e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

Στη Σουρωτή και στον Τάφο του Οσίου Παϊσίου ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος

Φωτογραφίες: Χρήστος Μπόνης












































«Έρχομαι με συγκίνηση και συντριβή καρδιάς». Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου φθάνοντας στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Τον Μακαριώτατο, ο οποίος συνοδεύεται στο προσκύνημα αυτό από τον Πρωτοσύγκελλο της Αρχιεπισκοπής Αρχιμ. Συμεών Βολιώτη, υποδέχθηκε ο οικείος Ποιμενάρχης, Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας Νικόδημος και οι Σεβ. Μητροπολίτες Σύρου Δωρόθεος και Μεσσηνίας Χρυσόστομος.

Τον Μακαριώτατο προσφώνησε η Καθηγουμένη της Μονής γερόντισσα Φιλοθέη, η οποία αναφέρθηκε με ιδιαίτερη συγκίνηση στο κορυφαίο γεγονός της επίσκεψης του Μακαριωτάτου στη Μονή. Προσέφερε δε στον Μακαριώτατο ως ενθύμιο μια φορητή εικόνα του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου.

Ο Μακαριώτατος στην αντιφώνηση του τόνισε ότι «σε έναν κόσμο κουρασμένο τα μοναστήρια είναι πνεύμονες της Εκκλησίας» και πως «το προσκύνημα του αυτό έχει και έναν χαρακτήρα ανταπόδοσης και ευχαριστίας» καθώς όπως τόνισε «ο Όσιος Παΐσιος έπαιξε ρόλο στη ζωή μου και στην πορεία μου». Στη συνέχεια ο Μακαριώτατος αναφέρθηκε με συγκίνηση στο πρόσωπο του Οσίου Παϊσίου.

Ακολούθως, ο Μακαριώτατος και η συνοδεία του μετέβησαν και προσεκύνησαν τον τάφο του Οσίου γέροντος Παϊσίου. 

Στις 8 το βράδυ θα ξεκινήσει μεγάλη ιερά Αγρυπνία στην οποία θα προεξάρχει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος και η οποία αναμένεται να τελειώσει γύρω στις 4 το πρωί.

Να σημειωθεί ότι από νωρίς έχουν συγκεντρωθεί εκατοντάδες προσκυνητές στην Μονή, ο αριθμός των οποίων αναμένεται να κορυφωθεί αργά τη νύχτα.

Ζητούνται ευπαρουσίαστες δεσποινίδες

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ από τη Μελβούρνη


Η Μαριέττα είχε δυο μήνες περίπου στη Μελβούρνη και δεν είχε καταφέρει ακόμα να βρει δουλειά. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του '60, δύσκολες οι δουλειές τότε για νεοφερμένους χωρίς προσόντα και γνώση της Αγγλικής. Ένιωθε πολύ άσχημα, γιατί είχε ανάγκη από λεφτά. Την φιλοξενούσε ένας ξάδελφός της που της είχε κάνει πρόσκληση, όμως, κι αυτός δύσκολα τα 'βγαζε πέρα, είχε φαμελιά δική του και μεγάλο χρέος στο σπίτι που αγόρασε, μολονότι νοίκιαζε όλα τα δωμάτια, τέσσερα τον αριθμό, σε αντρόγυνα. Δυο μικρές αποθήκες που διέθετε το σπίτι, τις καθάρισε κι έβαλε μέσα από δύο στενά κρεβάτια που τα νοίκιαζε σε τέσσερις κοπέλες, η Μαριέττα, η μία από αυτές. Φυσικά, οι άλλοι χώροι, κουζίνα, τουαλέτα, μπάνιο, κοινόχρηστοι. Του χρώσταγε και το εισιτήριο, αφού το πλήρωσε αυτός γιατί γνώριζε τη φτώχεια της φαμελιάς της συν το γεγονός ότι πέντε αδερφάδες που ήταν, κινδύνευαν να μείνουν ανύπαντρες, αφού δεν υπήρχε προίκα. Έτσι αποφασίστηκε να φύγει η μεγαλύτερη και, όταν ορθοποδήσει, να πάρει και τις άλλες εκεί σιγά-σιγά, γιατί στο χωριό δεν είχαν στον ήλιο μοίρα! 

Ρωτούσε όλους όσους γνώριζε η Μαριέττα, μήπως έπαιρναν εργάτες εκεί που δούλευαν και όλοι είχαν το νου τους, αλλά τόσον καιρό τίποτα δεν προέκυψε. Στενοχωριόταν πάρα πολύ γιατί μολονότι ο ξάδελφος δεν την πίεζε, η γυναίκα του δυσανασχετούσε. Το καταλάβαινε κι εκείνη, δεν μπορούσε να ζει εις βάρος τους συνέχεια, αλλά δεν ήξερε και τι να κάνει. 

Μια μέρα της είπε μια γνωστή ότι εκεί που δουλεύει ζητάνε γαζώτριες. Αναθάρρησε η Μαριέττα, γιατί είχε γαζώσει δυο-τρεις φορές κάτι τραπεζομάντηλα της κουζίνας σε μια μηχανή Σίνγκερ του χεριού που είχε η Νόνα της στο χωριό. Την πήρε μαζί της η γνωστή την άλλη μέρα, μα τα ‘χασε στην κυριολεξία η Μαριέττα. Μία τεράστια αίθουσα με σειρές τραπεζάκια από τη μίαν άκρη στην άλλη, που είχαν επάνω κάτι θεόρατες μηχανές κι από μια γυναίκα σε κάθε τραπεζάκι γάζωνε σκυφτή χωρίς να σηκώνει κεφάλι, ασταμάτητα. Κάτω δε, βουνό ολόκληρο αυτά που γάζωναν που ούτε μπόρεσε να καταλάβει τι ήταν. Μούδιασε για μια στιγμή, τούτες οι μηχανές δεν έμοιαζαν σε τίποτα με τη μικρή μηχανή του χεριού της Νόνας της. 


Πλησίασε η υπεύθυνη και ρώτησε πόση εμπειρία είχε η νέα κοπέλα στις μηχανές, η φίλη της με τα σπασμένα αγγλικά που ήξερε, είπε ότι δεν έχει εμπειρία κι ούτε έχει δουλέψει άλλη φορά τέτοια μηχανή, αλλά έχει ανάγκη από δουλειά, είναι εργατική και πρόθυμη να μάθει αν της δείξουν μια-δυο μέρες. Δέχτηκε η υπεύθυνη γιατί μάλλον είχε ανάγκη από εργάτριες, πήγε την πρώτη μέρα, πήγε τη δεύτερη, δυσκολευόταν πολύ, την τρίτη μέρα την έδιωξαν.


Η δεύτερη δουλειά που βρήκε, ήταν σε πακετάρισμα, όπου τύλιγαν κάλτσες, έτοιμες να διοχετευθούν στο εμπόριο. Αγωνίστηκε, έμαθε πώς να τυλίγει και πακετάρει τις λογιών-λογιών κάλτσες που απαιτούσαν διαφορετική συσκευασία, αλλά σκόνταψε στην ταχύτητα. Έπρεπε να βγάζει τόσες ντουζίνες την ημέρα… Και μόνο που άκουσε τον αριθμό η Μαριέττα αγχώθηκε. Τώρα μόνο κατάλαβε γιατί όλες οι γυναίκες δούλευαν με το κεφάλι κάτω κι ούτε στην τουαλέτα δεν πήγαιναν όλη μέρα. Εκεί, την κράτησαν μια βδομάδα, όταν είδαν πως ούτε καν πλησίαζε τις μισές ντουζίνες που έπρεπε να βγάζει, της έδωσαν… τα παπούτσια στο χέρι. 

Απελπίστηκε η Μαριέττα… Έπαιρνε τους δρόμους κάθε πρωί και πήγαινε από πόρτα σε πόρτα όπου έβλεπε εργοστάσιο και με τις λίγες λέξεις που κατάφερε να μάθει και με χειρονομίες, ζητούσε δουλειά. Τίποτα, τίποτα πουθενά. 

Ζόριζαν άσκημα τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, της λέει η Μαρία, αυτή που μοιράζονταν το μικρό δωμάτιο, άνεργη κι αυτή, πως της είπε μια Αυστραλέζα, κάτι για ένα Γραφείο που ζητούσε ευπαρουσίαστες κοπέλες για «ελαφριά κι αξιοπρεπή εργασία» με καλές αποδοχές και δεν χρειαζόταν πείρα ή πολλά αγγλικά. Φόρεσαν τα καλά τους ρούχα, χτενίστηκαν προσεκτικά, έβαλαν κι από λίγο κραγιόν και ρουζ, ώστε να φαίνονται περιποιημένες, αν και ήταν όμορφες κοπέλες. Ξεκίνησαν πρωί-πρωί, με την διεύθυνση στο χέρι, ήταν στην περιοχή που έμεναν όχι μακριά. 

Επιβλητικό το κτίριο με μια τεράστια επιγραφή που έγραφε: Γραφείο Τελετών. Έμειναν διστακτικές για λίγο, τι τελετές μπορεί να κάνουν εδώ; Τις μόνες τελετές που είχαν ακούσει τα κορίτσια, τόσο η Ζακυνθινιά Μαριέττα όσο κι η Πελοποννήσια Μαρία, ήταν αυτές για τις Εθνικές επετείους στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού τους. Χτύπησαν δειλά το κουδούνι, άνοιξε ένα κύριος με μαύρο κοστούμι, άσπρο πουκάμισο και σκούρα γραβάτα. Κατάφερε κουτσά στραβά η Μαρία να πει πως ήλθαν για την αγγελία που είχαν βάλει για ευπαρουσίαστες δεσποινίδες κ.λπ. Ένιωθαν κάπως μουδιασμένες, γιατί πολύ επίσημη και μουντή η ατμόσφαιρα. Έφυγε ο κύριος και σε λίγο γύρισε με μια γυναίκα, γύρω στα σαράντα, που τους μίλησε καλοσυνάτα, στα ελληνικά! Αναθάρρησαν οι κοπελιές. Κάθισαν εκεί που τους υπέδειξαν, αλλά δεν τολμούσαν να σαλέψουν. Έφυγε ο πρώτος κύριος κι ήλθε ένας άλλος, κάπως πιο φιλικός από τον πρώτον. Αφού συστήθηκε ευγενικά, μέσω της Ελληνίδας, τους μίλησε για το Γραφείο καθώς και για τα καθήκοντα τους. Αφού τους εξήγησε ότι πρόκειται για Γραφείο Κηδειών, τους είπε ότι η δουλειά που θα έκαναν, ήταν να πλένουν και να λούζουν τα πτώματα που θα έφερναν από το Νεκροτομείο, να τα καθαρίζουν, σκουπίζουν να χτενίζουν τις γυναίκες και να τους βάζουν λίγο μέικ-απ και κραγιόν, ξυρίζουν τους άνδρες… κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ… Δεν κάθισαν να ακούσουν άλλα… Κατατρομαγμένες έτρεξαν στην πόρτα, την άνοιξαν και συνέχισαν να τρέχουν με το φόβο στα μάτια και την απελπισία στην καρδιά! Έτρεχαν μέχρι που έφτασαν στο σπίτι με την ψυχή στο στόμα. Α πα πα πα πα. Καλύτερα να πεθάνουν από την πείνα. Άκου εκεί να πλένουν και να καθαρίζουν πεθαμένους.  

Τρόμαξε να τους πάρει δυο κουβέντες η ξαδέλφη… Τόσο πολύ που ανησύχησε κι η ίδια και δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Φοβήθηκε μην τους επιτέθηκε κανείς στο δρόμο για αυτό έτρεχαν έτσι και φαίνονταν τόσο φοβισμένες. Τους έφερε νερό να πιούνε, να συνέλθουν κι όταν κάποια στιγμή συνήλθαν, τις έπιασαν τα κλάματα και τις δυο μαζί. Σταυροκοπιόταν η ξαδέλφη, άρχισε να τις νταντεύει σα Μάνα. Τις κράτησε στην αγκαλιά της, τους χάιδευε τα μαλλιά, πού να σταματήσει το κλάμα. Κάποτε, κόπασαν οι λυγμοί κι έτσι όπως ήταν κι οι τρεις αγκαλιασμένες, προσπάθησαν να εξηγήσουν τι συνέβη. Ιησούς Χριστός Νικά κι όλα τα κακά σκορπά! Άκου εκεί δουλειά που διαφήμιζαν κι ήθελαν δεσποινίδες και μάλιστα ευπαρουσίαστες! Γιατί; Μπας και δεν τις έβρισκαν όμορφες οι πεθαμένοι και διαμαρτύρονταν;


Μες στην απόγνωση κι απελπισία οι κοπέλες. Και τώρα; Τι κάνουν τώρα και τι πόρτα να χτυπήσουν; Την ημέρα, προσπαθούσαν να μην βρίσκονται στο σπίτι, άλλωστε εξακολουθούσαν απεγνωσμένα να ψάχνουν για δουλειά, οποιαδήποτε δουλειά που θα τους έδινε τη δυνατότητα να μην ζουν εις βάρος άλλων. Η Μαριέττα κάθε βράδυ έγραφε γράμμα στον πατέρα της, εξηγώντας του την πραγματικότητα και ζητώντας του να την βοηθήσει να γυρίσει πίσω. Κάθε αυγή, με το μυαλό λίγο πιο καθαρό και την ελπίδα πως κάτι θα αλλάξει, έσκιζε το γράμμα. Το μόνο που θα κατάφερνε στέλνοντας το ήταν να πικράνει τον πατέρα και τη μάνα της και να σκοτώσει κι εκείνη την έστω αμυδρή ελπίδα στις αδελφές της που μετρούσαν τις μέρες πότε θα τους έκανε πρόσκληση, κάνοντας όνειρα. Πού θα έβρισκε τόσα λεφτά ο πατέρας της για να της πληρώσει εισιτήριο; Όταν με το ζόρι εξοικονομούσε ένα πιάτο φαΐ για αυτούς που μείναν πίσω; Όχι, όχι δεν είχε το δικαίωμα να κάνει κάτι τέτοιο. 

Τότε η ξαδέλφη της Μαριέττας, της είπε πως η μόνη λύση είναι να παντρευτεί. Κείνα τα χρόνια υπήρχε μεγάλη έλλειψη από γυναίκες, γιατί είχαν έλθει πολλοί περισσότεροι άνδρες, ζούσαν μόνοι, δυσκολεύονταν να τα βγάζουν πέρα, άμαθοι από νοικοκυριό, μαγείρεμα και τέτοια, τους έτρωγε κι η μοναξιά κι οι περισσότεροι φρόντιζαν να παντρευτούν γρήγορα. Η Μαριέττα έκανε όνειρα, δεν ήθελε να παντρευτεί μόνο και μόνο γιατί δεν είχε δουλειά και να πάρει έναν άγνωστο, ήθελε να παντρευτεί από έρωτα! Τέτοιες ώρες τέτοια λόγια… πού να τον βρει τον έρωτα, ούτε παρέες είχε έτσι περιορισμένη που ζούσε, ούτε εισόδημα ώστε να μπορέσει να κινηθεί κάπως και να γνωριστεί. 

Λίγο μετά, δεν ήξερε αν ήταν στημένο όλο το σκηνικό ή τυχαίο, ήταν να πάνε σε ένα γάμο τα ξαδέλφια, είπαν να πάνε και τα κορίτσια μαζί, έτσι να περάσει η ώρα τους λίγο. Τότε, κάθε Σαββατοκύριακο στις λίγες ελληνικές εκκλησίες που υπήρχαν, γίνονταν πέντε και έξη γάμοι στη σειρά. Ντύθηκαν χωρίς πολλή διάθεση και πήγαν. Μετά το μυστήριο, μαζεύτηκαν στο σπίτι που νοίκιαζε δωμάτιο ο γαμπρός και θα έμενε εκεί με τη γυναίκα του τώρα, και γλέντησαν το γάμο! Ρεφενέ όλα, οι γυναίκες έφτιαξαν ό,τι μπορούσε η κάθε μία, οι άνδρες αγόρασαν… chops, τουτέστιν αρνίσιες μπριζόλες, που ήταν οι φτηνότερες, έβαλαν και τα κάρβουνα για να ψηθούν, δυο-τρεις ντουζίνες μπύρα και να το γλέντι! Κάποιος είχε ένα μικρό πικάπ, έφεραν δίσκους ελληνικούς (όσοι είχαν) και το γλέντησαν για καλά! 

Συνήθως, σε αυτές τις εκδηλώσεις, γίνονταν ένα σωρό προξενιά, ώστε να τακτοποιηθούν όλοι κι όλες! Από ένα τέτοιο προξενιό, εκείνο το βράδυ, παντρεύτηκε η Μαριέττα μετά από ένα μήνα τον Μανόλη τον Κρητικό! Ο αδελφός του, πήρε τη Μαρία! Ήσυχος άνθρωπος ο Μανόλης, δουλευτής, κατάφερε να πάρουν και τη Μαριέττα στην General Motor’s που δούλευε και η ζωή τους κυλούσε αρμονικά. Αργότερα, σαν όλους τους γονείς, ανάθεσαν σε μια γυναίκα που πρόσεχε παιδιά, έναντι αμοιβής, να προσέχει και τα δικά τους μέχρι να πάνε Σχολείο, τρία απόχτησαν κι εκείνοι συνέχιζαν τον αγώνα. Κατάφεραν κι αγόρασαν ένα σπιτάκι με χίλιες στερήσεις κι οικονομίες κι η ζωή πήρε το δρόμο της όπως σε όλους τους μετανάστες της πρώτης γενιάς! 

Το όνειρο της να φέρει και τις αδελφές της εδώ, πραγματοποιήθηκε εν μέρει. Οι δυο μικρές, ερωτεύτηκαν καλά παιδιά, φτωχονοικοκυραίους, που δεν γνοιάστηκαν για προίκα και παντρεύτηκαν στο νησί. Τις άλλες δυο τις έφερε στη Μελβούρνη και γίνανε ανάρπαστες! Καλά και όμορφα κορίτσια, η μία μάλιστα πήρε Ζακυνθινό! Ξεπληρώθηκε το σπίτι, με σκληρή δουλειά και οικονομία, μεγάλωσαν τα παιδιά, σπούδασαν, παντρεύτηκαν, έκαμαν φαμελιές κι εκεί που θα ησύχαζαν κι αυτοί, σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα ο Μανόλης ούτε 60 χρονών… 

Κύκλος η ζωή και γυρίζει… Αυτό που την τρόμαξε τόσο στα νιάτα, άνεργο νεαρό κορίτσι, όπου πήρε των οφθαλμών της τρέχοντας… τώρα το επεδίωξε η ίδια! Ακριβώς επειδή είχε εκείνη την ελάχιστη εμπειρία από τότε, επέμενε τον άνθρωπο της να τον πλύνει να τον ξυρίσει και να τον ντύσει η ίδια… Με την επιμονή κι υπομονή της, κατάφερε μέσω του Γραφείου Τελετών, να πάει εκείνη να φροντίσει το Μανόλη της, με στοργή και με αγάπη, ώριμη γυναίκα πια… Όχι οι… ευπαρουσίαστες δεσποινίδες που ποιος ξέρει κι αυτές για ποιο λόγο δεν το ΄βαλαν στα πόδια, όπως εκείνη με τη φίλη της τόσα χρόνια πριν!!! 

δ.μ.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Μικρή φωτοθήκη από την εορτή του κοσμαγάπητου Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Μπανάτο | Απάνθισμα Ύμνων

Φωτογραφίες: Ευρυδίκη Κοντογιάννη 










Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α ́. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Φαράσων τὸν γόνον, καὶ τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καὶ τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος ὁσίων, μιμητὴν καὶ ἰσότιμον, Παΐσιον τιμήσωμεν πιστοί, τὸ σκεῦος χαρισμάτων τὸ μεστόν, ὡς φυλάσσοντα ἐκ πάντων τῶν λυπηρῶν, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ ́. Θείας πίστεως. 
Ὥσπερ ἄγγελος, φανεὶς ἐν κόσμῳ, ἐν τοῖς ἔτεσι, τοῖς τελευταίοις, χριστομίμητε Παΐσιε ὅσιε, ἀσκητικῶς γὰρ βιώσας ἐν Ἄθωνι, ὡς παμφαέστατος ἥλιος ἔλαμψας, καὶ κατηύγασας, πιστῶν τὰ πλήθη τῇ χάριτι, τοῖς ῥήμασι σημείοις καὶ τοῖς θαύμασι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ ́. Ταχὺ προκατάλαβε.
Παΐσιε γέγονας, τῶν ἀσκητῶν ἡ κρηπίς, τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καὶ Σουρωτῆς ὁ τροφός, Κονίτσης τὸ καύχημα, σὺ γὰρ ἐπὶ τὰ ἴχνη, Ἀρσενίου ὁδεύσας, εἴληφας χαρισμάτων, τὴν πληθὺν Παρακλήτου, ἀφθόνως τοῖς σὲ τιμῶσιν, παρέχων τὰ πρόσφορα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α ́. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Τὸν πανεύφημον ἄνδρα, τοῦ ὄρους Ἄθωνος, τὸν ἐπ' ἐσχάτων τῶν χρόνων, καθάπερ φάος λαμπρόν, τὴν σκοτίαν τῶν πιστῶν διασκεδάσαντα, καὶ νοσήματα ψυχῶν, καὶ σαρκὸς ἐπιφοράς, ἰώμενον ὑπὲρ φύσιν, τῆς προοράσεως λύχνον, νέον Παΐσιον τιμήσωμεν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ ́. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ἁγίου Ὄρους ἀσκητὴν τὸν περιάκουστον, καὶ Ἐκκλησίας τὸν φωστῆρα τὸν νεόφωτον, ἐπαινέσωμεν ἐν ὕμνοις ὁλοκαρδίως, ποδηγῶν γὰρ τοὺς πιστοὺς πρὸς βίον ἄριστον, ποταμῶν τῶν δωρημάτων τούτους ἔπλησας, διὸ κράζουσι· Χαίροις πάτερ Παΐσιε.

Κάθισμα
Ἦχος α ́. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Τῇ χάριτι Χριστοῦ, ὡς οἱ πάλαι Πατέρες, συνέζησας σεμνέ, τοῖς ἀλόγοις θηρίοις, καὶ φίλος ἐτέλεσας, πτερωτῶν καὶ τῶν ὄφεων, ὅθεν ἅπαντες, οἱ σὲ εἰδόντες θεόφρον, ἐξεπλάγησαν, καὶ Παντοκράτορα Λόγον, ἀνύμνησαν Ὅσιε.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος γ ́. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸν πολυθαύμαστον, σεμνὸν Παΐσιον, τὸν καθαιρέσαντα, ὀφρὺν τοῦ δράκοντος, καὶ ἡδονὰς τὰς σαρκικάς, συντρίψαντα τῇ ἀσκήσει, Ἄθωνος τὸ κλέϊσμα, καὶ Φαράσων ἐκβλάστημα, τὸν εὐεργετήσαντα, πολυτρόπως τοῖς θαύμασι, τὰ πλήθη τῶν πιστῶν ὀρθοδόξων, πάντες τιμήσωμεν ἐνθέως.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ ́. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῆς νεότητος ὤφθης παιδαγωγός, καὶ ἀκέστωρ ἀνθρώπων ναρκομανῶν, τοῖς σχοῦσι δυσίατα, πορνικὰ ἁμαρτήματα, ταῖς σαῖς εὐχαῖς ἐφάνης, θεράπων πανάριστος, καὶ ἐκ τῶν ἐκζητούντων, ὁδὸν τὴν σωτήριον, Πάτερ ἐπεγνώσθης, ἀκριβὴς ποδηγέτης, καὶ πάντων Παΐσιε, βακτηρία γεγένησαι, ἀσκητὰ θεοφώτιστε, διὸ ἐν Σουρωτῇ οἱ πιστοί, τὸν σὸν τάφον, προσκυνοῦντες χαίρουσι, καὶ σεμνῶς τὴν σὴν μνήμην, κατὰ χρέος προσμέλπουσι.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ ́. Ταχὺ προκατάλαβε.
Εὐχῆς ἐργαστήριον, ἡ σὴ ἁγία ψυχή, Παΐσιε γέγονε, τῇ συνεχεῖ προσευχῇ, καὶ θείαις δεήσεσι, σὺ γὰρ μακροχρονήσας, ἐν τῇ κέλλῃ σου πάτερ, ὤφθης καθάπερ στήλη, φωτεινὴ ἱκετεύων, Χριστὸν τὸν πάντων κτίστην, καὶ παντοκράτορα.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελος ὥσπερ ἄλλος, ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις, Παΐσιε ἐφάνης ἐν Ἄθῳ, ὁσίως γὰρ ζήσας ἐν γῇ, ἀσκητῶν τῶν ἀρχαίων ἰσοστάσιος, ἐφάνης τοῖς συνοῦσί σοι, βοῶσί σοι θερμῶς τοιαῦτα·

Χαῖρε Φαράσων ὁ θεῖος γόνος·
χαῖρε τοῦ Ἄθωνος μέγας ὄλβος.
Χαῖρε τῆς Κονίτσης τὸ ἔνθεον καύχημα·
χαῖρε Σουρωτῆς κοινοβίου καλλώπισμα.
Χαῖρε βρύσις ἡ πολύκρουνος ὑπὲρ φύσιν δωρεῶν·
χαῖρε ῥεῦμα ἀκατάσχετον ἰαμάτων σωστικῶν.
Χαῖρε ὅτι κλεΐζεις τὴν Μονὴν Ἐσφιγμένου·
χαῖρε ὅτι οἰκεῖς ἐν τῷ ὄρει Σιναίου.
Χαῖρε βροτῶν ἀτύφων ὁ ἔξαρχος·
χαῖρε πολλῶν χαρίτων ὁ κάτοχος.
Χαῖρε δεινῶς ἀλγουμένων ὁ ῥύστης·
χαῖρε ἀνδρῶν μοναστῶν ὑποφήτης.
Χαίροις πάτερ Παΐσιε.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑ

Χαίροις τῶν Φαράσων θεῖος βλαστός, Ἄθωνος τοῦ Ὄρους περιάκουστος ἀσκητής, χαίροις τῆς Ἑλλάδος ὁ φωτιστὴς ὁ νέος, Παΐσιε τῶν νέων μέγιστε σύμμαχε.

Χαίροις ὁ διδάσκαλος Σουρωτῆς, τοῦ Σιναίου ὄρους ὁ σεμνότατος ἀσκητής, χαίροις ἐν Κονίτσῃ τῶν συμπατριωτῶν σου, κατοίκων ὄντως τύπος Πάτερ πρὸς μίμησιν.

Ἄνδρας καὶ γυναῖκας ναρκομανεῖς, καὶ πληθὺν ἀνθρώπων, δαιμονώντων ταῖς σαῖς λιταῖς, καὶ τοὺς ἀσθενοῦντας, πολυειδῶς θεόφρον, Παΐσιε μὴ παύσῃ, σώζων ἑκάστοτε.

Μοναζόντων ὅσιε τὸν χορόν, ταῖς ἱκετηρίαις, πρὸς Δεσπότην διηνεκῶς, ὅσιε βοήθει, ὡς παῤῥησίαν ἔχων, Παΐσιε κρατίστην, θεομακάριστε.

Ἔχοντες ὡς μέγιστον θησαυρόν, τὸν σὸν τάφον Πάτερ, ἀρυόμεθα οἱ πιστοί, δύναμιν καὶ θάρσος, ἐν τοῖς δεινοῖς τοῦ βίου, Παΐσιε παμμάκαρ, ἄνερ τῆς χάριτος.

Πάτερ ὁσιώτατε τοὺς βροτούς, τοὺς ὑμνολογοῦντας, πολιτείαν σου τὴν σεπτήν, τῇ ἐπισκοπῇ σου, προστάτευσον ἐκ βλάβης, βελίαρ τοῦ ἀρχαίου, τοῦ πολεμήτορος.

Σεμνοπρεπώς προεορτάστηκε η μνήμη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου εν Βανάτω Ζακύνθου | Αποχαιρετισμός Διακόνου Ιωάννου Ρένεση



Μέσα στο ευφρόσυνο, κατανυκτικό και σεμνό περιβάλλον της Ευχαριστιακής Συνάξεως της σημερινής Κυριακής, 10ης Ιουλίου 2016, τιμήσαμε ως Ενορία την ιερή μνήμη του νέου Οσίου της Ορθοδοξίας Παϊσίου του Αγιορείτου, ενός πολυσέβαστου αγίου των τελών του 20ού αιώνα. Έγινε Αρτοκλασία, ευλογήθηκαν τα Κόλυβα (δεητικές προσφορές της ευλαβούς Οικογενείας του Διακόνου Ιωάννου Ρένεση) και όλοι οι εκκλησιασθέντες κατέθεσαν την ικεσία τους στον κοσμαγάπητο Γέροντα, του οποίου επιτυχημένη Εικόνα ιστορήθηκε πέρυσι, δωρεά της κ. Ντενίκας Κοντονή. Σημειωτέον, ο ανθοστολισμός της Εικόνας ήταν προσφορά του κ. Παύλου Δεσύλλα. Για τον τιμώμενο νέο Όσιο ομίλησε ο εκπαιδευτικός θεολόγος κ. Σταμάτιος Ζούλας, ο οποίος εστίασε στην προσωπικότητα Παϊσίου μες από τις πολλαπλές ασθένειές Του, τις οποίες υπόμεινε μέχρι την εκδημία Του αγόγγυστα. Στο τέλος της θείας Λειτουργίας διανεμήθηκαν σε όλους από μια εικόνα του οσίου Παϊσίου σε ξύλο και από ένα μικρό παιδικό βιβλίο με τον βίο του, από τις Εκδόσεις Ποταμίτου, αμφότερες προσφορές ευσεβούς διαδικτυακού φίλου.

Στην απόλυση ο Εφημέριος π. Παναγιώτης Καποδίστριας ανακοίνωσε προς το εκκλησίασμα ότι η σημερινή Κυριακή ήταν η τελευταία φορά που βρισκόταν λειτουργικώς ανάμεσά μας ως Διάκονος ο π. Ιωάννης Ρένεσης, δεδομένου ότι την επόμενη Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016, πρόκειται να χειροτονηθεί Πρεσβύτερος από τον οικείο Μητροπολίτη Σεβ. Ζακύνθου κ. Διονύσιο Δ΄, στον πανηγυρίζοντα Ναό του γενέθλιου χωριού του π. Ιωάννη, την Αγία Μαρίνα του Φαγιά, όπου μάλιστα θα αναλάβει εφημεριακή ευθύνη. Ο π. Παναγιώτης ευχαρίστησε τον μέχρι τώρα Διάκονο εκ μέρους της Ενορίας και του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου για την ευγενική, καταλυτική, διακριτική και σεμνή παρουσία του στο Μπανάτο επί ένα ολόκληρο έτος, ευχόμενος εκ βαθέων να αναδειχθεί άξιος λειτουργός του ιερού Θυσιαστηρίου και καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού. Τέλος, ο π. Παναγιώτης τού προσέφερε συμβολικά το προσωπικό του ολοκέντητο Ιερατικό Βιβλίο ως ελάχιστη ένδειξη επιβράβευσης της άριστης μαθητείας, την οποία επέδειξε πλάι του ο π. Ιωάννης, όπως ακριβώς είχε ορίσει, ένα έτος πριν, ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Διονύσιος Δ΄.

[Φωτορεπορτάζ: Ιωάννης Πορφύριος Καποδίστριας]






















































Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο Αγιασμένος Άνθρωπος

Ομιλία του ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ Σπ. ΖΟΥΛΑ, Δ.Μ.Σ. Θεολογίας-Εκπαιδευτικού, κατά τον προ-εορτασμό της μνήμης του Οσίου, την Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016, στον ναό της Παναγούλας Μπανάτου εν Ζακύνθω

«Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» αλλά «και καυχώμεθα εν ταίς θλίψεσιν».

Σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,

Μέσα στην Εκκλησία μας, τα πάντα υπάρχουν. Και αυτά τα ‘‘πάντα’’ προσφέρονται στους πιστούς, από τον Χριστό μας, Θε-ανθρώπινα. Εδώ ο άνθρωπος καλείται να σκέπτεται, να λογίζεται, να ενεργεί και να πράττει ‘‘καθώς και ο Χριστός’’. Ο άνθρωπος της Εκκλησίας, αποδέχεται τα πάντα από τον Χριστό (πίστη, ταπείνωση, αγάπη, υπακοή αλλά και δοκιμασίες και ασθένειες που επιτρέπει ο Θεός, προς παιδαγωγίαν μας). Ο άνθρωπος της Εκκλησίας, αυτό που λέμε ‘‘ο αγιασμένος άνθρωπος’’, «έχει νουν Χριστού» και έτσι ανυψώνει την ύπαρξη του στο χώρο της ζωής του Θεού και προγεύεται τη Βασιλεία Του. Ένας τέτοιος αγιασμένος άνθρωπος που προγευόταν τη βασιλεία του Θεού από ζωντανός, είναι ο γνωστός σε όλους μας και μεθαύριο εορταζόμενος, Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Δεν θα μιλήσουμε για το βίο του, γιατί είναι λίγο – πολύ γνωστός, αλλά για τις ασθένειες και τις δοκιμασίες που πέρασε και μέσα από τις οποίες, υπομένοντας τις αγόγγυστα, τελειοποίησε τη δύναμη του Θεού μέσα του.

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχιεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσα που είχε στο κελί του και έφτιαχνε ξύλινα σταυρουδάκια και εικονίτσες, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Μονή του Αγίου Ιωάννου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.

Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί τού ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα, 11 Ιουλίου, (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του.

Τελικά την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994, με το νέο ημερολόγιο (γιατί στο Άγιο Όρος χρησιμοποιούν το παλαιό) και ώρα 11:30 το βράδυ την ησυχία τάραξε μια δυνατή βροντή! Κατόπιν με συνεχείς αστραπές φωτιζόταν όλο το Άγιο Όρος.

Το απόγευμα έγινε γνωστό ότι ο γέροντας είχε περάσει πια στην αιωνιότητα.

Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Πολλοί είναι οι άνθρωποι που γνώρισαν το Γέροντα Παΐσιο. Καθένας από αυτούς μπορεί να πει μια ιστορία για το Γέροντα ή να θυμηθεί την απλότητά του. Οι πιο κοντινοί στο Γέροντα Παΐσιο άνθρωποι που ζούνε ακόμα σήμερα είναι:

Ο πατήρ Παΐσιος ο μαθηματικός που ζει σε ένα κελλάκι κοντά στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους. Αυτός έλαβε το όνομα του Γέροντα και είναι ο πνευματικός της Μονής του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή.

Ο ιερομόναχος Αρσένιος και ο μοναχός Ησαΐας που μένουν στο κελλάκι της Παναγούδας, την κατοικία του δηλαδή στο όρος, όπως ο ίδιος ο γέροντας Παΐσιος επιθυμούσε. Οι δύο μοναχοί κρατούν το κελλάκι όπως το είχε ο γέροντας και δέχονται με μεγάλη χαρά όσους επισκέπτονται το σπιτάκι που έζησε ο γέροντας Παΐσιος.

Οι μοναχές της Σουρωτής στη γυναικεία Ιερά Μονή αγίου Ιωάννου του Θεολόγου κατέχουν δύο πολύτιμους θησαυρούς: Τα λείψανα του αγίου Αρσενίου και τον τάφο του γέροντος Παϊσίου. Στο μοναστήρι της Σουρωτής καθημερινά συρρέουν πολλοί προσκυνητές από ολόκληρο τον κόσμο για να προσκυνήσουν στον τάφο του γέροντος Παϊσίου.

Υπάρχουν βεβαίως και πάρα πολλοί άλλοι άνθρωποι που γνώρισαν το Γέροντα Παΐσιο, άκουσαν τη διδασκαλία του, διαπίστωσαν την αγιότητά του, δέχτηκαν τα δώρα της προσευχής του. Όλοι αυτοί ομολογούν πως ο γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αγίους ασκητές του 20ού αιώνα.

Ο Γέρων Παΐσιος ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος, ο οποίος πίστευε στο λόγο του Ευαγγελίου, κάνοντας τρόπο ζωής τον μοναστικό βίο και τις διδαχές της ορθόδοξης ασκητικής παράδοσης. Οι εγκύκλιες γνώσεις του περιορίζονταν στο επίπεδο του δημοτικού. Παρ' όλα αυτά ξεχώριζε για την «χαριτωμένη» απλότητά του και την έντονη αγωνία που τον διακατείχε για την βοήθεια των συνανθρώπων του, που αναζητούσαν ένα πνευματικό καθοδηγητή. Ο ίδιος αποτελούσε παράδειγμα ανθρώπου αφιερωμένου στον Θεό, αφαιρώντας τις προσωπικές επιδιώξεις και τα προσωπικά θελήματα. Η υπακοή, η άσκηση, η ταπείνωση, η ευσέβεια, το φιλότιμο και πάνω από όλα η αγάπη και η μακροθυμία, αποτελούσαν τρόπο ζωής για τον ίδιο, αλλά και διδαχές για όσους αποζητούσαν ένα λόγο παρηγοριάς ή κάποια επίλυση προσωπικού προβλήματος.

Μεγάλο βάρος έδινε στον λογισμό ο Γέροντας. Πάντα ανέφερε ότι όλα ξεκινούν από τους καλούς λογισμούς, οι οποίοι αποδιώκουν τους κακούς. Να σκεπτόμαστε θετικά για τον συνάνθρωπο και όχι αρνητικά, γιατί αλλιώς εισέρχεται η πονηριά στον άνθρωπο και η ισχυρογνωμοσύνη. Μάλιστα ανέφερε να μην εμπιστευόμαστε και τους δικούς μας λογισμούς και να δίνουμε χώρο στο θέλημα του Θεού, γιατί όποιος κάνει κάτι τέτοιο βγαίνει πάντα κερδισμένος.

Ο Γέροντας επίσης, διαρκώς ανέφερε ότι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν και αρχοντική αγάπη. «Ό,τι προσφέρουμε ή κάνουμε», έλεγε «πρέπει να γίνεται φιλότιμα και όχι αναγκαστικά και συμφεροντολογικά. Να μην ακολουθούμε από φόβο αλλά να έχουμε θέληση και καλή προαίρεση, όπως και ο Χριστός όταν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο».

Ανέφερε διαρκώς πως αν ο άνθρωπος θέλει να ομοιάσει στους Αγίους πρέπει να εφαρμόζει την Θεία δικαιοσύνη και όχι την ανθρώπινη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη κατά τον Γέροντα είναι τυφλή και υπάρχει για να αποτρέπει τους κακούς και πονηρούς ανθρώπους. Η Θεία δικαιοσύνη όμως στοχεύει να εξυπηρετεί τον αδύναμο άνθρωπο και αυτούς που έχουν ανάγκη. Όταν εφαρμόζουμε την Θεϊκή δικαιοσύνη τότε αποφεύγουμε τις έριδες, τις κατακρίσεις και τις διαφορές με τους συνανθρώπους μας.

Και κάτι για την Θεία πρόνοια, την οποία αναφέρει και το σημερινό Ευαγγέλιο. Η Θεία πρόνοια, έλεγε, είναι ανεξιχνίαστη και ανεξερεύνητη, στοχεύει στη σωτηρία του ανθρώπου και την αιώνια ζωή. Επεσήμανε πως δεν πρέπει συνέχεια να μεριμνούμε για τα «βιοτικά» πράγματα, γιατί ο Θεός προνοεί έτσι ώστε να μας δίνει αυτό που ποθούμε, πολλές φορές πριν καν το ζητήσουμε, αρκεί το μυαλό μας να βρίσκεται σε Αυτόν και να προσευχόμαστε. Όταν συμβαίνει κάτι άσχημο, σε κάποιον, είναι παραχώρηση από το Θεό και όχι σταλμένο από Αυτόν, έτσι ώστε να εκπαιδεύσει του ανθρώπους ένεκα της οικονομίας Του.

Και λίγο προσοχή για τις προφητείες του οσίου Παϊσίου, που συνεχεία γίνεται λόγος περί αυτών στα μέσα ενημέρωσης και κυρίως στο διαδίκτυο. Ο Γέροντας πραγματοποίησε όντως και αρκετές προφητείες. Δυστυχώς όμως πολλοί καπηλεύτηκαν τις διδαχές του γέροντος, λέγοντας πολλά πράγματα, είτε για ίδιον όφελος, είτε για εθνικά φρονήματα, που ο ίδιος ποτέ δεν ανέφερε, κάτι που τον λυπούσε ενώ ήταν ήδη εν ζωή. Οι περισσότερες από αυτές αφορούσαν τα τεκταινόμενα που έχουν να κάνουν με την Κωνσταντινούπολη, επεξηγήσεις πάνω στις προφητείες του Κοσμά του Αιτωλού αλλά και περί Αντιχρίστου. Πολλή προσοχή, γιατί πολύ λίγες από αυτές ανήκουν όντως στον όσιο Παΐσιο.

Την ευχή του να έχουμε όλοι όσοι θα προσκυνήσουμε αυτές τις ημέρες την τίμια εικόνα του, και ας προσευχόμαστε να μεσιτεύει στον άγιο Θεό για ολόκληρη την πατρίδα μας, την ορθοδοξία και τον κόσμο άπαντα, αμήν!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
-Σταματίου Ζούλα, Η Διάκριση ως Ποιμαντική Αρετή στο Συμβουλευτικό Έργο Συγχρόνων Γερόντων, (Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία), Αθήνα 2006
-Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Επιστολές, έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Ευαγγ. Ιωάνννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1995
-Μελισσάρη Αθανασίου, Παϊσίου ρήματα ζωής, εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 1997
-Σταυρόπουλου Αλέξανδρου, Πνευματική Γεωγραφία, Αθήνα 1992.