e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Περασμένες αλλά όχι ξεχασμένες ημέρες

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ 

Όσο μεγαλώνει, σε ηλικία, ο άνθρωπος, κοιτάζει περισσότερο πίσω στο χθες, στις ημέρες που πέρασαν και λιγότερο στο σήμερα.

Το σήμερα, δεν έχει να προσφέρει πολλά σε ηλικιωμένο, πες καλύτερα γέρο άνθρωπο, όπου ο χρόνος  παρουσίας του επί της γης, όλο και λιγοστεύει.

Αναπόφευκτα, γυρίζει πίσω, στα νεανικά πολλές φορές και παιδικά του χρόνια και θυμάται.

Θυμάται, νοσταλγεί, κρίνει, συγκρίνει κατακρίνει και καταλήγει πάντα στο ότι, ήταν καλύτερα τότε.

Ήταν, ίσως,  καλύτερα γιατί υπήρχαν νιάτα και τα νιάτα είναι πάντα αισιόδοξα. Ή, ίσως, γιατί η ζωή,  ήταν πολύ πιο απλή και εύκολη. Ούτε σκοτούρες πολλές, ούτε έγνοιες, γιατί δεν είχαν μεγάλες απαιτήσεις και προσδοκίες, προδιαγραμμένα όλα. Τα κορίτσια να παντρευτούν και τα αγόρια να δουλεύουν και γυρίζοντας από το Στρατιωτικό, να βρουν μια καλή κοπέλα, με σχετική προίκα και να νοικοκυρευτούν, αφού «νοικοκύρεμα»  ήταν να κάνουν οικογένεια. Κύριο μέλημα, να εξοικονομούνται τα προς το ζειν και το καλό όνομα της οικογένειας, απλά και σχετικά εύκολα πράγματα.

Η οικογένεια μαζεμένη. Τις ώρες μεσημβρινού γεύματος Κυριακές και Γιορτές και του δείπνου καθημερινά, σχεδόν πάντα όλη η οικογένεια στο τραπέζι, ακόμα κι αν το φτωχικό γεύμα ή δείπνο, ήταν μόνο ψωμί κι ελιές και λίγα αγριόχορτα. Κάθε μέλος της, γνώριζε τις ευθύνες και υποχρεώσεις του, ακόμα και τα παιδιά από νεαρή ηλικία.  

Αρχηγός της φαμελιάς, πάντα ο πατέρας. Εκείνος δούλευε, αν έμενε σε πόλη και στους αγρούς και τα χωράφια αν ήταν αγρότης.

Εκείνος αποφάσιζε για όλα, ακόμα και τι θα μαγειρέψει η νοικοκυρά, πολλές φορές.  

Συνήθως, η γυναίκα συμβουλευόταν τον άνδρα για το φαγητό της ημέρας, ώστε να πάει να ψωνίσει ο ίδιος ή να της αφήσει χρήματα πριν φύγει για δουλειά το πρωί.

Τα παιδιά της πόλης, δεν είχαν πολλές υποχρεώσεις, μολονότι, εκεί που υπήρχε μεγάλη φτώχεια, έβγαιναν και αυτά στο μεροκάματο νωρίς. Λουστράκια, που έβαφαν στο δρόμο, τα παπούτσια των περαστικών, κυρίως ανδρών ή μαθητευόμενα σε τεχνίτες, μαραγκούς, επιπλοποιούς, τσαγκάρηδες κ. ά. Τα παιδιά των χωριών, από μικρή ηλικία, βοηθούσαν σε όλα και εντός και εκτός σπιτιού.

Ελευθερίες μεγάλες, δεν υπήρχαν, ιδιαίτερα στις μικρές κοινωνίες, όπως νησιά και επαρχίες.

Εκεί βασίλευε το «τι θα πει ο κόσμος», για την κάθε τους κίνηση την κάθε τους πράξη, την κάθε τους λέξη, κυρίως για τη γυναίκα και τα νέα κορίτσια. Κρίνονταν για όλα από όλους.  Πώς ντύνονται, πώς μιλούν, πώς περπατούν, αν είναι σοβαρές, αν μιλούν πάντα με ευγένεια, με ποιους μιλούν και γιατί μιλούν. Έπρεπε σε όλα να είναι προσεκτικές και μετρημένες.

Γιατί “ο κόσμος είναι κακός”,  ο κόσμος κουτσομπολεύει, κατηγορεί και πολλά άλλα. Φυσικά, ξεχνούσαν πως μέρος  αυτού του κόσμου ήταν και οι ίδιοι.

Ταυτόχρονα, όμως, στις μικρές κοινωνίες, ο σεβασμός στη γυναίκα κάθε ηλικίας, ήταν σχεδόν, δεδομένος. Επί πλέον, οι μεγάλοι φρόντιζαν τα παιδιά ο ένας του άλλου, σε αυτές τις μικρές  κοινωνίες. Αυτή η «φροντίδα», γινόταν βραχνάς για τη νεολαία. Από τη μια, (όσοι/ες φοιτούσαμε στο Γυμνάσιο), είχαμε τους καθηγητές όπου καιροφυλακτούσαν μπας και εμείς τα κορίτσια κυκλοφορήσουμε χωρίς τη μαύρη ποδιά με το λευκό γιακαδάκι και το σήμα ΓΖ, Γυμνάσιο Ζακύνθου, ακόμα και τις μετασχολικές ώρες. Τα δε αγόρια, το πηλήκιο με το ίδιο σήμα ΓΖ. Όσο αγανακτούσαμε εμείς τα κορίτσια με την άχαρη μαύρη ποδιά, άλλο τόσο και τα αγόρια, γιατί το πηλήκιο τους χαλούσε «την καπέτα», κόμμωση. Και εκτός αυτών είχαμε και τους φίλους των γονιών να αναφέρουν στον πατέρα ή στη μάνα, κάθε μας βήμα, κάθε μας κίνηση.

Όπως και αλλού έχω γράψει, η αυστηρότητα για μένα, ως κόρη ιερέως, δεν είχε όρια.  Όσους ιερείς συναντούσα στη χώρα, και όσες φορές και να τους συναντούσα, κανόνας απαράβατος να ασπάζομαι το χέρι τους με μικρή υπόκλιση. Μπελάς  μού είχαν γίνει τα ατέλειωτα χειροφιλήματα.

Σε χαρές και σε λύπες, συμπαραστεκόταν η μια οικογένεια στην άλλη. Εκτός, φυσικά, κι αν υπήρχε έχθρα που κρατούσε χρόνια κάποιες φορές. Τόσο, που με το πέρασμα του χρόνου, δεν ήξεραν πούθε και πώς προήλθε αυτή η έχθρα. Ακόμα και στις «βεντέτες», που «άνθιζαν» μέχρι πριν λίγες δεκαετίες. Θυμάμαι, νιόπαντρη το 1960, αδελφός σκότωσε τον αδελφό του. Έμεναν στην ίδια γειτονιά, και η γίδα του ενός, γκρέμισε λίγο το φράχτη, όσο να μπορεί να μπει στο χωράφι του άλλου. Θέλω να πιστεύω, πως προϋπήρχαν αιτίες και διαφορές ανάμεσα στα αδέλφια, και η ζημιά της γίδας ήταν η αφορμή, άλλα τα αίτια.

Γενικά, οι περισσότερες οικογένειες ζούσαν αρμονικά τότε, γιατί ούτε η γυναίκα αλλά ούτε και τα παιδιά σήκωναν κεφάλι ή  παράκουαν τον σύζυγο ή τον πατέρα, ο οποίος δεν ήταν απαραίτητα δύστροπος  ή αυταρχικός ή δυνάστης. Απλά κουμαντάριζε τη φαμελιά του όπως επέτρεπε η οικονομική τους κατάσταση και όπως θεωρούσε  σωστό εκείνος.

Θυμάμαι, να λένε, πως η «έξυπνη» γυναίκα έχει τον τρόπο της και αφήνει τον άνδρα να πιστεύει πως εκείνος κάνει κουμάντο, ενώ στην ουσία, εκείνη αποφάσιζε για όλα.

Παράδειγμα, η Μαρία, γειτόνισσα στη χώρα. Μόνο όταν πέθανε ο άνδρας της, ομολόγησε  στα παιδιά της, ότι ποτέ δεν ψήφισε τον Μυριδάκη, υποψήφιο βουλευτή Ζακύνθου τότε, πολλά χρόνια πίσω στη Ζάκυνθο, αλλά άφηνε τον άνδρα της να πιστεύει πως εκτελούσε τη συμβουλή  του και τον ψήφιζε πάντα! Και να απορούν  οι άνδρες στο μαγαζί τα βράδια, γιατί δεν «βγήκε» ούτε τώρα ο Μιχαλάκης, αφού τον ψηφίσανε όλοι γυναίκες και άνδρες.

Είμαι σίγουρη, ότι  έκαναν το ίδιο οι περισσότερες αν όχι όλες οι γυναίκες τότε, όχι μόνο στις εκλογές, αλλά σε πολλά θέματα που αφορούσαν τη φαμελιά αλλά και τη ζωή τους.

Μία από τις συμβουλές που έδιναν οι παλαιότερες στις νεότερες γυναίκες, μέχρι τις ημέρες μου ήταν:

-Ο άνδρας σου να σε ξέρει από τη μέση και κάτω, ποτέ από τη μέση κι επάνω.

 Αυτή τη συμβουλή,  μου την έδωσε εμένα, όχι η μαμά μου, αλλά η πεθερά μου! Ένας πολύ καλός και δίκαιος άνθρωπος. Ζήσαμε μαζί στην Αθήνα, για 7 χρόνια. Όλη η γειτονιά απορούσε πώς γίνεται «νυφοπεθερά και να μην τρώγονται όλη μέρα». Βοηθούσε το ότι η κυρά Τασία ήταν ήπιος, αλλά προπαντός, δίκαιος άνθρωπος. Και εγώ, μικρή, μεγαλωμένη με αυστηρές αρχές, δεν αντιμιλούσα ποτέ τότε. Επί πλέον σεβάστηκα αυτό που μου είπε ο παπάκης μου, όταν με αγκάλιασε και με φίλησε μετά το στεφάνωμα:

-Σούλα μου, να τιμάς την πεθερά σου και να παραβλέπεις ακόμα κι αν πει κάτι που δεν σου αρέσει. Να θυμάσαι,  χήρεψε πολύ νέα και έμεινε μόνη για να μεγαλώσει  τον άνδρα σου.

Κι εγώ, σαν υπάκουη παπαδοκόρη, (τολμώ να πω ότι έτσι παρέμεινα ως προς τις αρχές μου), εκτέλεσα κατά γράμμα τις συμβουλές του!  Με την μακαρίτισσα την Τασία, είχαμε υπέροχη σχέση μέχρι που πέθανε. Με υποστήριζε στα δίκια μου, πάντα στο πλευρό μου, όχι μόνο στα 7 χρόνια που ζήσαμε μαζί, αλλά και όταν  εγώ στη Μελβούρνη κι εκείνη στη Ζάκυνθο. Και κάθε φορά που πηγαίναμε Ελλάδα, με κοιτούσε προσεκτικά, «χλωμή σε βλέπω παιδάκι μου» ή «αδυνάτησες από την προηγούμενη φορά». Και μ΄ έπαιρνε παράμερα «να τα πούμε»...

Ας γυρίσουμε λίγο πίσω όμως και ας θυμηθούμε μυρωδιές και γεύσεις της παιδικής μας ηλικίας.

Περισσότεροι, από εμάς τις/τους πολύ μεγάλους, νοσταλγούμε τα υπέροχα αγριολούλουδα, όπου στη Ζάκυνθο τότε, ανθούσαν ανάλογα με τις εποχές, στους όχθους, στον Κάμπο και στα χωράφια. Μυρτιές ή Μερτίες, όπως τις λέμε οι Ζακυνθινοί. Κρίνοι, μαργαρίτες, παπαρούνες, ανεμώνες, «κοπελούλες», «μη με λησμόνει» εκείνα τα πολύ μικρά μωβέ ή πορτοκαλί ανθάκια, μανουσάκια και πολλά άλλα, που, ανάλογα με την εποχή,  γέμιζε ο τόπος  και μοσχοβολούσε.

 Πολλά από αυτά, τα συσχετίζαμε με σημαντικές ημερομηνίες και γιορτές. Έχω κρατήσει μέχρι σήμερα το άρωμα από τα άγρια μανουσάκια που βγαίνανε στην Ζάκυνθο, αρχές του Δεκέμβρη. Μου θυμίζουν πάντα, την πιο επίσημη μέρα της χρονιάς, στο σπίτι μας, την 12η του Δεκέμβρη, του Α. Σπυρίδωνος, που γιόρταζε ο παπάκης μου. Όλες οι Ανθοστήλες αλλά και το μεγάλο βάζο στη μέση του τραπεζιού, γεμάτα με μοσχομύριστα μανουσάκια.

Επίσης, Μυρτιές για μένα, σήμαινε πάντα πανηγύρι!

Αμφιβάλλω αν ξέχασε κανείς,  «τις βούτες», όταν η μάνα τσιγάριζε το κρέας και πότε κρυφά πότε φανερά, βουτούσαμε απανωτές φέτες ψωμί σε κείνο το λάδι, όπου μαζί με τις γεύσεις από το κρέας, το σκόρδο και το κρεμμύδι, ήταν υπέροχες γεύσεις που δεν έχουν ξεχαστεί μέχρι σήμερα!

Αρώματα δεν φορούσαμε, αλλά τις επίσημες μέρες ή αν πηγαίναμε κάπου,  όλες βάζαμε λίγη ντόπια, φτηνή κολόνια από τζαντζαμίνια, τουτέστιν γιασεμιά.

Διασκεδάσεις μας, τα πανηγύρια, οι Αρραβώνες, Γάμοι και οι ονομαστικές γιορτές, όχι με πρόσκληση, όπως τώρα. Τότε, όλο το χωριό, η οι γνωστοί στη χώρα, είχαμε χρέος να περάσουμε και να ευχηθούμε στους εορτάζοντες. Το ίδιο κάναμε και στις επίσημες ημέρες. Υποχρέωσή μας, να περάσουμε για τα Χρόνια Πολλά. Η οικοδέσποινα, φίλευε «μελαχρινό», γλυκό του ταψιού που έφτιαχνε η ίδια με πετιμέζι, ή ένα λουκούμι και το Καλοκαίρι, συνήθως,  «υποβρύχιο», όπως το λέγαμε, ένα ποτήρι νερό με ένα μακρύ κουταλάκι του γλυκού που είχε «βανίλια», μια πολύ γλυκιά και αρωματική γεύση.

Οι «έχοντες» διέθεταν Γραμμόφωνο,  όπου έπαιρνε «πλάκες», τουτέστιν, μεγάλους δίσκους, των 78 στροφών. Είχε ένα μεγάλο «χέρι» όπου στην άκρη υπήρχε λεπτή και ευαίσθητη βελόνα. Πατούσες ελαφρά τη βελόνα στον δίσκο και έπαιζε. Πολλές φορές, κολλούσε  η βελόνα, και όχι μόνο επαναλάμβανε τη μουσική στο σημείο που κόλλησε, αλλά γρατζούνιζε και κατέστρεφε το δίσκο.

Μεταφορικά, χρησιμοποιείται  μέχρι σήμερα η έκφραση «κόλλησε η βελόνα», για άτομο που επιμένει να επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια, ιδιαίτερα στα ανδρόγυνα όταν διαπληκτίζονται.

Υπήρχαν και Ραδιόφωνα βέβαια! Αλλά, προνόμιο ολίγων. Όχι μόνο γιατί  ήταν πολύ ακριβά, αλλά επί πλέον, εκεί που δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, ιδιαίτερα στα χωριά, λειτουργούσε με μπαταρία. Η μπαταρία όχι μόνο ήταν πολύ βαριά,  αλλά επί πλέον στοίχιζε σχεδόν όσο και το ραδιόφωνο και η διάρκειά της μικρή. Οπότε, ο ιδιοκτήτης το άνοιγε για να ακούσει τις ειδήσεις αλλά προ παντός για τα ραδιοφωνικά σίριαλ! Ποιος ξέχασε το: Μικρή Πικρή μου αγάπη ή το Σπίτι των Ανέμων; Θρύλος, όχι αστεία. Θυμάμαι, στη χώρα, όχι μόνο οι νοικοκυρές τα παρατούσαν όλα στη μέση μη χάσουν λέξη, αλλά και οι άνδρες μαζεύονταν απέξω από μαγαζί που είχε ραδιόφωνο, η ένταση στο τέρμα ώστε να ακούγεται από παντού και...δεν κουνιόταν φύλλο! Ιερή η ώρα των σίριαλ! 

Οι μοδίστρες, αλλά και μερικές, σχετικά εύπορες γυναίκες, διέθεταν ραπτομηχανή Σίγκερ. Ήταν οι επιτραπέζιες, όπου ο τροχός γύριζε με το χέρι και αυτές «του ποδιού» που ήταν σχετικά μεγάλες και ο τροχός γύριζε πατώντας «την πατούσα» της μηχανής, αυτές τις είχαν κυρίως οι μοδίστρες!

Όμως, όλα άλλαξαν πια. Όλα ηλεκτρονικά και αυτόματα, άσε που ελάχιστες από τις νέες,  ενδιαφέρονται για ραπτομηχανές και τέτοια.

Σήμερα, είναι η εποχή της προχειρότητας, του σύντομου, του εύκολου, ακόμα και στα σπίτια τους.

Οι περισσότερες νέες γυναίκες, καλλιεργημένες και με μόρφωση, παράλληλα με την οικογένεια, έχουν, όχι απλά εργασία, αλλά καριέρα, με μεγάλες απαιτήσεις. Μεγάλο το αντίκτυπο στην οικογένεια και όχι πάντα θετικό. Οι ευθύνες και υποχρεώσεις της νέας γυναίκας, δεν έχουν όρια.

Σήμερα, μπορεί να υπάρχουν χίλια καλά, σπίτια μεγάλα, πολυτελή, αλλά όχι «σπιτικά» όπως τότε. Κατάκλειστα, τα περισσότερα, και όλες οι Γιορτές ή...υποχρεώσεις, έξω σε ταβέρνα ή εστιατόριο. Αλλά ακόμα και στο σπίτι να πας, δεν υπάρχει πια εκείνη η απλότητα και ζεστασιά. Όσο για τα φαγητά, όλα απέξω. Ένα τηλέφωνο και ήρθαν...

Όλες αυτές οι «περασμένες ημέρες», ήταν λίγο-πολύ, η ζωή όλων μας. Όμως, ανήκουν πια στο παρελθόν, ανεπιστρεπτί.

Συμπαθάτε με αν παραμένω στο μακρινό χθες. Αλλά όσο άξιζε εκείνο το ένα, το μοναδικό φαγητό που μαγείρευε με αγάπη η νοικοκυρά και καθόμαστε όλοι μικροί μεγάλοι γύρω στο τραπέζι, κουβεντιάζαμε, απολαμβάναμε, χωρίς εκκωφαντικές κακόγουστες φωνές, από μεγάφωνα, δεν συγκρίνεται με τίποτα πια!

Ναι, περασμένες Ημέρες, αλλά όχι ξεχασμένες!

δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: