e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Μια ενδονοσοκομειακή συνάντηση του Γέροντα Ιακώβου Τσαλίκη και του Ανδρέα Παπανδρέου [audio]


Όταν ο Άγιος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης συνάντησε τον πρώην πρωθυπουργό της Ελλάδας Ανδρέα Παπανδρέου στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ''Γ. Γεννηματάς'', τον Σεπτέμβριο του 1990. 

Το περιστατικό αυτό συνέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ''Γ. Γεννηματάς'' τον Σεπτέμβριο του 1990.


Εμπειρίες από τον νέο Όσιο Ιάκωβο Τσαλίκη παρουσιάζει ο νυν Καθηγούμενος της Μονής Οσίου Δαυίδ Ευβοίας [video]




Ι. Μ.Θεσσαλονίκης- Ι. Ν. Αγ. Γεωργίου Πανοράματος, 21 Νοεμβρίου 2016.
Ημερίδα με θέμα "Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ"
Εδώ, η εισήγησις π. Γαβριήλ Εμμανουηλίδου, Καθηγουμένου Ι.Μ. Οσίου Δαυίδ Ευβοίας : "Εμπειρίες και Θαύματα Οσίου Ιακώβου".

Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης, ο σύγχρονος γέροντας της Εύβοιας

Κείμενο του Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου*
Ο άγιος Ιάκωβος εγεννήθη το 1920 στα ματωμένα χώματα της Μικράς Ασίας, εις το Λιβίσι της Μάκρης, απέναντι από τη γειτονική μας νήσο Ρόδο.
Ένεκεν αυτής της γειτονίας ένιωθε πάντοτε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Κύπρο. Η μάνα του Θεοδώρα, όταν ήθελε να παρακαλέσει την Παναγία, εγύριζε κατά τα βουνά του Κύκκου και φώναζε: «Παναγία του Κύκκου μου. Φύλαγε τα παιδιά του κόσμου και τα δικά μου». Αυτή τη σχέση της μάνας του με την Παναγία του Κύκκου, με την Κύπρο, θα την κληρονομήσει ο γέροντας μαζί με όλη τη μικρασιατική παράδοση και θα τη μεταφέρει πρόσφυγας το 1922 στη βόρεια Εύβοια.
Όταν τα καράβια της προσφυγιάς έφτασαν το 1922 στον Πειραιά, με τους πονεμένους πρόσφυγες να παρηγορούνται με τη σκέψη ότι θα τους αγκάλιαζε η μητέρα Ελλάδα, τότε άκουσαν τους ανθρώπους του λιμανιού να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία: «Για τους δικούς μας ανθρώπους», έλεγε ο γέροντας, «ήταν πρωτάκουστα ακούσματα και όλοι φωνάξαμε, παρά να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία μας, καλύτερα πίσω στους Τούρκους». Οι κυνηγημένοι πρόσφυγες ήταν φορείς μιας άλλης παράδοσης, αυστηρής, καλογερικής. Και ο γέροντας ένιωθε πάντοτε ότι ήταν απόγονος αγίων ανδρών, αφού άκουε από τη μάνα του ότι καταγόταν από εφτά γενεές ιερέων. Ένας από αυτούς ήτο ασκητής στα Ιεροσόλυμα, την ίδια δε τη μάνα του Θεοδώρα τη χαρακτήριζε ως ασκήτρια. Είχε τόση αρετή η ευλογημένη αυτή γυναίκα, που προείδε τον θάνατό της πολλές μέρες πριν και τον ανακοίνωσε στα παιδιά της, για να τα προετοιμάσει.
Την προσφυγική οικογένεια του Τσαλίκη τη δέχτηκαν τα φιλόξενα χώματα της βορείου Ευβοίας, συγκεκριμένα το χωριό Φαράκλα. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού, τα οποία ήσαν και τα τελευταία. Δεν συνέχισε ο γέροντας στο γυμνάσιο. Ο πατέρας του ένεκεν της φτώχειας, που είχαν τότε, τον έβγαλε από το σχολείο και τον έπαιρνε μαζί του στα κτίσματα, για να τον βοηθά.
Ο γέροντας Ιάκωβος και η Αγία Παρασκευή
Τα βράδια, όταν όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι, έβγαινε κρυφά και πήγαινε σε ένα ξωκλήσι του χωριού, για να προσευχηθεί, στην Αγία Παρασκευή. Εκεί έκανε πολλές μετάνοιες, όπως τον συνήθισε η μάνα του Θεοδώρα, και προσευχόταν για ώρες πολλές. Μετά γύριζε στο σπίτι, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τίποτα.
Ένα βράδυ εκεί στο ξωκλήσι, που γονατιστός ο μικρός Ιάκωβος προσευχόταν, είδε μια σκιά μέσα στο ιερό. Αυτός φοβήθηκε και το πρωί το είπε στη μάνα του. Η διακριτική κυρία Δωρούλα του λέει: «Μη φοβάσαι, Ιακωβάκο μου, το ράσο του παπά θα είναι και το φεγγάρι του κάνει σκιά». Έτσι διασκέδασε το λογισμό του Ιακωβάκου της.
Το βράδυ πήγε πάλι ο μικρός μας γέροντας στο ξωκλήσι για τον κανόνα του. Όταν τέλειωσε και εξερχόταν από το ταπεινό ξωκλήσι, είδε κάτω από ένα μεγάλο δένδρο μια ψηλή μαυροφορεμένη γυναίκα να του κάνει νόημα να την πλησιάσει.
Πήγε κοντά της και τον ρωτά: «Τι θέλεις, Ιάκωβέ μου, να σου χαρίσω για τις τόσες προσευχές, που κάνεις στο σπίτι μου;».
«Ποια είσαι εσύ, καλή μου κυρία;»
«Εγώ είμαι η Αγία Παρασκευή και ό,τι μου ζητήσεις θα στο δώσω».
«Εγώ είμαι μικρός και δεν ξέρω τι θέλω, θα ρωτήσω όμως τη μάνα μου και ό,τι μου πει θα στο ζητήσω».
Το πρωί λέει στην ευλογημένη μάνα: «Μάνα, ψες έξω από το ξωκλήσι είδα την Αγία Παρασκευή και μου είπε, ό,τι της ζητήσω θα μου το δώσει. Τι να της ζητήσω, μάνα;». Άνοιξε τότε η μάνα τα δυο της χέρια διάπλατα, σαν να ‘θελε να χωρέσουν όλον τον ουρανό, και έκραξε φωνή μεγάλη: «Την τύχη μου, Αγία Παρασκευή, να μου δώσεις, την τύχη μου».
Την επομένη ο μικρός Ιάκωβος επανέλαβε, σαν γνήσιος υποτακτικός, τα λόγια της γερόντισσάς του στην αγία. Η Αγία Παρασκευή στην απλοϊκή απάντηση της μάνας Θεοδώρας απάντησε προφητικά: «Θα σου δώσω εγώ τύχη, να τη ζηλέψουν πολλοί».
Έλεγε αργότερα σ’ εμάς ο γέροντας: «Και μήπως ψέματα μου είπε, παιδάκι μου, η Αγία Παρασκευή; Μικρή τύχη του έδωκε; Με έκαμε ιερέα των μυστηρίων του Θεού!». Και θυμόταν και μας διηγιόταν με το ιδιαίτερο γεροντικό του χιούμορ. «Όταν λειτουργούσε ο παπάς του χωριού, την ώρα, που οι ψάλτες έψαλλαν, «Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες…» εγώ άκουα φτερουγίσματα γύρω από την Αγία Τράπεζα. Ο παπάς ενόμιζα ότι δεν έχει σώμα. Είναι άγγελος. Έλεγα έχει δυο κόκαλα στους ώμους, σαν κρεμάστρα, και κρέμονται τα ράσα απ’ εκεί».
Έτσι έβλεπαν την ιεροσύνη τα παιδικά μάτια της ψυχής του, και έτσι στ’ αλήθεια τα θεία πράγματα είναι. έβλεπε τον παπά, σαν επίγειο άγγελο, που λειτουργεί με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Από μικρός απόκτησε χερουβικούς οφθαλμούς, να θεωρεί τα επουράνια μυστήρια.
Όταν μια μέρα ο παπάς του χωριού τον πήρε μαζί του στα μελίσσια, που είχε στο δάσος, κάπου πιάστηκαν τα ράσα του παπά και φάνηκε το παντελόνι από κάτω από το αντερί. Τότε για πρώτη φορά άρχισε να υποψιάζεται ότι και ο παπάς είναι άνθρωπος, «σάρκα φορών και τον κόσμο οικών».
Στο χωριό γιατρός τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε. Υπήρχε όμως ο πατήρ Ιάκωβος. Από τον καιρό, που ήτο δεκαπενταετής, όλοι οι κάτοικοι του χωριού έβλεπαν ότι ο Ιάκωβος του Τσαλίκη ήταν άνθρωπος του Θεού, σκεύος εκλογής, γι’ αυτό και τον φώναζαν, πάτερ Ιάκωβε. Όποιος αρρώσταινε καλούσαν τον πατέρα Ιάκωβο, του διάβαζε μια ευχή και γινόταν καλά. Πολλές γυναίκες, που είχαν δυσκολίες στη γέννα, καλούσαν τον πατέρα Ιάκωβο να κάνει προσευχή, και αυτές αμέσως απελευθερώνονταν. Έτσι μια μέρα ο παπάς του χωριού κάλεσε τον πατέρα Ιάκωβο, που ήτο τότε δώδεκα ή δεκατριών ετών, να διαβάσει την ετοιμόγεννη παπαδιά. «Επήρα και εγώ μια παλαιά εκκλησιαστική φυλλάδα προσευχών, που είχα, και με μεγάλη ντροπή γονάτισα σε μια γωνιά και έκανα την προσευχή για την παπαδιά». Μόλις βγήκε από την πόρτα, γέννησε το Βαγγελάκη.
Η μάνα του Γέροντα, Θεοδώρα
Η μητέρα του Θεοδώρα «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής», και βλέποντας αυτά τα σημεία στον Ιάκωβό της, αντελήφθη ότι το παιδί αυτό έχει ιερά αποστολή να επιτελέσει. Η μάνα του γέροντα δεν ήτο μια οποιαδήποτε συνηθισμένη γυναίκα του λαού. Ο ίδιος ο γέροντας την αποκαλούσε ασκήτρια. Περνούσε τη ζωή της με υπομονή στις θλίψεις, συνεχή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, χαμαικοιτία. Μικρασιάτισσα. Γυναίκα της Ανατολής. Για τον π. Ιάκωβο ήτο η γερόντισσά του, κι υποτασσόταν σ’ αυτή μέχρι την κοίμησή της. Μια μέρα βροχερή της είπε: «Μάνα πάλι βρέχει!». Και η αυστηρή γερόντισσα του απάντησε επιτιμητικά: «Παιδί μου, Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει».
Η μάνα Θεοδώρα προείδε το θάνατό της πολλές μέρες πριν και προετοίμασε τα παιδιά της, για να μη λυπηθούν υπερβαλλόντως. Παρ’ όλα αυτά ο ευαίσθητος π. Ιάκωβος κόντεψε να ξεψυχήσει και αυτός πάνω στον τάφο της αγίας μητέρας του. Ένεκεν αυτής του της στάσεως στον θάνατο της μάνας του πάντα μας τόνιζε να είμεθα εγκρατείς στις θλίψεις και ότι η υπερβολική στενοχωρία ή λύπη είναι αμαρτία.
Το 1952, αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, ο γέροντας ήλθε στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ, όπου έμεινε επί τριάντα εννέα έτη, δηλαδή μέχρι της κοιμήσεώς του.
Είχε ήδη περάσει το τριακοστό έτος της ηλικίας ο γέροντας, όταν έφτασε στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ. Εδώ έμελλε να επιτελέσει την ιερά αποστολή του κατά τα προφητικά λόγια της μάνας Θεοδώρας.
Στην είσοδο της μονής τον περίμενε ο ίδιος ο Όσιος Δαβίδ. Όπως η Αγία Παρασκευή υποσχέθηκε στο μικρό Ιακωβάκο μία ουράνια τύχη, έτσι και τώρα ο μέγας Γέροντας Δαβίδ υποδεχόταν τον αρτιγέννητο γέρο Ιάκωβο με την υπόσχεση: «Αν φυλάξεις ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή, παραμένοντας άχρι τέλους στη μονή, θα σε προσκυνήσουν αρχιερείς, οι πατριάρχες θα σε ευλαβούνται, πλούτος πολύς θα περάσει από μπροστά σου, αλλά δεν θα τον αγγίξεις».
Αυτή η πρώτη συνομιλία με τον Όσιο Δαβίδ έμοιαζε με ακολουθία κουράς, όπου ο γέροντας εισάγει τον υποτακτικό στο μυστικό κήπο της βασιλείας του Θεού. Ο Όσιος Δαβίδ θα είναι πλέον ο γέροντας του πατρός Ιακώβου, όπως άλλοτε η μάνα του Θεοδώρα. Εξάλλου έτσι ήταν και είναι γνωστός ο όσιος σ’ όλη την Εύβοια: Ο Γέροντας. Και το μοναστήρι του η μονή του Οσίου Δαβίδ του Γέροντος.
Η μονή είναι κτισμένη τον 16ο αιώνα, ένα αιώνα καρποφόρο για την Εκκλησία, παρόλα τα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο αιώνας αυτός προσέφερε πολλούς αγίους – Άγιο Γεράσιμο, τον Διονύσιο εν Ολύμπω, τον Τιμόθεο Πεντέλης, την Φιλοθέη Αθηναία, τον Όσιο Δαβίδ – και άλλους, οι οποίοι έκτισαν μοναστήρια, απ’ όπου αντλούσε ο λαός του Θεού πίστη και ελπίδα.
Ο γέροντας Ιάκωβος στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ
Το 1952, έτος, που ο π. Ιάκωβος εισήλθε στη Μονή του Γέροντος Δαβίδ, το μοναστήρι ήτο ένα ετοιμόρροπο κτίριο, που επιζητούσε τον ανακαινιστή του. Έμεναν τότε στη μονή δύο τρεις αμόναχοι μοναχοί, ιδιορρυθμίτες, που δεν είδαν με καλό μάτι τον νέο μικρασιάτη καλόγερο. Του έδωσαν ένα ανώγειο κελί με τρύπιο πάτωμα, όπου στο ισόγειό του έβαζαν τα γίδια της μονής. Σ’ αυτό το περιβάλλον έζησε την αρχή της καλογερικής του ζωής, μόνος με το Μόνο Θεό, προσευχόμενος νυχθημερόν, ως επίγειος άγγελος, προσφέροντας τη λογική λατρεία με τα άλογα ζώα του ισογείου.
Τις καθημερινές ακολουθίες στο καθολικό της μονής τις κάνει με τον ευλαβή και απλοϊκό μοναχό π. Ευθύμιο.
Στα νότια της μονής και σε απόσταση είκοσι λεπτών οδοιπορικώς, πλάι σε χαράδρα, μέσα σε βράχο, βρίσκεται ένα μικρό σπήλαιο, γνωστό ως ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ. Σ’ αυτό ο όσιος παρέμενε όλη τη βδομάδα, και το Σάββατο ανέβαινε στη μονή να λειτουργηθεί και να δώσει τις σοφές συμβουλές του. Αυτό το ασκητήριο στην τωρινή εποχή μας, όπου εψυχράνθη ο ζήλος των πολλών, δεχόταν τα βράδια ένα νεαρό επισκέπτη, ένα νέο ευχέτη, να δέεται υπέρ της σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου. Ως γνήσιος υποτακτικός του γέροντος Οσίου Δαβίδ, ακολουθεί το παράδειγμά του, νηστεύων, αγρυπνών, προσευχόμενος «εν σπηλαίοις και όρεσι και ταις οπαίς της γης».
Ο γέροντας προσεύχεται στο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ
Όπως τότε ο μικρός Ιάκωβος πήγαινε κρυφά από τους δικούς του στο ταπεινό ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευή, έτσι και τώρα μυστικά, όταν οι λίγοι της μονής κοιμόντουσαν, αυτός επήγαινε στο αγιασμένο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ για τη νυχτερινή του προσευχή.
Έλεγε ο γέροντας: «Τότε, παιδί μου, δεν υπήρχε δρόμος, ένα στενό μονοπάτι ήτο, και εμείς, μακριά από τον κόσμο, δεν είχαμε τον τρόπο μας να κινηθούμε τη νύχτα. Ούτε ένα φανάρι δεν είχαμε. Τόσο πόθο όμως είχαν να πηγαίνω τα βράδια στο ασκητήριο του αγίου μας, και ας είμαι εκ φύσεως δειλός, που τολμούσα να πάω. Καθ’ οδόν όμως, αφού δεν έβλεπα, έπεφτα μέσα σε αυλάκια και χαράδρες και έτσι ήτο αδύνατο να φτάσω. Τότε παρακάλεσα: «Θεέ μου, φώτισε μου το δρόμο να φτάσω στο ασκητήριο. Και ο καλός Θεός άκουσε το αίτημά μου. Από τα πολλά άστρα του ουρανού μου έδωσε κι εμένα ένα. Αυτό πήγαινε μπροστά και μου ‘φεγγε το δρόμο. εγώ από πίσω του. Έτσι έφτανα στο ασκητήριο. Εκεί, «ελθών ο αστήρ, έστη επάνω του σπηλαίου», έκανα την προσευχή μου και μετά πάλιν μπροστά ο αστέρας μου φέγγει μέχρι την πόρτα της μονής. Οι πατέρες εκάθευδον και τίποτα δεν καταλάβαιναν από όλα αυτά».
Ένα βράδυ εκεί στο ασκητήριο οι δαίμονες στην προσπάθειά τους να εκφοβίσουν τον γέροντα, για να εμποδίσουν τις πυρφόρες αναβάσεις του στον ουρανό, μετασχηματίσθηκαν σε ένα σμήνος από σκορπιούς. Τον περικύκλωσαν από όλες τις πλευρές, ακόμη κι’ από την οροφή του σπηλαίου κρεμόντουσαν, σαν τσαμπιά από σταφύλι. Ο γέροντας, επικαλούμενος τις πρεσβείες του Οσίου Δαβίδ και την αψευδή εξουσία του Κυρίου «του περιπατείν επάνω όφεων και σκορπίων», διέλυσε τις μηχανές και φαντασίες του νοερού εχθρού.
Αυτά είναι μερικά περιστατικά, ενδεικτικά των ασκητικών αγώνων του γέροντα, που τον αναδεικνύουν συνεχιστή των παλαιών οσίων του γεροντικού και της ερήμου.
Τα χρόνια περνούσαν, οι παλαιοί πατέρες της μονής απήρχοντο εκ του κόσμου τούτου, και δύο νέοι μοναχοί έρχονται βοηθοί του γέροντος στην αναστήλωση της μονής, αναστήλωση πνευματική και κτιριακή. Το 1962 ήρθε στη μονή ο π. Κύριλλος και αργότερα μετά τον θάνατο της συζύγου του ο π. Σεραφείμ. Το 1975 ο γέροντας γίνεται ηγούμενος και πνευματικός. Η πνευματική πατρότης στο πρόσωπο του π. Ιακώβου δεν ήτο ψιλός τίτλος, αλλά χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, που το γευόταν κάθε πονεμένη ψυχή, όταν τον πλησίαζε, και ξεδιψούσε τη δίψα της. Η μονή επί των ημερών του διπλασιάζεται κτιριακά με ξενώνες, τραπεζαρία για τους προσκυνητές, καμπαναριό κλπ., ενώ ταυτόχρονα ο ναός ευπρεπίστηκε έτσι, που να ξαναβρεί η μονή το αρχέγονο κάλλος της.
Το μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ
Η φήμη της μονής για τα θαύματα του Οσίου Δαβίδ, τον αγιασμένο ηγούμενό της, και την αβραμιαία φιλοξενία των πατέρων της ξεπερνά τα όρια της Εύβοιας. Γίνεται πανελλήνιο προσκύνημα, πανορθόδοξη αναφορά του αιώνα μας. Από όλα τα μέρη της Ελλάδας φτάνουν προσκυνητές, για να αποθέσουν στο πετραχήλι του γέροντα τον πόνο και τις αμαρτίες τους. Πολλές φορές έκπληκτοι ακούαμε από τον διορατικό γέροντα την αμαρτία ή το πρόβλημά μας, πριν ακόμα το εκφράσουμε. Ο προσεκτικός προσκυνητής θα έπρεπε να αντιληφθεί ότι οι διάφορες διηγήσεις του γέροντα – ιστορίες της μάνας του από τη Μικρά Ασία και της κατοπινής μοναχικής του ζωής – τον αφορούσαν προσωπικά. Ο γέροντας, ως γνήσιος ανατολίτης, που ήτο, μιλούσε και φώτιζε τις πικραμένες ψυχές με ιστορίες και παραβολές, για να ακούγονται γλυκύτερα οι ιαματικές του συμβουλές. Στην τράπεζα, στην κουζίνα, στη μεγάλη αυλή της μονής, παντού και πάντοτε είχε κάτι να διηγηθεί από τη ζωή του. Και αυτό το κάτι συχνά αφορούσε τη δική μας ζωή. Όλα αυτά τα διηγιόταν με ιδιαίτερη χάρη -αφού τον χαρίτωνε το Άγιο Πνεύμα- παραστατικότητα, με τις ανάλογες κινήσεις και φωνές, που απαιτούσε η κάθε διήγηση. Είχε μιμητική ικανότητα, που τον καθιστούσε χάρμα ακοής και οφθαλμών.
Ο φιλακόλουθος γέροντας Ιάκωβος
Αυτός ήτο ο γέρο-Ιάκωβος πριν την ακολουθία, απλούς και χαριέστατος. Μέσα στο ναό, στη λατρεία, γινόταν άλλος άνθρωπος. Επίγειος άγγελος «συλλειτουργών», όπως ο ίδιος, έλεγε, «με Χερουβίμ και Σεραφίμ». Χωρίς να είναι ιδιαίτερα ψηλός, έδινε την αίσθηση ενός μεγαλοπρεπούς άρχοντα, που με ύψος υψηλού κηρύγματος κατά την ανάγνωση του εξάψαλμου και ευαγγελίου αναγγέλλει την παρουσία του Κυρίου στην κάθε λειτουργία. Ήταν, όπως λέμε, μεγαλοπρεπής εν απλότητι.
Κατά τη διάρκεια των ακολουθιών του συνέβαιναν πολλά πνευματικά γεγονότα, τα οποία μετά μας διηγείτο. Όταν εμνημόνευε στην προσκομιδή, έβλεπε πολλές φορές τις ψυχές των παλαιών πατέρων της μονής να ζητούν τις προσευχές του. Πόση θλίψη είχε, όταν μας περιέγραψε αργότερα τη μετά θάνατο κατάσταση μερικών εξ αυτών.
Όταν εκάλυπταν τα Τίμια Δώρα ευλαβείς ιερείς την ώρα, που έθεταν τον αστερίσκο επάνω του αμνού, έβλεπε ένα φωτοειδή αστέρα επάνω από το κεφάλι του ιερουργούντος ιερέως. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας την περισσότερη ώρα, όταν το επέτρεπε η στιγμή, ήτο γονυπετής.
Εντύπωση προκαλούσε η άμεση σχέση, που είχε με τον Όσιο Δαβίδ. Όταν κάποτε οι κάτοικοι του χωριού Λιβανάτες ήρθαν, για να πάρουν την κάρα του οσίου στο χωριό τους με σκοπό να βρέξει εκείνη την άνυδρη χρονιά, ο γέροντας πήγε μπροστά στην εικόνα του οσίου και του μίλησε, μάλλον τον διέταξε μετά παρρησίας: «Γέρο, ήρθαν οι χωριανοί σου να σε πάνε στους Λιβανάτες για την ανομβρία. Σε παρακαλώ τώρα, που θα πάμε, να μπουμπουνίσεις. Πρόσεξε, μη με προσβάλεις!». Και ο Όσιος Δαβίδ τον άκουσε αμέσως. Μετά την παράκληση άρχισαν δυνατές βροχές. Αυτή την άμεση σχέση, που είχε με τον Όσιο Δαβίδ, την περιέγραφε σαν ένα τηλέφωνο: «Εγώ, παιδί, τα λέγω στο αυτί του αγίου, και αυτός ανοίγει γραμμή με τον Χριστό μας!».
Ο Όσιος Δαβίδ εξεπλήρωσε τις υποσχέσεις, που έδωκε στον γέροντα, όταν πρωτοεισερχόταν στη μονή, στο ακέραιο. Πατριάρχες και αρχιερείς εξομολογήθηκαν κοντά του και ζητούσαν τις αποτελεσματικές ευχές του. Ο μακαριστός οικουμενικός πατριάρχης Δημήτριος του έστειλε επιστολές και ο νυν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος τον επισκέφθη. Ο Αλεξανδρείας Νικόλαος επίσης. Οι ένδοξοι της γης μπροστά του εταπεινώθησαν, όπως ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας Ανδρέας Παπανδρέου, όταν συναντήθηκαν σε νοσοκομείο των Αθηνών. Ο ταπεινός Ιακωβάκος, που δεν πήγε γυμνάσιο, για να βοηθά τον φτωχό πατέρα του στα κτίσματα, έγινε διαχειριστής πολλών εκατομμυρίων δραχμών. Κατά το προφητικό λόγιο του Οσίου Δαβίδ δεν τα άγγιξε τα χρήματα. Τα πήρε, για να τα σκορπίσει, ως άλλος Ιωάννης Ελεήμων, σε φτωχούς και άπορους. Αυτό όμως, που πλούσια έδωσε σ’ εμάς τους φτωχούς τότε φοιτητές, είναι η ζωντανή πίστη ότι -όπως τακτικά ο ίδιος ομολογούσε- «ζει Κύριος ο Θεός μου», ποιών στις δύσκολες μέρες μας στο πρόσωπο του αγιασμένου θεράποντα Του ένδοξά τε και εξαίσια.
Ήταν τέτοιας θέρμης η ζέση της πίστεώς του, που το Πάσχα πήγαινε στο κοιμητήριο της μονής και έλεγε: «Χριστός Ανέστη» στους κεκοιμημένους πατέρες, τα δε Χριστούγεννα η ευαίσθητη καρδία του συνέχιζε τον εορτασμό και την πανήγυρη της ημέρας μέσα στο γειτονικό δάσος. Εκεί όλως τυχαία και ξαφνικά ακούσαμε φωνή να ψάλλει: «Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε… Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη…». Ήταν η φωνή του γέροντα, που έψαλλε με τα χέρια αναπεπταμένα στον εορτάζοντα ουρανό ανάμεσα στα γέρικα πλατάνια, ενώ σμήνος πουλιών συνεόρταζε τριγύρω του.
Αυτές τις καταβασίες έψαλλε την ημέρα των Εισοδίων της Παναγίας κατά το παρελθόν έτος 1991. Μετά εξομολόγησε τον αδελφό Γεννάδιο και τον παρεκάλεσε να μείνει, γιατί «το απόγευμα θα χρειαστεί», όπως είπε, «να τον αλλάξει». Πράγματι το απόγευμα εκοιμήθη, για να κάνει μαζί με τα Εισόδια της Θεοτόκου τη δική του είσοδο στον εορτάζοντα ουρανό.
Ο γέροντας Πορφύριος, που ετοίμαζε εκείνες τις μέρες τη δική του έξοδο από αυτό τον κόσμο, είπε: «Εκοιμήθη ο γέρο-Ιάκωβος, ένας από τους μεγαλύτερους αγίους του αιώνα μας. Είχε μέγα διορατικό και προορατικό χάρισμα το οποίο έκρυβε επιμελώς, για να μη δοξάζεται». Κύριε Παντοκράτορα, ο Θεός των πατέρων ημών Ιακώβου και Πορφυρίου, «γένου ίλεως επί τας αμαρτίας ημών».
* Κείμενο, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό "Ορθόδοξη Μαρτυρία" που εκδίδεται στην Κύπρο. Χρόνος συγγραφής: 1991.  Και είναι στην ουσία το πρώτο δημοσιευμένο κείμενο που αναφέρεται στο βίο του Γέροντος Ιακώβου.

Με την ευκαιρία της αγιοκατάταξης του π. Ιακώβου Τσαλίκη, δείτε πώς τον γνώρισε ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης [video]



Ι. Μ. Θεσσαλονίκης - Ι. Ν. Αγ. Γεωργίου Πανοράματος. 21 Νοεμβρίου 2016. 
Ημερίδα με θέμα: "Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ". 
Εδώ, η εισήγηση του Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλου Ιωάννου: "ΓΕΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ : Σημείο του Θεού στην εποχή μας".

Χαράς ευαγγέλια: Άγιος ανακηρύχτηκε σήμερα ο π. Ιάκωβος Τσαλίκης


Ἀνακοινωθέν (27/11/2017)

Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Δευτέραν, 27ην Νοεμβρίου 2017, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μακαριστόν Ἀρχιμανδρίτην Ἰάκωβον Τσαλίκην, ἐκ Λιβισίου Μικρᾶς Ἀσίας, Ἡγούμενον τῆς ἐν Β. Εὐβοίᾳ Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Δαυΐβ τοῦ Γέροντος, τῆς μνήμης αὐτοῦ ὁρισθείσης διά τήν 22αν Νοεμβρίου  ἑκάστου ἔτους. 
        
Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 27ῃ Νοεμβρίου 2017
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου




Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Λόγος Μητροπολίτου Μιλήτου για τον Άγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο σε Κελλί της Κουτλουμουσιανής Σκήτης

Λόγος
Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μιλήτου κ. Ἀποστόλου
Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ἁγίας Ἀναστασίας Φαρμακολυτρίας
εἰς τήν ἑορτήν τoῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου
Κελλίον Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανῆς Σκήτεως (13/26 Νοεμβρίου 2017)



«Ἐκ τῶν οὐρανῶν ἐδέξω τὴν θείαν χάριν, καὶ διὰ τῶν σῶν χειλέων, πάντας διδάσκεις, προσκυνεῖν ἐν Τριάδι τὸν ἕνα Θεόν, Ἰωάννη Χρυσόστομε, παμμακάριστε Ὅσιε, ἐπαξίως εὐφημοῦμέν σε, ὑπάρχεις γὰρ καθηγητής, ὡς τὰ θεῖα σαφῶν».
(Κοντάκιον τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου)


Μετά πολλῆς συστολῆς ἀλλά καί περισσῆς πνευματικῆς χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως,
Πανοσιολογιώτατοι ἅγιοι Καθηγούμενοι,
Ὁσιολογιώτατε ἅγιε Γέρων τῆς πανηγυριζούσης Καλύβης καί συνώνυμε τοῦ ἑορταζομένου Ἁγίου, κ. Χρυσόστομε,
Ὁσιώτατοι μοναχοί καί
Εὐλαβέστατοι φιλάγιοι πιστοί,
Εὐρίσκομαι σήμερον ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν, συνεορτάζων καί συμπανηγυρίζων τήν μνήμην ἑνός ἐκ τῶν Μεγάλων Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου. Χαίρων δέ μεθ᾽ ὑμῶν διά τήν ἑορτήν ταύτην τῆς Ἐκκλησίας, ἀναλογίζομαι τό ὕψος τῆς εὐθύνης τοῦ ἔχοντος τήν διακονίαν τοῦ κηρύγματος κατά τήν μνήμην τοῦ κατ᾽ ἐξοχήν ἱεροκήρυκος τῶν αἰώνων, τοῦ βασιλέως τοῦ ἄμβωνος. Διό καί ἐπικαλοῦμαι τάς εὐχάς τοῦ Ἱεροῦ Πατρός «τοῦ πάντας διδάσκοντος διά τῶν χειλέων του, προσκυνεῖν τόν ἕνα ἐν Τριάδι Θεόν», πρός ἐνίσχυσιν καί ἀρωγήν τῆς ὑψηλῆς ταύτης διακονίας τοῦ λόγου.
Ἀσφαλῶς, δέν ἀπεδόθη ἐπί ματαίῳ εἰς τόν ἑορταζόμενον πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ὁ μοναδικός καί ἀνταποκρινόμενος εἰς τήν πραγματικότητα χαρακτηρισμός τοῦ «χρυσοστόμου». Οἱ ἄμβωνες τῆς Ἀντιοχείας καί τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων ἀντηχοῦν ἀνά τούς αἰῶνας τά βαθυστόχαστα, ἐποικοδομητικά, ἐκφραστικώτατα καί ὁμολογιακά κηρύγματά του, τά ὁποῖα προεκάλουν τοιαύτην ἐντύπωσιν, ὥστε οἱ ἀκροαταί ἔλεγον ὅτι «ὁ χρυσός ρέει ἐκ τῶν χειλέων τοῦ Ἰωάννου». Χρυσᾶ ρεῖθρα ἀνέβλυζον ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ καί Χρυσόστομον τόν ἀπεκάλεσεν εὐλόγως ὁ λαός καί ἡ Ἐκκλησία.  Εὐστόχως δέ ὁ ἱερός ὑμνογράφος σημειώνει: «Χρυσέοις ἔπεσι καὶ θεοφθόγγοις διδάγμασι, κατακοσμήσας τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν, πλοῦτον πνευματικὸν ἐθησαύρισας ἐν αὐτῇ, διὸ στέφανον ἐξ ἀκηράτων ἀνθέων, πλεξαμένη τοῖς ᾄσμασι, τῇ ἱερᾷ σου προσφέρει μνήμῃ, πάγχρυσε τῇ ψυχῇ σὺν τῇ γλώττῃ, Ἰωάννη Θεόσοφε». (Δοξαστικό τῶν Αἴνων).
Ἀλλά δέν ηὐτύχησαν νά τόν ἀπολαύσουν ὡς ρήτορα μόνον οἱ ζῶντες κατά τήν ἐποχήν τῆς δράσεώς του πιστοί, διότι καί ἡμεῖς σήμερον, μετά τήν παρέλευσιν τοσούτων αἰώνων, ἔχομεν τήν δυνατότητα νά ἀποθαυμάζωμεν τά ἀθάνατα κηρύγματά του καί νά ἐντρυφῶμεν εἰς τήν ὑπέροχον διδασκαλίαν του, τήν ὁποίαν ὁ ἴδιος μᾶς παρέδωκεν ὡς πολύτιμον παρακαταθήκην διά τῶν ἐξαιρέτων καί θεοπνεύστων συγγραμμάτων του. Διότι ὁ Χρυσόστομος εἶναι εἷς ἐκ τῶν πολυγραφωτάτων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι δέ ὅλως ἰδιαιτέρως εὐτυχεῖς καί προνομοιοῦχοι ὅσοι ἐντρυφοῦν εἰς τάς σελίδας τῶν σοφῶν καί ἐπικοδομητικῶν συγγραμμάτων του, ἀντλοῦντες ἐκεῖθεν σοφίαν καί πνευματικήν καθοδήγησιν.
Ἀλλά καί δι᾽ αὐτούς οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν τόν τρόπον καί τήν δυνατότητα νά προσεγγίσουν τά συγγράμματα τοῦ ἱεροῦ πατρός καί νά μελετήσουν τά θεόσοφα διδάγματα αὐτοῦ, δυνάμεθα νά ὑποδείξωμεν ἄλλον μέγιστον θησαυρόν, προερχόμενον ἀπό τήν σοφίαν καί ἁγιότητά του: τήν Θείαν Λειτουργίαν, τήν ὁποίαν, συμφώνως πρός τήν παράδοσιν, συνέθεσεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ὑποδεικνύομεν δέ τήν Θείαν Λειτουργίαν, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι πᾶς χριστιανός, λαϊκός τε καί μοναχός, παρακολουθῶν μετά προσοχῆς καί κατανύξεως τό κείμενον τῶν εὐχῶν αὐτῆς, αἰσθάνεται νά ζωνταντεύῃ ἐνώπιόν του, ὡς κῆρυξ μετανοίας καί μυσταγωγός, ὁ ἱερός οὗτος πατήρ τῆς Ἐκκλησίας μας.
Πέραν ὅμως τῶν εἰρημένων τούτων σημαντικῶν σημείων, ὁ ἱερός χρυσολόγος πατήρ τῆς Ἐκκλησίας διαθέτει καί ἄλλας ἀφορμάς ἐμπνεύσεως καί πνευματικῆς ἐξάρσεως. Διῆλθε τήν ζωήν του ἐν μέσῳ ἀγώνων διά τήν πίστιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀγωνιστής καί μαχητής ἀκατάβλητος, ἀντιμετώπισεν τήν κακίαν τῶν ἀνθρώπων καί ὑπέμεινεν τάς διώξεις. Κατεδικάσθη, ἐξωρίσθη καί ἐγνώρισε ἀλλεπαλλήλους κακουχίας. Ὁ φθόνος τῶν ἐχθρῶν του τόν μετεκίνησεν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολιν εἰς τόν Πόντον. Σύρων ὁ Ἅγιος ὑπομονετικῶς τά βήματά του ἐπί μῆνας ὁλοκλήρους, ἔφθασεν εἰς τόν τόπον τῆς ἐξορίας του διά μέσου δυσβάτων μερῶν καί μετά πολλῶν κακουχιῶν. Μετά ἀπό μακράν καί ἐξαντλητικήν ὁδοιπορίαν, εἰσῆλθεν εἰς τόν ἐπί τῆς ὁδοῦ τῆς πορείας αὐτοῦ  εὐρισκόμενον ναόν τοῦ Ἁγίου Βασιλίσκου, διά νά ἀναπαυθῇ δι᾽ ὀλίγον. Ἐξηντλημένος ὡς ἦτο, ἀπεκοιμήθη καί ἐν ὁράματι βλέπει τόν Ἅγιον τῆς Ἐκκλησίας, τόν μάρτυρα Βασιλίσκον, ὅστις ἐνεθάρρυνεν αὐτόν διά τοιούτων λόγων: «Θάρσει, ἀδελφέ Ἰωάννη, αὔριον γάρ ἅμα ἐσόμεθα». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἀντελήφθη ὅτι τό ὅραμα ἐκεῖνο ἦτο ἀποκαλυπτικόν. Ἐζήτησε νά λάβῃ τήν Θείαν Κοινωνίαν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐνεδύθη ἄμφια λευκά, καί, τοιουτοτρόπως, λευχειμονῶν καί ἔχων κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, παρέδωσε τήν ἁγίαν του ψυχήν εἰς τόν Χριστόν ἀναφωνῶν: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἔνεκεν».
Ἀγαπητοί πατέρες καί ἀδελφοί,
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ζῇ ἐν οὐρανοῖς, ἀλλά παραμένει ἐν μέσῳ ἡμῶν ὡς ὁδηγός καί κανών ἀκριβείας διά τήν πνευματικήν μας ζωήν. Ἐδίδασκεν ἀπ᾽ ἄμβωνος τήν μελέτην τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, τήν μετάνοιαν, τήν ἐλεημοσύνην, τήν προσευχήν, τήν ἀφιλοχρηματίαν καί τήν μετοχήν εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Πολλάκις, ὅμως, ὡμίλει καί διά τήν ματαιότητα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, θέμα τό ὁποῖον ἦτο ὅλως ἰδιαιτέρως ἠγαπημένον εἰς τά κηρύγματά του. Παρωμοίαζε τήν ζωήν ὡς μίαν θάλασσαν. «Αὕτη ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καί εὐρύχωρος». Καί ὅπως εἰς τήν θάλασσαν ὑπάρχουν κύματα καί κλυδωνισμοί, τοιουτοτρόπως καί εἰς τήν ζωήν μας, ἀκόμη καί εἰς τήν μοναχικήν, ὑπάρχουν θλίψεις καί δοκιμασίαι, ὀδύναι καί βάσανα. Τό μικρόν πλεούμενον τῆς ζωῆς μας κλυδωνίζεται. Πολλάκις δέ οἱ ἄνθρωποι, ἔχοντες ἀπολέσει τόν προσανατολισμόν των, ἀποτυγχάνουν, διότι ἀναζητοῦν τήν γαλήνην καί τήν εὐτυχίαν, δηλαδή τόν εὔδιον λιμένα, ὄχι εἰς τόν Χριστόν, ἀλλ᾽  εἰς γήινα καί μάταια πράγματα.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος παρομοιάζει τόν προσκολλώμενον εἰς τά μάταια ἄνθρωπον μέ δέντρον φυλλοβόλον. Σήμερον οἱ κλῶνοι του εἶναι κεκαλυμμένοι ἀπό φύλλα, εἶναι εὐσκιόφυλλον. Αὔριον, ὅμως, ὅτε τό φθινόπωρον ἐλεύσεται καί ἄρχεται ὁ χειμών, τά φύλλα πέφτουν. Σημειώνει χαρακτηριστικῶς: «Δένδρῳ τινί προσέοικεν ἄνθρωπος, νῦν μέν τό τῆς εὐθηνίας ἀνθηρόν περιφέρων, νῦν δέ τῷ ταύτης ὡς δέντρον ἐκδυόμενος φύλλον» (ΕΠΕ 31, 376). Ἅπαντα δέ τά γήινα ἀγαθά τά θεωρεῖ ὁ ἱερός πατήρ ὡς συνεζευγμένα μεθ’ ἑνός σκιάχτρου, τό ὁποῖον λέγεται μαρασμός. Ὅλα μαραίνονται καί φεύγουν. Ὅλα ὅσα ἀποκτῶμεν ἔχουν ἕνα γείτονα, ὁ ὁποῖος κάποτε θά τά καταστρέψῃ, και εἶναι οὗτος ἡ φθορά.
Ἀλλά διά τούς πιστούς ὁ βίος δέν εἶναι μόνον θλίψεις. Εἶναι ἡ ἀρχή τῆς χαρᾶς. Διά τῆς θλίψεως ὁδηγούμεθα εἰς τήν χαράν. Διά τοῦ θανάτου ὁδηγούμεθα εἰς τήν ζωήν καί διά τῶν ῥεόντων μεταβαίνομεν εἰς τά μένοντα καί σταθηρά. Ὁ ἴδιος ἄλλως τε ἐπέλεξε τήν μοναχικήν ζωήν, ἡ ὁποία, ὅπως τό γνωρίζετε ἐσεῖς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς οἰκήτορες τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας, συνιστᾶ ἕν ἐκούσιον μαρτύριον, ἀναίμακτον μέν, σκληρόν καί ἀπαράκλητον δέ. Ἐξεδιώχθη τοῦ θρόνου του ἀπό τόν φθόνον τῶν συνεπισκόπων του καί ἐκοιμήθη εἰς τήν ἐξορίαν, ἔνεκα τῶν πολλῶν κακουχιῶν τάς ὁποίας ὑπέστη. Ἀλλά ἐδόξαζε τόν Θεόν, διότι ἐγνώριζεν καλῶς ὅτι «οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. 8, 18).
Ἀξίζει νά σημειωθῇ, ἐν προκειμένῳ, ὅτι ὅταν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀντιμετώπισε ἐνδοεκκλησιαστικά προβλήματα, ἔχων ἐνώπιόν του τόν κίνδυνον τῆς ἐκθρονίσεως καί ἐξορίας καί, ἐνῶ εἶχε τήν ὑποστήριξιν τοῦ φίλου αὐτοῦ Πάπα Ρώμης Ἰννοκεντίου, ἐζήτησε εἰς αὐτόν μετ᾽ ἐπιστολῆς, συμπεριλαμβανομένης εἰς τά ἔργα του ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πατρολογίᾳ, νά μήν ἐπέμβῃ προσωπικῶς, ἀλλά νά ἐπιδείξῃ «φροντίδα καί σπουδήν», ὥστε νά συγκληθῇ Σύνοδος καί μάλιστα Οἰκουμενική, κάτι τό ὁποῖον τελικῶς δέν ἐπετεύχθῃ.
Εἰς τήν ἐπιστολήν αὐτήν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου διασώζηται τό ἦθος του. Προετίμησε νά θυσιασθῇ ὁ ἴδιος, παρά νά ἐπιτρέψῃ εἰς τόν Πάπαν Ρώμης νά ἐπέμβῃ εἰς προσωπικόν ἐπίπεδον, παρ᾽ ὅτι τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐπεμβάσεώς του θά ἦτο ἀναμφιβόλως θετικόν. Ὅμως, ὁ Χρυσόστομος δέν ἐπίστευε εἰς τόν ρόλον τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, ὡς συντονιστοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἔχοντος παγκόσμιον ἐξουσίαν, ὅπως δέν ἐπίστευε καί εἰς τήν ἄποψιν ὅτι ἡ ἀλήθεια δύναται νά διασφαλισθῇ ἀπό μεμονωμένα πρόσωπα, ἀλλ᾽ ἐτόνιζε τήν ἀξίαν τοῦ Συνοδικοῦ συστήματος καί τῆς Συνόδου, ὡς μόνης αὐτῆς ἐχούσης τήν δυνατότητα νά διασφαλίσῃ τήν Ὀρθόδοξον φωνήν τῆς Ἐκκλησίας, κάτι τό ὁποῖον κάποιοι σήμερον -δυστυχῶς- δέν δύνανται νά ἀποδεχθοῦν. Αὐτό φαίνεται καί ἐκ τοῦ γράμματος του πρός τόν Ἰννοκέντιον, εἰς τό ὁποῖον μεταξύ ἄλλων σημειώνει: «Ἀλλά τί κατά τῶν τοιούτων νῦν ἐν τῷ παρόντι ποιήσωμεν; Ἀναγκαία ἐστί διάγνωσις συνοδική, ἥν καί πάλαι ἔφημεν συναθροιστέαν, μόνη γάρ ἐστιν ἥτις δύναται τάς κινήσεις τῶν τοιούτων καταστεῖλαι καταιγίδων... Πάντα ὅσα οὗν τῷ φθόνῳ τοῦ διαβόλου πρός τήν τῶν πιστῶν δοκιμασίαν τετάρακται, πραϋνθήσεται... Καί γάρ ἡμεῖς πολλά σκεπτόμεθα ὅν τρόπον ἡ σύνοδος οἰκουμενική συναχθείη, ὅπως τῇ βουλήσει τοῦ Θεοῦ αἱ ταραχώδεις κινήσεις παύσωνται» (PG Migne 52, 538). Μέ τούς λόγους αὐτούς ὁ ἱερός πατήρ τονίζει ὅτι ἡμεῖς πολλά σκεπτόμεθα καί πολλά λέμε, ἀλλά ἡ Σύνοδος δύναται νά ἐκφράσῃ μετά περισσοτέρας ἀσφαλείας τήν βούλησιν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δέ καλύτερον νά ἐμπιστευόμεθα τήν γνώμην τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θά ἀποφασίσῃ συνοδικῶς καί θά κρίνῃ τάς θέσεις καί τάς ἀπόψεις μας, παρά νά ἐμπιστευόμεθα τήν ἡμετέραν γνώμην ἤ τήν τῶν μεμονωμένων προσώπων τοιαύτην. Ἡ ὑπακοή εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί εἰς τούς γεροντάδες μας, ἡ ὑπακοή εἰς τούς ἡγουμένους καί εἰς τούς Ἐπισκόπους, ἡ ὑπακοή εἰς τόν Πατριάρχην καί ποιμενάρχην μας, οὐδεμία ἀρνητικήν συνέπεια ἐπιφέρει εἰς τήν ζωήν μας καί τήν πνευματικήν μας πορείαν, τοὐναντίον μάλιστα ἐκ τῆς ὑπακοῆς ἐξαρτᾶται ἡ πρόοδος καί ἡ κατά Θεόν προκοπή μας διά νά μή εἴπω ἡ σωτηρία μας.
Ἄς μή διαφεύγει, τῆς προσοχῆς μας, φίλτατοι πατέρες, ὅτι εἰς τήν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας κάποιαι Σύνοδοι – βεβαίως ἐλάχισται - ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ληστρικαί. Ὡστόσο, αὐτό δέν ἔγινε ὑπό ὁμάδων ἤ μεμονωμένων προσώπων ἀλλά πάλιν ἀπό Σύνοδον, καθώς εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡ Σύνοδος θά χαρακτηρίζῃ καί θά ἀξιολογῇ τελικῶς μιά ἄλλην Σύνοδον, ἀκόμη κι ἄν πρόκειται περί Οἰκουμενικῆς.
Ὁ ἴδιος ἱερός πατήρ ἐτόνιζε μέ ἀπόλυτον σιγουριάν εἰς ἄλλον σημεῖον τῆς διδασκαλίας του ὅτι οὔτε τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου δύναται νά ἐξαλείψῃ τήν ἀμαρτίαν τοῦ σχίσματος καί τοῦ διχασμοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Σημειώνει χαρακτηριστικῶς: «οὐδέ τοῦ μαρτυρίου τό αἷμα ταύτην τήν ἁμαρτίαν δύναται ἐξαλείφειν» (PG Migne 62, 85). Σχετικῶς δέ μέ ὅλους αὐτούς, οἵτινες ὑπεραμύνονται διά τήν σωτηρίαν τῆς Ἐκκλησίας καί θεωροῦν ἑαυτούς ὡς σωτῆρες καί προστάτας της πρέπει νά τονίσουμε διά τοῦ στόματός του ὅτι ἡ Ἐκκλησία σώζει καί δέν σώζεται ὑπό οὐδενός. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ ἀποσκοπούσα εἰς τήν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων, διό καί οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦν νά ἀφανίσουν τήν Ἐκκλησίαν οὔτε καί νά τήν καταποντίσουν. Θά εἶπει ὁ Ἱερός πατήρ: Ἄρχοντες θρησκευτικοί, ἄλλοτε καί τώρα, φορεῖς κοσμικῆς ἐξουσίας, αἱρετικοί, ἀκόμη καί οἱ ἴδιοι οἱ δαίμονες «ἐπολέμησαν τήν Ἐκκλησίαν», ἡ ὁποία ὅμως ὄχι μόνον δέν ἐνικήθη ἀλλ᾽ «αὕτη, πολεμουμένη νικᾶ, ἐπιβουλευομένη περιγίνεται, ὑβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται, δέχεται τραύματα, καί οὐ καταπίπτει ὑπό τῶν ἑλκῶν, κλυδωνίζεται, ἀλλ᾽ οὐ καταποντίζεται, πυκτεύει, ἀλλ᾽ οὐ νικᾶται» (PG Migne 52, 397-8).
Εὐλαβέστατοι πατέρες,
Δέν δύναμαι, ἀναφερόμενος εἰς τόν Μέγιστον αὐτόν Ἅγιον τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν ἱερόν Χρυσόστομον, καθώς καί εἰς τήν περί τῆς ματαιότητος τῆς παρούσης ζωῆς καί εἰς τήν περί τῶν θλίψεων διδασκαλίαν του, νά μήν μνημονεύσω τόν μακαρίᾳ τή λήξει γενόμενον, ἀοίδιμον μοναχόν Μωϋσῆν τόν Ἁγιορείτην, τόν ἐν ἔργοις ἀκολουθήσαντα τά βήματα τοῦ ἱεροῦ χρυσολόγου πατρός, τόν πολλά ὑπομείναντα διά τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, τόν ἀγογγύστως διελθόντα τήν παροῦσαν ζωήν, τόν λόγιον, τόν πολυγραφώτατον συγγραφέα, τόν πολλούς ὀρθοδόξους χριστιανούς φωτίσαντα διά τῆς γραφίδος του καί τῶν ἐμπνευσμένων ὁμιλιῶν του, τόν ἀνακαινιστήν τοῦ παρόντος Κελλίου καί Γέροντα τοῦ ἐκλεκτοῦ καί τιμίου, σεμνοῦ καί εὐλαβῶς ἀγωνιζομένου ἱερομονάχου Χρυσοστόμου, ἀξίου διαδόχου αὐτοῦ.
Ὁ μοναχός Μωϋσής, εἰ καί εὑρίσκεται εἰς τήν μακαρίαν ζωήν, ἀποτελεῖ εἰσέτι κεφάλαιον διά τήν Ἐκκλησίαν μας καί τό Ἁγιώνυμον Ὄρος, ἀντανακλᾶται δέ πλήρως εἰς τό πρόσωπόν του ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὅστις προτρέπει νά μνημονεύωμεν «τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ» (Ἐβρ. 13, 7)· διότι ὄντως ὁ μακαριστός Μωϋσῆς ἐλάλησεν ὑμῖν, ὡς καλός ἡγούμενος, τόν λόγον τοῦ Θεοῦ, διά τῶν ἀνά τό πανελλήνιον καί οὐχί μόνον ὁμιλιῶν του καί τῶν ἐξήκοντα καί πλέον, τύποις ἐκδοθέντων, συγγραμμάτων του. Διό καί δέν εἶναι ὑπερβολή νά εἴπῃ τις ὅτι ὁ μακαριστός Γέρων ἐδημιούργησε μίαν φιλοκαλικήν καί πνευματικήν παράδοσιν, συνδέουσαν τό Ἁγιώνυμον Ὄρος μετά τῆς οἰκουμένης συμπάσης.
Εὐχαριστοῦντες τῷ ὄντι τόν ἐν Τριάδι Θεόν διά τάς πολλάς Του εὐλογίας, διά τήν σημερινήν πανήγυριν, ἥν ἅπαντες ἡξιώθημεν νά ἑορτάσωμεν, διά τήν νοεράν καί εὐχετικήν παρουσίαν τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Μωϋσέως, διά τήν τιμητικήν παρουσίαν τῶν ἁγίων Καθηγουμένων, τῶν πατέρων καί ἀδελφῶν, πρωτίστως δέ διά τήν φιλόστοργον πρόσκλησιν τοῦ Ὁσιολογιωτάτου Γέροντος τοῦ Κελλίου Ἱερομονάχου Χρυσοστόμου, ἵνα προεξάρχομεν τῆς πανηγύρεως, προτρέπομεν χρυσοστομικῶς, λέγοντες ὅτι ὅλα ὅσα ἔχομεν δέν μᾶς ἀνήκουν. Διά τοῦτο, ἄλλωστε, καί ὁ θάνατος ὅλα κάποτε  θά μᾶς τά κλέψῃ. Ἕν μόνον μᾶς ἀνήκει: ἡ εὐσέβεια τοῦ βίου. «Ἑνός εἶ κτήματος μόνου εὐσεβείας ἰδιοκτήτωρ. Ταύτης σέ θάνατος ἐπελθών οὐ συλήσει» (ΕΠΕ 31, 380). Ἀσπαζόμεθα δέ πάντας ἑορτίως καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ὧ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Η Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά 2017, με προεόρτια του Αγίου Νεοϊερομάρτυρος Φιλουμένου, εν Βανάτω της Ζακύνθου






Πρωί Κυριακής ΙΓ΄ Λουκά, 26ης Νοεμβρίου 2017,στον Ναό της Παναγούλας Μπανάτου. Εκεί, η σημερινή Ευχαριστιακή Σύναξη αφορούσε, όχι μόνο στον Όσιο Στυλιανό τον Παφλαγόνα και τον Όσιο Νίκωνα τον Μετανοείτε, αλλά κυρίως και προεορτίως στον Άγιο Νεοϊερομάρτυρα Φιλούμενο, εικόνα του οποίου φυλάσσεται στον Ναό, όπως και απότμημα του τιμίου δέρματός Του, κτήμα του Εφημερίου. 
     Κατά την θεία Λειτουργία ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας αναφέρθηκε στο στερρό φρόνημα του Αγίου Φιλουμένου, ο οποίος έμεινε αμετακίνητος μέχρι σφαγιασμού στην έπαλξη του Φρέατος του Ιακώβ, όταν φανατικοί Εβραίοι τον απείλησαν ότι θα τον θανατώσουν, εάν δεν αποχωρήσει από τη Μονή. Εκείνος παρέμεινε και τούτο πλήρωσε με το αίμα Του.
     Προ της απολύσεως εκκλησιάστηκε μια νεογέννητη Ενορίτισσα, θυγατέρα καλών συνενοριτών μας, του Νίκου και της Ειρήνης Κοντονή. Όλοι τους ευχήθηκαν καλά βαφτίσια!  
























































Πατριαρχική Χοροστασία στο Σκούταρι Χαλκηδόνος και άλλα νέα εκ Φαναρίου (26.11.2017)

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ 
Ἐκκλησιαστικαί εἰδήσεις 

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐχοροστάτησε: 
α) ἐν τῷ Π. Πατριαρχικῷ Ναῷ, κατά τόν Μ. Ἑσπερινόν τοῦ Σαββάτου, 25ης Νοεμβρίου, καθ’ ὅν παρέστησαν συμπροσευχόμενοι οἱ Σεβ. Μητροπολῖται Ἰκονίου κ. Θεόκλητος, Καλλιουπόλεως καί Μαδύτου κ. Στέφανος καί Σηλυβρίας κ. Μάξιμος, καί πιστοί ἐντεῦθεν καί ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. 




β) ἐν τῷ Ἱ. Ναῷ Προφήτου Ἠλιού Χρυσουπόλεως (Σκουτάρεως), κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς Κυριακῆς, 26ης ἰδίου, ἐπί τῇ καθιερωμένῃ ἐν μονοεκκλησίᾳ ἑορτῇ τιμῆς τῶν Ἐφοροεπιτροπῶν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Χαλκηδόνος. 
     Κατ’ αὐτήν ἐκκλησιάσθησαν ὁ Ποιμενάρχης αὐτῆς Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ. Ἀθανάσιος, προϋπαντήσας, ὁμοῦ μετά τοῦ ὑπ’ αὐτόν ἱ. κλήρου, τόν σεπτόν Προκαθήμενον τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱσπανίας καί Πορτογαλίας κ. Πολύκαρπος, ὁ Ἐντιμ. κ. Εὐάγγελος Σέκερης, Γεν. Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐνταῦθα, πιστοί ἐντεῦθεν καί προσκυνηταί ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. 
     Μετά τήν ἀπόλυσιν, τόν Παναγιώτατον προσεφώνησαν καταλλήλως ὁ Ποιμενάρχης τῆς θεοσώστου Ἐπαρχίας ταύτης καί ὁ Ἐντιμ. κ. Λάζαρος Πετσαλίδης, Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐν λόγῳ Ἱ. Ναοῦ, τοῦ Πατριάρχου, κατά τήν ἀντιφώνησίν Του, ἐκφράσαντος τήν εὐαρέσκειάν Του διά τό ὑπό τῶν εἰρημένων Ἐκκλησιαστικῶν Ἐπιτροπῶν ἐπιτελούμενον ἔργον, θέσαντος τούς ἄξονας τῆς θεοφιλοῦς καί φιλογενοῦς διακονίας τῶν κοινοτικῶν πραγμάτων τῆς Ὁμογενείας καί ἐπιδαψιλεύσαντος πρός πάντας τούς προσελθόντας τήν Πατριαρχικήν εὐχήν καί εὐλογίαν ἐπί τοῖς ἐγγίζουσι Χριστουγέννοις. 
     Ἐπηκολούθησε δεξίωσις ἐν τῇ παρακειμένῃ Κοινοτικῇ Αἰθούσῃ. 

* * * 

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης, ἐδέχθη εἰς ἀκρόασιν: Τούς Σεβ. Συνοδικούς Ἱεράρχας Γέροντα Ἀμερικῆς κ. Δημήτριον, συνοδευόμενον ὑπό τοῦ Ἀρχιδιακόνου αὐτοῦ Ἱερολογ. κ. Παντελεήμονος Παπαδοπούλου, καί Ἱσπανίας καί Πορτογαλίας κ. Πολύκαρπον, μετά τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτου κ. Φιλίππου Jagnisz, Ἱερατικῶς Προϊσταμένου τῆς ἐν Πόρτο Πορτογαλίας Ὀρθοδόξου Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. 

* * * 

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης, ἐξεπροσωπήθη: 
     Ὑπό τοῦ Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Ἀμορίου κ. Νικηφόρου, Ἡγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Βλατάδων, κατά τήν ὑπό τῆς Φιλοπτώχου Ἀδελφότητος Ἀνδρῶν Θεσσαλονίκης διοργανωθεῖσαν τελετήν ἀπονομῆς τοῦ Βραβείου Εὐποιΐας εἰς τόν Ἐντιμολ. Δρα Σπυρίδωνα Θ. Καμαλάκην, Πρόεδρον τοῦ Συνδέσμου Ἑλληνοαιγυπτιακῆς Φιλίας, καί τήν Εὐγεν. κ. Αἰκατερίναν Μπελεφάντη – Σοφιανοῦ, Ἐπιχειρηματίαν, ἐν τῇ Αἰθούσῃ Διαλέξεων τῆς Ἑταιρίας Μακεδονικῶν Σπουδῶν, τήν Κυριακήν, 26ην Νοεμβρίου. 
     Ὑπό τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτου κ. Καισαρίου Χρόνη, κατά τά τελεσθέντα ἐγκαίνια τῆς Ἑνώσεως Συλλόγων Ἀμασείας («Amasya Dernekler Federasyonu»), ἐν τῇ ἐν Alibeyköy νέᾳ ἕδρᾳ αὐτῆς, αὐθημερόν.

Η Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά 2017, με Αρχιερατική Χοροστασία, στον Πατριαρχικό Ναό εν Φαναρίω


Πρωί Κυριακής ΙΓ΄ Λουκά, 26ης Νοεμβρίου 2017, στον πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου εν Φαναρίω, χοροστατούντος του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ. Δημητρίου. Πλάι του έστεκε ο Αρχιδιάκονός του π. Παντελεήμων Παπαδόπουλος.
Φωτογραφίες: Yani Kayakoparan