Την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026 πραγματοποιήθηκε, στον Ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Ἰακώβου (San Jacopo) της Φλωρεντίας, η συνεδρίαση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως Ἰταλίας καὶ Μελίτης, την οποία συνεκάλεσε ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἰταλίας κ. κ. Πολύκαρπος. Η σύναξη ήταν αφιερωμένη στην εξέταση σημαντικών ζητημάτων που αφορούν την παρουσία, την ἀποστολὴν και τη μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στο ἐκκλησιαστικὸν και κοινωνικό περιβάλλον της Ιταλίας.
Στη σύναξη συμμετείχαν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἰταλίας κ. κ. Πολύκαρπος, αὐτοδικαίως Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως· ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἐλβετίας, Ἰταλίας καὶ Μελίτης κ. κ. Ἀνδρέας, τοῦ Πατριαρχείου Σερβίας, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ράσκο Ράντοβιτς· ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ντομοντέντοβο κ. κ. Συμεών, ἐκπροσωπῶν τὸν Μητροπολίτην Ντούμπνας κ. κ. Ἰωάννην, τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Παρισίων τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ Ἡγουμένου π. Βίκτωρος Κρέτσου· καθώς και οἱ Βοηθοὶ Ἐπίσκοποι τῆς Ἱερᾶς Ὀρθοδόξου Ἀρχιεπισκοπῆς Ἰταλίας, οἱ Θεοφιλέστατοι Ἐπίσκοποι Κρατείας κ. κ. Γεώργιος, Κοτυαείου κ. κ. Διονύσιος καὶ Θερμῶν κ. κ. Ἀθηναγόρας.
Οι εργασίες άρχισαν με κοινὴν προσευχήν, εμπιστευόμενοι τους προβληματισμούς και την αδελφική ανταλλαγή απόψεων στην καθοδήγηση καὶ τὸν φωτισμὸν τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Ακολούθως, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. κ. Πολύκαρπος εισήγαγε τις εργασίες, παρουσιάζοντας τα θέματα της προσκλήσεως και επιστήμανε στους παρισταμένους τα κυριότερα ζητήματα που αφορούν σήμερα τη ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στην Ιταλία. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη να εμβαθύνει η γνώση των διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων που βρίσκονται στη χώρα, να εντοπιστούν οι κοινές ποιμαντικὲς προκλήσεις και να γίνει προβληματισμός για τους τρόπους με τους οποίους η ὀρθόδοξος μαρτυρία μπορεί να εκφράζεται με ολοένα μεγαλύτερη σαφήνεια, υπευθυνότητα και αποτελεσματικότητα μέσα στην ιταλική κοινωνία.
Ακολούθησε ευρύς, εμπεριστατωμένος και ιδιαιτέρως καρποφόρος διάλογος, που χαρακτηρίστηκε από πνεῦμα γνησίας ἐπισκοπικῆς ἀδελφότητος και από τη συνείδηση ότι πολλά από τα ζητήματα που εξετάστηκαν, αν και εκδηλώνονται στις επιμέρους ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες, αφορούν το σύνολο της ὀρθοδόξου παρουσίας στη χώρα.
Ο προβληματισμός αφορούσε όχι μόνο τις ποιμαντικὲς ανάγκες των κοινοτήτων και τα ζητήματα που συνδέονται με την παρουσία τους στο ιταλικό περιβάλλον, αλλά και τη σχέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας με τη σύγχρονη κοινωνία, με τους θεσμούς της Πολιτείας και με τις λοιπὲς χριστιανικὲς ὁμολογίες και θρησκευτικές παραδόσεις.
Αναδείχθηκε, ιδιαιτέρως, η σημασία της αναδείξεως όσων ενώνουν τις διάφορες ὀρθοδόξους κοινότητες: ἡ αὐτὴ ἀποστολικὴ πίστις, ἡ κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ Παράδοσις, ἡ λειτουργικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωὴ και η ευθύνη να δίδεται μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Αυτή η κοινή κληρονομιά αποτελεί το θεμέλιο επάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν ολοένα πιο συγκεκριμένες μορφές συνεργασίας και αμοιβαίας στήριξης, με σεβασμό πρὸς τὴν κανονικὴν τάξιν και προς τις ευθύνες που ανήκουν σε κάθε δικαιοδοσία.
Στο τελευταίο μέρος των εργασιών, ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Κοτυαείου κ. κ. Διονύσιος παρουσίασε εισήγηση αφιερωμένη σε δύο σημαντικές πρωτοβουλίες διαλόγου και συνεργασίας που αναπτύχθηκαν πρόσφατα στο ιταλικό θρησκευτικό τοπίο: το Σύμφωνο μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών στην Ιταλία, που υπογράφηκε στο Μπάρι στις 23 Ιανουαρίου 2026, και το Σύμφωνο των Θρησκειών στην Ιταλία, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 25 Ιουνίου 2026.
Η εισήγηση παρουσίασε τη γένεση, τους σκοπούς και τη σημασία των δύο κειμένων, σταματώντας στους τρόπους της ὀρθοδόξου συμμετοχῆς και στη σημασία μιας μαρτυρίας πιστής στη δική της θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ ταυτότητα στα πλαίσια του οικουμενικού και διαθρησκειακού διαλόγου.
Η παρουσίαση έδωσε αφορμή για περαιτέρω γόνιμη συζήτηση, κατά την οποία τα δύο Σύμφωνα εξετάστηκαν υπὸ τὸ φῶς τῆς ὀρθοδόξου θεολογικῆς καὶ ἐκκλησιολογικῆς Παραδόσεως, με ιδιαίτερη προσοχή στη σημασία της συμμετοχής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στα όργανα διαλόγου και στις ευθύνες που απορρέουν από αυτήν. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίστηκε η σημασία της διακρίσεως ανάμεσα στη συνεργασία των διαφόρων θρησκευτικών παραδόσεων σε θέματα κοινού κοινωνικού και πολιτικού ενδιαφέροντος και στις αντίστοιχες πεποιθήσεις πίστεως, οι οποίες παραμένουν πλήρως διασφαλισμένες. Ο διάλογος και η συνεργασία, πράγματι, δεν συνεπάγονται καμία παραίτηση από τη δική μας θεολογικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν ταυτότητα, αλλά αποτελούν ευκαιρίες να την μαρτυρούμε με σαφήνεια και υπευθυνότητα.
Κεντρική πτυχή του προβληματισμού αφορούσε την ὀρθόδοξον ἐκπροσώπησιν στα πλαίσια όπου οι διάφορες χριστιανικὲς ὁμολογίες και θρησκευτικές παραδόσεις καλούνται να συνδιαλεχθούν με τους θεσμούς και την κοινωνία. Στα πλαίσια του οικουμενικού και διαθρησκειακού διαλόγου, η συμμετοχή των εκπροσώπων των επιμέρους ὀρθοδόξων δικαιοδοσιῶν αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι η μαρτυρία τους συχνά εκλαμβάνεται από τους συνομιλητές ως αναφερόμενη και στην Ὀρθοδοξίαν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς. Η περίσταση αυτή, χωρίς να μεταβάλλει τις αντίστοιχες κανονικὰς ἁρμοδιότητας καὶ εὐθύνας, αναδεικνύει τη σημασία μιας διαρκούς αδελφικής ανταλλαγής απόψεων και μιας στενότερης συνεργασίας σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος.
Η ιδιαίτερη αυτή περίσταση υπενθυμίζει τη σημασία του διαρκούς διαλόγου μεταξύ τῶν Ἐπισκόπων και ενός κατάλληλου συντονισμού σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, ώστε η ὀρθόδοξος συμμετοχὴ να μπορεί να εκφράζει, με σαφήνεια και συνέπεια, τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς πίστεως καὶ τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας.
Η συζήτηση επέτρεψε έτσι να εμβαθύνουμε όχι μόνο στην αξία των δύο Συμφώνων, αλλά και στις ευκαιρίες και τις ευθύνες που συνεπάγεται η αυξανόμενη δημόσια παρουσία τῆς Ὀρθοδοξίας στο ιταλικό περιβάλλον.
Η συζήτηση έδωσε επίσης την ευκαιρία να υπομνησθεί η αξία τῆς ἐπισκοπικῆς ἀδελφότητος και της συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων ὀρθοδόξων κοινοτήτων στην Ιταλία. Στο πλαίσιο αυτό, ἡ Διάσκεψις επιβεβαιώνεται ως σημαντικός χώρος συναντήσεως και διαλόγου, όπου μπορούν να ωριμάσουν μορφές συνεργασίας σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, με σεβασμό των κανονικῶν ἁρμοδιοτήτων και των ευθυνών της καθεμιάς.
Η πολυμορφία των γλωσσικών, πολιτιστικών και ιστορικών παραδόσεων των ὀρθοδόξων κοινοτήτων της χώρας αποτελεί πλούτο που πρέπει να διαφυλαχθεί και να αξιοποιηθεί. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να μας κάνει να χάνουμε από τα μάτια μας τὴν θεμελιώδη ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα, ἡ ὁποία συνδέει πάντας τοὺς ὀρθοδόξους πιστοὺς ἐν τῇ αὐτῇ πίστει, ἐν τῇ αὐτῇ ἀποστολικῇ Παραδόσει καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς μυστηριακῆς ζωῆς.
Η παρουσία διαφόρων κανονικῶν δικαιοδοσιῶν στο ιταλικό έδαφος εκφράζει τον πλούτο των πνευματικών, λειτουργικῶν, γλωσσικών και πολιτιστικών παραδόσεων που διαφυλάσσουν οι αντίστοιχες Μητέρες Ἐκκλησίαι. Η πολυμορφία αυτή, με σεβασμό των ειδικών ἐκκλησιαστικῶν εὐθυνῶν, βρίσκει το κοινό της θεμέλιο ἐν τῇ ἑνότητι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἐν τῇ ἀποστολικῇ Παραδόσει καὶ ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ κοινωνίᾳ.
Από τη συνείδηση αυτή γεννιέται η ευχή ἡ Διάσκεψις να αποτελεί ολοένα περισσότερο προνομιακό τόπο συναντήσεως και συνεργασίας μεταξύ πάντων τῶν ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων στο ιταλικό έδαφος, ευνοώντας, μέσα από αδελφικό και ευγενή διάλογο, την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των διαφόρων κανονικῶν δικαιοδοσιῶν.
Μια στενότερη συνεργασία σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος θα μπορέσει να ευνοήσει, όπου ωριμάζουν κοινοί προσανατολισμοί, μια ομόφωνη μαρτυρία και στις σχέσεις με τους θεσμούς της Πολιτείας και με τους άλλους συνομιλητές της ιταλικής κοινωνίας, με πλήρη σεβασμό των κανονικῶν ἁρμοδιοτήτων καὶ εὐθυνῶν των επιμέρους δικαιοδοσιῶν.
Δεν πρόκειται για άμβλυνση των νόμιμων ιστορικών και πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων των επιμέρους κοινοτήτων, αλλά για την αξιοποίησή τους μέσα σε μια κοινή ἐκκλησιαστικὴν συνείδησιν, όπου η ἔνταξις εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ προηγείται και υπερβαίνει κάθε διάκριση εθνικού, γλωσσικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα.
Με τον τρόπο αυτό, η ὀρθόδοξος παρουσία στην Ιταλία θα μπορέσει να εκφράσει ολοένα πληρέστερα την κλήση της: όχι μόνο να διαφυλάσσει και να μεταδίδει τις πνευματικές παραδόσεις των λαών καταγωγής, αλλά να μαρτυρεί από κοινού τὴν ὀρθόδοξον πίστιν μέσα στην ιταλική πραγματικότητα, συμβάλλοντας στη θρησκευτική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή της χώρας.
Στο τέλος των εργασιών, οι συμμετέχοντες μοιράστηκαν ἀδελφικὴν τράπεζαν, η οποία προσέφερε μια ακόμη ευκαιρία για προσωπικό διάλογο, αμοιβαία γνωριμία και εδραίωση των σχέσεων μεταξύ τῶν Ἐπισκόπων.
Σε κλίμα εγκαρδιότητας και αδελφοσύνης, η στιγμή αυτή της τράπεζας ολοκλήρωσε με ουσιαστικό τρόπο την ημέρα, υπενθυμίζοντας ότι η ἐκκλησιαστικὴ συνεργασία τρέφεται όχι μόνο από τη συζήτηση θεσμικών και ποιμαντικῶν ζητημάτων, αλλά και από την αμοιβαία εμπιστοσύνη, την ακρόαση και τὴν ἀδελφικὴν κοινωνίαν.
Η σύναξη επιβεβαίωσε την αξία του αδελφικού διαλόγου και της αμοιβαίας γνωριμίας μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων στην Ιταλία, προσφέροντας σημαντική ευκαιρία για εμβάθυνση σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος και για προβληματισμό σχετικά με τις προοπτικές της ἐκκλησιαστικῆς μαρτυρίας στη χώρα.
Στο πλαίσιο αυτό, παραμένει ιδιαιτέρως σημαντική η ευχή ἡ Ὀρθόδοξος Ἐπισκοπικὴ Διάσκεψις Ἰταλίας να ευνοήσει μια ολοένα ευρύτερη συμμετοχή των διαφόρων κανονικῶν δικαιοδοσιῶν, αποτελώντας τόπο συναντήσεως, ακροάσεως και αδελφικής συνεργασίας.
Η ποικιλία των γλωσσικών, πολιτιστικών και πνευματικών παραδόσεων, που διαφυλάσσουν οι ὀρθόδοξοι κοινότητες στην Ιταλία, αποτελεί πλούτο που βρίσκει τη γνήσια έκφρασή του ἐν τῇ ἑνότητι τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Ακριβώς αυτή η ενότητα, η οποία προηγείται και υπερβαίνει κάθε εθνική ή δικαιοδοτική διάκριση, καθιστά δυνατή μια κοινή μαρτυρία, που σέβεται τις ιδιαιτερότητες της κάθε κοινότητας και συγχρόνως παραμένει πιστή στην κοινὴν ὀρθόδοξον Παράδοσιν.
Με ευγνωμοσύνη για το κλίμα αδελφοσύνης που χαρακτήρισε τη σύναξη, ἀναπέμπομεν εὐχαριστίας τῷ Θεῷ, τῇ πηγῇ πάσης κοινωνίας καὶ παντὸς ἀγαθοῦ, ἵνα συνεχίζῃ νὰ φωτίζῃ καὶ νὰ ὁδηγῇ τοὺς ὀρθοδόξους Ποιμένας καὶ τοὺς πιστοὺς τῆς Ἰταλίας, ενισχύοντας κάθε ειλικρινή προσπάθεια συνεργασίας, ομόνοιας και κοινής μαρτυρίας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου