e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Τό θεολογικό ἔργο τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου

Βασιλείου Α. Τσίγκου, καθηγητοῦ Δογματικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ΑΠΘ

 Ὁμιλία στήν ἐκδήλωση τιμῆς πρός τόν Ἐπίτιμο Ἑταῖρο τῆς Ἑταιρείας Ἠπειρωτικῶν Μελετῶν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί ἁγίου Βλασίου κ.κ. Ἱερόθεο (Ἰωάννινα 17 Ἰουνίου 2026).  

Εἶναι ὄντως δυσκατόρθωτο ἐγχείρημα νά ὁμιλήσει κανείς δι’ ὀλίγων σέ περιορισμένο χρόνο γιά μία ἰδιαιτέρως χαρισματική ἐκκλησιαστική προσωπικότητα μέ τό πλουσιότατο καί ἀνεπανάληπτο ἔργο ἑνός ἀκάματου συγγραφέα, θεολόγου διεθνοῦς ἐμβέλειας καί διακεκριμένου πνευματικοῦ ἱεράρχη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος. Ὅσα ἀκολουθοῦν στή συνέχεια, ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά ἐκληφθοῦν ὡς ὑπόμνηση ἀνεξόφλητου χρέους καί ὀφειλόμενης εὐγνωμοσύνης γιά τή μεγάλη εὐλογία τῆς μακρόχρονης γνωριμίας καί συναναστροφῆς μου μαζί του.

Ὁ τιμώμενος σήμερα Σεβασμιώτατος κ. Ἱερόθεος Βλάχος γεννήθηκε στά Ἰωάννινα τό 1945. Σπούδασε Θεολογία κατά τά ἔτη 1964-1968 στή Θεολογική Σχολή τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία πρίν 40 περίπου μέρες τόν τίμησε σέ μιά πανηγυρική καί παμπληθῆ ἐκδήλωση καί τοῦ ἀπένειμε ἐπαξίως τόν τίτλο τοῦ ἐπίτιμου διδάκτορα τῆς θεολογίας. Μαθήτευσε δίπλα στόν μεγαλύτερο Ἕλληνα πατρολόγο, τόν καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου, καί κοντά του εἶχε τήν εὐκαιρία νά ἐντρυφήσει στή μελέτη τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων, ἀλλά καί νά ἐπιλεγεῖ ὡς μέλος ὁμάδος πού συμμετεῖχε σέ πρόγραμμα καταγραφῆς τῶν χειρογράφων τῶν Βιβλιοθηκῶν τῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀπό ἐκείνη τήν περίοδο ἐπιδόθηκε στήν ἐνδελεχῆ μελέτη καί συστηματική ἀποδελτίωση τῶν ἔργων ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας στό σύνολό της, ἀλλά καί τοῦ δυτικοῦ Σχολαστικισμοῦ, τοῦ Διαφωτισμοῦ, τοῦ γερμανικοῦ Ἰδεαλισμοῦ καί τῶν σύγχρονων θεολογικῶν καί φιλοσοφικῶν ρευμάτων.

Ἡ μακρά παραμονή του στό Ὄρος τόν ἔφερε σέ ἐπαφή μέ τή μοναστική ζωή καί γνώρισε προσωπικά τούς κυριότερους φορεῖς τῆς ἡσυχαστικῆς παράδοσης. Διδάχθηκε τόν τρόπο καί τά μυστικά τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί μαθήτευσε πλησίον τῶν ἁγιορειτῶν ὁσίων Σωφρονίου, Παϊσίου, Ἐφραίμ Κατουνακιώτη ἀλλά καί τῶν π. Ἐφραίμ Φιλοθεΐτη, π. Θεοκλήτου Διονυσιάτη, π. Σπυρίδωνα Ξένου, π. Γεωργίου Καψάνη κ.ἄ, καθώς τόν ἐνδιέφερε ἡ θεολογία καί ἡ διακρίβωση τῆς ἀσκητικῆς καί ἡσυχαστικῆς πρακτικῆς τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καρπός αὐτῆς τῆς ἔμπονης ἀναζήτησής του εἶναι τό ἐμβληματικό του βιβλίο, μέ τίτλο: Μιά βραδιά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1978), τό ὁποῖο βρίσκεται στήν 25η ἔκδοση, ἔχει μεταφραστεῖ σέ 20 γλῶσσες μέ 47 ἐκδόσεις καί κυκλοφορία σέ 60 χῶρες καί ἀπό τό ὁποῖο προῆλθαν καί πολλά ἄλλα σχετικά βιβλία.

Τό 1971 ἔλαβε τήν ἱερωσύνη καί μαθήτευσε στό ἐκκλησιαστικό ἦθος γιά 15 ἔτη δίπλα στόν Γέροντά του, Μητροπολίτη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας, τόν προσφάτως ἁγιοκαταταχθέντα ἅγιο Καλλίνικο. Κατά τά ἔτη 1987-1995 ὁ Σεβασμιώτατος ὑπηρέτησε στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν, στήν ὁποία δραστηριοποιήθηκε μέ ἰδιαίτερη ἐπιτυχία σέ πολλούς τομεῖς νεανικοῦ ἔργου, κηρυκτικῆς καί ποιμαντικῆς διακονίας, πλούσιας συγγραφικῆς παραγωγῆς καί ποικίλης ἐκκλησιαστικῆς δραστηριότητας. Τό 1995 ἐξελέγη Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί ἁγίου Βλασίου καί συνέχισε μέχρι καί σήμερα τό ἐργῶδες συγγραφικό, ποιμαντικό καί ἐν γένει ἀρχιερατικό του ἔργο.

Τό μεγαλύτερο δῶρο τῆς ὀκτάχρονης παραμονῆς του στήν Ἀθήνα, ὅπως τό χαρακτηρίζει ὁ ἴδιος, ἦταν ἡ γνωριμία του τό 1987 μέ τόν κορυφαῖο δογματικό θεολόγο τοῦ 20ου αἰώνα π. Ἰωάννη Ρωμανίδη. Ὁ τελευταῖος εἶχε ἀφομοιώσει πλήρως τήν ὀρθόδοξη θεολογία γράφοντας καί ὁμιλώντας εὐχερῶς γιά τίς προϋποθέσεις καί τίς ἀρχές, τά κριτήρια καί τά κλειδιά τῆς βιβλικῆς μαρτυρίας, τῆς πατερικῆς ἑρμηνείας, τῆς συνοδικῆς πράξης καί τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας σέ μία διαχρονική συνέχεια καί ἀδιάσπαστη ἑνότητα πίστεως, θεολογίας, ζωῆς καί ἐμπειρίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί ὅλων τῶν Πατέρων καί θεουμένων μέχρι καί σήμερα.  

Ἀπό τόν τεσσαρακονταετῆ αὐτό πνευματικό συμπνευματισμό μέ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη ἡ θεολογική προοπτική τοῦ Σεβασμιωτάτου πῆρε μιά ἄλλη τροπή καί σέ συνδυασμό μέ τή δική του ἄριστη θεολογική συγκρότηση ἔγραψε καί δημοσίευσε ἕνα ὑπερβολικά μεγάλο ἀριθμό ὀγκωδέστατων βιβλίων, ὅπως: Ὀρθόδοξος καί δυτικός τρόπος ζωῆς (1992), Γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί (1996), Παλαιά καί Νέα Ρώμη (2009), Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, κατά τίς προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τόμος Α΄: Δόγμα-Ἠθική-Ἀποκάλυψη (2010), τόμος Β΄: Τριαδικός Θεός, Δημιουργία-Πτώση-Ἐνανθρώπηση, Ἐκκλησία-Μετά θάνατον ζωή (2011), Π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας (2012), Πατερική καί σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους μέ βάση τίς προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη (2021), Διορθόδοξος Θεολογικός Διάλογος: Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (2024), Περί τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ (2024). Στά ἀνωτέρω ἔργα ὁ τιμώμενος ἱεράρχης κατέγραψε κατά θεολογικές ἑνότητες καί θέματα καί τελικά ἀποτύπωσε σέ ὁλοκληρωμένες μελέτες τίς παραδόσεις καί τίς ὁμιλίες τοῦ π. Ρωμανίδη μέ ἀποτέλεσμα νά κάνει προσιτή καί εὔληπτη σ’ ἕνα εὐρύτερο καί πολυπληθέστερο ἀναγνωστικό κοινό ὁλόκληρη τή θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἀναμφίβολα, τό κολοσσιαῖο αὐτό συγγραφικό αὐτό ἐγχείρημα γιά νά πραγματωθεῖ ἀπαιτοῦσε ἄνωθεν ἔμπνευση καί δύναμη, ἀρκετό χρόνο καί ἀπέραντη ὑπομονή, πνευματική προετοιμασία καί προσευχή, θεολογική γνώση καί κριτήρια, συστηματική μέθοδο καί ἀκριβολόγο διάκριση, ἀστείρευτο συγγραφικό τάλαντο καί ἐξαιρετική ἱκανότητα, χαρίσματα τά ὁποῖα διέθετε πληθωρικά ὁ ἅγιος Ναυπάκτου. Μέ ὅσα συνέγραψε καί ἐξέφρασε ὁ Σεβασμιώτατος γιά τό ἔργο καί τή διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννη πρέπει νά διακρίνουμε μέ σαφήνεια καί εὐκρίνεια δύο περιόδους, τόν π. Ρωμανίδη καί τό θεολογικό του ἔργο πρό καί τόν ἴδιο μετά τήν πρωτότυπη καί τεράστια συγγραφική παραγωγή τοῦ Μητροπολίτη κ. Ἱεροθέου γι’ αὐτόν. 

Εἶναι ἀπολύτως βέβαιο ὅτι ἀπό τή διεξοδική προσωπική του μελέτη καί ἀπό τήν πολυετῆ γνωριμία καί συναναστροφή του μέ τόν π. Ἰωάννη ἐπηρεάστηκε ἀρκετά ἤ καί τόν καθόρισε καί τοῦ προσέδωσε μία ἄλλη θεολογική αἴσθηση καί ἑρμηνευτική προοπτική, ὅπως ἐμφαίνονται στή λοιπή πλούσια καί σημαντική συγγραφική του παραγωγή, στήν ἀρχιερατική του διακονία καί στήν ἐν γένει ἐκκλησιαστική του δραστηριότητα.

Ὁ ἅγιος Ναυπάκτου εἶχε τήν ἰδιαίτερη εὐλογία καί τό ἐξαιρετικό προνόμιο νά ἐντρυφήσει στήν ἐμπειρική-νηπτική-ἡσυχαστική-φιλοκαλική θεολογία τήν ὁποία ἐπαλήθευσε πλήρως καί ἐπακριβῶς καί τή συνέδεσε ἀναπόσπαστα μέ τή διδασκαλία καί τήν ἐμπειρία σύγχρονων ἡσυχαστῶν καί προσφάτως καταταχθέντων Ἁγίων, τούς ὁποίους γνώρισε προσωπικά ὁ ἴδιος καί συνέγραψε σχετικά πολυσέλιδα βιβλία γιά ὅλα ὅσα ἀπεκόμισε ἀπό τή μακρά μαθητεία του κοντά τους. Μεταξύ ἄλλων εἶναι τά βιβλία του γιά τούς ἁγίους Παΐσιο, Σωφρόνιο, Καλλίνικο Ἐδέσσης, καθώς καί γιά τόν Μητροπολίτη Δρυϊνοπουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης κυρό Σεβαστιανό κ.ἄ., μέσω τῶν ὁποίων ἑρμήνευσε καί ἐπαλήθευσε ὅλη τήν ὀρθόδοξη  ἀνθρωπολογία. 

Γιά τίς ἀνάγκες τῆς κατήχησης ὁ τιμώμενος ἱεράρχης ἔγραψε δύο σημαντικά βιβλία γιά τίς Δεσποτικές (1995) καί τίς Θεομητορικές ἑορτές (2016) καθώς καί τά βιβλία ὁ Κύριος τῆς Δόξης (2024), Ἡ πίστη τῶν ἁγίων (2025) καί τό τελευταῖο μέ τίτλο: ὁ Χριστός στήν Καινή Διαθήκη (2026) μέ ἐκτενέστατο ἁγιοπατερικό καί λειτουργικό ὑπομνηματισμό. Ὁ συγγραφέας μέ σαφήνεια καί καθαρότητα γραφῆς ἑρμηνεύει καί καθιστᾶ γιά τόν ἀναγνώστη κατανοητό τό περιεχόμενο τῶν μεγάλων σωτηριολογικῶν γεγονότων τῆς πίστεως. 

Ἡ θέση τοῦ τιμωμένου σήμερα, ὡς ἐπισκόπου καί μέλους συνοδικῶν ἐπιτροπῶν, τοῦ ἔδωσε τή δυνατότητα καί τήν ἔμπνευση νά συγγράψει βιβλία, μέ τίτλους: Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (2002), Συνοδικός Τόμος τοῦ 1850 καί πατριαρχική πράξη τοῦ 1928 (2004), Ἡ «ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» στήν Κρήτη, Θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές θέσεις (2018), Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας (2019), καί τό πρόσφατο βιβλίο 1230 σελίδων μέ τίτλο: Συνοδικά θέματα (2026). 

Μέ τό ἔργο του συνέβαλε στό διάλογο θεολογίας καί σύγχρονης Ἐπιστήμης, στή θεμελιακή βάση ὅτι δέν ὑπάρχει μεταξύ τους κανένα ζήτημα σύγχυσης ἤ σύγκρουσης, γιατί ἔχουν ἐντελῶς διαφορετική μέθοδο καί διαφορετικό ἔργο καί σκοπό. Τό βιβλίο τό ὁποῖο ἔκανε εὐρύτερα γνωστό τό θεολογικό ἔργο τοῦ Σεβασμιωτάτου εἶναι τό Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Πατερική θεραπευτική ἀγωγή (1986), τό ὁποῖο μεταφράστηκε σέ 10 γλῶσσες κάνοντας 27 ἐκδόσεις καί διατίθεται σέ 60 χῶρες. Συναφῆ εἶναι καί τά ἑπόμενα βιβλία τοῦ συγγραφέα: Θεραπευτική ἀγωγή (1987), Συζητήσεις γιά τήν «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» (1988), Ψυχική ἀσθένεια καί ὑγεία (1989), Ἡσυχία καί Θεολογία, τά πλαίσια τῆς Ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου (2004) καί Ἡ ἁγία γνώση, τά ὡραῖα τῶν ἔνδον (2021). Ἡ ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία προϋποθέτει ἀκριβῆ διάγνωση τῆς ἀσθένειας, ἀναζήτηση κατάλληλου θεραπευτῆ καί τῶν πρόσφορων μέσων θεραπείας. Αὐτά ἀποσκοποῦν στήν ἀπόκτηση τῆς πνευματικῆς ὑγείας, ἡ ὁποία διά τῆς ἀσκήσεως καί τῶν ἱερῶν μυστηρίων ἐπιτυγχάνεται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά πάθη καί δεχθεῖ τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού τόν καθιστᾶ ἀληθινά φιλόθεο καί φιλάνθρωπο μέ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη πρός ὅλους.

Ἄξιο ἀναφορᾶς εἶναι τό βιβλίο: Τό πρόσωπο στήν ὀρθόδοξη παράδοση  (1994, Βραβεῖο Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν) καθώς ἐπίσης καί το βιβλίο: «Δερμάτινοι χιτῶνες», Ἀναφορά στήν βιολογική ζωή, ἀσθένειες, τά γηρατειά, τόν θάνατο καί τήν ὥρα τοῦ θανάτου (2017). Ἐπίσης, ἐπειδή νέα ἰατρικά ζητήματα καί προβλήματα θέτουν τούς χριστιανούς ἐνώπιον προκλήσεων καί διλημμάτων σχετικῶν μέ τή χρήση τῆς ἰατρικῆς τεχνολογίας, μοναδικό στό εἶδος του γιά ποιμαντική χρήση εἶναι τό βιβλίο του: Βιοτεχνολογία, Βιοηθική, Βιοθεολογία (2025),  ὅπως καί τά βιβλία: Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο (1994), Ὑπαρξιακή ψυχολογία καί Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία (1995), Ἡ Ἰατρική ἐν Πνεύματι ἐπιστήμη, ἡ πράξη τῆς ὀρθόδοξης ψυχοθεραπείας (2009), Ἡ εἰκόνα τοῦ σύγχρονου κόσμου, ἄνθρωπος, κόσμος καί μετάνθρωπος (2025). Τά ἀνωτέρω βιβλία ὑπενθυμίζουν στόν ἀναγνώστη ὅτι τό μέγα μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου δέν περιορίζεται στή βιολογική του ζωή. Ἐκτός αὐτῶν, ὑπάρχουν καί πολλά ἄλλα δημοσιεύματα τοῦ Σεβασμιωτάτου στά ὁποῖα εἶναι ἐμφανέστατη ἡ σύνδεση τῆς θεολογικῆς του γραφῆς μέ τή σύγχρονη πραγματικότητα καί τίς ἀναζητήσεις καί προκλήσεις τῶν καιρῶν μας. 

Στό πνεῦμα τῆς μελέτης ὅλου τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ Σεβασμιωτάτου ὁ μυημένος ἀναγνώστης μπορεῖ νά ἐπισημάνει ὁρισμένες θεολογικές ἀρχές καί προϋποθέσεις, κάποια ἑρμηνευτικά κλειδιά καί κριτήρια, ἄκρως ἀπαραίτητα γιά τή βαθύτερη καί οὐσιαστική κατανόησή του. Σκόπιμο εἶναι νά ἀναφερθοῦν ἐπιγραμματικά τά κυριότερα ἐξ αὐτῶν: 

  • Ἐν πρώτοις, ἡ θεολογία εἶναι μιά ἐμπειρική, θετική καί πλήρως ἐπαληθεύσιμη Ἐπιστήμη. Ἡ μέθοδος τῶν Ἀποστόλων, τῶν Πατέρων καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί, γενικά, ὅλης τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, διαχρονικῶς, εἶναι ἡ ἐμπειρική, βιωματική. Δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου ἐπαληθεύονται πλήρως καί ἐλέγχονται ἀλαθήτως ὅλες οἱ ἐφαρμογές τῆς θεολογίας, ἡ ὀρθή πίστη καί ζωή, ἀλλά καί ὅλες οἱ ἐμπειρικές καταστάσεις ἀπό τή γρηγοροῦσα συνείδηση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τούς μετέχοντες στήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, τούς φίλους τοῦ Θεοῦ, τούς θεουμένους. 
  • Δεύτερον, ὑπάρχει χαώδης διαφορά μεταξύ τοῦ διανοητικοῦ-στοχαστικοῦ-μεταφυσικοῦ τρόπου θεολογίας καί τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας, μεταξύ σχολαστικῆς καί πατερικῆς θεολογίας. Ἐπίσης, διακρίνεται σαφῶς ἡ λογική ἀπό τό νοῦ καί ἀντιστοίχως ἡ λογική ἀπό τή νοερά ἐνέργεια. Εἶναι ἄλλο ἡ ἀνακάλυψη πού γίνεται μέσα ἀπό τή λογική τοῦ ἀνθρώπου καί ἄλλο ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, πού γίνεται διά τῆς καθάρσεως τῆς καρδίας του, τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός καί ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς ὁράσεως, τῆς θέας τῆς ἄκτιστης θείας δόξας. Οἱ Πατέρες δέν ἦταν στοχαστές, φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι ἤ καί θεολόγοι μέ τή σημερινή ἔννοια, ἀλλά κυρίως καί πρώτιστα ἦταν ποιμένες ὑπερασπιζόμενοι καί διαφυλλάσοντες τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τήν ὑγιαίνουσα πίστη, τήν ὀρθή μέθοδο γιά τή θεραπεία, τήν ἀληθινή ζωή, τή σωτηρία καί κατά χάριν θέωση τοῦ ἀνθρώπου.
  • Τρίτον, ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς κατά χάριν θεώσεως, τῆς ὁράσεως τῆς θείας δόξας, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ θεούμενοι γνωρίζουν σαφῶς τή ριζική διάκριση μεταξύ τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ καί τῆς κτιστῆς πραγματικότητας καί ἐπισημαίνουν ἐμφατικά ὅτι μέ κανένα τρόπο δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότητα ἤ ἀναλογία μεταξύ τους. Ἐπίσης, θεμελιῶδες ἑρμηνευτικό κλειδί εἶναι ἡ διάκριση Θεολογίας καί Οἰκονομίας, ὅπως καί μεταξύ οὐσίας, ὑποστάσεων καί ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι Θεός ἀποκαλύψεως. Ἀποκαλύπτεται μέσα στήν κτίση καί τήν ἱστορία καί κατέρχεται διά μέσου τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν του πρός τόν ἄνθρωπο, καί μόνο διά τῶν ἐνεργειῶν Του γνωρίζεται ποιός εἶναι καί πῶς Αὐτός ὑπάρχει. 
  • Τέταρτον, ἡ θεολογία ἔχει χαρακτήρα θεραπευτικό καί σωτηριολογικό. Ἡ Ἐκκλησία ἑρμηνεύεται ὡς “ἰατρεῖον πνευματικόν” καί θεραπευτήριο καί ὁ κύριος λόγος ὑπάρξεώς της εἶναι ἀκριβής διάγνωση τῶν νοσημάτων καί προτείνεται ἡ κατάλληλη θεραπεία τους ἀπό τήν κοινή ἀνθρώπινη ἀσθένεια, τήν ἁμαρτία. Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἐκφράζει τό «πῶς» τῆς θεολογίας, δηλαδή τόν τρόπο βιώσεως τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, τή θεραπευτική μέθοδο γιά τή σωτηρία καί μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στήν αἰώνια ζωή τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεραπευτική θεολογία ὁριοθετεῖ τούς ἀσφαλεῖς ὁδοδεῖκτες αὐτῆς τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου, διά μέσου τῶν ἀσκητικῶν σταδίων τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως. Ἡ θεραπεία τοῦ πνευματικῶς ἀσθενοῦς ἀνθρώπου γίνεται πράξη διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων καί ὅπου πάντοτε μέ βοήθεια ἐμπείρου καί διακριτικοῦ πνευματικοῦ πατρός βρίσκει ὁ πιστός τήν ἀσφαλῆ θύρα ἐξόδου ἀπό τή σημερινή πνευματική κρίση καί ἐν τέλει θεραπεύεται καί σώζεται πραγματικά. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἀσκητικός ἀγώνας τοῦ πιστοῦ ἔχει συγκεκριμένα ἀποτελέσματα, πού βιώνονται γνωστῶς καί εὐαισθήτως, μέσα στή ζωή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τό ὁποῖο εἶναι ὄντως ἀληθής κοινωνία ἀναπλάσεως καί θεώσεως. 
  • Πέμπτον, ὁ Σεβασμιώτατος συχνά κάνει λόγο γιά τήν ἐσωτερική ἑνότητα καί ἀδιάσπαστη συνέχεια τῶν δύο Διαθηκῶν, Παλαιᾶς καί Καινῆς, καθώς καί γιά τήν ταυτότητα ἐμπειρίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί πάντων τῶν ἁγίων Πατέρων διαχρονικῶς. Αὐτή θεμελιώνεται στό γεγονός ὅτι ἡ Ἀποκάλυψη καί ἡ δράση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέσα σέ ὅλες τίς φάσεις τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας ἀπαρχῆς διαμέσου τῆς ἱστορίας ἕως τά ἔσχατα εἶναι ἑνιαία. Ὁ Χριστός συνιστᾶ τό κέντρο τῆς Ἀποκαλύψεως, τή θεμελιώδη βάση, τό ἀσφαλές βάθρο γιά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τόν κεντρικό ἄξονα τῆς θεολογίας. Μέ βάση τή θεολογική αὐτή ἀρχή οἱ θεοφάνειες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἑρμηνεύονται ὡς φανερώσεις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ διά τοῦ ἀσάρκου Λόγου. Ὁ Ἴδιος αὐτός Λόγος εἶναι ὁ σεσαρκωμένος Λόγος τῆς Καινῆς Διαθήκης καί ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ Χριστός ὡς πνευματικῶς παρών καί ὁρώμενος στήν ἐμπειρία τῶν θεουμένων, τῶν ὁρώντων τή θεία δόξα, στό πλαίσιο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Στό γεγονός ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική κοινότητα πορεύεται καί ἐργάζεται μέσα στήν ἱστορική πραγματικότητα, ὁ τιμώμενος συνέδεσε ἄρρηκτα καί συσχέτισε ὀργανικά τή θεολογία μέ τήν ἱστορία καί τή σημασία της ὡς ἀναγκαῖο ἑρμηνευτικό κλειδί γιά τή διαμόρφωση καί διερεύνηση τόσο τῆς πορείας τῆς θεολογίας ὅσο καί τοῦ πολιτισμοῦ πού ἀναπτύχθηκε στή Δυτική Εὐρώπη.

Ὁ  Σεβασμιώτατος ἀπό τά πρῶτα συγγραφικά του βήματα «ἄκουσε τό ρυθμό τῆς καρδιᾶς τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ ἴδιος μέ ὅλα ὅσα συνέγραψε καί δημοσίευσε γιά πολλούς καί πολλά θέματα, κατά τή διάρκεια πενήντα καί πλέον ὁλόκληρων χρόνων, δέν ἔχασε σέ κανένα σημεῖο τήν ὁδό πού ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια σέ αὐτήν τήν καρδιά. Τό θεολογικό του ἔργο κατάφερε ἐπιτυχῶς νά τό  συνδέσει μέ τούς ρυθμούς τῆς καρδιᾶς τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ συντονίστηκε ἀπολύτως μέ τήν ὀρθόδοξη παράδοση, ζωή καί θεολογία της. Ὁ ἴδιος θεολογεῖ ποιμαίνοντας καί ποιμαίνει θεολογώντας. Καί αὐτό γιατί πιστεύει ἀκράδαντα καί συγγράφει μέ σαφῆ, τεκμηριωμένο καί πειστικό λόγο ὅτι ἡ ὀρθόδοξη πατερική θεολογία περιγράφει μέ ἀκρίβεια τήν πολεμική μέθοδο ἐναντίον τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας μέ συνέπεια νά καταλήγει στό ἀσφαλές συμπέρασμα ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι σαφέστατα μία θετική, μία ἐμπειρική καί πλήρως ἐπαληθεύσιμη στή ζωή τῶν ἁγίων Ἐπιστήμη. 

Ἡ σημασία καί σπουδαιότητα τοῦ συγγραφικοῦ ἔργου τοῦ τιμωμένου Μητροπολίτη γιά τό παρόν καί τό μέλλον εἶναι ἀδύνατο νά ἐκτιμηθεῖ. Μέ τό θεολογικό του ἔργο συμβάλλει στή διαμόρφωση τῆς σύγχρονης θεολογικῆς σκέψης, καθώς εἶναι ὁ ἴδιος ζωντανός φορέας πνευματικῆς παρουσίας τῆς χώρας μας στό διεθνῆ χῶρο. Ἀποτελεῖ γεγονός ἀδιαμφισβήτητο ὅτι διά τῆς γραφίδος του ἡ ὀρθόδοξη θεολογία γνώρισε μιά μοναδική προβολή μέ τή συγγραφή 135 βιβλίων ἐκ τῶν ὁποίων 37 βιβλία μεταφράστηκαν σέ 28 γλῶσσες. Οἱ μεταφράσεις τῶν βιβλίων του ἀνέρχονται σέ 127 καί οἱ ἐκδόσεις αὐτῶν φθάνουν στό δυσθεώρητο ἀριθμό 256. Σημειωτέον, ὅπως ὁ ἴδιος δήλωσε πρίν λίγους μῆνες, ὅτι ἔχει ἀκόμη 20 βιβλία ἕτοιμα πρός ἔκδοση! Ἄξιο ἰδιαίτερης ἀναφορᾶς εἶναι ὅτι τό ὠριγενείων διαστάσεων συγγραφικό του ἔργο, τό ὁποῖο μέ κάποιους ὑπολογισμούς ξεπερνᾶ τίς 50.000 δημοσιευμένες σελίδες, διεξάγεται παράλληλα μέ τήν πλούσια ποιμαντική του δράση καί ὅλη τήν ἀκάματη καί πολυσχιδῆ ἐκκλησιαστική του δραστηριότητα.

Ἀπό τά ἀναφερθέντα κατανοεῖται ἡ τεράστια πρόσληψη καί ἐπιδραστικότητα τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ Σεβασμιωτάτου, καθώς ἔκανε τήν κωμόπολη τῆς Ναυπάκτου ἕναν παγκόσμιο ἄμβωνα μέ ἀκροατήριο ἀνθρώπους πού ὁμιλοῦν ὄχι μόνο εὐρωπαϊκές γλῶσσες, ἀλλά καί ἀραβικά, κινεζικά, ἰνδονησιακά, πακιστανικά, κορεατικά, σουαχίλι κ.ἄ. Τό ἀναγνωστικό του κοινό εἶναι εὐρύτατο. Κατά συνέπεια, πρόκειται γιά μιά ἀσύλληπτη καί μοναδική οἰκουμενικῶν διαστάσεων ἱεραποστολή. Τό ἐκτενές συγγραφικό ἔργο τοῦ τιμωμένου καταδεικνύει τό εὖρος, τό βάθος, ἀλλά καί τήν ποιότητα τῆς προσφορᾶς του, ἡ ὁποία συνθέτει μία πνευματική διαδρομή μέ παγκόσμια ἀπήχηση. Τό τεράστιο καί περισπούδαστο ἐπισκοπικό ἐργόχειρο συνιστᾶ μιά ἰσχυρή παρακαταθήκη γιά τό παρόν, ἀλλά καί γιά τό μέλλον, ἀφοῦ θεωρεῖται βέβαιο ὅτι θά ἐπηρεάσει καί τίς ἑπόμενες γενιές καί θά ἐκτιμηθεῖ, ἔτι περισσότερο, ἡ μέγιστη προσφορά του στήν ὀρθόδοξη  θεολογία καί τήν ἐκκλησιαστική ζωή.

Τό «ὅλον» τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ πολυγραφότατου ἱεράρχη ἁγίου Ναυπάκτου εἶναι δώρημα τέλειον ἄνωθεν καταβαῖνον ἐκ τοῦ τῶν φώτων Πατρός, ἰδιαίτερη εὐλογία γιά τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία, βαρύτιμη κληρονομία γιά τούς ἐραστές τῆς θεολογίας καί ἀφορμή ἐγγύτερης καί βαθύτερης ἐντρύφησης στίς πηγές καί τήν παράδοση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Καί ἐνῶ, χωρίς καμία ἀμφιβολία, ὁ Μητροπολίτης Ἱερόθεος εἶναι ὁ ὀρθόδοξος θεολόγος μέ τή μεγαλύτερη παγκόσμια ἀπήχηση, ὁ ἴδιος μέ αἴσθημα σεμνότητας καί αὐτογνωσίας, χαρακτηρίζει τόν ἑαυτό του ὡς «μικρό μαθητή» καί «νάνο», πού μπόρεσε καί εἶδε πιό μακρυά καί πιό ψηλά ἀπό τούς ἄλλους, γιατί στηριζόταν στούς ὤμους γιγάντων. Σέ αὐτούς τούς γίγαντες μνημονεύει τούς ἀγαπημένους του γονεῖς, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κονίτσης Σεβαστιανό, τόν ἅγιο Καλλίνικο, Μητροπολίτη Ἐδέσσης, τούς ἁγίους Παΐσιο, Σωφρόνιο, Πορφύριο, τόν π. Θεόκλητο, τόν π. Ἐφραίμ, τόν π. Σπυρίδωνα Ξένο, τόν π. Γεώργιο Καψάνη, ἀλλά καί τόν καθηγητή του Παναγιώτη Χρήστου καί ὅλως ἰδιαιτέρως τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη.

Σεβασμιώτατε, ἅγιε Ναυπάκτου καί ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεε, τά Ἰωάνινα, ἡ ἀγαπημένη σας πατρίδα, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ Ἐκκλησία, τό γένος τῶν Ὀρθοδόξων αἰσθάνονται μεγάλη ὑπερηφάνεια γιά τό κολοσσιαῖο μοναδικῶν διαστάσεων θεολογικό σας ἔργο. Ἐσεῖς ὁ ἴδιος συχνά ἐκφράζετε τήν εὐχή «νά ἐλεηθῶ ἀπό τόν Θεό». Ὅλοι ἐμεῖς οἱ παρόντες καί οἱ ἀναρίθμητοι ἀναγνῶστες τῶν θεολογικῶν σας βιβλίων σᾶς εὐχαριστοῦμε ἐγκαρδίως γιά τήν ἀνεκτίμητη συμβολή σας στή θεολογία, στήν Ἐκκλησία, στήν κοινωνία. Σᾶς εἴμαστε πάντοτε εὐγνώμονες γιά ὅλο αὐτό πού εἴσαστε. Θά μᾶς ἐπιτρέψετε νά ἐπαναλάβουμε τήν εὐχή τοῦ Γέροντός σας, ἁγίου Καλλινίκου, Μητροπολίτου Ἐδέσσης: «Νά ἔχετε ὅλα τά καλά τοῦ Θεοῦ, νά ἔχετε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στή ζωή σας καί τά καλά σας ἔργα». Εἰς πολλά ἔτη Δέσποτα.- 

Δεν υπάρχουν σχόλια: