρχικόν Διάκονον κ. Ἀλέξανδρον Κούτσην, εὐχαριστήσαντα διά τήν Πατριαρχικήν συμπάθειαν ἐπί τῷ θανάτῳ τοῦ ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβροῦ αὐτοῦ ἀειμνήστου Παναγιώτου Φαραοῦ.  
- Τόν Ἐλλογ. κ. Σωτήριον Μητραλέξην, διδάσκοντα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Βοσπόρου, ἐξαιτησάμενον τήν ἁγίαν Πατριαρχικήν εὐχήν καί εὐλογίαν ἐπί τοῖς ὀνομαστηρίοις αὐτοῦ.
- Τόν Ἐντιμ. κ. Γεώργιον Μαυρομάτην, Σύμβουλον ἐν τῇ ἐν Ἀθήναις Πρεσβείᾳ τῆς Μ. Βρεταννίας, μετά τῆς συζύγου αὐτοῦ Εὐγεν. κ. Ἀθηνᾶς Θεοδωροπούλου, Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, καί τῶν τέκνων αὐτῶν Ἀλεξάνδρου καί Κωνσταντίνας, Φοιτητῶν. 
- Τόν Ἐντιμ. κ.κ. Zekeriya Yasemin, Ἐπιχειρηματίαν, ἐξ Ἀτταλείας, καί Abdullah Ayan, ὡσαύτως Ἐπιχειρηματίαν, ἐντεῦθεν. 
- Τόν Ἐντιμ. κ. Raymond Khalil, Ἐπιχειρηματίαν, μετά τῆς συζύγου αὐτοῦ Εὐγεν. κ. Kristin, ἐκ Νέας Ὑόρκης. 

Ένα παιδί μιλάει στον πατέρα του, στον γέροντά του


Γέροντά μου, αν και πέρασαν πέντε έτη από την κοίμησή σου, νιώθω την ανάγκη να σου μιλήσω, όπως σου μιλούσα καθημερινά και όπως σου μιλάω σε άλλη διάσταση τώρα.

Γέροντα, εσύ είσαι αυτός, που μου μίλησε για τον Θεό.
Εσύ είσαι αυτός, που μου έδειξε τον Θεό.
Εσύ μου έμαθες να αγαπώ, με την αγάπη σου.
Εσύ μου έδειξες πώς να θυσιάζομαι, με την θυσία σου.
Εσύ μου δίδαξες τον πόνο, με τον πόνο σου.
Εσύ μου δίδαξες την υπέρβαση.
Εσύ μου δίδαξες πως να σηκώνομαι, γιατί με σήκωνες από τις πτώσεις μου.
Εσύ μου έμαθες να αγκαλιάζω, με την αγκαλιά σου.

Γέροντά μου, εσύ μου έδωσες έναν ανεκτίμητο θησαυρό, την καρδιά σου! Μου ζήτησες, όμως, να μην την κρατήσω για τον εαυτό μου, αλλά να την μοιράσω παντού. Βαριά η παρακαταθήκη, μεγάλη η ευθύνη.

Γέροντά μου, όλα αυτά, μου τα έδωσες μέσα από την μοναδική επικοινωνία, που γοήτευε κάθε ανθρώπινη καρδιά: την σιωπή σου. Γέροντα, προτιμούσες να μιλάς με την ζωή σου και η σιωπή σου κυρίευε τα πάντα.

Γέροντά μου, θέλω να σου μιλήσω και να σου πω ότι τώρα κατάλαβα απολύτως την σιωπή σου εμπρός σε κάθε αδικία, που έχεις υποστεί! Αυτό ήταν μάθημα ακλόνητης πίστης στον Θεό.

Γέροντά μου, τώρα νιώθω πώς ένιωθες, όταν δεν μπορούσαν να καταλάβουν οι άνθρωποι το μέγεθος τής αγάπης σου για τους ίδιους. Το μόνο που λέω είναι πως δεν ξέρουν τι έχασαν!

Γέροντά μου, σ' ευχαριστώ για την αγάπη σου. Σ' ευχαριστώ που μ' έκανες παιδί σου! Αυτά τα λόγια είναι μικρά εμπρός στο μεγαλείο της αγάπης σου. 

Γέροντά μου, συγχώρα μου τα λάθη και τις ανυπακοές μου. Είσαι ο Πατέρας μου και είμαι το παιδί σου. Αυτή η σχέση είναι σχέση αγάπης (έτσι με δίδαξες), που ποτέ δεν αλλάζει και ποτέ δεν τελειώνει. Δεν την σταματά ούτε ο θάνατος!

Γέροντά μου, να προσεύχεσαι από εκεί που βρίσκεσαι, κοντά στην γλυκιά Παναγιά, που τόσο αγάπησες, για όλα σου τα παιδιά. 

Γέροντά μου, ήθελα απλά να σου μιλήσω, όπως κάνουμε καθημερινά και να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στο πρόσωπό σου, το πρόσωπο του Γέροντα.

Γέροντά μου, εσύ θα μεσιτεύσεις να δεχθεί την ανάξια ψυχή μου ο Κύριος και Θεός μου κοντά Του, στην ουράνια βασιλεία Του!

Γέροντα, θέλω να σου μιλήσω, γι' αυτό σιωπώ, όπως με έμαθες και αφήνω τον χτύπο της καρδιάς μου να εκφράσει πολύ περισσότερα απ' ότι θέλει να πει ένα παιδί στον Πατέρα του, τον Γέροντά του.

Ο Γέροντας δεν είναι απλά ένα πρόσωπο, αλλά είναι το αιώνιο δώρο του Θεού σε κάθε ανθρώπινη ψυχή.

+Αρχιμανδρίτης Βαρθολομαίος
Καθηγούμενος Ι.Μ. Εσφιγμένου Αγίου Όρους

Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

Η πενιχρή (και για φέτος) δέησή μας. Αύγουστος, της Παναγιάς μας ο μήνας


ΓΡΑΦΕΙ Ο π. ΚΩΝ. Ν. ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ

Ἔχει μιὰν ἄλλη ὄψη γύρω μας ὁ κόσμος, καθὼς ἀνατέλλει  ὁ Αὔγουστος. Νομίζεις ὅτι ὅλα τριγύρω σου ἠρεμοῦν καὶ βαφτίζονται στὸ καθαρὸ τὸ φῶς τοῦ ἀγέραστου πρωϊνοῦ, ποὺ ἀνοίγεται πιὰ μὲ τῆς χαρμολύπης τὰ χρώματα, μὲ τῆς προσδοκίας τὶς πάντιμες εὐωδιές, μὲ τὸν εὐλαβῆ χαιρετισμό: «Καλὴ Σαρακοστή». Ναί, γιατὶ ξημέρωσε πιὰ ὁ εὐφρόσυνος καὶ ὁ ἱεροκατάνυκτος Δεκαπενταύγουστος.

Αὔγουστος, λοιπόν... Μὲ τὰ δροσερὰ τὰ πρωϊνὰ νὰ ψυχώνουν τὸ εἶναι, μὲ τὰ φιλότιμα μελτέμια τοῦ ἀπόβραδου, νὰ συντονίζουν πλήρως τοὺς πάντιμους καὶ τρυφεροὺς ἤχους τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων, μὲ τὴ νηστεία νὰ καταργεῖ κάθε ὅριο ἔπαρσης καὶ ἀνθρωπαρέσκειας. Γιατὶ κάθε βράδυ αὐτὲς τὶς δεκαπέντε μέρες Τὴν παρακαλοῦμε, ἐγκαρδίως  ἱκετεύοντες: «Τὴν δέησίν μου δέξαι τὴν πενιχράν...». Ὄμορφα λόγια, φωτισμένα μὲ τὸ κερὶ τῆς ἀγρύπνιας καὶ τῆς προσευχῆς, εὐωδιαστὰ λόγια, λὲς κι ἔχουν μέσα τους κλείσει τὸ ἄρωμα τοῦ γιασεμιοῦ καὶ τοῦ βασιλικοῦ, ποὺ δαψιλῶς στολίζουν τὴν Εἰκόνα Της. Δέησις πενιχρά, λοιπόν... Δέηση πάμφτωχη, ὅπως πάμφτωχη εἶναι ἡ ψυχή, ἡ ὕπαρξη. Ποὺ ἀσφαλῶς πλουτίζει μονάχα ὅταν βιωθεῖ, ἐγκατασταθεῖ, θρονιάσει ἡ θεϊκὴ ἡ παρουσία. Ὡστόσο, ὁ λόγος μας εἶναι ἱκέσιος λόγος, καρδιακός, ποὺ μαζεύει τὰ κομμάτια τῆς ψυχῆς καὶ τὰ ἑνώνει. Τὰ συντρίμμια δηλαδή, ποὺ μᾶς δίνει ὁ κόσμος, καθὼς ἐπιθυμεῖ τὴν διαίρεση, τὴ μοναξιὰ τὸν ἀπελπισμό μας. Ἐπειδὴ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ γνωρίζει ὅτι ἀποδυναμώνεται ἡ κοινωνία, ἡ συντροφιά, ἡ σχέση μὲ τὸν ἄλλον. Κι ἐμεῖς προσφεύγουμε στὴ Χάρη Της καὶ Τὴν ἱκετεύουμε νὰ σταθεῖ σιμά μας, παραμυθία καὶ βακτηρία, σ᾿ αὐτούς, μάλιστα, τοὺς καιροὺς τῆς καταιγιστικῆς (παρα)πληροφόρησης καὶ τῆς ἀπάνθρωπης ἀπομόνωσης. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ ἀπόβραδα μαζευόμαστε στὶς ἐκκλησιές. Μήπως, δηλαδή, καὶ ξορκίσουμε αὐτὸ τὸ κακό, αὐτὴ τὴν ἀγωνία νὰ φανοῦμε, νὰ προβληθοῦμε τοῖς ἀνθρώποις μονάχα, κι ὄχι νὰ προσφέρουμε τὴν καθαρή, λαμπένια, ἀφτιασίδωτη καὶ φανερὰ ἐνισχυμένη ἀπὸ τὶς ροὲς τῶν Δακρύων μας: «Τὴν δέησίν μας τὴν πενιχράν...». Ἐπειδή τὸ ξέρουμε, ὅτι κάτι εἶναι κι αὐτὸ γιὰ τὴν πάντιμη Παρουσία καὶ Σκέπη Της. 

Καλό μας Δεκαπενταύγουστο, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες. 
π. κ. ν. κ. 
1 Αὐγούστου 2018

«Οι μισούντες με μάτην, βέλεμνα και ξίφη και λάκκον ηυτρέπισαν, και επιζητούσι, το πανάθλιον σώμα σπαράξαι μου, και καταβιβάσαι, προς γην Αγνή επιζητούσιν· αλλ’ εκ τούτων προφθάσασα, σώσόν με».

Αυτοί που με μισούν άδικα, βέλη και ξίφη και λάκκο ετοίμασαν και ζητούν να σπαράξουν το πανάθλιο σώμα μου και να το κατεβάσουν στο χώμα, Αγνή· αλλά προφθάσασα, σώσε με.
    

Τα θαύματα γίνονται πάντοτε

ΟΜΙΛΙΑ  ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ 
της Κυριακής Ι΄ Ματθαίου 
5 Αυγούστου 2018
(Ματθ. ιδ΄ 14-23)

Γράφει ο π. Αναστάσιος Στεργιώτης 

Αδύναμος εντελώς είναι ο άνθρωπος να πολεμήσει μονάχος του το πονηρό και φθοροποιό πνεύμα του Κακού και την δύναμη του Διαβόλου. Ίσως μιαν απλή ιάσιμη ασθένεια θα μπορούσε να την καταπολεμήσει με κατάλληλους γιατρούς και φάρμακα. Τι μπορεί όμως να κάμει για τις φοβερές και ανίατες αρρώστιες της ψυχής;

Ο σεληνιαζόμενος νέος της σημερινής περικοπής ήταν πηγή οδύνης για τον πατέρα και τους οικείους του, οι οποίοι έβλεπαν ότι με τις πενιχρές τους δυνατότητες αδυνατούσαν να τον βοηθήσουν. Έτσι ο πατέρας, γεμάτος και αυτός ανείπωτο ψυχικό σπαραγμό, καταφεύγει ως ταπεινός ικέτης στα πόδια του Θεανθρώπου, ζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια. Είχε βέβαια σοβαρό έλλειμμα πίστεως και η πράξη του αυτή -καίτοι σωστή- εστερείτο βάθους. Ήταν απλώς μια εκδήλωση σεβασμού και όχι λατρείας και πίστεως προς τον Θεάνθρωπο Ιησού.

Δυστυχώς, πολλές φορές οι γονείς αφήνουν τα παιδιά τους χωρίς πνευματικά εφόδια και διαπαιδαγώγηση ως προς την πίστη. Μεριμνούν μονάχα για τις σωματικές ανάγκες τους, ενώ τα αφήνουν ψυχικά να γίνουν έρμαια του Κακού και του Διαβόλου, υποχωρώντας μπροστά στις κακές συνήθειες και τις αδυναμίες τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να νοσήσουν πνευματικά και σωματικά, κυριευμένα από την αμαρτία.

Ο Ιησούς επιπλήττει, στο πρόσωπο του πατέρα του νέου, όλους αυτούς τους αμελείς και ανεπαρκείς γονείς, παρότι αναγνωρίζει ότι στον πατέρα αυτόν υπάρχουν ψήγματα πίστεως και καλής προαίρεσης. Η πίστη ακόμα κι αν είναι ως «κόκκος σινάπεως», είναι ικανή να τα κατορθώσει όλα, ακόμη και βουνά να μετακινήσει. Κι ας μην βιασθούμε να πούμε ότι σήμερα πια δεν γίνονται θαύματα. Τα θαύματα γίνονται πάντοτε, απλώς η δική μας απιστία και ασέβεια δεν μας αφήνει να τα δούμε.

Ας πάψουμε, λοιπόν, να είμαστε δούλοι του ορθολογισμού, του υλισμού, της σκληροκαρδίας, του εγωισμού, ώστε να κερδίσουμε εντέλει την Σωτηρία. Γένοιτο!

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

Παρακλητικός Κανόνας και Αγιασμός στο Αγίασμα Παναγιάς της Φάτνης στο Νιχώρι του Βοσπόρου


Απόγευμα 3ης Αυγούστου 2018, στο ιερό Αγίασμα Παναγιάς της Φάτνης στο γραφικό Νιχώρι του Βοσπόρου Κωνσταντινουπόλεως. Την Παράκληση προς την Θεομήτορα και τον Αγιασμό έκανε ο Εφημέριος, Αρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος Σίσκος, ενώ έψαλε ο κ. Παντελής Βίγκας. 
[Φωτογραφίες: Ηλίας Κουλουρίδης]
























Το παπουτσάκι τσης

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ 


«Αυτή την αβρή νότα, τη Ζάκυνθο, βρήκες να κάψεις Παντοδύναμε;
Αν έπρεπε έτσι κι αλλιώς κάτι να καεί, είχαμε πράμα για κάψιμο. 
Μια Ζάκυνθος ήταν το λούσο μας, ο Ευρωπαϊσμός μας, η ταντέλλα πάνω στο σαμαροσκούτι μας, το αβρό λουλούδι του τραχύτατου βράχου μας. 
Αυτό πήγες και μας μάρανες, Κύριε…
Ανεξερεύνητες οι βουλές σου».
Π. Παλαιολόγος, (εφημ. Το Βήμα Αθηνών)

Ήταν οι πρώτες μέρες μετά την αποφράδα εκείνη μέρα της 13ης Αυγούστου του 1953. Αναστατωμένοι όλοι οι κάτοικοι του νησιού από το δυνατό σεισμό της προηγούμενης, που έριξε σπίτια και δημιούργησε μεγάλες ζημιές, προσπαθούσαν να συνέλθουν και να δουν τι θα κάνουν. Μετακινούσαν έπιπλα στις αυλές, έβγαζαν και τα κρεβάτια διατεθειμένοι να περάσουν τη νύχτα στην ύπαιθρο από φόβο πως μπορεί τη νύχτα να κάνει μεγάλο σεισμό και να γκρεμιστεί το σπίτι. Απομάκρυναν τα λίγα πολύτιμα, είτε σε κοσμήματα, ρουχισμό, βιβλία κ.ά. που διέθετε κάθε φαμελιά προληπτικά και γενικά επικρατούσε μια έκδηλη ανησυχία κι αβεβαιότητα για το αύριο στους μεγάλους που υποσυνείδητα, την περνούσαν και σ' εμάς τα παιδιά.

Οι περισσότεροι φοβόνταν να μπουν μέσα. Ο κρατικός μηχανισμός δούλεψε γρήγορα και τουλάχιστον στη χώρα και στην Μπόχαλη που έμενα, περνούσε Επιτροπή που κατέγραφε τις ζημιές και τις επιδιορθώσεις που θα ακολουθούσαν. Μερικά σπίτια τα σφράγιζαν ως επικίνδυνα απαγορεύοντας να μπει μέσα κανένας. Πόσο ανώφελα θα αποδεικνύονταν όλα αυτά λίγες μόνο ώρες αργότερα.

Ούτε 24ωρο δεν είχε περάσει όπου μοίρα κακιά, ζήλεψε το όμορφο Φιόρο του Λεβάντε κι αποφάσισε να το καταστρέψει ολοσχερώς. Φόβος, τρόμος, πανικός παντού, ιδιαίτερα στην πόλη, την αποκαλούμενη από τους Ζακυνθινούς, χώρα. Χτισμένη στα βάθη του χρόνου, χωρίς σωστή πολεοδομία και ρυμοτομία από την αρχή. Ή μάλλον κατάλληλα για τότε που η χώρα  ήταν μικρή ακόμη. Με το πέρασμα των καιρών, πολύστεψαν τα σπίτια και τα σπιτάκια και καθώς δεν είχαν χτιστεί τα περισσότερα με τις σωστές προδιαγραφές και τα κατάλληλα υλικά, δέχτηκαν όλη την οργή του Εγκέλαδου και πλήρωσαν ακριβό τίμημα, σωριαζόμενα σε ερείπια. Η φονική πυρκαγιά που ακολούθησε στη χώρα, όπου αστραπιαία εξαπλώθηκε από άκρη σ' άκρη αποτεφρώνοντας όχι μόνο ό,τι απόμεινε από τα γκρεμισμένα σπίτια, όχι μόνο μετατρέποντας σε στάχτες αμύθητους υλικούς και πνευματικούς θησαυρούς που διέθετε το νησί, αλλά δυστυχώς, αποτεφρώνοντας και άτομα εν ζωή ακόμη, που χτυπημένα και παγιδευμένα στα χαλάσματα ανήμπορα να κινηθούν, έβλεπαν με απερίγραπτο τρόμο και απόγνωση όλο και να ζυγώνουν οι τεράστιες φλόγες. Επί 40 ολόκληρα μερόνυχτα καιγόταν η όμορφη χώρα.

Ποιος να τολμήσει και να ήθελε να ανταποκριθεί στις κραυγές για βοήθεια των εγκλωβισμένων; Όχι μόνο γιατί ήταν επικίνδυνο να φτάσουν μέχρι εκεί, γιατί τα μπάζα βουνό ολόκληρο παντού, όχι μόνο γιατί η γη κουνιόταν κι έτρεμε συνεχώς από τους απανωτούς μικρούς ή μεγάλους μετασεισμούς, αλλά επί πλέον γιατί κρέμονταν ετοιμόρροποι τοίχοι, διαζώματα, μπαλκόνια μαδέρια μισοκαμένα ή στις φλόγες, καθιστώντας αδύνατη κάθε προσπάθεια διάσωσης όσο κι αν έτρεμαν οι δικοί τους κι άλλοι που βρίσκονταν εκεί κοντά για τον μαρτυρικό θάνατο που περίμενε τον εγκλωβισμένο.

Μολονότι το έχω γράψει και αλλού, θα το επαναλάβω πολύ συνοπτικά εδώ. Ο καταστρεπτικός σεισμός βρήκε την αδελφή μου κι εμένα στο μετόχι του Νόννου μου στην Γαργατσούρα του Μπανάτου. Ήρθε η Νόννα μου η Ανδριάνα αποβραδίς και μας πήρε ώστε να ελευθερώσει τα χέρια της Μαμάς μου, γιατί ήταν μικρός και πολύ… ζωηρός ο αδελφούλης τότε. Δεν θα αναφερθώ στον τρόμο μας, θα αναφέρω μόνο πως την επόμενη το πρωί, κρυφά να μην μας πάρουν χαμπάρι, η κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη αδελφή μου κι εγώ, πιασμένες από το χέρι, καταφέραμε να το σκάσουμε και να τραβήξουμε για την Μπόχαλη να πάμε στους γονείς μας! Μετά από πολλές ώρες, μέσα σε χαλάσματα, χάνοντας το δρόμο άπειρες φορές και κλαίγοντας από φόβο κι απελπισία καταφέραμε να φτάσουμε στην Μπόχαλη! Ρίγη συγκίνησης ακόμη και τώρα όταν θυμάμαι  πως στο ξάγναντο, λίγο πιο κάτω από τον Αρίγγο,  είδαμε με μεγάλη ανακούφιση τον παπάκη μας που βραδυοξημερωνόταν εκεί με μεγάλη αγωνία να μας περιμένει, προσευχόμενος να μας ξαναβρεί ζωντανές… Άνοιξε την αγκαλιά του, μας έκλεισε μέσα και τις δυο και για πολλή ώρα κλαίγαμε κι οι τρεις χωρίς να μπορούμε ν' αρθρώσουμε λέξη. Κάποια στιγμή κρατώντας μας σφικτά από το χέρι, φτάσαμε εκεί που κάποτε στεκόταν το σπίτι μας, σωριασμένο σε ερείπια…

Πάγωσα ολόκληρη βλέποντας γύρω μου Μπόχαλη και χώρα να μην έχει μείνει όρθιο τίποτα. Ζύγωσα με τρεμάμενα πόδια στο μουράγιο. Εκείνη τη στιγμή, φλόγες τεράστιες παντού, μα σαν είδα την Αγία Τράπεζα στο Ιερό της Μητρόπολης παραδομένη στις φλόγες, η παιδική ψυχή μου δεν άντεξε και λιποθύμησα… 

Μέρες και νύχτες λογισμού και τρόμου. Που έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Όλοι προσπαθούσαν να επιβιώσουν όπως μπορούσαν. Οι περισσότεροι από εμάς, με τα ρούχα που φορούσαμε, όχι μόνο γιατί στην πλειοψηφία τους τα σπίτια είχαν καταρρεύσει αλλά και τα λίγα που στέκονταν πολύ επικίνδυνο να πλησιάσεις ή να μπεις μέσα. Η χώρα άδειαζε κι ο καθένας πήγαινε όπου μπορούσε σε γύρω περιοχές από τη χώρα αλλά και στα χωριά που όλο και κάποιος συγγενής υπήρχε. Εκεί και το σπίτι να είχε γκρεμιστεί υπήρχε άπλετος χώρος στις μεγάλες αυλές και κήπους που διέθεταν αλλά και στα χωράφια και τα κτήματα. Γεγονός πως την πρώτη μέρα επιβιώσαμε όλοι με ένα κομμάτι ψωμί κι αν βρέθηκε κι εκείνο. Μετά, άρχισαν να πετούν πολύ χαμηλά αεροπλάνα και να μας πετάνε γαλέτες, κονσέρβες κ.λπ.

Πολύ γρήγορα οργανώθηκαν κοινοτικά συσσίτια, όπου όλοι στην ουρά με κατσαρολάκι, κανάτι μεγάλο ή ό,τι άλλο βρισκόταν, περιμέναμε τη σειρά μας να πάρουμε την μερίδα μας. Εμείς, Μπόχαλη, περίχωρα και πολλοί από τη χώρα που βρίσκονταν κοντά, πηγαίναμε στη θέση Σταυρός εκεί που διασταυρώνεται ο δρόμος που έρχεται από τη χώρα και συνεχίζει για Γαϊτάνι, Μπανάτο κ.λπ με αυτόν που οδηγεί στο Ακρωτήρι από τη μια μεριά και στην Μπόχαλη από την άλλη.

Θα πρέπει να ήταν το πρώτο Σαββατοκύριακο μετά την καταστροφή, νωρίς το απόγευμα. Ο Ντίνος μαζί μ΄ ένα φίλο του κατέβηκαν στη χώρα από το χωριό. Πιτσιρικάδες κι οι δυο, ήθελαν να δουν τις φωτιές. Φυσικά δεν μπορούσαν να πλησιάσουν κοντά, απαγορευόταν, έτσι σκαρφάλωσαν σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα από τα Εγγλέζικα μνήματα, σχεδόν απέναντι από κει που υπήρχε η βίλα Κολαΐτη με το πασίγνωστο ΑΛΛΑ, και με δέος έβλεπαν τις φλόγες να έχουν ζώσει τη χώρα από άκρη σ' άκρη. 

Κοιτάζοντας κάτω στην πλατεία Σολωμού, έβλεπαν τις πρόχειρες σκηνές που είχαν στηθεί όπου παρέχονταν πρώτες βοήθειες, βρισκόταν η Αστυνομία και «οι αρχές» του τόπου κι όπου μετέφεραν νεκρούς για ταυτοποίηση και τραυματίες για περίθαλψη. Τα πιτσιρίκια κοίταζαν με δέος! Ποτέ δεν είχαν δει τόσα χαλάσματα, τόσες φωτιές, μα ούτε κι είχαν νιώσει τόσο φόβο! Πού και πού περνούσε κάνας διαβάτης, με το κεφάλι σκυφτό, θλίψη κι αγωνία στο πρόσωπο. Σταματούσε και αντάλλασσαν λίγα λόγια με άλλους περαστικούς. Λόγια που φανέρωναν την μεγάλη τους θλίψη και την αβεβαιότητα για το αύριο και προχωρούσαν κατηφείς και σκεφτικοί.

Ο Ντίνος κι ο Γιάννης ο φίλος του, παρακολουθούσαν από ψηλά. Πέρασε κάμποση ώρα, πιάστηκαν τα παιδιά κι εκεί που ετοιμάζονταν να κατέβουν, άκουσαν  από μακριά, μέσα από τα χαλάσματα λυγμούς και λόγια ακατάληπτα λόγω απόστασης. Φοβήθηκαν για μια στιγμή, στάθηκαν λίγο διστακτικά, οι λυγμοί ακούγονταν πιο καθαρά όχι, όμως, αυτά που έλεγε ο άνδρας, γιατί για άνδρα επρόκειτο. Αναθάρρησαν κάπως κατέβηκαν λίγο πιο κάτω στον όχτο μέχρι που έβλεπαν και άκουγαν καθαρά. Ρώτησαν τι έπαθε, τι συμβαίνει, σηκώνοντας το κεφάλι, είδαν πως ήταν ένας γέρος άνθρωπος που κρατούσε κάτι στο χέρι κι έκλαιγε απαρηγόρητα. Σίμωσαν πιο κοντά και ρώτησαν τον γεράκο γιατί κλαίει, τι έπαθε, σκοτώθηκε δικός του;

Δεν τον κρατούσαν τα πόδια, κάθισε χάμω στο σκαλί σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, άπλωσε το χέρι και χωρίς να σταματήσει να κλαίει τους έδειξε ένα γυναικείο παπούτσι που κρατούσε.

-Το παπουτσάκι τσης…λέει, αυτό και μόνο αυτό έμεινε. Έψαξα γύρω έψαξα παντού, εκεί που στεκόταν το σπίτι μας, μπας και την δω, μπας κι ακούσω βογκητό, κάτι να παρηγορηθώ πως είναι ζωντανή, δεν ήταν πουθενά…Θα καταπλακώθηκε από τις εκατοντάδες τόνους ερείπια που θα πέσανε πάνω της…Πώς να αντέξει μια σταλιά άνθρωπος ήταν…αχαμνή με τι δύναμη να τα βάλει με κοτζάμου τοίχους και μαδέρια και κεραμίδια που την πλάκωσαν… Μακάρι να χτυπήθηκε και να σκοτώθηκε από τα γκρεμισμένα και να μην κάηκε ζωντανή…
- Ποια ήταν, μπάρμπα; ρώτησαν τα παιδιά απορημένα.
- Η αδελφή μου ήταν η μόνη που ζούσε… η Ασπασία. Πέντε αδέλφια είμαστε και δύο είχαμε μείνει. Τα άλλα τρία πέθαναν με την Κατοχή από την πείνα, ήταν μικρότερα και δεν άντεξαν. Μείναμε η Ασπασία κι εγώ να κλαίμε τον Πατέρα, τη Μάνα και τα μικρά... Τώρα έχασα κι εκείνην… Το παπουτσάκι τσης έμεινε, το παπουτσάκι τσης μοναχά… 

Το έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του και κλαίγοντας σηκώθηκε και τράβηξε πέρα…

Τα πιτσιρίκια έμειναν άφωνα και αμίλητα πήραν το δρόμο του γυρισμού, να πάνε στη Μάνα που θα ανησυχούσε, από το πρωί λείπουν και ποιος ξέρει πόση ώρα θα τους πάρει μέχρι να φτάσουν στο χωριό…

δ.μ.

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Εκ Φαναρίου ειδήσεις της 2ας Αυγούστου 2018

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ 
Ἐκκλησιαστικαί εἰδήσεις 


Τό ἀπόγευμα τῆς Πέμπτης, 2ας Αὐγούστου, ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐχοροστάτησεν εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τοῦ Γηροκομείου Βαλουκλῆ, κατά τήν Ἀκολουθίαν τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος πρός τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἐν τῷ τέλει τῆς ὁποίας ὡμίλησε καί ηὐλόγησε τούς ἐν τῷ Ἱδρύματι σεβασμίους τροφίμους, εἰς οὕς διένειμεν ἱερά ἐνθύμια. 

* * * 

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης, ἐδέξατο εἰς ἀκρόασιν: 
- Τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Ἀγαθάγγελον Σῖσκον, Βιβλιοφύλακα τῶν Πατριαρχείων, Ἱερατικῶς Προϊστάμενον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Κουμαριωτίσσης τῆς Κοινότητος Νεοχωρίου, μετά τοῦ Ἐντιμολ. κ. Παντελεήμονος Βίγκα, Ἄρχοντος Μ. Χαρτοφύλακος τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησίας, Προέδρου τῆς Κοινότητος, καί λοιπῶν μελῶν αὐτῆς, κομίσαντας Αὐτῷ τόν εἰθισμένον ἄρτον, ἐπί τῇ ἐγγιζούσῃ πανηγύρει τοῦ ὡς ἄνω Ἱεροῦ Ναοῦ, καί ἐνημερώσαντας Αὐτόν περί τῶν ἐν γένει δραστηριοτήτων τῆς Κοινότητός των. 
- Τόν Ἐλλογ. Δρα Βασίλειον Διαμάντογλου, Περιβαλλοντολόγον, μετά τῆς συζύγου αὐτοῦ Εὐγεν. κ. Μαρίας, Μηχανικοῡ, καί τῶν θυγατέρων αὐτῶν Ἄννης, Φοιτητρίας Φαρμακευτικῆς, καί Ὅλγας, μαθητρίας, ἐκ Νέας Ὑόρκης. 
- Τόν Ἐντιμ. κ. Ihsan John Mashari, Οἰκονομικόν Σύμβουλον, ἐντεῦθεν, μετά τοῦ Ἐντιμ. κ. Markus Markert, ἐξ Ἁννοβέρου Γερμανίας. 
- Τήν Ἐλλογ. κ. Ξάνθην Μόρφη, στέλεχος τοῦ Τμήματος Ἐπικοινωνίας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἐκ Γενεύης. 

* * * 

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης, ἐξεπροσωπήθη ὑπό τοῦ Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Ναζιανζοῦ κ. Θεοδωρήτου, κατά: 

α) τήν κηδείαν τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κυροῦ Γαβριήλ Τσάφου, ἐκ τοῦ ἐν Μήλεσι Ὠρωποῦ Ἱ. Ἠσυχαστηρίου Παναγίας τῆς Βουρλιωτίσσης, τήν Πέμπτην, 2αν Αὐγούστου, καί 

β) τήν διοργανωθεῖσαν ὑπό τῆς Πανελλαδικῆς Ὁμοσπονδίας Ἑλλήνων Ρομά ‘‘ΕΛΛΑΝ ΠΑΣΣΕ’’ τελετήν μνήμης τοῦ Ὁλοκαυτώματος τῶν Ἀθιγγάνων, ἐν τῷ Ζαππείῳ Μεγάρῳ, τό ἑσπέρας αὐθημερόν.