Προσωπικές σκέψεις, με αφορμή τις δύο παρεμβάσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη στην Ασίζη, 40 χρόνια μετά την ιστορική συνάντηση προσευχής για την ειρήνη.
Του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
Παρακολουθώντας τις δύο παρεμβάσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Ασίζη, στις 27 Οκτωβρίου 2026, αισθάνθηκα για μια ακόμη φορά πόσο βαθιά συνδέεται η εκκλησιαστική ευθύνη με την αγωνία για τον άνθρωπο. Άκουσα έναν λόγο ώριμο, καρπό μακράς πνευματικής εμπειρίας, που κουβαλούσε το βάρος τριάντα πέντε χρόνων Πατριαρχίας, μαζί με την επιμονή ενός ανθρώπου που εξακολουθεί να πιστεύει στη δυνατότητα της ειρήνης.
Στην Ασίζη, όπου στις 27 Οκτωβρίου 1986 ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ είχε συγκεντρώσει εκπροσώπους των θρησκειών σε κοινή προσευχή για την ειρήνη, ο Βαρθολομαίος επέστρεψε σαράντα χρόνια αργότερα με τη γνώριμη παρρησία του. Η ευχέρεια με την οποία μίλησε στα ιταλικά, η θεολογική του συγκρότηση και η ανθρώπινη αμεσότητα της παρουσίας του έδωσαν ξεχωριστή δύναμη στις παρεμβάσεις του. Η θερμή ανταπόκριση του διεθνούς ακροατηρίου υπήρξε χαρακτηριστική. Προσωπικά, με απασχόλησε περισσότερο το περιεχόμενο αυτής της μαρτυρίας και κυρίως η τόλμη της αυτοκριτικής του.
Ανατρέχοντας στο ιστορικό 1986, ο Πατριάρχης έθεσε ένα ερώτημα που με προβλημάτισε βαθιά: Πώς φθάσαμε, ύστερα από τόσες συναντήσεις, διακηρύξεις και προσευχές, σε έναν κόσμο όπου ο πόλεμος εξακολουθεί να καταστρέφει ανθρώπους και πατρίδες; Αναγνώρισε ότι η επίδραση των χριστιανικών πρωτοβουλιών στην πορεία των πραγμάτων υπήρξε περιορισμένη. Διέκρινα εδώ μια σπάνια εκκλησιαστική ειλικρίνεια. Ο Πατριάρχης περιλαμβάνει και τη δική μας ευθύνη στον προβληματισμό του. Μας καλεί να αναμετρηθούμε με την καθημερινή εφαρμογή του Ευαγγελίου, με το πραγματικό αντίκρισμα της αγάπης που κηρύσσουμε.
Η πρώτη ομιλία του, κατά την οικουμενική προσευχή στη Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου, στηρίχθηκε στη συγκλονιστική εικόνα της Αποκαλύψεως, όπου οι άνθρωποι λευκαίνουν τις στολές τους με το αίμα του Αρνίου. Μέσα στο μυστήριο του Σταυρού, το αίμα γίνεται σημείο καθάρσεως και ανακαινίσεως. Ο Χριστός προσλαμβάνει τον ανθρώπινο πόνο και φανερώνει τη δύναμη της αυτοπροσφοράς. Από αυτή την ευαγγελική αλήθεια αντλεί ο Βαρθολομαίος το περιεχόμενο της αφοπλισμένης ειρήνης, που αρχίζει από την καρδιά, από την υπέρβαση της μνησικακίας και την αναγνώριση του άλλου ως αδελφού. Η ειρήνη αποκτά σώμα με την περίθαλψη του πληγωμένου, την υποδοχή του πρόσφυγα, τη συμφιλίωση των ανθρώπων.
Στο σημείο αυτό αισθάνθηκα ιδιαίτερα έντονη την επικαιρότητα του πατριαρχικού λόγου. Ζούμε σε μια εποχή που επενδύει τεράστιους πόρους στην τελειοποίηση των εξοπλισμών. Ο Βαρθολομαίος στρέφει την προσοχή μας στη μεταμόρφωση του ανθρώπου. Και σκέπτομαι πόση εργασία χρειάζεται ακόμη στις κοινωνίες μας, στις Εκκλησίες μας, ακόμη και μέσα στις ενορίες μας, για να αποκτήσει η ειρήνη το περιεχόμενο που της προσδίδει το Ευαγγέλιο. Χρειάζεται πολιτική βούληση, δικαιοσύνη, αλλά και ανθρώπους με πνευματική αντοχή, ικανούς να υπηρετούν τη συμφιλίωση στις δυσκολότερες περιστάσεις.
Η δεύτερη παρέμβασή του, στο Forum με θέμα «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο: Από την Ανατολή στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο», μου έδωσε την αίσθηση μιας προσωπικής εξομολογήσεως με ιστορικό και εκκλησιολογικό βάθος. Με συγκίνησε ο τρόπος με τον οποίο περιέγραψε την πραγματικότητα του Οικουμενικού Θρόνου: ένα μικρό ποίμνιο στην Κωνσταντινούπολη, με ευθύνη που εκτείνεται στα πέρατα της Οικουμένης. Γνωρίζοντας και αγαπώντας από χρόνια το Φανάρι, αισθάνομαι ιδιαίτερα αυτή την ιδιοτυπία του. Η ιστορική του συνέχεια, η κανονική του ευθύνη και η διακονία του προς την Εκκλησία και τον κόσμο συγκροτούν μια παρουσία με ξεχωριστό πνευματικό βάρος.
Άκουσα με ιδιαίτερη προσοχή τις αναφορές του στη Χάλκη, της οποίας η παρατεταμένη σιωπή εξακολουθεί να αποτελεί ανοιχτή πληγή, στις Συνάξεις των Προκαθημένων και στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης. Πίσω από αυτές τις ιστορικές αναφορές διακρίνω τους κόπους, τις απογοητεύσεις, την υπομονή και την επιμονή μιας μακράς πατριαρχικής διακονίας. Συγκράτησα ιδιαίτερα τη θέση του ότι το πρωτείο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία ασκείται εντός της συνοδικότητας και προς υπηρεσίαν αυτής. Θεωρώ τη διατύπωση αυτή εξαιρετικά επίκαιρη, καθώς η ενότητα της Ορθοδοξίας απαιτεί αμοιβαίο σεβασμό, αδελφική συνεργασία και πιστότητα στην κοινή εκκλησιαστική παράδοση.
Με απασχόλησε επίσης η αναφορά του στον διάλογο Ανατολής και Δύσεως. Ο Πατριάρχης υπενθύμισε τη μακρά ιστορική διαδρομή της αποξενώσεως των Εκκλησιών και την ανάγκη υπομονετικής αναζητήσεως της πλήρους κοινωνίας. Στάθηκα στη σκέψη του πως όσα ενώνουν τους Χριστιανούς είναι αρχαιότερα από όσα τους χωρίζουν. Η φράση αυτή με γυρίζει στην κοινή αποστολική κληρονομιά, στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, στη μαρτυρία των Αγίων και των Μαρτύρων. Και με κάνει να συλλογίζομαι πόσο αναγκαίο είναι ο θεολογικός διάλογος να φθάνει μέχρι την ενοριακή ζωή, να γίνεται κτήμα των πιστών, να καλλιεργεί την αδελφική γνωριμία και την αμοιβαία κατανόηση.
Ανάλογα αισθάνθηκα και την αναφορά του στην οικολογική ευθύνη. Η αντίληψη του ανθρώπου ως ιερέα της Δημιουργίας, που παραλαμβάνει τον κόσμο ως δώρο και τον προσφέρει ευχαριστιακά στον Δημιουργό, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους άξονες της πατριαρχικής του διακονίας. Πρόκειται για θεολογία βαθιά ριζωμένη στην εκκλησιαστική παράδοση, την οποία ο Βαρθολομαίος ανέδειξε σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο κέντρο της βρίσκεται πάντοτε ο άνθρωπος, με την ανεξάλειπτη εικόνα του Θεού, ανεξαρτήτως καταγωγής, γλώσσας, θρησκείας και κοινωνικής καταστάσεως.
Αναλογιζόμενος τις δύο ομιλίες, διακρίνω μια εσωτερική ενότητα. Η ειρήνη, η κοινωνία των Εκκλησιών, η προστασία της Δημιουργίας και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια πηγάζουν από την ίδια ευαγγελική αντίληψη για τη ζωή. Και έχει, πιστεύω, ιδιαίτερη σημασία ότι οι παρεμβάσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν πέντε ημέρες μετά τη συμπλήρωση τριάντα πέντε ετών από την εκλογή του Βαρθολομαίου στον Οικουμενικό Θρόνο, στις 22 Οκτωβρίου 1991. Στον λόγο του διέκρινα την εμπειρία ενός ανθρώπου που έχει γνωρίσει τις χαρές και τις δοκιμασίες της εκκλησιαστικής ευθύνης και εξακολουθεί να εμπιστεύεται την πορεία της Εκκλησίας στη χάρη του Θεού.
Θα ήθελα, τέλος, να κρατήσω μια εικόνα από τη δεύτερη ομιλία, που με συγκίνησε περισσότερο από κάθε άλλη. Ο Πατριάρχης περιέγραψε την αναστάσιμη νύχτα, όταν από μία και μόνη λαμπάδα μεταδίδεται το Άγιο Φως από άνθρωπο σε άνθρωπο, ώσπου φωτίζεται ολόκληρος ο ναός και οι πιστοί μεταφέρουν τη φλόγα στα σπίτια τους.
Γνωρίζω αυτή την εικόνα από την ιερατική μου διακονία. Την έχω ζήσει τόσες φορές μέσα στον ναό, τη στιγμή που τα πρόσωπα φωτίζονται διαδοχικά και η κοινότητα ολόκληρη συμμετέχει στη χαρά της Αναστάσεως. Ίσως γι' αυτό η πατριαρχική αναφορά με άγγιξε τόσο βαθιά. Μέσα σε αυτή την απλή κίνηση της μεταδόσεως του φωτός αναγνωρίζω κάτι από την ίδια την αποστολή της Εκκλησίας, από τον τρόπο με τον οποίο η πίστη μεταδίδεται και γίνεται κοινή εμπειρία.
Αυτό το φως αισθάνομαι ότι μετέφερε ο Βαρθολομαίος στην Ασίζη. Έφερε μαζί του την πνευματική παρακαταθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, την αγωνία για την ειρήνη και την εμπιστοσύνη ότι η Ιστορία παραμένει ανοιχτή στην ελπίδα.
Συλλογίζομαι, με ευγνωμοσύνη και προσωπική συγκίνηση, πως ύστερα από τριάντα πέντε χρόνια στον Πρώτο Θρόνο της Ορθοδοξίας, ο Πατριάρχης μας εξακολουθεί να υπηρετεί αυτή την αποστολή με αξιοθαύμαστη συνέπεια. Και θεωρώ ευλογία να ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η φωνή του Φαναρίου ακούγεται με τέτοια καθαρότητα στα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας.
Από το Φανάρι στην Ασίζη και από την Ασίζη στην Οικουμένη, το ίδιο αναστάσιμο φως. Από χέρι σε χέρι. Από καρδιά σε καρδιά.
Υ.Γ. Στην Ασίζη είδαμε και τον εκπρόσωπο της Ρωσικής Εκκλησίας, Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ Αντώνιο, να παρίσταται περίπου ως πτωχός συγγενής. Κατά τις πληροφορίες μας, συνοδευόταν μάλιστα από καμιά δεκαριά σωματοφύλακες! Μια παρουσία με τη δική της, ασφαλώς, σημειολογία, σε μια διεθνή συνάντηση αφιερωμένη στην αφοπλισμένη και αφοπλιστική ειρήνη. Η αντίφαση προσφέρεται για πολλούς συλλογισμούς...


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου