Από τη δεκαετή επέτειο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στο συνέδριο του Chantilly και στις δοκιμασίες της εκκλησιαστικής ενότητας
Του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
Τον περασμένο Ιούνιο, με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα χρόνων από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε στο Κολυμπάρι της Κρήτης το 2016, είχα την ευκαιρία να καταθέσω δημοσίως ορισμένες σκέψεις για τη σημασία εκείνου του ιστορικού γεγονότος. Το σχετικό άρθρο μου, με τίτλο «Δέκα χρόνια από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης», δημοσιεύθηκε σε διάφορες ελληνικές ιστοσελίδες, αλλά και στον ελληνόφωνο εκκλησιαστικό Τύπο της Αυστραλίας.[1] Είχα τότε σταθεί κυρίως στο τόλμημα της συγκλήσεως, στην ιστορική συμβολή του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου και στην παρακαταθήκη που άφησε η Σύνοδος στον σύγχρονο ορθόδοξο κόσμο.
Επανέρχομαι στο ίδιο θέμα, ύστερα από λίγους μήνες, με αφορμή το διεθνές θεολογικό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Chantilly της Γαλλίας, από τις 5 έως τις 8 Οκτωβρίου 2026. Η επιστροφή αυτή έχει διαφορετική αφετηρία. Με ενδιαφέρει τώρα περισσότερο ό,τι ακολούθησε την Κρήτη, οι εκκρεμότητες που παρέμειναν και, προπάντων, η δυνατότητα της Ορθοδοξίας να μετατρέψει ένα σπουδαίο συνοδικό γεγονός σε σταθερό τρόπο εκκλησιαστικής ζωής. Άλλωστε, η αξία μιας Συνόδου φαίνεται και από το τι κατορθώνει να γεννήσει μετά τη λήξη των εργασιών της.
Η Κρήτη ως αφετηρία και ως εκκρεμότητα
Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος συνήλθε ύστερα από πολύχρονη προετοιμασία, με τη συμμετοχή δέκα αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η παρουσία τους, η κοινή λατρεία και η συνοδική εργασία αποτέλεσαν μια σημαντική μαρτυρία ενότητας. Τέσσερις, ωστόσο, Εκκλησίες απουσίασαν: της Αντιοχείας, της Ρωσίας, της Βουλγαρίας και της Γεωργίας. Καθεμία επικαλέστηκε διαφορετικούς λόγους, από εκκρεμή ζητήματα δικαιοδοσίας έως θεολογικές και διαδικαστικές επιφυλάξεις.
Θα ήταν άδικο να παραβλέψουμε τη σημασία αυτών των απουσιών. Εξίσου άδικο, όμως, θα ήταν να υποτιμήσουμε όσα πραγματοποιήθηκαν. Η Κρήτη υπήρξε πραγματική Σύνοδος, με συγκεκριμένο έργο, και συγχρόνως φανέρωσε τα όρια της πανορθόδοξης συνεργασίας στη σημερινή της μορφή. Το γεγονός ότι μια Εκκλησία μπορεί να απουσιάσει από μια κοινή σύναξη, επικαλούμενη την απουσία άλλων, θέτει ένα ζήτημα που υπερβαίνει την οργανωτική διαδικασία: πώς θα λειτουργεί η συνοδικότητα όταν η αναζήτηση της ομοφωνίας καταλήγει σε ακινησία;
Στο σημείο αυτό εξακολουθώ να θεωρώ καθοριστική την πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Παραλαμβάνοντας μια προετοιμασία που είχε αρχίσει επί των προκατόχων του, οδήγησε το συνοδικό εγχείρημα στην πραγματοποίησή του, αναλαμβάνοντας το βάρος μιας δύσκολης ιστορικής αποφάσεως. Η επιμονή του υπήρξε πράξη ευθύνης απέναντι στην κοινή ζωή της Ορθοδοξίας.
Το ερώτημα, πάντως, σήμερα μετατοπίζεται. Η Κρήτη πραγματοποιήθηκε. Ποια είναι η συνέχεια; Μπορεί η συνοδική συνάντηση να αποκτήσει σταθερότητα και διάρκεια; Μπορούν οι Εκκλησίες να συζητούν τις διαφορές τους προτού αυτές μεταβληθούν σε ρήγματα;
Η αυτοκεφαλία και ο πειρασμός της αυτάρκειας
Ένα από τα βαθύτερα προβλήματα που ανέδειξε η μετασυνοδική δεκαετία αφορά τη σχέση της αυτοκεφαλίας με την ενότητα της Εκκλησίας. Η αυτοκεφαλία έχει ιστορική και κανονική θεμελίωση. Συνδέεται με τη δυνατότητα μιας τοπικής Εκκλησίας να οργανώνει την εσωτερική της ζωή και να ανταποκρίνεται στις ποιμαντικές ανάγκες του λαού της. Η αξία της, όμως, προϋποθέτει την κοινωνία με τις υπόλοιπες Εκκλησίες.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας είχε συμβάλει αποφασιστικά στη σύγχρονη κατανόηση αυτής της σχέσεως. Στη θεολογική του σκέψη η Εκκλησία είναι κοινωνία προσώπων, με κέντρο την Ευχαριστία. Η ενότητα αποτελεί στοιχείο της ίδιας της εκκλησιαστικής υπάρξεως. Γι' αυτό και η μετατροπή της αυτοκεφαλίας σε μια μορφή εκκλησιαστικής αυτάρκειας, σε αυτό που αποκαλείται «αυτοκεφαλισμός», συνιστά σοβαρή αλλοίωση του συνοδικού ήθους.
Στο συνέδριο της Γαλλίας, η αναφορά του Επισκόπου Μαξίμου του Πατριαρχείου Σερβίας στη θεολογική κληρονομιά του Περγάμου επανέφερε στο προσκήνιο αυτόν τον προβληματισμό. Και είναι πράγματι αξιοπρόσεκτο πόσο επίκαιρη παραμένει η σκέψη του Ζηζιούλα. Η σύγχρονη Ορθοδοξία διαθέτει πολλές αυτοκέφαλες Εκκλησίες, αλλά η ενότητά τους χρειάζεται να εκφράζεται και μέσα από κοινές ευθύνες, κοινές αποφάσεις και κοινή αντιμετώπιση των κρίσεων.
Η δυσκολία γίνεται μεγαλύτερη όταν οι εκκλησιαστικές διαφωνίες συμπλέκονται με εθνικές φιλοδοξίες ή κρατικές επιδιώξεις. Τότε η γλώσσα της πίστεως κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς ξένους προς την αποστολή της Εκκλησίας. Και η συνοδικότητα, αντί να θεραπεύει τις αντιθέσεις, υποχωρεί μπροστά στη δύναμη των ανταγωνισμών.
Η ουκρανική πληγή και η ευθύνη της Μόσχας
Η εκκλησιαστική κρίση στην Ουκρανία κατέστησε αυτές τις δυσκολίες ιδιαίτερα οξείες. Η διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας από το Πατριαρχείο Μόσχας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τον Οκτώβριο του 2018, και η χορήγηση της αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, το 2019, έφεραν στην επιφάνεια διαφορετικές αντιλήψεις για το πρωτείο, τη δικαιοδοσία και τον τρόπο λήψεως αποφάσεων στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο πόλεμος που ξέσπασε με τη ρωσική εισβολή τον Φεβρουάριο του 2022 πρόσθεσε στην εκκλησιαστική δοκιμασία μια ανθρώπινη τραγωδία τεράστιων διαστάσεων. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η δημόσια στάση του Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου προκάλεσε βαθιά θλίψη και σοβαρά θεολογικά ερωτήματα. Η σύνδεση της εκκλησιαστικής μαρτυρίας με τη δικαιολόγηση της πολεμικής ισχύος δημιουργεί ένα οδυνηρό χάσμα ανάμεσα στο Ευαγγέλιο της ειρήνης και στη δημόσια εικόνα της Εκκλησίας.
Χρειάζεται εδώ διάκριση. Η ευθύνη συγκεκριμένων εκκλησιαστικών ηγεσιών αφορά τις επιλογές και τον λόγο τους. Ο ρωσικός ορθόδοξος λαός, με τη μακραίωνη πνευματική του παράδοση, τους αγίους, τους μάρτυρες και τους ανθρώπους που αγωνίζονται να παραμείνουν πιστοί στη συνείδησή τους, αξίζει τον σεβασμό και την αδελφική μας αγάπη. Η κριτική στις αποφάσεις της Μόσχας μπορεί και οφείλει να συνυπάρχει με την προσευχή για την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Αναρωτιέμαι, μάλιστα, πόσο διαφορετική θα ήταν σήμερα η κατάσταση, εάν είχε κατορθωθεί να διατηρηθούν περισσότεροι δίαυλοι πανορθόδοξης συνομιλίας. Η ιστορία επιτρέπει ελάχιστες βεβαιότητες για όσα θα μπορούσαν να είχαν συμβεί. Μας επιτρέπει, όμως, να διαπιστώνουμε το κόστος της παρατεταμένης αποξενώσεως.
Το συνέδριο της Γαλλίας και η ανάγκη της αυτοκριτικής
Το συνέδριο του Chantilly έχει, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερη αξία επειδή προσέγγισε την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο ως γεγονός που εξακολουθεί να χρειάζεται θεολογική επεξεργασία. Μια Σύνοδος αποτελεί μέρος της ζωντανής παραδόσεως της Εκκλησίας, μέσα στην οποία τα κείμενα μελετώνται, ερμηνεύονται και δοκιμάζονται στην πράξη.
Σημαντικές υπήρξαν οι παρατηρήσεις του Μητροπολίτου Πισιδίας Ιώβ. Ο προβληματισμός του για τις διατυπώσεις που αφορούν τις σχέσεις της Ορθοδοξίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο έδειξε ότι ορισμένες εκκλησιολογικές απορίες εξακολουθούν να ζητούν σαφέστερη αντιμετώπιση. Αντίστοιχα, οι επισημάνσεις του για τη θεολογία του ανθρωπίνου προσώπου και τις διαφορετικές ποιμαντικές ρυθμίσεις μεταξύ των αυτοκεφάλων Εκκλησιών άγγιξαν θέματα που έχουν άμεση σχέση με την καθημερινή ζωή των πιστών.
Εδώ βρίσκεται, νομίζω, ένα από τα γονιμότερα συμπεράσματα της επετειακής συζητήσεως: η τιμή προς τη Σύνοδο της Κρήτης συμβαδίζει με την κριτική μελέτη των αποφάσεών της. Η αναγνώριση της ιστορικής σημασίας της επιτρέπει να συζητούμε με ειλικρίνεια τις αδυναμίες, τους συμβιβασμούς και τα ζητήματα που παρέμειναν ανοιχτά.
Άλλωστε, οι έξι συνοδικές αποφάσεις καλύπτουν θέματα εξαιρετικά σημαντικά: τη νηστεία, τον γάμο, την αυτονομία, τη Διασπορά, τις σχέσεις με τον χριστιανικό κόσμο και την αποστολή της Εκκλησίας στη σύγχρονη κοινωνία. Πόσο, όμως, επηρέασαν την πράξη; Πόσο έγιναν αντικείμενο σοβαρής μελέτης στις κατά τόπους Εκκλησίες; Και πόσο έφθασαν έως τις ενορίες;
Από τις συνοδικές αίθουσες στην επαρχιακή ενορία
Εδώ, στο Βανάτο Ζακύνθου, σε μιαν ενορία της νοτιοδυτικής άκρης της Ελλάδας, η απόσταση από τις μεγάλες συνοδικές αίθουσες φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, μεγάλη. Κι όμως, η ζωή της Εκκλησίας είναι μία. Ο άνθρωπος που έρχεται στον ναό μας για να ανάψει ένα κερί, να προσευχηθεί για την οικογένειά του ή να αναζητήσει παρηγοριά μέσα σε μια προσωπική δοκιμασία, μετέχει στο ίδιο εκκλησιαστικό σώμα για το οποίο συζητούν οι Προκαθήμενοι και οι Ιεράρχες.
Αναρωτιέμαι συχνά τι γνωρίζει αυτός ο άνθρωπος για τη Σύνοδο της Κρήτης. Τι του εξηγήσαμε εμείς οι κληρικοί; Πόσο φροντίσαμε να μεταφέρουμε στη γλώσσα της ποιμαντικής καθημερινότητας τις μεγάλες θεολογικές έννοιες της ενότητας, της συνοδικότητας και της εκκλησιαστικής κοινωνίας;
Η ευθύνη μας είναι πραγματική. Η συνοδικότητα χρειάζεται να καλλιεργείται και στην ενορία, στον τρόπο που ο εφημέριος συνομιλεί με τους συνεργάτες του, ακούει τους ανθρώπους, σέβεται τις διαφορετικές ανάγκες και εργάζεται για την κοινή πνευματική πρόοδο. Η εκκλησιαστική ενότητα αρχίζει να γίνεται αισθητή εκεί όπου οι άνθρωποι μαθαίνουν να συνυπάρχουν με αγάπη και αλληλοσεβασμό.
Ίσως, μάλιστα, οι μικρές επαρχιακές ενορίες να έχουν κάτι ουσιαστικό να υπενθυμίσουν στις μεγάλες εκκλησιαστικές συζητήσεις: ότι η ενότητα αποτελεί καθημερινή άσκηση. Καλλιεργείται με υπομονή, με προσωπικές σχέσεις, με συγχώρηση, με την προθυμία να ακούσουμε τον άλλον. Όσα διατυπώνονται στις Συνόδους καλούνται να αποκτήσουν σάρκα και οστά μέσα σε αυτές τις ταπεινές ανθρώπινες συναντήσεις.
Η επόμενη Σύνοδος: δοκιμασία συνέπειας
Στο Chantilly τέθηκε και ένα ερώτημα που αξίζει να παραμείνει ανοιχτό στη συνείδησή μας: πότε θα πραγματοποιηθεί η επόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος;
Το Μήνυμα της Κρήτης διατύπωσε την πρόθεση να συνεχιστεί η συνοδική πορεία με τακτική σύγκληση παρόμοιων συνάξεων. Δέκα χρόνια αργότερα, η προοπτική αυτή προσκρούει σε σοβαρές διορθόδοξες δυσκολίες. Ωστόσο, η ανάγκη παραμένει. Οι εκκρεμότητες γύρω από την αυτοκεφαλία, τη Διασπορά, το πρωτείο και τις σχέσεις των κατά τόπους Εκκλησιών απαιτούν υπομονετική και συστηματική αντιμετώπιση.
Η ιστορική ευθύνη του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τον συντονισμό της πανορθόδοξης ζωής αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος απέδειξε το 2016 ότι ακόμη και μέσα σε δυσμενείς συνθήκες μπορεί να αναληφθεί μια μεγάλη εκκλησιαστική πρωτοβουλία. Η επόμενη περίοδος θα κριθεί από τη δυνατότητα να συνεχιστεί αυτή η προσπάθεια, με αναζήτηση της ευρύτερης δυνατής συμμετοχής και με σταθερή προσήλωση στην εκκλησιαστική κοινωνία.
Στο πρώτο επετειακό μου κείμενο είχα θελήσει να τιμήσω το γεγονός της Κρήτης και την παρακαταθήκη του. Τώρα, ύστερα από το συνέδριο της Γαλλίας και με τη σκέψη στραμμένη στις πληγές της σύγχρονης Ορθοδοξίας, αισθάνομαι περισσότερο την ανάγκη να μιλήσω για το χρέος που απορρέει από εκείνο το γεγονός. Η Σύνοδος έγινε. Τα κείμενά της υπάρχουν. Η ιστορική της θέση έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται. Εκείνο που μας αφορά είναι η συνέχεια.
Θυμούμαι τον αποστολικό λόγο «ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. 15,28). Πόση ταπείνωση χρειάζεται για να μπορεί μια εκκλησιαστική σύναξη να προφέρει τέτοια λόγια! Και πόση ευθύνη για να παραμείνει πιστή στο περιεχόμενό τους!
Αυτό, τελικά, εύχομαι να αφήσει ως βαθύτερο καρπό η δεκαετία της Κρήτης: την επιθυμία να ξανασυναντηθούμε ως αδέλφια, με τις δυσκολίες μας, τις διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και τις ανοιχτές πληγές μας. Να αναζητήσουμε πάλι όσα μας ενώνουν στο ίδιο Ποτήριο και να εργαστούμε με συνέπεια για όσα εξακολουθούν να μας χωρίζουν.
Η επόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος θα έχει ασφαλώς τη δική της ημερομηνία. Η προετοιμασία της, όμως, αρχίζει από τώρα, μέσα στην καρδιά της Εκκλησίας.
Βιβλιογραφική παραπομπή
[1] Παναγιώτης Καποδίστριας, «Δέκα χρόνια από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης», Το Βήμα της Εκκλησίας, Αυστραλία, 29 Ιουνίου 2026, ηλεκτρονική δημοσίευση: https://greek.vema.com.au/2026/06/29/deka-chronia-apo-tin-agia-kai-megali-synodo-tis-kritis/.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου