e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Βενιζέλος για το Οικουμενικό Πατριαρχείο: Το «πρωτείο του λόγου» απέναντι στη θεολογία του πολέμου

Από την Ουκρανία και τη δοκιμασία της φιλελεύθερης δημοκρατίας έως την κλιματική κρίση και την τεχνητή νοημοσύνη: η διάλεξη του πρώην υπουργού Εξωτερικών στην Αθήνα για τη διεθνή μαρτυρία του Φαναρίου.

Ηχηρό μήνυμα για το πώς μπορεί να σταθεί η Ορθοδοξία απέναντι στις συγκρούσεις, στον αυταρχισμό και στη ραγδαία τεχνολογική αλλαγή έστειλε ο Ευάγγελος Βενιζέλος από μια ακαδημαϊκή εκδήλωση αφιερωμένη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στο επίκεντρο δεν βρέθηκε η κοσμική ισχύς του Φαναρίου, αλλά η δυνατότητά του να μιλά στον παγκόσμιο δημόσιο χώρο για την ειρήνη, την ενότητα, τη δημοκρατία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Εκδήλωση με επίκεντρο τη μαρτυρία του Φαναρίου

Τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026, στις 19:00, στο Χριστιανικό και Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, ο Ευάγγελος Βενιζέλος ανέπτυξε μια σύνθετη θεολογική, πολιτική και γεωπολιτική προσέγγιση του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ και επίτιμος διδάκτορας της Νομικής Σχολής και του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του ΕΚΠΑ, μίλησε με θέμα «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το πρωτείο του λόγου μέσα σε έναν εμπερίστατο κόσμο».

Η ομιλία αποτέλεσε τη δεύτερη διάλεξη της ακαδημαϊκής σειράς «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στον σύγχρονο κόσμο», που οργανώνει το εν Αθήναις Γραφείο Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε συνεργασία με επιστημονική επιτροπή της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Η σειρά τελεί υπό την υψηλή αιγίδα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου και είχε αρχίσει τον Μάιο με ομιλητή τον ακαδημαϊκό Πασχάλη Κιτρομηλίδη.

Την εκδήλωση προλόγισε ο αναπληρωτής καθηγητής Σταύρος Γιαγκάζογλου και τον ομιλητή προσφώνησε ο Μητροπολίτης Λαοδικείας Θεοδώρητος, διευθυντής του Γραφείου Εκπροσωπήσεως. Στην επιστημονική επιτροπή μετέχουν, επίσης, ο καθηγητής Δημήτριος Μόσχος και ο Επίσκοπος Ανδίδων Ισίδωρος (Κάτσος), επίκουρος καθηγητής, ο οποίος πραγματοποίησε την αντιφώνηση. Ακολούθησε διάλογος με το ακροατήριο.

Σύμφωνα με το επίσημο δελτίο Τύπου της Θεολογικής Σχολής, παρέστησαν μεταξύ άλλων ο Επίσκοπος Ευρίπου Χρυσόστομος ως εκπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, ιεράρχες και άρχοντες του Οικουμενικού Θρόνου, ο κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Εμμανουήλ Καραγεωργούδης, η πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας Κίρκη Κεφαλέα, ο Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων Γεώργιος Καλαντζής, πανεπιστημιακοί, διπλωμάτες, βουλευτές και πλήθος ακροατών.

Το παράδοξο του Φαναρίου: πρωτοκαθεδρία χωρίς κοσμική ισχύ

Η κεντρική ιδέα της διάλεξης ήταν η διάκριση ανάμεσα στην ισχύ και στον λόγο. Ο Βενιζέλος περιέγραψε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως την Αγία και Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, την πρωτόθρονη Εκκλησία της Ανατολής, αλλά συγχρόνως ως «ταπεινό Φανάρι»: έναν θεσμό με παγκόσμια απεύθυνση, ο οποίος λειτουργεί σε περιβάλλον αριθμητικής και πολιτειακής μειονότητας.

Διευκρίνισε ότι, με τον όρο «πρωτείο του λόγου», δεν σκόπευε να επαναλάβει τη συζήτηση για το κανονικό πρωτείο, το έκκλητο, την αυτοκεφαλία ή τη σχέση πρωτείου και συνοδικότητας. Αναφερόταν στον εκκλησιαστικό λόγο με μικρό «λ»: στη συνεχή αναζήτηση νοήματος και στην ικανότητα μιας Εκκλησίας να παρεμβαίνει στη δημόσια συζήτηση χωρίς να στηρίζεται σε οικονομική, στρατιωτική, κρατική ή επικοινωνιακή υπεροχή.

Κατά την ανάλυσή του, πρόκειται για λόγο πατριαρχικό και συνοδικό, αλλά και ανθρώπινο: ποιμαντικό, συγχωρητικό, παρηγορητικό, συμπεριληπτικό, προσεκτικό απέναντι στην ανθρώπινη αγωνία. Είναι, όπως υπογράμμισε, και «επιτελεστικός»: δεν περιγράφει απλώς, αλλά επηρεάζει πράξεις, σχέσεις και στάσεις. Κάποτε, μάλιστα, η εύγλωττη σιωπή έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από μια δημόσια διακήρυξη.

Ο ίδιος συνέδεσε την ιδιότυπη αυτή δύναμη με την πατριαρχία του Βαρθολομαίου, λίγες ημέρες πριν από τη συμπλήρωση 35 ετών από την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο (22 Οκτωβρίου 1991). Επισήμανε ότι το κύρος της Κωνσταντινούπολης δεν εξαντλείται στη γεωγραφική της παρουσία ή στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας: απευθύνεται και στις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες, στις θρησκείες, στις κυβερνήσεις και στις κοινωνίες.

Η περιγραφή αυτή συνδέθηκε και με τη συνείδηση της μειονοτικής παρουσίας του Πατριαρχείου στην Τουρκία. Ο Βενιζέλος αντιπαρέβαλε τη θέση μιας Εκκλησίας που χρειάζεται διαρκώς να τεκμηριώνει τη δυνατότητα δημόσιας παρουσίας της προς τη συνθήκη αυτοπεποίθησης που μπορεί να χαρακτηρίζει πλειονοτικές Εκκλησίες στις χώρες τους. Εξήγησε επίσης ότι ο τίτλος του εμπεριέχει μια αποφατική προσέγγιση: η ιστορική πραγματικότητα του Οικουμενικού Θρόνου δεν εξαντλείται σε μία μονοσήμαντη πολιτειακή ή θεσμική περιγραφή.

Ένας κόσμος ασύμμετρος, χωρίς σταθερούς κανόνες

Η λέξη «εμπερίστατος» στον τίτλο του δεν αφορούσε μόνο το Πατριαρχείο, το οποίο ιστορικά γνωρίζει την ανασφάλεια και τους περιορισμούς. Αφορούσε πρωτίστως τον σημερινό κόσμο: έναν κόσμο συγκρούσεων, ανταγωνιστικών ταυτοτήτων και αφηγήσεων, ο οποίος δυσκολεύεται να εγγυηθεί ακόμη και όσα θεωρούνταν αυτονόητα.

Ο Βενιζέλος μίλησε για αποδιοργάνωση της διεθνούς κοινότητας, γενικευμένη αμφισβήτηση του διεθνούς δικαίου και μειωμένη αποτελεσματικότητα θεσμών, όπως ο ΟΗΕ και οι μηχανισμοί της διεθνούς δικαιοσύνης. Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί σε πρόσωπα συνδεόμενα με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και στην περιορισμένη, κατά την εκτίμησή του, επιρροή γνωμοδοτήσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ακόμη και για την κλιματική κρίση. Περιέγραψε, επίσης, τη μετάβαση από τις γνωστές ισορροπίες ισχύος σε μια κατάσταση ασυμμετρίας, όπου περιορισμένα στρατιωτικά, τεχνολογικά ή επικοινωνιακά μέσα μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογες συνέπειες.

Σε αυτό το περιβάλλον, υποστήριξε, η ιστορική εμπειρία ενός θεσμού που έμαθε να επιβιώνει χωρίς να κατέχει τα μέσα της επιβολής μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Το Φανάρι είναι σε θέση να κατανοεί την ανασφάλεια του σύγχρονου κόσμου ακριβώς επειδή τη γνωρίζει από τη δική του διαδρομή.

Ουκρανία: η αντιπαράθεση δεν εξαντλείται στον Τόμο της Αυτοκεφαλίας

Η ουκρανική εκκλησιαστική κρίση αποτέλεσε ένα από τα πλέον αιχμηρά σημεία της ομιλίας. Ο Βενιζέλος επέλεξε να μην αναπτύξει διεξοδικά όλες τις κανονικές της πτυχές, σημειώνοντας ότι τον απασχολεί και το ερώτημα αν η λύση θα προέλθει πρωτίστως από μια πολιτική διευθέτηση ή από μια αμιγώς εκκλησιολογική διαδικασία — και πώς μια πολιτική εξέλιξη θα προσληφθεί εκκλησιολογικά.

Έθεσε, ωστόσο, με σαφήνεια την ουσία της δικής του προσέγγισης: το βασικό ζήτημα στην Ουκρανία, χρόνια μετά τη χορήγηση του Τόμου, δεν ήταν και δεν είναι, κατά τον ίδιο, η χορήγηση της Αυτοκεφαλίας καθαυτή. Είναι πρωτίστως η αντίσταση στη «θεολογία του πολέμου». Σε αυτήν αντιπαρέβαλε την ποιμαντική λογική της αυτοκεφαλίας και τη θεολογία της ειρήνης που εκφράζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Πρόκειται για δική του ερμηνεία του διακυβεύματος, όχι για υποβάθμιση της εκκλησιολογικής σημασίας του Τόμου.

Κατά τον ομιλητή, ο εκκλησιαστικός λόγος δεν μπορεί να μετατρέπεται σε «θεολογική πολεμολογία» ή σε εμπαθή εθνοφυλετική θεολογία, ακόμη και όταν επικαλείται τη δικαιοσύνη ενός πολέμου. Υπενθύμισε ότι η θεωρία του «δίκαιου πολέμου» δεν έχει ενσωματωθεί ως αποδεκτό θεολογικό σχήμα στην ορθόδοξη παράδοση. Ως κριτήριο για τη διεθνή στάση της Εκκλησίας ανέδειξε τα ειρηνικά της Θείας Λειτουργίας: την προσευχή «ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου» και «τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».

Με αυτό τον τρόπο, η αντιπαράθεση γύρω από την Ουκρανία παρουσιάστηκε όχι μόνο ως σύγκρουση εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών, αλλά και ως δοκιμασία δύο διαφορετικών τρόπων με τους οποίους ο ορθόδοξος λόγος αντιμετωπίζει τη βία και την κρατική εξουσία.

Η οικολογική πρωτοπορία του Βαρθολομαίου ως θεολογική μαρτυρία

Ο πρώτος τομέας στον οποίο, σύμφωνα με τον Βενιζέλο, το Πατριαρχείο έχει ήδη αποδείξει τη δυνατότητα του «πρωτείου του λόγου» είναι η οικολογική θεολογία. Ο «Πράσινος Πατριάρχης», όπως είναι διεθνώς γνωστός ο Βαρθολομαίος, μίλησε από νωρίς για την προστασία της δημιουργίας και τις συνέπειες της περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Για τον ομιλητή, αυτές οι πρωτοβουλίες δεν αποτελούν απλώς έναν ακόμη τύπο οικολογικού ακτιβισμού. Συνιστούν σύγχρονη μορφή προσευχής και ευθύνης για τον άνθρωπο και τη φύση, στηριγμένη στη θεώρηση του ανθρώπου ως οικονόμου και όχι ανεξέλεγκτου ιδιοκτήτη της δημιουργίας. Η κλιματική κρίση αναδεικνύει, έτσι, υπαρξιακά και ανθρωπολογικά ερωτήματα στα οποία η ορθόδοξη θεολογία μπορεί να προσφέρει ιδιαίτερη συμβολή.

Τεχνητή νοημοσύνη: η επόμενη μεγάλη πρόκληση για την Εκκλησία

Από την οικολογία ο Βενιζέλος πέρασε στην τεχνητή νοημοσύνη, την οποία παρουσίασε ταυτόχρονα ως επίτευγμα του ανθρώπινου πνεύματος και ως πιθανή πηγή σοβαρών κινδύνων. Εξήγησε ότι η ταχύτητα ανάπτυξης των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, η συγκέντρωση ισχύος σε λίγες εταιρείες και οι διαφωνίες γύρω από την κρατική ρύθμιση θέτουν πιεστικά πολιτικά και ηθικά ερωτήματα.

Αναφέρθηκε ειδικότερα στη συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες για την αυτορρύθμιση των τεχνολογικών επιχειρήσεων, τη δημόσια εποπτεία και τη διαχείριση δεδομένων πέρα από τα εθνικά σύνορα. Οι σχετικές αναφορές χρησιμοποιήθηκαν ως παραδείγματα της δυσκολίας να ελεγχθεί μια τεχνολογία η οποία μεταβάλλει ήδη τις συνθήκες άσκησης της κρατικής κυριαρχίας και της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Η Εκκλησία, τόνισε, δεν καλείται να αντιμετωπίσει την τεχνητή νοημοσύνη φοβικά ή με απόπειρα απαγόρευσής της. Οφείλει όμως να διατυπώσει λόγο με σύνεση και νηφαλιότητα για τις συνέπειές της. Η τεχνοηθική συναντά πλέον τη βιοηθική, καθώς η έρευνα στη βιολογία και στη βιοϊατρική αξιοποιεί σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό τέτοια εργαλεία. Συνεπώς, η πρόκληση δεν είναι μόνο τεχνολογική, αλλά και βαθιά ανθρωπολογική.

Δημοκρατία, κράτος δικαίου και ανθρώπινα δικαιώματα

Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο Βενιζέλος στη σχέση Ορθοδοξίας και φιλελεύθερης δημοκρατίας. Υποστήριξε ότι η ορθόδοξη θεολογία δεν έχει λόγο να εμφανίζεται αντίπαλη ή αδιάφορη απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα, στον κοινοβουλευτισμό και στο κράτος δικαίου. Χρειάζεται, αντιθέτως, θεολογικό λόγο «θύραθεν αντιληπτό», ικανό να συναντήσει τον σύγχρονο δημόσιο πολιτισμό χωρίς να απολέσει την εκκλησιαστική του ταυτότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, απέδωσε στα χριστιανικά θεμέλια της ευρωπαϊκής ιστορίας ουσιαστική συμβολή στη γένεση των νεωτερικών θεσμικών κατακτήσεων. Δεν ζήτησε την άκριτη ταύτιση της Εκκλησίας με κάθε εκδοχή της Δύσης. Αντίθετα, επέμεινε στη διάκριση ανάμεσα στον σεβασμό του ανθρώπινου προσώπου και σε πολιτικά συστήματα που επικαλούνται τη λαϊκή νομιμοποίηση ενώ αποδυναμώνουν τις εγγυήσεις ελευθερίας και δικαιοσύνης.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρθηκε στις δύο παρεμβάσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Οξφόρδη, στις 17 Σεπτεμβρίου 2026: στην εισήγησή του για τη σχέση Ορθοδοξίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Νομική Σχολή και στη διάλεξή του στον πανεπιστημιακό ναό της Παναγίας για τη θρησκευτική ελευθερία, το δίκαιο και τη διεθνή τάξη. Όπως υπογράμμισε ο Βενιζέλος, ο Πατριάρχης δεν αντιλαμβάνεται τα ατομικά δικαιώματα ως απομονωμένο ατομικισμό, αλλά ως προϋπόθεση ελευθερίας, αλληλεγγύης και αυθεντικής κοινωνίας προσώπων.

Από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο στην κοινωνική διδασκαλία

Στην ίδια κατεύθυνση ενέταξε την κληρονομιά της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία συνήλθε στην Κρήτη το 2016. Στάθηκε στο διεθνές συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Σαντιγί (Chantilly) της Γαλλίας στις 5–8 Οκτωβρίου 2026, με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από τη Σύνοδο, καθώς και στη διαρκή ανάγκη να αναπτύσσεται ο ορθόδοξος λόγος για τον δημόσιο χώρο.

Επικαλέστηκε, ακόμη, το μεταγενέστερο κείμενο «Υπέρ της του κόσμου ζωής – Προς ένα κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας», το οποίο δημοσιεύθηκε το 2020 με την ευλογία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ιδίως οι ενότητές του για την Εκκλησία στον δημόσιο χώρο και για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ανέφερε, βοηθούν να κατανοηθεί γιατί η δημοκρατία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μπορούν να θεωρούνται θέματα ξένα προς τη χριστιανική συνείδηση.

Η επισήμανση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή το κείμενο κοινωνικού ήθους δεν είναι ένα από τα συνοδικά κείμενα που εγκρίθηκαν στην Κρήτη το 2016· αποτελεί ξεχωριστή, μεταγενέστερη πατριαρχική πρωτοβουλία, η οποία συνομιλεί με την προβληματική της Συνόδου.

Η Δύση σε κρίση και η ανάγκη μιας Ορθοδοξίας με δημόσιο λόγο

Ο Βενιζέλος περιέγραψε και μια ευρύτερη «κρίση του δυτικού παραδείγματος»: κρίση του κοινωνικού συμβολαίου, της εμπιστοσύνης στην πρόοδο, της κοινωνικής συνοχής και των εγγυήσεων αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η κλιματική απειλή και η τεχνητή νοημοσύνη, κατά την οπτική του, προσθέτουν ακόμη βαθύτερα ερωτήματα για το ίδιο το περιεχόμενο της ανθρώπινης κατάστασης.

Εδώ απέδωσε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο έναν ρόλο γέφυρας ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση. Υπενθύμισε ότι η ιστορική συγκρότηση του δυτικού πολιτισμού δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την «καθ’ ημάς Ανατολή» και τη βυζαντινή κληρονομιά. Αναφέρθηκε, επίσης, στις πρωτοβουλίες χριστιανικού διαλόγου, στην αναζήτηση κοινού εορτασμού του Πάσχα και στην πατριαρχική παρουσία σε ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα.

Στο ίδιο πλαίσιο σχολίασε την επίσκεψη του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ στη Γαλλία (25–28 Σεπτεμβρίου 2026) και ειδικότερα την υπαίθρια Θεία Λειτουργία της 26ης Σεπτεμβρίου στην πλατεία Ομονοίας (Place de la Concorde) του Παρισιού, με το πλήθος να εκτείνεται στη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων. Σε αυτή τη δημόσια παρουσία του καθολικισμού, σε μια χώρα με ισχυρή παράδοση κοσμικότητας, είδε ένδειξη ότι η θρησκεία εξακολουθεί να αποτελεί ενεργό παράγοντα ιστορικής ταυτότητας και δημόσιας ζωής, ακόμη και σε εκκοσμικευμένες κοινωνίες.

Στη συζήτηση: «Ορθοδοξία του πολέμου» ή «Ορθοδοξία της ειρήνης»

Η τοποθέτηση έγινε ακόμη πιο σαφής στον διάλογο που ακολούθησε. Ο Βενιζέλος υποστήριξε ότι η σύγχρονη Ορθοδοξία αντιμετωπίζει μια ουσιαστική εσωτερική διαίρεση «σε μία Ορθοδοξία του πολέμου και σε μία Ορθοδοξία της ειρήνης». Συσχέτισε τη διάκριση αυτή με τη στάση απέναντι στα αυταρχικά και ολοκληρωτικά πολιτεύματα και με το ερώτημα αν η Εκκλησία θα υπερασπίζεται συνειδητά τη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Κατά τον πρώην υπουργό Εξωτερικών, ο εκκλησιαστικός λόγος δεν μπορεί να επιλέγει αυτομάτως τις «ίσες αποστάσεις» ούτε να ουδετεροποιείται απέναντι σε απειλές για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Την ίδια στιγμή, αναγνώρισε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο βρίσκεται σε εξαιρετικά ευαίσθητη θέση: εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη, λειτουργεί μέσα στην τουρκική έννομη τάξη και οφείλει να υπολογίζει ιστορικούς και περιφερειακούς συσχετισμούς.

Η εμπειρία αυτή, υποστήριξε, έχει καλλιεργήσει στη Μεγάλη Εκκλησία μια σπάνια «ενσωματωμένη ιστορική μνήμη». Η σιωπή, η διάκριση, ο υπαινιγμός, η λεπτότητα ή ακόμη και ο συμβιβασμός μπορεί να αποτελούν μέσα υπεύθυνης εκκλησιαστικής παρουσίας. Όχι όμως πρόφαση αποφυγής της ιστορίας: ο πνευματικός και εσχατολογικός προσανατολισμός δεν απαλλάσσει τους εκκλησιαστικούς θεσμούς από την ευθύνη της στάσης τους σε κρίσιμες περιστάσεις.

Για να καταδείξει τις ιστορικές διαστάσεις αυτής της ευθύνης, αναφέρθηκε στη συμπεριφορά εκκλησιαστικών ηγεσιών κατά την περίοδο του ναζισμού και του Ολοκαυτώματος, στις διαφοροποιήσεις μεταξύ ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος και στην ιστορική σχέση εκκλησιαστικών και πολιτειακών μεταβολών στη Μεταπολίτευση. Το ερώτημά του ήταν αν η επίκληση της υπεριστορικής αποστολής της Εκκλησίας μπορεί να δικαιολογήσει αδράνεια μπροστά στην αμφισβήτηση της δημοκρατικής τάξης.

Κράτος, Εκκλησία και το όριο της πολιτικής εξουσίας

Στις τελευταίες παρεμβάσεις του ο Βενιζέλος επεκτάθηκε στις διαφορετικές μορφές σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Επεσήμανε ότι το καθεστώς της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν είναι ταυτόσημο με εκείνο που διέπει τις σχέσεις της ελληνικής πολιτείας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Άγιον Όρος. Με αφορμή τον Χομπς και τον «Λεβιάθαν», ανέλυσε την ιστορική προσπάθεια συγκέντρωσης πολιτικής και θρησκευτικής κυριαρχίας στο νεότερο κράτος.

Δεν απέδωσε, πάντως, στις Εκκλησίες την αποστολή να επιλύσουν μόνες τους την κρίση των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Τόνισε ότι οι δημοκρατικές αντιφάσεις αντιμετωπίζονται από τις ίδιες τις κοινωνίες και τους πολιτικούς τους θεσμούς. Υπενθύμισε μάλιστα ότι η δημοκρατία κινδυνεύει διαρκώς από τον λαϊκισμό, τη δημαγωγία και την τάση της συγκυρίας να υπερισχύει της ιστορικής προοπτικής.

Η αντιφώνηση του Επισκόπου Ανδίδων και το τελικό μήνυμα

Στην αντιφώνησή του —διακριτή από την κεντρική διάλεξη του Βενιζέλου— ο Επίσκοπος Ανδίδων Ισίδωρος ανέδειξε τη διάκριση ανάμεσα στο κύρος και στην κοσμική ισχύ. Χρησιμοποίησε τους όρους auctoritas και potestas για να περιγράψει ένα Φανάρι που μπορεί να διαθέτει πνευματική αυθεντία χωρίς τα συνήθη μέσα επιβολής και συνέδεσε το «πρωτείο του λόγου» με τη διακονία της καταλλαγής, τη συγχώρηση και τη σιωπή της προσευχής.

Η ομιλία και ο διάλογος κατέληξαν έτσι σε ένα κοινό σημείο: η παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον σύγχρονο κόσμο δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με αριθμούς, εδαφική επικράτεια ή πολιτική δύναμη. Η διεθνής του σημασία, κατά το σκεπτικό που ανέπτυξε ο Βενιζέλος, συνδέεται με την ικανότητά του να διατυπώνει λόγο ειρήνης, ενότητας, ελευθερίας και ευθύνης — έναν λόγο που δεν εγκαταλείπει την ορθόδοξη παράδοση, αλλά επιχειρεί να τη μεταφέρει στα πλέον απαιτητικά ερωτήματα της εποχής.

Πηγές και τεκμηρίωση

  1. Βίντεο της εκδήλωσης και της ομιλίας του Ευάγγελου Βενιζέλου (12.10.2026).
  2. Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ — Επίσημο δελτίο Τύπου μετά τη διάλεξη του Ευάγγελου Βενιζέλου (13.10.2026).
  3. Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ — Ανακοίνωση της δεύτερης ακαδημαϊκής διάλεξης με θέμα «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το πρωτείο του λόγου μέσα σε έναν εμπερίστατο κόσμο».
  4. Οικουμενικό Πατριαρχείο — Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στην Οξφόρδη: «Η Ορθοδοξία και τα ανθρώπινα δικαιώματα» (17.09.2026). – Πλήρες αγγλικό κείμενο της ομιλίας «Orthodoxy and Human Rights».
  5. Οικουμενικό Πατριαρχείο — Διεθνές επιστημονικό συνέδριο «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (2016–2026): Αποτίμησις και Προοπτικαί» (5–8.10.2026).
  6. Οικουμενικό Πατριαρχείο — Εισήγηση του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικολάου Καζαριάν για το κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο (7.10.2026).
  7. Οικουμενικό Πατριαρχείο — Πατριαρχικό μήνυμα για την αρχή της Ινδίκτου και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος (2026).
  8. Οικουμενικό Πατριαρχείο — Δεύτερη ομιλία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Οξφόρδη για τη θρησκευτική ελευθερία, το δίκαιο και τη διεθνή πολιτική (17.09.2026). – Πλήρες αγγλικό κείμενο «Religious Liberty in Contested Ecosystems: Law, Religion and Foreign Policy in a New International Order».
  9. Αγία Έδρα — Ομιλία του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ κατά τη Θεία Λειτουργία στην Πλατεία Κονκόρντ του Παρισιού (26.09.2026).
  10. Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής — «Υπέρ της του κόσμου ζωής: Το κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: