e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Από την Ίμβρο στην Πόλη και από την Πόλη στην Οικουμένη

Σταύρος Θ. Ανεστίδης

Ελτσίν Ματζάρ, Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Από την Ίμβρο στην Πόλη. Μία εκ βαθέων συζήτηση, επιμέλεια Κωνσταντίνος Ζ. Δεληκωσταντής, μετάφραση Επίσκοπος Ξανθουπόλεως Παΐσιος (Κοκκινάκης) – Μάρω Μαυροπούλου, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αφοί Κυριακίδη, 2026, 212 σελ. + εικ.

Το παρόν βιβλίο ανασυνθέτει έναν ιστορικό ορίζοντα. Η μορφή της εκτενούς συνομιλίας θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να παραπέμπει σε βιογραφική συνέντευξη. Στην πραγματικότητα, όμως, το βιβλίο κινείται σε ένα πολύ ευρύτερο πεδίο: εκεί όπου η προσωπική μαρτυρία συναντά την εκκλησιαστική αυτοβιογραφία, η μνήμη διασταυρώνεται με την ιστορία και η πορεία ενός ιεράρχη καθίσταται τρόπος αναγνώσεως της εποχής του. Η ιδιαίτερη αξία του έργου δεν έγκειται μόνον σε όσα ο Οικουμενικός Πατριάρχης αφηγείται αλλά και στο σημείο του χρόνου κατά το οποίο τα αφηγείται. Ύστερα από τρεις δεκαετίες στον Οικουμενικό Θρόνο, η αναδρομή δεν αποτελεί πλέον απλή ανάκληση γεγονότων· επέχει θέση αναστοχασμού.

Η διάρθρωση του βιβλίου υπηρετεί ακριβώς αυτήν την διπλή κίνηση από το πρόσωπο προς την ιστορία και από την ιστορία πίσω στο πρόσωπο. Η παιδική ηλικία στην Ίμβρο, τα μαθητικά χρόνια και οι σπουδές στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, οι μορφές των Πατριαρχών Αθηναγόρα και Δημητρίου, η εκλογή στον Οικουμενικό Θρόνο, η οικουμενικότητα, οι διορθόδοξες σχέσεις, ο διαχριστιανικός διάλογος και τα μεγάλα εκκλησιαστικά ζητήματα της εποχής δεν παρατίθενται ως ανεξάρτητα κεφάλαια μιας χρονολογικής βιογραφίας. Συναρθρώνονται σε μία αφήγηση μέσα στην οποία η ιδιωτική μνήμη και η δημόσια ευθύνη αλληλοφωτίζονται. Ο αναγνώστης παρακολουθεί όχι απλώς την άνοδο ενός Ιμβρίου κληρικού στον πατριαρχικό θρόνο αλλά την σταδιακή εγγραφή μιας προσωπικής βιογραφίας στην μακρά διάρκεια ενός ιστορικού θεσμού.

Στο υπόβαθρο αυτής της αναγνώσεως αξίζει να τοποθετηθεί, εν συντομία και χωρίς να μετατραπεί σε δεύτερο άξονα της παρουσιάσεως, το προγενέστερο βιβλίο του Olivier Clément, La vérité vous rendra libre. Entretiens avec le Patriarche œcuménique Bartholomée Ier (Παρίσι 1996). Λίγα χρόνια μετά την εκλογή του Βαρθολομαίου, ο Γάλλος Ορθόδοξος θεολόγος ανίχνευε ήδη τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις που επρόκειτο να διατρέξουν την μακρά πατριαρχική διακονία: την δημιουργική συνάντηση της παραδόσεως με την νεωτερικότητα, την ελευθερία του προσώπου, τον διάλογο μεταξύ των χριστιανών και των θρησκειών, την ευθύνη απέναντι στην Δημιουργία. Η σημασία αυτής της αναφοράς είναι κυρίως χρονική. Ο Clément συναντά τον Πατριάρχη των πρώτων χρόνων της διακονίας του, σε στιγμή κατά την οποία οι βασικές κατευθύνσεις της πατριαρχικής του αποστολής διατυπώνονται ακόμη ως προοπτική και προσδοκία· ο Ματζάρ, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, συναντά τον Πατριάρχη της εμπειρίας, όταν οι ίδιοι θεμελιώδεις προσανατολισμοί έχουν πλέον δοκιμαστεί στην πράξη, αναμετρηθεί με τις προκλήσεις της εποχής και αποκτήσει το βάρος του ιστορικού χρόνου.

Η ιδιοτυπία του βιβλίου του Ματζάρ αρχίζει, ωστόσο, από τον ίδιο τον συνομιλητή. Δεν πρόκειται για δημοσιογράφο που προσεγγίζει περιστασιακώς το Φανάρι αλλά για πανεπιστημιακό με μακρά ερευνητική ενασχόληση με τις μειονότητες στην Ελλάδα και την Τουρκία, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Η επιστημονική αυτή συνάφεια προσδίδει στις ερωτήσεις του ιστορικό βάθος· ακόμη περισσότερο, όμως, η σχέση του με το πρόσωπο του Βαρθολομαίου έχει μια σχεδόν μυθιστορηματική προϊστορία. Το 1990, στην Ίμβρο, ο νεαρός τότε ερευνητής γνώρισε στους Αγίους Θεοδώρους τον μπαρμπα-Χρήστο, τον πατέρα του μελλοντικού Πατριάρχη, χωρίς να γνωρίζει ποιος ήταν ο γιος του. Ο ηλικιωμένος Ίμβριος τού έδειξε με υπερηφάνεια ξενόγλωσσα περιοδικά με την φωτογραφία του γιου του, ενός ανώτερου κληρικού που είχε σπουδάσει στην Ιταλία. Η σημασία εκείνης της τυχαίας συναντήσεως θα φανερωνόταν αργότερα.

Όταν ο Ματζάρ αναγνώρισε στον τουρκικό Τύπο τον Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Βαρθολομαίο και, κατά την πρώτη προσωπική τους συνάντηση, του έδειξε τις φωτογραφίες του πατέρα του από την Ίμβρο, η απόσταση ανάμεσα στον ερευνητή και στο αντικείμενο της έρευνάς του μεταβλήθηκε. Η συγκίνηση του Βαρθολομαίου άνοιξε έναν δίαυλο εμπιστοσύνης που έμελλε να διαρκέσει δεκαετίες και να συνδεθεί με την ακαδημαϊκή πορεία του Ματζάρ. Το επεισόδιο αυτό δεν συνιστά απλό βιογραφικό στιγμιότυπο· αποτελεί κλειδί για την κατανόηση της υφής του βιβλίου. Η «εκ βαθέων συζήτηση» δεν προκύπτει από μία ευκαιριακή συνέντευξη αλλά από μία σχέση που θεμελιώνεται στον χρόνο, την γνώση και την προσωπική μνήμη.

Η Ίμβρος, άλλωστε, δεν είναι απλώς το σκηνικό αυτής της πρώτης γνωριμίας. Είναι ο γενέθλιος τόπος του Πατριάρχη και συγχρόνως ο βαθύτερος τόπος μνήμης του βιβλίου. Οι Άγιοι Θεόδωροι, η οικογένεια, το νησιωτικό τοπίο, ο ρωμαίικος κόσμος της παιδικής ηλικίας δεν λειτουργούν ως γραφικές αναμνήσεις ενός χαμένου παρελθόντος. Συνιστούν το υπόστρωμα μιας ταυτότητας που θα συνοδεύσει τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο σε ολόκληρη την διαδρομή του. Η μνήμη της Ίμβρου αποκτά έτσι διπλή λειτουργία: διασώζει έναν κόσμο που μεταβλήθηκε δραματικώς και, ταυτοχρόνως, φωτίζει την προσωπική αυτοσυνειδησία εκείνου που τον θυμάται. Το τοπικό δεν αναιρεί το οικουμενικό· αντιθέτως, μέσα από την εμπειρία του συγκεκριμένου τόπου διαμορφώνεται σταδιακώς η οικουμενική προοπτική.

Από την άποψη αυτή, ο τίτλος Από την Ίμβρο στην Πόλη αποδεικνύεται περισσότερο πολυσήμαντος από όσο αρχικώς διαφαίνεται. Η διαδρομή δεν είναι μόνον γεωγραφική. Από την Ίμβρο στην Χάλκη και από εκεί στο Φανάρι, η προσωπική μνήμη συναντά σταδιακώς την εκκλησιαστική ευθύνη. Η Χάλκη δεν είναι απλώς τόπος σπουδών, αλλά θεσμός καθοριστικός για την πνευματική συγκρότηση μιας ολόκληρης γενιάς κληρικών. Η Κωνσταντινούπολη, αφ’ ετέρου, δεν είναι απλώς ο τόπος της πατριαρχικής διακονίας· είναι το ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η συρρίκνωση της Ρωμιοσύνης συνυπάρχει, παραδόξως αλλά δημιουργικώς, με την διεύρυνση της διεθνούς παρουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι συνομιλίες του 2021 προσδίδουν στο έργο μία ακόμη διάσταση: εκείνη της προφορικής ιστορίας. Ο Βαρθολομαίος δεν μιλά ως νεοεκλεγμένος Πατριάρχης που εξαγγέλλει προθέσεις, αλλά ως εκκλησιαστικός ηγέτης που ανατρέχει σε τρεις δεκαετίες πατριαρχικής εμπειρίας. Η μνήμη, βεβαίως, δεν αποτελεί απλή καταγραφή του παρελθόντος· συνιστά ενεργό διαδικασία επιλογής, ανασυνθέσεως και νοηματοδοτήσεως της βιωμένης εμπειρίας. Επιλέγει, ιεραρχεί, σιωπά, συνδέει και επανερμηνεύει. Ακριβώς γι’ αυτό η μαρτυρία έχει ιστορική αξία: όχι επειδή υποκαθιστά το αρχείο ή απαλλάσσει τον ιστορικό από την ανάγκη διασταυρώσεως, αλλά επειδή αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο πρωταγωνιστής οργανώνει το παρελθόν του και νοηματοδοτεί την θέση του μέσα σε αυτό. Το βιβλίο είναι, υπό αυτή την έννοια, όχι μόνον πηγή πληροφοριών αλλά και τεκμήριο ιστορικής αυτοσυνειδησίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του Ματζάρ ότι ο Βαρθολομαίος, από την αρχή της Πατριαρχίας του, επιχείρησε να «ανοίξει» το Πατριαρχείο προς την τουρκική και την διεθνή κοινή γνώμη. Η αποτίμηση αυτή πρέπει, ασφαλώς, να αποδοθεί στον συγγραφέα· αποκτά όμως ειδικό βάρος επειδή προέρχεται από Τούρκο πανεπιστημιακό που παρακολουθεί επί δεκαετίες την θέση του Φαναρίου στην Τουρκία. Στην διατύπωσή του συμπυκνώνεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εντάσεις της εποχής Βαρθολομαίου: ενώ η ρωμαίικη κοινότητα έχει υποστεί δημογραφική συρρίκνωση, το Πατριαρχείο ενισχύει την διεθνή του ακτινοβολία. Η οικουμενικότητα παύει έτσι να αποτελεί ιστορικό τίτλο που παραπέμπει μόνον στο παρελθόν και μετατρέπεται σε ενεργό διεκδίκηση παρουσίας και μαρτυρίας στον σύγχρονο κόσμο.

Για την ελληνική έκδοση του βιβλίου η συμβολή του Κωνσταντίνου Ζ. Δεληκωσταντή αξίζει ιδιαίτερης μνείας. Η επιμέλεια δεν αποτελεί εδώ απρόσωπη φιλολογική εργασία. Ανατίθεται σε έναν διεθνώς αναγνωρισμένο θεολόγο και πανεπιστημιακό διδάσκαλο που γνωρίζει τον κόσμο του παρόντος βιβλίου όχι μόνον μέσα από την μελέτη αλλά και από την δική του βιωμένη ιστορία. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ίμβρο, απόφοιτος της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, με περαιτέρω φιλοσοφική και θεολογική συγκρότηση και μακρά ακαδημαϊκή και συγγραφική διαδρομή, ο Δεληκωσταντής διαθέτει υπόβαθρο εξαιρετικά πρόσφορο για την ελληνική παρουσία ενός έργου που κινείται ανάμεσα στην Ίμβρο, την Χάλκη, το Φανάρι, την οικουμενικότητα και τον διάλογο της Ορθοδοξίας με τον σύγχρονο κόσμο.

Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα —η θεολογική και φιλοσοφική ανθρωπολογία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο διαθρησκειακός διάλογος, η ευρωπαϊκή παρουσία της Ορθοδοξίας και η οικολογική ευθύνη— συναντούν καίριες θεματικές της πατριαρχικής σκέψεως. Χωρίς να αποδίδουμε στην επιμέλεια συγκεκριμένες παρεμβάσεις που δεν τεκμηριώνονται, η ανάθεσή της στον Δεληκωσταντή αποτελεί επιστημονικά εύστοχη επιλογή. Υπάρχει, επιπλέον, μία λεπτή συμβολική συνοχή: ο Βαρθολομαίος είναι Ίμβριος, ο Δεληκωσταντής επίσης Ίμβριος, και στην Ίμβρο αρχίζει η προσωπική προϊστορία της γνωριμίας του Ματζάρ με τον μελλοντικό Πατριάρχη. Ο τόπος βρίσκεται έτσι στην αρχή της ζωής που αφηγείται το βιβλίο, στην αρχή της επικοινωνίας που το κατέστησε δυνατό και, μέσω του επιμελητή, στην ελληνική του πρόσληψη.

Ανάλογη αναγνώριση αξίζει στην εκδοτική πρωτοβουλία των Εκδόσεων Αφοί Κυριακίδη. Η ελληνική έκδοση δεν προσθέτει απλώς έναν ακόμη τίτλο στην πλούσια βιβλιογραφία γύρω από τον Βαρθολομαίο. Καθιστά προσιτή μία διαφορετική οπτική: την μαρτυρία ενός Τούρκου πανεπιστημιακού για τον Οικουμενικό Πατριάρχη και για έναν θεσμό που ο ίδιος έχει μελετήσει επί μακρόν. Στις αρετές του βιβλίου συγκαταλέγεται και η μετάφραση του Επισκόπου Ξανθουπόλεως Παϊσίου (Κοκκινάκη) και της Μάρως Μαυροπούλου η οποία υπηρετεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ενός βιβλίου που γεννήθηκε από τον προφορικό λόγο. Η ελληνική απόδοση διατηρεί την φυσικότητα και την αμεσότητα της συνομιλίας, χωρίς να αποδυναμώνει το ιστορικό και θεολογικό βάρος του λόγου. Έτσι, ο αναγνώστης δεν έχει την αίσθηση ενός κειμένου που απλώς μεταφέρθηκε από την μία γλώσσα στην άλλη, αλλά ενός λόγου που βρίσκει στην ελληνική την δική του φυσική ροή, διατηρώντας τον τόνο, τις αποχρώσεις και, κυρίως, την βιωματική αμεσότητα της συνομιλίας.

Το βιβλίο, ωστόσο, προσκαλεί αναπόφευκτα και σε μια ευρύτερη σκέψη για το ίδιο το πρόσωπο του Βαρθολομαίου και την θέση του στην σύγχρονη Ορθοδοξία. Η οριστική ιστορική αποτίμηση μιας τόσο μακράς Πατριαρχίας δεν μπορεί παρά να ανήκει στο μέλλον. Ήδη όμως διαγράφονται θεμελιώδεις προσανατολισμοί που έμελλε να προσδιορίσουν την φυσιογνωμία του: η οικουμενικότητα ως ενεργός διακονία και όχι ως μουσειακό κατάλοιπο ενός τίτλου, η προσήλωση στην συνοδικότητα και στην πανορθόδοξη συνεννόηση, ο διαχριστιανικός και διαθρησκειακός διάλογος, η ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας του Πατριαρχείου και, με ιδιαίτερη συνέπεια, η ανάδειξη της προστασίας της Δημιουργίας σε θεολογικό και εκκλησιαστικό αίτημα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης το 2016 αποτελεί καίριο σημείο αναφοράς της σύγχρονης συνοδικής εμπειρίας της Ορθοδοξίας. Η σημασία της δεν έγκειται στο ότι εξαφάνισε τις διορθόδοξες διαφορές —οι απουσίες, οι αντιπαραθέσεις και οι μεταγενέστερες εξελίξεις κατέδειξαν το αντίθετο— αλλά στο ότι εξέφρασε με ιδιαίτερη καθαρότητα την επιμονή σε μια Ορθοδοξία που αναζητεί τρόπους κοινής εκκλησιαστικής μαρτυρίας. Αντιστοίχως, ο διαχριστιανικός διάλογος και η οικολογική προβληματική δεν υπήρξαν παρεμπίπτουσες πλευρές της Πατριαρχίας, αλλά σταθερές κατευθύνσεις. Ιδίως η οικολογική ευαισθησία προσέλαβε θεολογικό βάθος, συνδέοντας την προστασία του φυσικού κόσμου με την χριστιανική αντίληψη της Δημιουργίας ως θείου δώρου και με την ευθύνη του ανθρώπου απέναντί της.

Μια ακαδημαϊκή αποτίμηση, βεβαίως, οφείλει να διατηρεί την αναγκαία απόσταση. Η περίοδος Βαρθολομαίου γνώρισε και γνωρίζει σοβαρές διορθόδοξες εντάσεις: διαφορετικές αντιλήψεις για το πρωτείο και την συνοδικότητα, δυσχέρειες στην πανορθόδοξη συνεννόηση, το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα και τις συνέπειές του. Η ιστορική βαρύτητα μιας προσωπικότητας, όμως, δεν εξαρτάται από την απουσία αντιλόγου. Συχνά αποκαλύπτεται ακριβώς από το εύρος των ζητημάτων με τα οποία συνδέθηκε η παρουσία της και από το γεγονός ότι οι επιλογές της κατέστησαν αναπόφευκτη την συζήτηση γύρω από θεμελιώδη εκκλησιολογικά ερωτήματα. Από αυτή την άποψη, η Πατριαρχία Βαρθολομαίου έχει ήδη εγγραφεί σε μερικές από τις κρισιμότερες συζητήσεις της Ορθοδοξίας των τελευταίων δεκαετιών.

Η ιδιαίτερη συμβολή του βιβλίου του Ματζάρ έγκειται στην ανάδειξη της εσωτερικής συνοχής που διατρέχει τις διαφορετικές εκφάνσεις της προσωπικότητας του Πατριάρχη. Ο Ίμβριος των Αγίων Θεοδώρων, ο σπουδαστής της Χάλκης, ο κληρικός της πατριαρχικής παραδόσεως και ο διεθνώς αναγνωρίσιμος Προκαθήμενος δεν είναι διαδοχικοί ρόλοι που ακυρώνουν ο ένας τον άλλο. Συνυπάρχουν σε μία προσωπικότητα όπου η μνήμη των καταβολών συνομιλεί με τον οικουμενικό ορίζοντα, η προσήλωση στην παράδοση με την διάθεση διαλόγου, η εμπειρία μιας μικρής και δοκιμασμένης κοινότητας με την αίσθηση ευθύνης απέναντι σε ζητήματα παγκόσμια. Ίσως σε αυτή την σύνθεση να βρίσκεται το ιδιαίτερο γνώρισμα της πατριαρχικής φυσιογνωμίας του Βαρθολομαίου.

Έτσι, το Από την Ίμβρο στην Πόλη μπορεί να διαβαστεί τελικώς ως πορτρέτο ιστορικής αυτοσυνειδησίας. Δεν ενδιαφέρει μόνον το ποιος υπήρξε ο Δημήτριος Αρχοντώνης πριν γίνει Πατριάρχης, αλλά το πώς ο Βαρθολομαίος, έπειτα από δεκαετίες διακονίας, ανασυνθέτει την σχέση ανάμεσα στην προσωπική του πορεία, στην παράδοση που παρέλαβε και στην ευθύνη που ανέλαβε. Και εδώ ακριβώς η έκδοση του βιβλίου αυτού αποκτά την βαθύτερη αξία της: επιτρέπει να διαφανεί, πίσω από το αξίωμα, ο φορέας μιας μνήμης· πίσω από τον θεσμό, το πρόσωπο· και μέσα από την δημόσια διαδρομή, η βαθύτερη συνοχή ενός ολόκληρου βίου.

Ο Σταύρος Θ. Ανεστίδης είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, υποδιευθυντής του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: