Εἶναι κοινῶς διαδεδομένη ἡ ἄποψη πὼς ὁ τρόπος ζωῆς, τὸν ὁποῖο προτείνει ἡ Ἐκκλησία, εἶναι «ἐξωπραγματικός». Δὲν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκοῦν μὲ καλὴ διάθεση τὶς παραινέσεις τοῦ Εὐαγγελίου καὶ παραδέχονται πώς, ἐὰν ἐφαρμόζονταν, ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία θὰ μποροῦσε νὰ μεταβληθεῖ σὲ «παράδεισο» ἐπὶ γῆς. Τὴν ἴδια στιγμή, ὅμως, εἶναι πεπεισμένοι πὼς ἡ καθημερινότητα ἐπιβάλλει ἄλλους κανόνες διαβιώσεως καὶ πὼς ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ. Γιὰ νὰ ἐπιβιώσει κανείς, θεωροῦν πὼς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἠθικὴ ποὺ ἔχει ἤδη διαμορφωθεῖ ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸ καὶ κοινωνικὸ σύστημα μέσα στὸ ὁποῖο ζοῦμε.
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐπληροφορήθη τήν συμφωνίαν μεταξύ τῶν Κυβερνήσεων Ἑλλάδος καί Βουλγαρίας διά τήν ἀνταλλαγήν ἱστορικῶν κειμηλίων καί ἐκφράζει τήν ἱκανοποίησίν του διά τήν ἔναρξιν ἐπιστροφῆς ἐκ Βουλγαρίας πολυτίμων καί ἱερῶν ἀντικειμένων, τά ὁποῖα ἀφῃρέθησαν πρό ἑκατόν καί πλέον ἐτῶν ἀπό Ἱεράς Μητροπόλεις καί Μονάς τῆς πνευματικῆς καί κανονικῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐν Βορείῳ Ἑλλάδι.







.jpg)




