e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Από την ελπίδα στην αντοχή: 35 χρόνια με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο

Από ένα δημοσίευμα του 1991 στα «35 Στάσιμα» του 2026 – Προσωπική αποτίμηση μιας μακράς πατριαρχικής διακονίας


Του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

Στις 27 Οκτωβρίου 1991, πέντε ημέρες μετά την εκλογή του νέου Οικουμενικού Πατριάρχου, δημοσίευα στην εφημερίδα «Ο Τύπος της Ζακύνθου» ένα άρθρο με τίτλο: «Βαρθολομαίος Α΄. Ελπίδα ενότητας των Χριστιανών».

Το ανασύρω σήμερα από τα παλαιά μου γραπτά και αισθάνομαι πως διαβάζω, μαζί με την υποδοχή ενός νέου Πατριάρχη, κάτι από τη δική μου τότε ηλικία. Τη θέρμη των πρώτων προσδοκιών, την εμπιστοσύνη στις δυνατότητες των ανθρώπων, την πεποίθηση ότι η Ιστορία, παρά τις αντιφάσεις της, μπορεί να ανοίγει δρόμους συμφιλίωσης.

Εκείνο το φθινόπωρο ο κόσμος βρισκόταν σε αναβρασμό. Η Σοβιετική Ένωση πλησίαζε στο τέλος της, η Γιουγκοσλαβία είχε αρχίσει να διαλύεται με πολεμικές συγκρούσεις, οι λαοί της Ανατολικής Ευρώπης αναζητούσαν νέες πολιτικές και πνευματικές αναφορές. Η αισιοδοξία για την υπέρβαση του Ψυχρού Πολέμου συνυπήρχε με την αναβίωση εθνικών ανταγωνισμών. Στην Κωνσταντινούπολη, η Ρωμιοσύνη εξακολουθούσε να ζει με τις συνέπειες μιας μακράς συρρίκνωσης, ενώ η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παρέμενε κλειστή.

Μέσα σ' αυτό το τοπίο, ο πενηνταδύο ετών τότε Βαρθολομαίος αναλάμβανε τον Θρόνο του Αποστόλου Ανδρέα. Ερχόταν από την Ίμβρο, έχοντας διανύσει ήδη μια σημαντική εκκλησιαστική πορεία, με τη θεολογική του κατάρτιση, την εμπειρία της συνοδικής ζωής και την παρακαταθήκη των προκατόχων του.

Στο πρώτο εκείνο άρθρο μου είχα σταθεί ιδιαίτερα στον Αθηναγόρα και στον Δημήτριο. Στην κατά Χριστόν μεγαλοπρέπεια του πρώτου και στην ασκητική ταπείνωση του δεύτερου. Έβλεπα τις δύο αυτές διαφορετικές ποιότητες ως πολύτιμη κληρονομιά για τον νέο Πατριάρχη.

Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, σκέπτομαι πως η διάρκεια μιας πατριαρχικής διακονίας μετριέται και από την ικανότητά της να σηκώνει το βάρος αυτής της κληρονομιάς, προσθέτοντας συγχρόνως τη δική της ιδιαίτερη μαρτυρία.

Ο Βαρθολομαίος επέλεξε από νωρίς να βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τον κόσμο. Να συνομιλεί με τους άλλους Χριστιανούς, να συναντά εκπροσώπους διαφορετικών θρησκειών, να παρεμβαίνει σε ζητήματα ειρήνης, ελευθερίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κοινωνικής δικαιοσύνης. Να φέρνει την ορθόδοξη μαρτυρία σε χώρους όπου η εκκλησιαστική φωνή συχνά ακουγόταν ως κάτι μακρινό.

Η μέριμνά του για την Κτίση υπήρξε από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις αυτής της παρουσίας. Ο φυσικός κόσμος, στην πατριαρχική του διδασκαλία, αποτελεί δώρο Θεού και πεδίο ανθρώπινης ευθύνης. Η οικολογική κρίση συνδέθηκε με τον τρόπο που ζούμε, καταναλώνουμε, σχετιζόμαστε με τον πλησίον και αντιμετωπίζουμε τα δημιουργήματα. Πρόκειται για μια θεολογική ευαισθησία που απέκτησε ευρύτερη απήχηση και συνέβαλε στη συνάντηση της εκκλησιαστικής παράδοσης με τις αγωνίες της εποχής.

Ωστόσο, καθώς περνούν τα χρόνια, με απασχολεί ολοένα περισσότερο μια άλλη πλευρά της Πατριαρχίας του: το ανθρώπινο κόστος της ευθύνης.

Είναι εύκολο να απαριθμήσει κανείς ταξίδια, πρωτοβουλίες, διακρίσεις και ιστορικές συναντήσεις. Δυσκολότερο είναι να αναλογιστεί τις ώρες των αποφάσεων, τις πιέσεις, τις αντιθέσεις, την ανάγκη να συνεχίζει κάποιος ακόμη κι όταν οι περιστάσεις επιτρέπουν ελάχιστη ανάπαυση.

Η εκκλησιαστική πρωτιά έχει ένα παράδοξο: όσο υψηλότερη γίνεται η θέση, τόσο βαρύτερο οφείλει να γίνεται το χρέος της προσφοράς.

Αυτή τη σκέψη επιχείρησα πρόσφατα να αποδώσω σε τρεις μόλις στίχους, στην ποιητική σύνθεση «Ίμβρος – Πόλη: 35 Στάσιμα», που έγραψα τον Σεπτέμβριο του 2026:

Πρώτος σημαίνει:
ακούς τους άλλους πρώτα
κι ύστερα μιλάς.

Η πρωτιά, ως εκκλησιαστικό διακόνημα, δοκιμάζεται καθημερινά από την ανάγκη να συνδυάζονται η ευθύνη της απόφασης και η ταπείνωση της ακρόασης. Και αυτό είναι ένα από τα δυσκολότερα μαθήματα της ποιμαντικής ζωής, σε οποιαδήποτε βαθμίδα της.

Η Πατριαρχία Βαρθολομαίου γνώρισε μεγάλες δοκιμασίες. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης, το 2016, αποτέλεσε σημαντικό σταθμό μιας μακράς συνοδικής προσπάθειας, με τις απουσίες ορισμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών να φανερώνουν συγχρόνως τις δυσκολίες της κοινής πορείας. Η εκκλησιαστική υπόθεση της Ουκρανίας και οι ρήξεις που ακολούθησαν εξακολουθούν να προκαλούν βαθιές διαφωνίες. Οι σχέσεις μεταξύ των κατά τόπους Εκκλησιών παραμένουν συχνά φορτισμένες από ιστορικές μνήμες, διαφορετικές κανονικές προσεγγίσεις και εθνικές επιδιώξεις.

Όλα αυτά αποτελούν μέρος της ιστορικής πραγματικότητας. Ο σεβασμός προς τον Πατριάρχη μου, τον οποίο αισθάνομαι βαθιά, με οδηγεί σε μια αποτίμηση που χωρά και τις δυσκολίες. Η Εκκλησία ζει μέσα στην Ιστορία, με τις ανθρώπινες αδυναμίες, τις αντιφάσεις, τις εντάσεις και τις αδιάκοπες προσπάθειες υπέρβασής τους.

Εκείνο που παραμένει αξιοσημείωτο είναι η επιμονή του Βαρθολομαίου στη δυνατότητα του διαλόγου, ακόμη και όταν οι συνομιλητές απομακρύνονται, ακόμη και όταν η ίδια η έννοια της ενότητας γίνεται αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών.

Στο άρθρο μου του 1991 είχα χρησιμοποιήσει τη φράση «μια διαρκή άνοιξη». Σήμερα, με την εμπειρία των όσων μεσολάβησαν, αντιλαμβάνομαι πως η άνοιξη της Εκκλησίας περνά συχνά μέσα από παρατεταμένους χειμώνες. Η ενότητα απαιτεί χρόνο, υπομονή, αλήθεια, διάκριση. Κάποτε χρειάζεται να αντέξει ακόμη και τη ματαίωση των άμεσων προσδοκιών της.

Σκέπτομαι εδώ ένα άλλο τρίστιχο από τα «35 Στάσιμα»:

Γέφυρα θα πει:
Βαστάς το Ανάμεσα
δίχως να σπάζεις.

Το «Ανάμεσα» είναι ίσως ο δυσκολότερος τόπος. Εκεί όπου συναντώνται οι διαφορετικές ευαισθησίες, οι μνήμες των πληγών, οι επιδιώξεις των ανθρώπων, οι απαιτήσεις της αλήθειας και η ανάγκη της αγάπης. Η γέφυρα υπάρχει ακριβώς επειδή οι δύο όχθες απέχουν.

Πέραν, όμως, από τις μεγάλες εκκλησιαστικές υποθέσεις, υπάρχει η Ίμβρος. Όσο συλλογίζομαι τον Βαρθολομαίο, τόσο περισσότερο αισθάνομαι πως ο γενέθλιος τόπος του προσφέρει ένα κλειδί για την κατανόηση της προσωπικότητάς του. Η Ίμβρος των παιδικών χρόνων, των αποχωρισμών, των σπιτιών που άδειασαν, των σχολείων που σώπασαν και αργότερα ξανάνοιξαν. Η Ίμβρος των ανθρώπων που έφυγαν και εκείνων που έμειναν.

Ο Πατριάρχης, παρά τη διεθνή παρουσία του, εξακολουθεί να επιστρέφει εκεί. Να αναζητεί πρόσωπα, τόπους, μνήμες. Η σχέση αυτή έχει κάτι το βαθιά ανθρώπινο, σχεδόν τρυφερό. Μαρτυρεί πως οι μεγάλες διαδρομές της ζωής διατηρούν πάντοτε έναν εσωτερικό δρόμο επιστροφής.

Στα ίδια ποιήματα έγραψα:

Η Ίμβρος εντός
όχι πια μόνο τόπος —
τρόπος του νόστου.

Ίσως κάθε άνθρωπος, όταν φθάνει σε μια προχωρημένη ηλικία, να κατοικεί περισσότερο μέσα στη μνήμη του. Να βλέπει πίσω από τα πράγματα τις παλαιότερες μορφές τους, να αναγνωρίζει στα σημερινά πρόσωπα όσους προηγήθηκαν, να αισθάνεται πως η πατρίδα του αποτελεί πια μέρος του ίδιου του εαυτού του. Και ο χρόνος, αυτός ο αθόρυβος συνοδοιπόρος, εργάζεται επάνω σε όλους μας.

Τριάντα πέντε χρόνια αποτελούν μεγάλη διάρκεια για οποιονδήποτε άνθρωπο, πολύ περισσότερο για εκείνον που φέρει καθημερινά την ευθύνη ενός ιστορικού εκκλησιαστικού Θρόνου. Στο πρόσωπο του Πατριάρχη μας είναι πλέον ευδιάκριτη η μακρά διαδρομή. Τα χρόνια προσθέτουν τις δικές τους γραμμές, αλλά μαζί τους έρχεται και μια διαφορετική ποιότητα παρουσίας, περισσότερο εσωτερική, απαλλαγμένη σταδιακά από όσα κάποτε φαίνονταν αναγκαία.

Χρόνος ιερεύς
αφαιρεί τα περιττά —
και μένει το «ναι».

Αυτό το «ναι» με απασχολεί ιδιαίτερα. Το «ναι» της πρώτης κλήσης, της αποδοχής μιας ευθύνης, της συνέχειας μέσα στις δυσκολίες. Το «ναι» που ο άνθρωπος καλείται να επαναλαμβάνει, με διαφορετικό κάθε φορά τίμημα, καθώς προχωρεί η ζωή του.

Ως ιερωμένος αισθάνομαι ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη για τη διακονία του Πατριάρχη μας. Το Φανάρι αποτελεί για μένα τόπο πνευματικής αναφοράς, με όλη την ιστορική του περιπέτεια, την αντοχή και τις πληγές του. Η σχέση αυτή έχει βαθύτερες ρίζες από τις επίσημες εκδηλώσεις και τις επετειακές προσφωνήσεις. Συνδέεται με τη συναίσθηση ότι η εκκλησιαστική μας ζωή ανήκει σε μια μακρά αλυσίδα προσώπων, θυσιών και παραδόσεων.

Γι' αυτό και η σημερινή επέτειος με οδηγεί περισσότερο σε περισυλλογή, παρά σε πανηγυρισμό.

Αναλογίζομαι τον νέο Πατριάρχη του 1991 και τον σημερινό Βαρθολομαίο. Ανάμεσά τους έχουν μεσολαβήσει τριάντα πέντε χρόνια διακονίας, μεγάλων γεγονότων, προσωπικών και εκκλησιαστικών δοκιμασιών. Η Ιστορία θα εξετάσει με τη δική της αυστηρότητα τις αποφάσεις, τις επιτυχίες, τις εκκρεμότητες και τις συνέπειές τους. Εμείς, που ζήσαμε αυτά τα χρόνια ως σύγχρονοί του, μπορούμε να καταθέσουμε και τη μαρτυρία της ανθρώπινης εγγύτητας προς τα γεγονότα.

Επιστρέφω, λοιπόν, στο δημοσίευμα της 27ης Οκτωβρίου 1991. Εκεί είχα ευχηθεί ο νέος Πατριάρχης να αναδειχθεί «στύλος ακλόνητος» στις θύελλες που θα ξεσπούσαν επάνω του. Τις θύελλες τις γνωρίσαμε. Μερικές συνεχίζονται. Και η πρώτη εκείνη ελπίδα, έχοντας περάσει από τις δοκιμασίες του χρόνου, παραμένει ζωντανή, με περισσότερη πλέον επίγνωση των δυσκολιών της.

Αισθάνομαι πως ανάμεσα στο παλαιό μου άρθρο και στη φετινή ποιητική σύνθεση υπάρχει μια εσωτερική συνομιλία. Το 1991 έγραφα για όσα προσδοκούσα. Το 2026 γράφω για όσα ο χρόνος δίδαξε, για την αντοχή, την ευθύνη, τη μνήμη, τη δυνατότητα να συνεχίζει κανείς να προσφέρει ακόμη κι όταν γνωρίζει πόσο δύσκολος είναι ο δρόμος.

Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα της επετείου: η ευγνωμοσύνη για μια μακρά πορεία και η προσευχή για τη συνέχειά της.

Στις 22 Οκτωβρίου 2026, απευθύνω στον Πατριάρχη μας την ίδια ευχή που είχα γράψει πριν από τρεισήμισι δεκαετίες: «Βαρθολομαίου του Παναγιωτάτου και Οικουμενικού Πατριάρχου, πολλά τα έτη».

Μα τώρα, μαζί με την ευχή, έρχεται και η τελευταία εικόνα από τα «35 Στάσιμα», σαν μια μικρή ποιητική σύνοψη του βίου και της διακονίας του:

Ίμβρος και Πόλη
κι ανάμεσά τους βίος
θεοδίδακτος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: